Προλογικό σημείωμα του Σταμάτη Μπέη

Αντικείμενο αυτού του βιβλίου, που ανήκει στην κατηγορία των διαλεκτικών γλωσσαρίων, αποτελεί η καταγραφή του λεξιλογίου ενός τμήματος της γλωσσικής κληρονομιάς της βλάχικης γλώσσας, ενός ελάχιστα μελετημένου ιδιώματος του ελληνικού χώρου, που δεν αποτελεί ποικιλία της νέας ελληνικής γλώσσας αλλά προέρχεται από τη λατινική γλώσσα, που διαδόθηκε στον ελληνικό χώρο την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Aυτό που χαρακτηρίζει τη βλάχικη γλώσσα είναι η μεγάλη διασπορά των ομιλητών της, αφού δεν υπάρχει γεωγραφική συνέχεια στις περιοχές, όπου ομιλείται. Οι περιοχές αυτές αποτελούν γλωσσικές νησίδες που δεν σχηματίζουν μεταξύ τους μία ενιαία γεωγραφική περιοχή. Στην Ελλάδα η παρουσία των Βλάχων εντοπίζεται περισσότερο στο βόρειο και το κεντρικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου. Το Μέτσοβο αποτελεί την πιο σημαντική κοινότητα αυτής περιοχής. Οι υπόλοιπες βλαχόφωνες γλωσσικές νησίδες εντοπίζονται παντού στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στα βουνά Όλυμπος, Βέρμιο, Βέρνο και Γράμμος αλλά και στις πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Τα Μεγάλα Λιβάδια (Λιβαέτζι ή Καλίβι στα βλάχικα) μαζί με τον γειτονικό τους οικισμό Μικρά Λιβάδια αποτελούν γλωσσική νησίδα ανάμεσα σε αλλόφωνες περιοχές. Μια συγγενική με τη βλάχικη γλώσσα, η μεγλενίτικη ή μεγλενορουμάνικη, ομιλείται στα γειτονικά με τα Μεγάλα Λιβάδια χωριά Σκρα, Περίκλεια, Νότια και Αρχάγγελος, από τους επονομαζόμενους «Mεγλενίτες Βλάχους», που διαφέρουν αισθητά από τους υπόλοιπους Βλάχους ως προς τη διάλεκτο, τα ήθη και έθιμα, τις ασχολίες, την ενδυμασία. Η γλώσσα αυτή παρουσιάζει έντονη διαφοροποίηση από το βλάχικο ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων, το οποίο μοιάζει περισσότερο με τα υπόλοιπα βλάχικα ιδιώματα της Πίνδου και άλλων περιοχών, με τις οποίες δεν υπάρχει γεωγραφική συνέχεια. Οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της γλωσσικής νησίδας προέρχονται από την περιοχή του όρους Γράμμου. Το ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον για τη νεοελληνική διαλεκτολογία, γιατί ο χώρος που ομιλείται το ιδίωμα αυτό αποτελεί τόπο επαφής γλωσσών. Κατά συνέπεια, είναι αναπόφεκτες οι επιδράσεις τoυ βλάχικου ιδιώματος στα γειτονικά βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα.

