θέατρο, το, ουσ. [<αρχ. θέατρον <θεάομαι-ῶμαι], το θέατρο. 1. το επάγγελμα του ηθοποιού, η ενεργός συμμετοχή του στη θεατρική ζωή: «δεν ήταν για το θέατρο γι’ αυτό άλλαξε επάγγελμα || ασχολείται με το θέατρο από τα νεανικά του χρόνια». 2. το σύνολο των θεατών που παρακολουθούν μια θεατρική παράσταση: «μόλις έκανε την εμφάνισή του ο τάδε ηθοποιός, όλο το θέατρο ξέσπασε σε χειροκροτήματα». 3. τόπος που διαδραματίζεται ή που διαδραματίστηκε ένα γεγονός: «το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων μεταφέρθηκε πάλι στα σύνορα || το τάδε χωριό έγινε το θέατρο ενός από τα αγριότερα εγκλήματα για λόγους τιμής»·
- βγαίνω στο θέατρο, πρωτοεμφανίζομαι ως ηθοποιός σε θεατρική παράσταση: «οι αδερφές Καλουτά, βγήκαν στο θέατρο σε μικρή ηλικία»·
- γίνομαι θέατρο, γελοιοποιούμαι μπροστά σε κόσμο: «κοτζάμ επιστήμονες αρπάχτηκαν στα χέρια κι έγιναν θέατρο μπροστά στον κόσμο»·
- είμαι στο θέατρο, ασχολούμαι με το θέατρο ως ηθοποιός, ως θεατρικός επιχειρηματίας ή ως τεχνικός: «είμαι στο θέατρο από την εποχή που απολύθηκα απ’ το στρατό»·
- θέατρο σκιών, παραδοσιακό θέατρο λαϊκού τύπου, όπου κάποιος προβάλλει προς το κοινό διάφορες φιγούρες πίσω από ένα κατάλληλα φωτισμένο πανί, μιμούμενος και τις φωνές των πρωταγωνιστών, κοινώς ο Καραγκιόζης (βλ. λ.): «ο Σπαθάρης υπήρξε από τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών»·
- κάνω θέατρο, ασχολούμαι επαγγελματικά ως ηθοποιός με το θέατρο: «τα τελευταία  δέκα χρόνια, κάνω θέατρο»· βλ. και φρ. παίζω θέατρο·
- παίζω θέατρο, υποκρίνομαι, προσποιούμαι: «πάψε να παίζεις θέατρο, γιατί μάθαμε καλά τι θεατρίνος είσαι!»·
- χέσε θέατρο, η δουλειά ή η υπόθεση δεν εξελίσσεται καλά. Συνήθως δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση κάποιου πώς πάει η δουλειά ή πώς πάει η υπόθεση·
- χέσε θέατρο, κατούρα παράσταση, η δουλειά ή η υπόθεση δεν εξελίσσεται καθόλου καλά, πηγαίνει κατά διαβόλου. Συνήθως δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση κάποιου πώς πάει η δουλειά ή πώς πάει η υπόθεση.