Χρόνια αφουγκραζόμουν τους συμπολίτες μου και τη θλίψη τους όσον αφορά την τύχη της βλάχικης γλώσσας. Τα εγγόνια τους δεν έμαθαν τη βλάχικη γλώσσα, απέτυχαν να τους μεταλαμπαδεύσουν την όμορφη αυτή κληρονομιά του τόπου τους, των Μεγάλων Λιβαδίων.

Τα Μεγάλα Λιβάδια, μαζί με τον οικισμό Μικρά Λιβάδια, (Ν.Κιλκίς) ήταν πάντα θερινός τόπος κατοικίας, χωρίς μόνιμους κατοίκους, με αμιγώς βλάχικο πληθυσμό, που έφτανε τις πέντε χιλιάδες (5.000). Στις 4 Μαΐου 1944 καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς, οπότε και οι Μεγαλολιβαδιώτες παρέμειναν μόνιμα στους τόπους όπου ξεχειμώνιαζαν, δηλαδή στους νομούς Κιλκίς, Πέλλας και Θεσσαλονίκης. Μετά το 1950 επέστρεψαν λιγοστοί για την καλλιέργεια της πατάτας, μα και λίγοι κτηνοτρόφοι. Το 1970 δόθηκαν οικόπεδα από τη Νομαρχία Κιλκίς κι έτσι δημιουργήθηκε ξανά ένας μικρός οικισμός. Από το 1985 και μετά, το χωριό άρχισε να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, κυρίως λόγω της ασφαλτόστρωσης του δρόμου Γουμένισσας- Μεγάλων Λιβαδίων, αλλά και γιατί δόθηκαν και άλλα οικόπεδα.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα άρχισε και η καμπή όσον αφορά τη γλώσσα. Το καθιερωμένο καλοκαιρινό αντάμωμα όλων των Μεγαλολιβαδιωτών στα Μ. Λιβάδια (Λιβαέτζι-Livaetzi) (υψ. 1260 μ.) σταμάτησε να γίνεται. Συμβιβάστηκαν με το νέο τρόπο ζωής που τους τον επέβαλλε ο πόλεμος. Μιλούσαν τα βλάχικα μόνο στο σπίτι μεταξύ τους ή με τους συγγενείς τους, που συναντούσαν μόνο στους γάμους ή σε κάποιο δυσάρεστο γεγονός. Από τη νεότερη γενιά κάποιοι θεώρησαν ότι είναι υποτιμητικό να μιλούν πια τη γλώσσα και δεν θέλησαν να τη μάθουν. Και πάλι όμως, υπήρχαν και αρκετές οικογένειες, όπως η δική μου, που τα νεότερα μέλη έμαθαν τα βλάχικα. Τα έμαθαν χωρίς πίεση και αναστολές, αυθόρμητα και φυσικά, παράλληλα και ισότιμα με τα ελληνικά, τη γλώσσα του σχολείου. Η γλώσσα επέζησε.

Ωστόσο, η βλάχικη  γλώσσα είναι μια γλώσσα που δεν έχει γραφή και έτσι, μετά το 1960, που χαλάρωσαν και οι ενδογαμίες, ήταν φυσικό η  καμπύλη μετάδοσης της γλώσσας να αρχίσει να φθίνει και να χάνεται μέσα στους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής. Επηρεασμένοι ίσως και από τη σημερινή κουλτούρα, ακούσαμε ή είπαμε φράσεις όπως «σιγά τη γλώσσα!», «σε τι θα μας βοηθήσει;», «μη μας κατηγορήσουν για ρουμάνικη προπαγάνδα…», «ντρέπομαι να μιλώ τη βλάχικη γλώσσα..», «δε λέω ότι είμαι Βλάχος, γιατί από πολλούς θεωρείται βρισιά».