Η περίπτωση της βλάχικης δεν είναι διαφορετική από άλλες γλώσσες προφορικής παράδοσης που κινδυνεύουν να αφανιστούν. Η απουσία γραπτής ενοποιημένης και επίσημης μορφής της γλώσσας αυτής είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη γλωσσική διαφοροποίηση ανάμεσα στις διάφορες περιοχές όπου ομιλείται αυτή η γλώσσα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα σύνολο ιδιωμάτων που δεν έχουν γεωγραφική συνέχεια και διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα η ενότητα της γλώσσας, που βασίζεται σε μεγάλο αριθμό κοινών χαρακτηριστικών, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αυτή η μεγάλη διαφοροποίηση είναι αποτέλεσμα και των διαδοχικών μετακινήσεων των Βλάχων στον βαλκανικό χώρο, αφού ομιλητές διαφορετικών βλάχικων ιδιωμάτων συνυπάρχουν στις ίδιες κοινότητες και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο είναι ασφαλέστερο επιστημονικά να μελετήσει κανείς ένα συγκεκριμένο βλάχικο ιδίωμα και όχι μια ενιαία κοινή βλάχικη γλώσσα. Η καταγραφή της βλάχικης γλώσσας σ’ όσον το δυνατόν περισσότερα βλαχόφωνα χωριά είναι απαραίτητη όχι μόνο για τις συγκρίσεις στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ιδιωμάτων, αλλά και για την επιστημονική περιγραφή της βλάχικης γλώσσας εν γένει που δεν έχει αποκτήσει ενοποιημένη μορφή. Η περιγραφή του λεξικολογικού πλούτου των Μεγάλων Λιβαδίων αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο σημαντική, γιατί τα γλωσσάρια, οι μελέτες που αφορούν στο λεξιλόγιο μεμονωμένων βλάχικων ιδιωμάτων είναι μέχρι σήμερα απειροελάχιστες και το βιβλίο της Κούλας Λέντζιου συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπανιότατα έργα διαλεκτικής λεξικογραφίας που αφορούν συγκεκριμένα βλάχικα ιδιώματα του ελληνικού χώρου και όχι μια υποτιθέμενη «κοινή βλάχικη γλώσσα» και περιλαμβάνουν το Λεξικό της Κουτσοβλαχικής του ιδιώματος του Λιβαδίου Ολύμπου του Κώστα Προκόβα και το Ερμηνευτικό Λεξικό Ονομάτων και Ρημάτων του ιδιώματος του Μετσόβου του Φάνη Δασούλα2.

Από την άποψη της βλάχικης διαλεκτολογίας η μελέτη αυτή παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού το βλάχικο ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων αποτελεί ένα ιδιαίτερο βλάχικο ιδίωμα, απομακρυσμένο γλωσσικά και γεωγραφικά από τον μεγάλο κορμό των βλάχικων ιδιωμάτων της Πίνδου. Σύμφωνα με την παλαιότερη διαίρεση των βλάχικων ιδιωμάτων που έχει γίνει από τον Theodor Capidan, διακρίνονται δυό μεγάλες κατηγορίες: τα βόρεια και τα νότια βλάχικα ιδιώματα3. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να εντάξουμε σε γενικές γραμμές το ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων στα βόρεια βλάχικα ιδιώματα, γιατί παρουσιάζει τουλάχιστον δυό σημαντικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να το εντάξουμε σ’ αυτή την κατηγορία:
α) την μορφή του ρήματος «είμαι»: έσκου των βόρειων βλάχικων ιδιωμάτων αντί χίου ή χίμου των νότιων βλάχικων ιδιωμάτων
β) την μορφή του μορίου βα σ’ των βόρειων βλάχικων ιδιωμάτων που δηλώνει τον μέλλοντα αντί για τη μορφή: βάϊ των νότιων βλάχικων ιδιωμάτων

Από αυτή την άποψη, το ιδίωμα των Μεγάλων Λιβαδίων συγγενεύει με τα υπόλοιπα βόρεια βλάχικα ιδιώματα και ιδιαίτερα με το ιδίωμα του Γράμμου και τα βλάχικα ιδιώματα των γειτονικών βαλκανικών χωρών, ενώ διαφέρει από τα νότια βλάχικα ιδιώματα της περιοχής της Πίνδου, στα οποία ανήκουν τα ιδιώματα του Μετσόβου.

Η Κούλα Λέντζιου, στην προσπάθεια της να αποδώσει με γραπτό τρόπο την ακριβή προφορά των λέξεων που περιγράφει, έθεσε ένα σημαντικό μεθοδολογικό πρόβλημα, το πρόβλημα της γραπτής απόδοσης με τρόπο που αποτυπώνει τις σημαντικότερες φωνητικές ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου βλάχικου ιδιώματος. Το σύστημα της ελληνικής γραφής που προτείνεται είναι διαφορετικό από τις εκδοχές του λατινικού αλφαβήτου που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη γραφή της βλάχικης γλώσσας ακόμα και στην Ελλάδα. Έχει όμως το πλεονέκτημα της ευκολότερης πρόσβασης στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού γνωστικού κοινού, ενώ ταυτόχρονα η μορφή των λημμάτων δίνεται σε μια εκδοχή του λατινικού αλφαβήτου με σύμβολα σε πλήρη αντιστοιχία με τα συγκεκριμένα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου που χρησιμοποιούνται εδώ. Η χρήση έστω και αποσπασματικά του λατινικού αλφαβήτου επιτρέπει την ανάγνωση της μορφής των λημμάτων από το διεθνές κοινό.