Στην οικογένειά μου θεωρούσαμε πάντα πως ό, τι μάθεις είναι καλό. Οι δικοί μου άνθρωποι, που τους ευχαριστώ γι’ αυτό, φρόντισαν να μάθουν σε μένα, στ’ αδέλφια και στα ξαδέλφια μου τη βλάχικη γλώσσα. Έτσι αβίαστα. Χωρίς ποτέ να σκεφτούν ότι αυτό αποτελεί εμπόδιο στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στο σχολείο ή ότι μας εμποδίζει στην επικοινωνία μας με τα παιδιά στο παιχνίδι μιλώντας την τοπική διάλεκτο του Δρυμού. Άλλωστε ο παππούς μου, μεγάλος τυρέμπορας, μιλούσε πέντε γλώσσες (ελληνικά, βλάχικα, τούρκικα, σέρβικα, βουλγάρικα), γιατί έτσι του ήταν ευκολότερο να επικοινωνεί με τους ανθρώπους που εμπορεύονταν.

Εγώ, και όλοι όσοι έχουν ανάλογα βιώματα με εμένα, είμαστε η τελευταία γενιά που έχουμε τα ακούσματα από τη γιαγιά, τον παππού, τη μάνα, τον πατέρα, τους συγγενείς μας, που επικοινωνούσαν μ’ αυτή μόνο τη γλώσσα μέσα στο σπίτι. Είναι ευθύνη μας να την καταγράψουμε έτσι όπως την παραλάβαμε από τους προγόνους μας, ανέγγιχτη και αυθεντική. Δεν την μάθαμε όλοι στα παιδιά μας, αλλά έχουμε ακόμη ανθρώπους που ζουν και είναι οι ζωντανές μαρτυρίες αυτές που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Η αφορμή για να αρχίσω να καταγράφω τη βλάχικη γλώσσα, όπως την ήξερα και την άκουγα, δόθηκε σε μια Χριστουγεννιάτικη οικογενειακή γιορτή το 2005, στην οποία τα νεότερα μέλη της οικογένειας, επιστήμονες πια, με πολλές αναζητήσεις, μου ζήτησαν να καταγράψω τη βλάχικη γλώσσα των Μεγάλων Λιβαδίων. Γνώριζαν ότι ασχολούμαι και καταγράφω τη γλώσσα αποσπασματικά με σκοπό να την αφήσω παρακαταθήκη στους νέους της στενής και ευρύτερης οικογένειάς μου. Με ρώτησαν: «Γράφεις, αλλά πότε θα δούμε κάτι;». Αισθάνθηκα μεγάλη ευθύνη κι αμέσως άρχισα να δίνω μορφή στην πρώτη ιδέα που είχα˙ να χρησιμοποιήσω τα παραμύθια ως ένα πρώτο εργαλείο καταγραφής της γλώσσας. Έτσι κυκλοφόρησε το 2007 το βιβλίο μου «Τρία Παραμύθια» στη βλάχικη και ελληνική γλώσσα. Το 2010 ολοκλήρωσα και το βιβλίο «Βλάχικα τραγούδια και ποιήματα των Μεγάλων Λιβαδίων», καταγράφοντάς τα κι αυτά στη βλάχικη και στην ελληνική γλώσσα.

Αυτά τα δύο βιβλία στάθηκαν και η αφορμή για τη συγκρότηση αυτού του λεξικού. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό βιβλίο για μένα.
Έχοντας δίπλα μου τον πατέρα μου Μιχάλη Γ.Λέντζιο (έτος γέν. 1922), αναζήτησα λέξεις που άρχιζαν να εκλείπουν και εγώ η ίδια κόντευα να ξεχάσω.  Με αυτόν δίπλα μου αυστηρό κριτή, μα και ανεξάντλητη πηγή, που ακριβολογούσε για το κάθε τι, μπόρεσα να θυμηθώ λέξεις και μου εξήγησε εκφράσεις που τις άκουγα, μα δεν είχα εμβαθύνει στην πραγματική τους ερμηνεία. Αυτός μου είπε πολλές λέξεις που σχεδόν χάθηκαν από το βλάχικο λεξιλόγιο των Μ. Λιβαδίων αλλά και πολλά τραγούδια και ποιήματα που δεν τα είχαμε ακούσει και μέσα από αυτά βρέθηκαν καινούριες λέξεις. Ο αδελφός μου Σωκράτης Μιχ. Λέντζιος, εκπαιδευτικός, συμπλήρωσε πολλές λέξεις σπάνιες ερμηνεύοντας και τη διττή σημασία τους και έκανε πολλές γραμματικές διευκρινίσεις. Ο ξάδελφός μου Δημήτ. Γ. Γεροκώστας, εκπαιδευτικός, ήλεγξε λεπτομερώς το όλο πόνημα. Οι δυο κόρες μου, Γιώτα και Ξένια, εκπαιδευτικοί, με βοήθησαν στην επιμέλεια (επεξεργασία και μορφοποίηση) των κειμένων και με ενεθάρρυναν στη προσπάθειά μου, εκφράζοντας την πίστη τους στην σημασία του εγχειρήματός μου, λέγοντάς μου ότι αυτό που κάνω δεν είναι ασήμαντο.

Ο σύζυγός μου Σπύρος Τρίκος, εκπαιδευτκός, Δρ. Επιστημών Αγωγής, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα, γιατί χωρίς την επιστημονική του συμβολή, και ηθική του στήριξη δεν θα μου ήταν εύκολο να προβάλλω και να διαφυλάξω το όλο έργο μου. Παρ’ όλο που δεν έχει βλάχικη καταγωγή, αγόγγυστα με πήγαινε στους συγγενείς για να συλλέξω στοιχεία και υλικό, ενώ ασχολήθηκε και με την έκδοση και διαφήμιση των   βιβλίων.  Με  παρότρυνε  να  μην  σταματήσω  ακόμη κι όταν συνάντησα μη αναμενόμενους σκοπέλους υποκινούμενους από προσωπικά συμπλέγματα και αντιζηλίες κάποιων. Μου συνέστησε, τονίζοντάς μου το χρέος μου να αφήσω αυτή την κληρονομιά των προγόνων μας στις νεότερες γενιές. Αυτό υπήρξε απαίτηση και πολλών συμπατριωτών και φίλων μου, τους οποίους ευχαριστώ για την υποστήριξή τους.  

Χωρίς την ψυχολογική μα και την ουσιώδη αυτή βοήθεια δε νομίζω ότι θα έφθανα στο τελικό αυτό αποτέλεσμα. Τ’ αδέλφια μου, τα ξαδέλφια μου οι θείοι/ες μου, οι συμπατριώτες μου, όλοι είχαν κάτι να μου δώσουν στις συζητήσεις και τους ευχαριστώ. Πολλές φορές το έκαναν και χωρίς να το αντιληφθούν. Εγώ πάντα συγκέντρωνα λέξεις. Άγνωστες και γνωστές που μου τις θύμιζαν πάνω στην κουβέντα μας. Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο ανακάλυπτα. Είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν όλες οι λέξεις. Στο μέλλον ίσως να συμπληρωθεί το λεξικό.  

Προσωπικά νιώθω πια ξαλαφρωμένη, γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να αφήσω στους νέους αυτά που γνωρίζω. Ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης δίδαξα με πάθος την ελληνική γλώσσα, ιστορία, παράδοση. Στα τελευταία χρόνια της εκπαιδευτικής μου καριέρας ένιωθα ότι είχα ένα κενό. Δεν έδωσα όλα όσα ήξερα. Έμενε το προσωπικό κομμάτι των γνώσεων. Ό,τι αφορά τη γλώσσα και την παράδοση του τόπου καταγωγής των γονιών μου και των παππούδων μου. Τα Μεγάλα Λιβάδια. Δεν ευτύχησα να γεννηθώ εκεί, γιατί είχε προλάβει ο πόλεμος και οι Γερμανοί το πυρπόλησαν, όπως ο Αλή Πασάς, παλιότερα τη Γράμμουστα, (σήμερα: Γράμμος Πίνδου), την πατρίδα του 70% και πλέον των Μεγαλολιβαδιωτών και το υπόλοιπο από Περιβόλι, Σαμαρίνα κι αλλ.

Τόλμησα κάτι, που όταν το άρχισα δεν είχα κατά νου να το κάνω γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Δηλαδή να συγγράψω και να εκδώσω ένα τέτοιο βιβλίο. Ζητώ συγγνώμη από τους ειδικούς επιστήμονες. Όμως ένιωθα την ανάγκη να καταγράψω αυτά που έμαθα από μικρή ηλικία κι ένιωθα ότι τα ξεχνάω. Έβλεπα τους δικούς μου ανθρώπους, που μπορούσαν να τα καταγράψουν καλύτερα από μένα, ότι δεν είχαν τη διάθεση να ασχοληθούν με κάτι τέτοιο. Άρχισα να αισθάνομαι ένα βάρος, ότι όλα θα χαθούν.  

Δεν είμαι συγγραφέας, δεν είμαι λαογράφος, δεν είμαι γλωσσολόγος. Είμαι δασκάλα, Μεγαλολιβαδιώτισσα και καταγράφω και δίνω αυτά που μου έμαθαν οι πρόγονοί μου, τα βιώματά μου και τις μαρτυρίες των δικών μου ανθρώπων. Ελπίζω το ίδιο να το κάνουν και άλλοι. Η αγάπη και η ιστορία του χωριού μας δεν είναι μονοπώλιο κανενός.

Στο παρόν λεξικό φρόντισα να συμπεριληφθεί μόνο το λεξιλόγιο των Μ.Λιβαδίων. Ανατρέχοντας και στα βλάχικα λεξικά του Κ. Νικολαίδη «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής Γλώσσης» (Αθήνα, 1909) και του Κ. Προκόβα «Λεξικό της Κουτσοβλαχικής Λιβαδίου Ολύμπου» (Θεσσαλονίκη 2006), μπόρεσα να δω τις διαφορές που υπάρχουν σε αρκετές λέξεις. Με επιβεβαίωσε και ο Κ. Προκόβας, ο οποίος σε μια συζήτησή μας ενθάρρυνε την προσπάθειά μου λέγοντας:
«Συνέχισε, εφ’ όσον δεν έχει καταγραφεί η γλώσσα των Μεγάλων Λιβαδίων.  Έτσι θα έχουμε την καταγραφή της βλάχικης γλώσσας σε όλα τα βλαχοχώρια. Αυτό θα βοηθήσει αργότερα τους μελετητές για τις συγκρίσεις στις διαφορές που τυχόν υπάρχουν ».   

Στις περισσότερες λέξεις γράφτηκαν ο αριθμός, η πτώση, το πρόσωπο, η μετοχή, τα παράγωγά τους.  Απαραίτητα θεωρώ το ένα ή περισσότερα παραδείγματα, έτσι ώστε να μπορέσει ο καθένας να σχηματίσει και μια δική του πρόταση, χρησιμοποιώντας τις κλιτές και άκλιτες λέξεις.

Στο τέλος έχει γίνει μια ομαδοποίηση λέξεων για να είναι εύκολο στον καθένα να βρει συγκεντρωμένες τις λέξεις που αφορούν το σώμα, τη φύση, τη χλωρίδα - πανίδα, την ώρα κ.λ.π.
Πρώτα άρχισα να συγκεντρώνω λέξεις γνωστές. Αυτές που μιλούσαμε καθημερινά με τους δικούς μας μέσα στο σπίτι μας. Μετά  τις λέξεις που σπάνια χρησιμοποιούνταν ή λέξεις που λέγονταν μόνο μέσα σε διάφορες εκφράσεις ή ακούγονταν στα τραγούδια.

Στην αρχή θεώρησα σκόπιμο να αποφύγω να καταγράψω τις λέξεις που είναι σχεδόν ίδιες με τις ελληνικές, σκεπτόμενη ότι εννοούνται και δεν χρειάζεται να αναγραφούν. Νόμισα ότι οι αντίστοιχες βλάχικες είχαν εκλείψει και είχαν αντικατασταθεί με ελληνικές. Όμως συζητώντας με Βλάχους Μεγαλολιβαδιώτες και Γραμμουστιάνους της διασποράς, αντιλήφθηκα ότι το ίδιο ελληνικό λεξιλόγιο υπήρχε και σ’ αυτούς. Συνδυάζοντας δε ότι η βλάχικη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δημιουργήθηκε στην περίοδο της Ρωμαϊκής εποχής, σκέφτηκα ότι πολλά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας παρέμειναν σχεδόν ανέπαφα. Γι’ αυτό πολλές λέξεις παρέμειναν ελληνικές ως έχουν ή λέγονται με την προσθήκη κάποιας κατάληξης. Σ’ αυτό με ενθάρρυνε και η παρόμοια εργασία που έχουν κάνει εξαιρετικοί επιστήμονες στα άλλα βλαχοχώρια, οι οποίοι έχουν συμπεριλάβει και το ελληνικό λεξιλόγιο προσαρμοσμένο στα βλάχικα.

Συμβουλεύτηκα και τα ελληνικά Λεξικά: Γ.Μπαμπινιώτη «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» (Αθήνα 2002, β΄εκδοση, Κέντρο Λεξικολογίας) και του Α. Γεωργοπαπαδάκου «Το Μεγάλο Λεξικό» (Αθήνα 1984, Μαλλιάρης Παιδεία)   
Επίσης θεώρησα απαραίτητο να γραφούν και μερικές νοηματικές, ετυμολογικές και πολιτισμικές επεξηγήσεις  για να αντιληφθούν και να κατανοήσουν καλύτερα οι αναγνώστες της σύγχρονης εποχής τον ιδιαίτερο αυτόν πολιτισμό.
Είναι δύσκολο ο γραπτός λόγος να προσεγγίσει τον προφορικό. Αλλά ακόμα και η γλώσσα να μη συνεχιστεί να μιλιέται ακριβώς όπως μιλιόταν, είναι σίγουρο ότι δεν θα ξεχαστεί, οπότε άξιζε να προσπαθήσω.

Μία από τις κυριότερες δυσκολίες που αντιμετώπισα ήταν γράφοντας τις λέξεις να τις αποδώσω όσο το δυνατόν καλύτερα έτσι ώστε διαβάζοντάς τες κανείς, να μπορεί να τις προφέρει όσο το δυνατόν πιο κοντά στην προφορά των γερόντων Μεγαλολιβαδιωτών. Ήταν δύσκολο. Μετά από κόπο κατέληξα στο καλύτερο για μένα δυνατό σύστημα μεταφοράς από τον προφορικό στο γραπτό λόγο, το οποίο εξηγώ παρακάτω στις γραμματικές διευκρινίσεις. Αποδέχθηκα ότι αυτούσια η προφορική γλώσσα των Βλάχων δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί σε γραπτή μορφή. Για καλύτερη προφορά θα βοηθήσουν τα ηχογραφημένα κείμενα, τραγούδια και ποιήματα.

Επίσης, θέλοντας να καταγραφεί το λεξιλόγιο έπρεπε ουσιαστικά ή ρήματα, των οποίων μόνο παράγωγα συναντούσαμε στον προφορικό λόγο και μέσα σε φράσεις, να γραφτούν στην ονομαστική ή στην οριστική του Ενεστώτα. Κάποιες λέξεις, όμως, δεν χρησιμοποιούνταν στην καθημερινή ζωή σε αυτή τη μορφή, αλλά περισσότερο σε άλλες πτώσεις ή εγκλίσεις. Μετά από πολλή έρευνα και μέσα από πολλά παραδείγματα, με τη βοήθεια των συγγενών και συμπατριωτών μου, που και αυτοί στην αρχή αντιμετώπισαν το ίδιο δίλημμα με μένα, ξεδιαλύναμε και βρήκαμε τις πιο σπάνιες μορφές και ερμηνείες των λέξεων που ψάχναμε ( βλ. ούνγκου, μβαψέσκου, ντάου, ούμσιου κλ.π. ή παρζίνα, λέμνου κ.λ.π.).

Ορισμένες λέξεις ήταν αδύνατον να ερμηνευθούν με μια λέξη, διότι θα ταυτιζόταν η έννοιά τους με κάποια άλλη κι έτσι θα αλλοιωνόταν το νόημά τους. Έτσι μετά από αναζήτηση, χρησιμοποιήθηκε η περιγραφική μετάφραση για καλύτερη κατανόηση κι ο καθένας να μπορεί  κατάλληλα να τη χρησιμοποιήσει (σφρεάντινου, κ.λ.π.).
Οι λέξεις γράφτηκαν και στο «χαλκιδικό ελληνικό αλφάβητο» (το λεγόμενο «λατινικό») σκεπτόμενη ότι ίσως βοηθήσει στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού αλφαβήτου από τους Βλάχους (Αρμάνους-Armannilli) της Διασποράς.  

Η βλάχικη γλώσσα είναι πολύ πλούσια σε λεξιλόγιο και νοήματα, σε συνδυασμό με την ελληνική και λατινική γλώσσα. Έχει πολύ πλούτο τον οποίο ανακαλύπτεις μέσα στις εκφράσεις του καθημερινού λόγου. Μπορείς να τη συνδυάσεις με τις μάνες  γλώσσες, ελληνική και λατινική, αλλά και με τις διάφορες ντοπιολαλιές του τόπου σου.
Ένα σημαντικό μέρος της νομίζω ότι διασώζεται και με αυτό το έργο.

Αυτό το εγχειρίδιο απευθύνεται σε όσους ήθελαν να αφήσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους κάτι που να αφορά τη βλάχικη γλώσσα όπως μιλιόταν στα Μεγάλα Λιβάδια και δεν είχαν μέχρι τώρα την ευκαιρία. Επίσης, απευθύνεται σε αυτούς που θέλουν να μάθουν τη γλώσσα, σε Βλάχους και φίλους Βλάχων, έτσι ώστε με τη βοήθεια των παραδειγμάτων και την ομαδοποίηση των λέξεων, να σχηματίσουν έστω μια δική τους πρόταση. Να αρχίσουν να κατανοούν τη δομή της γλώσσας. Είναι ένα πόνημα καρδιάς, άλλα ίσως και να αποτελέσει και ένα χρήσιμο εργαλείο για τους επιγενόμενους ερευνητές της Βλάχικης
-Αρμάνικης- γλώσσας. (limba armaneaska).

Η ιδιαιτερότητα της γλώσσας των Μ. Λιβαδίων (Livaetzi ή Kalivi στα βλάχικα), όπως ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, έγκειται στο γεγονός ότι παρέμεινε αναλλοίωτη, ακριβώς όπως την έφεραν από τον τόπο καταγωγής τους, την Πίνδο (περίπου το 1790), καθ’ όλη την περίοδο ακμής του χωριού (μέχρι πριν την καταστροφή του το 1944).

Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες:
Α) Οι Διευθυντές και οι δάσκαλοι των Σχολείων στα Μεγάλα Λιβάδια,  ήταν Βλάχοι Μεγαλολιβαδιώτες και μιλούσαν το ιδίωμα του χωριού.
Β) Στο χωριό επίσης δεν υπήρξαν ούτε δίδαξαν, Μεγαλολιβαδιώτες ή από άλλα βλαχοχώρια, λόγιοι δηλαδή άνθρωποι με ευρωπαϊκές σπουδές και ευρωπαϊκό προσανατολισμό έτσι ώστε να εμποτίσουν την κοινωνία, την εκπαίδευση, και τελικά το ιδίωμα του χωριού με μοντέρνες επιρροές από τα κέντρα ευρωπαϊκού πνεύματος εκείνης της εποχής.
Το λεξικό αυτό λοιπόν είναι μια προσπάθεια διάσωσης του γλωσσικού θησαυρού που έχει τις ρίζες του στα βάθη των προηγούμενων αιώνων.

(Το πόνημα αυτό δεν θα ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί και να φθάσει στην τελική του μορφή χωρίς την σημαντικότατη συμβολή του αειμνήστου πατέρα μου Μιχάλη Γεωργίου Λέντζιου -Mihali G. Lentziu-, γεννημένος τον Ιούλιο του 1922 στα Μεγάλα Λειβάδια Πάικου Κιλκίς (Livaetzi -Kalivi-, Paiku Kilkis).
Ως βαθύς γνώστης της βλάχικης γλώσσας, από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη είχε τη δική του συμμετοχή με διορθώσεις, συγκρίσεις, λαογραφικές παρεμβάσεις, πληθώρα παραδειγμάτων, βιωματικές εκφράσεις ντοπιολαλιάς των Μ. Λειβαδίων.  Ήταν εκπληκτική η μνήμη του σε λέξεις και εκφράσεις που είχαν λησμονηθεί και κάθε φορά που συζητούσαμε ή επεξεργαζόμασταν το λεξιλόγιο πρόσθετε και νέα στοιχεία. Γι αυτό αυξάνονταν και οι σελίδες του έργου.
Δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένη την έκδοση του βιβλίου. Έφυγε μέσα σε λίγες μέρες, χωρίς να το καταλάβουμε, στα (90) ενενήντα του χρόνια,(nautzaets di anni) μια ηλιόλουστη μέρα στις 12 Νοεμβρίου του 2012.)