Η χρήση όμως οποιουδήποτε αλφαβήτου είτε του ελληνικού είτε του λατινικού, δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αποτύπωση της ακριβούς προφοράς των ιδιαζόντων φθόγγων του ιδιώματος των Μεγάλων Λιβαδίων, οι οποίοι δεν αποδίδονται με τα γνωστά σύμβολα. Το πιο σημαντικό πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο μελετητής όταν περιγράφει γλωσσικό υλικό που προέρχεται από διαλέκτους και ιδιώματα είναι η επιλογή ενός συστήματος μεταγραφής που θα αποδίδει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια την προφορά των φθόγγων που αποκλίνουν από τη νόρμα και θα αναδεικνύει τις λεπτές διαφορές στις πραγματώσεις παρόμοιων φθόγγων από περιοχή σε περιοχή. Παραδείγματος χάριν, φθόγγοι συχνοί στις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους και ιδιώματα αλλά και σε άλλες γλώσσες, που επονομάζονται ως «παχιά σ και ζ» ή ως «παχιά λ και ν» δεν αποδίδονται από το ελληνικό αλφάβητο. Τα προβλήματα της ακριβούς απόδοσης των ιδιαζόντων φθόγγων με το ελληνικό αλφάβητο αντιμετωπίζονται με πιο αποτελεσματικό τρόπο από το σύστημα απόδοσης των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων που χρησιμοποιείται από το Κέντρο Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής, όπως αποτυπώνεται στον Κανονισμό Συντάξεώς του (βλ. σελ. 12). Το σύστημα αυτό αποτελεί ένα ενιαίο σύστημα φωνητικής μεταγραφής που καλύπτει τα μεθοδολογικά κενά που εμφανίζουν άλλοι τρόποι μεταγραφής. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, για τον συμβολισμό των ιδιαζόντων φθόγγων χρησιμοποιούνται τα «φθογγόσημα», τα οποία είναι πεζά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου συνδυαζόμενα συχνά με διακριτικά σημάδια.

Η συγγραφέας προσπαθεί να επιλύσει αυτά τα μεθοδολογικά θεωρητικά προβλήματα με πρωτότυπο τρόπο. Η χρήση των «φθογγοσήμων» προϋποθέτει τη χρήση ειδικών συμβόλων, που αποφεύγεται επιτυχημένα σ’ αυτό το βιβλίο εφόσον στη θέση τους χρησιμοποιούνται διπλά γράμματα και γράμματα σε σμίκρυνση.. Προτείνει για παράδειγμα τη χρήση δύο όμοιων συμφώνων των <λλ>, <νν> και <σσ> για την απόδοση των ουρανικών πραγματώσεων των «λ», «ν» και «σ» που είναι περισσότερο γνωστές στο ευρύ κοινό ως «παχιά σύμφωνα» και τη χρήση γραμμάτων σε σμίκρυνση, των <ι>, <ου> και <α> για την απόδοση ημιφωνικών και άλλων πραγματώσεων. Αυτό το σύστημα γραφής τηρείται με συνέπεια σ’ όλο το βιβλίο.

Το βιβλίο αυτό αποτελείται από δύο μέρη και σε γενικές γραμμές έχει την ακόλουθη δομή. Στην αρχή, με τον τίτλο «Γραμματικές Διευκρινίσεις» παρουσιάζονται οι αναγκαίες φωνητικές διευκρινίσεις για το σύστημα γραφής που υιοθετείται από τη συγγραφέα, καθώς και οι πλέον σημαντικές μορφολογικές πληροφορίες που αφορούν στα άρθρα, τα γένη και τις κλίσεις των ονομάτων. Στο κυρίως μέρος οι λέξεις παρουσιάζονται με αλφαβητική κατάταξη με τη μορφή τους και τη σημασία τους. Δίνεται σε κάθε λήμμα ένας μεγάλος αριθμός παραδειγμάτων που μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε τα πεδία χρήσης της κάθε λέξης, ενώ αποφεύγεται η ετυμολογία.

Η ιδιαιτερότητα του λεξικού αυτού φαίνεται περισσότερο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόθεση της συγγραφέως είναι όχι απλά η αυστηρή καταγραφή του λεξικολογικού πλούτου που χάνεται, αλλά η κατανόηση των μηχανισμών της γλώσσας και η επικοινωνιακή της διάσταση. Δίνονται μορφολογικές και πραγματολογικές πληροφορίες με στόχο να μπορέσει ο αναγνώστης να σχηματίσει τις δικές του προτάσεις στο βλάχικο ιδίωμα. Οι μορφολογικές αυτές πληροφορίες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος και αφορούν στην παρουσίαση της κλίσης πολλών ρημάτων, μεταξύ των οποίων και πολλά ανώμαλα ρήματα και τη χρήση των προσωπικών και κτητικών αντωνυμιών σε συνδυασμό με ρήματα και ονόματα.

Η επικοινωνιακή διάσταση φαίνεται περισσότερο στο τελευταίο τμήμα του δεύτερου μέρους του βιβλίου, όπου κυριαρχεί ο πραγματολογικός σχολιασμός και ομαδοποιούνται οι λέξεις σε σημασιολογικά πεδία. Η συγγραφέας δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τη συνδρομή κοινωνικών, ανθρωπολογικών και πολιτισμικών πληροφοριών – επεξηγήσεων, που αποδεικνύονται απαραίτητες για την πληρέστερη παρουσίαση της ετυμολογίας, της προέλευσης των λημμάτων του λεξικού και της σχέσης με συγκεκριμένο σημασιολογικό πεδίο (αριθμοί, χλωρίδα, πανίδα, ανθρώπινο σώμα, φυσικά φαινόμενα, χρόνος, ώρες, μήνες, χρώματα) και την κατανόηση της βαθύτερης σημασίας των λημμάτων του πρώτου μέρους. Το βιβλίο τελειώνει με την παρουσίαση λαϊκών φράσεων που αναδεικνύουν τον βιωματικό χαρακτήρα του ιδιώματος. Άλλωστε, βασικός στόχος της μελέτης αυτής, όπως επισημαίνει η συγγραφέας, δεν είναι η επιστημονική ανάλυση του λεξιλογίου του ιδιώματος, που χαρακτηρίζεται από ακρίβεια περιγραφής και αυστηρή επιστημονική μεθοδολογία, αλλά η αποθησαύριση γλωσσικών πληροφοριών που κινδυνεύουν να χαθούν. Δεν είναι μόνο αυτές οι πληροφορίες, αυτές καθ’ αυτές που είναι πολύτιμες αλλά και η αποτύπωση του ιδιαίτερου γλωσσικού αισθήματος της συγγραφέως, της προσωπικής αντίληψης του ομιλητή για τα φαινόμενα της μητρικής γλώσσας του, γιατί βοηθούν τον ειδικό επιστήμονα, μελετητή της γλώσσας να επικεντρωθεί σε κάποια φαινόμενα και να κατανοήσει καλύτερα τις μαρτυρίες και τα παραδείγματα που παρέχονται.

Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, συνειδητοποιούμε το καθήκον της ελληνικής γλωσσικής επιστήμης, της ιστοριογραφίας και της ανθρωπολογίας να διασώσουν, έστω και αργά, τα πολιτιστικά κατάλοιπα των Βλάχων, αυτού του τμήματος των Ελλήνων, των οποίων η συμβολή στην αναγέννηση του νεοελληνικού κράτους υπήρξε καθοριστική. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα κινείται και η μελέτη της Κούλας Λέντζιου που επιτελεί ένα σωστικό έργο με τη συλλογή και ανάδειξη ενός πλήθους πληροφοριών από το γλωσσικό και πολιτισμικό θησαυρό του βλάχικου αυτού ιδιώματος που βρίσκεται σε φάση έντονης συρρίκνωσης που οδηγεί στην εξαφάνιση. Γιατί όπως λέει και μια φράση στο λήμμα «λίμμπα» που αποθησαύρισε η συγγραφέας:

«Λίμμπα ιάστι σούφλιτλου α ντουνιάουλλιι. Κιρού λίμμπα, κιρού βιντεάλα» (= Η γλώσσα είναι η ψυχή του κόσμου. Έχασε τη γλώσσα, έχασε το φως του -τον πολιτισμό του-).

Σταμάτης Μπέης
Ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών.