Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
ξέρω

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

ξέρω, ρ. [<μσν. ξέρω <(ἠ)ξεύρω, από το ἐξεῦρον, αόρ. του ρ. ἐξευρίσκω], ξέρω. Αρκετές φορές, αναφέρεται με παικτική διάθεση και στη μέση φωνή ως ξερένομαι, γνωρίζομαι: «με τον τάδε ξερένομαι πέντε χρόνια || με τον τάδε ξερενόμαστε πέντε χρόνια». (Ακολουθούν 179 φρ.)·
- αλλού κι αλλού ξέρει να…, βλ. λ. αλλού·
- αν δεν παντρέψεις κόρη κι αν δε χτίσεις σπίτι, δεν ξέρεις τη ζωή, βλ. λ. ζωή·
- άσε αυτά που ξέρεις! ή άσε εκείνα που ήξερες! πάψε να εφαρμόζεις μεθόδους ή κόλπα που εφάρμοζες ως τώρα για να πετυχαίνεις το σκοπό σου ή για να ξεγελάς τους άλλους. (Λαϊκό τραγούδι: όσο κι αν είσαι έξυπνη, μορτάρα και στα πέριξ κάτσε, λοιπόν, στο τουμπεκί κι άσε αυτά που ξέρεις //εγώ πολλές φορές σου το ’χα πει τη γνώμη σου αυτή ν’ αλλάξεις, να κάτσεις να καλοσκεφτείς και φρόνιμα να κάτσεις, κι άστα εκείνα που ’ξερες και μένα να ξεγράψεις
- αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις ή αυτά που ξέρεις να τα ξεχάσεις, βλ. φρ. άσε αυτά που ξέρεις(!)·
- αυτά που κρατάς, θα στα βάλω εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου και συνήθως ενν. λεφτά), βλ. φρ. αυτά που κρατάς θα στα βάλω στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτά που κρατάς, θα στα χώσω εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου και συνήθως ενν. λεφτά), βλ. φρ. αυτά που κρατάς, θα στα χώσω στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτά που κρατάς, να τα βάλεις εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου και συνήθως ενν. λεφτά), βλ. φρ. αυτά που κρατάς, να τα βάλεις στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτά που κρατάς, να τα χώσεις εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου και συνήθως ενν. λεφτά), βλ. φρ. αυτά που κρατάς, να τα χώσεις στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτό που κρατάς, θα στο βάλω εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου), βλ. φρ. αυτό που κρατάς, θα στο βάλω στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτό που κρατάς, θα στο χώσω εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου), βλ. λ.. αυτό που κρατάς, θα στο χώσω στον κώλο σου, λ. κώλος·  
- αυτό που κρατάς, να το βάλεις εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου), βλ. φρ. αυτό που κρατάς, να το βάλεις στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτό που κρατάς, να το χώσεις εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου), βλ. φρ. αυτό που κρατάς, να το χώσεις στον κώλο σου, λ. κώλος·
- αυτό το ξέρει κι η γάτα μου, βλ. λ. γάτα·
- βάλ’ το εκεί που ξέρεις! ειρωνική απάντηση ή απάντηση αδιαφορίας στην ερώτηση κάποιου τι να κάνει κάποιου πράγμα που του δώσαμε, από τη στιγμή που του είναι άχρηστο, ή από τη στιγμή που του το δώσαμε σε χρόνο που πια δεν το χρειάζεται. Το υπονοούμενο είναι να το βάλει στον κώλο του. Συνών. βάλ’ το κλύσμα! / βάλ’ το στη σαλαμούρα! / βάλ’ το στον κώλο σου! / βαλ’ το στον πάγο! / κάν’ το κλύσμα(!)·
- δε θέλω να ξέρω, έκφραση με την οποία αρνούμαστε να ακούσουμε κάποιον που θέλει να μας πληροφορήσει για κάτι: «άκου να δεις πώς έγιναν τα πράγματα. -Δε θέλω να ξέρω || σε παρακαλώ, δε θέλω να μου πεις τίποτα, γιατί δε θέλω να ξέρω»·
- δε θέλω να σε ξέρω, έκφραση με την οποία δηλώνουμε σε κάποιον πως διακόπτουμε τις σχέσεις που είχαμε μαζί του: «απ’ τη στιγμή που έμαθα πως με κατηγόρησες, δε θέλω να σε ξέρω». Πολλές φορές, για περισσότερη έμφαση, μετά το πρώτο ρ. της φρ. ακολουθεί το ούτε·
- δεν ήξερε από πού να φύγει, βλ. λ. φεύγω· 
- δεν ξέρει από πού κατουράει η κότα, βλ. λ. κότα·
- δεν ξέρει γράμματα, βλ. λ. γράμμα·
- δεν ξέρει γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν ξέρει η δεξιά του τι ποιεί η αριστερά του, βλ. λ. δεξιά·
- δεν ξέρει κανείς από πού βαστάει η σκούφια του ή δεν ξέρει κανείς από πού κρατάει η σκούφια του, βλ. λ. σκούφια·
- δεν ξέρει ν’ ανοίξει το στόμα του, βλ. λ. στόμα·
- δεν ξέρει να βάλει ούτε την υπογραφή του, βλ. λ. υπογραφή·
- δεν ξέρει να βάλει την τζίφρα του, βλ. λ. τζίφρα·
- δεν ξέρει να δέσει τα κορδόνια του, βλ. λ. κορδόνι·
- δεν ξέρει να δέσει τα παπούτσια του, βλ. λ. παπούτσι·
- δεν ξέρει να δέσει το βρακί του, βλ. λ. βρακί·
- δεν ξέρει να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχυρο ή δεν ξέρει να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρο, βλ. λ. γαϊδούρι·
- δεν ξέρει ούτε την αλφαβήτα, βλ. λ. αλφαβήτα·
- δεν ξέρει ούτε το άλφα, βλ. λ. άλφα·
- δεν ξέρει πού πάν’ τα τέσσερα, βλ. λ. τέσσερα·
- δεν ξέρει πώς τον (τη) λένε, βλ. λ. λέω·
- δεν ξέρει τα τρία κακά της μοίρας του, βλ. λ. μοίρα·
- δεν ξέρει την τύφλα του, βλ. λ. τύφλα·
- δεν ξέρει τι έχει, βλ. λ. έχω·
- δεν ξέρει τι θα πει… ή δεν ξέρει τι πάει να πει…, βλ. λ. είπα·
- δεν ξέρει τι θα πει ναι ή δεν ξέρει τι πάει να πει ναι ή δεν ξέρει το ναι, βλ. λ. ναι·
- δεν ξέρει τι θα πει όχι ή δεν ξέρει τι πάει να πει όχι ή δεν ξέρει το όχι, βλ. λ. όχι·
- δεν ξέρει τι θα πει σπίτι ή δεν ξέρει τι πάει να πει σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
- δεν ξέρει τι κάνει, βλ. λ. κάνω·
- δεν ξέρει τι λέει, βλ. λ. λέω·
- δεν ξέρει τι του γίνεται, βλ. λ. γίνομαι·
- δεν ξέρει τι του ξημερώνει αύριο, βλ. λ. αύριο·
- δεν ξέρει τίποτα για το φόνο, βλ. λ. φόνος·
- δεν ξέρεις μέχρι πού μπορώ να φτάσω! βλ. λ. φτάνω·
- δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει! βλ. λ. κάνω·
- δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω, βλ. λ. κάνω·
- δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο, βλ. λ. αύριο·
- δεν ξέρω ακόμα τον ήχο της φωνής του, βλ. λ. φωνή·
- δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω, λέγεται στην περίπτωση που βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολύ δύσκολη και περίπλοκη δουλειά, υπόθεση ή κατάσταση, που καλούμαστε να την ξεδιαλύνουμε και να τη φέρουμε σε αίσιο τέλος: «με κάλεσαν ν’ αναλάβω τη διεύθυνση του εργοστασίου, αλλά είναι τόσο μπερδεμένα τα πράγματα, που δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω»·
- δεν ξέρω, βρείτε τα ή δεν ξέρω, βρέστε τα, βλ. λ. βρίσκω·
- δεν ξέρω, κανονίστε τα, βλ. λ. κανονίζω·
- δεν ξέρω λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δεν ξέρω πού θα βγάλει ή δεν ξέρω τι θα βγάλει, βλ. λ. βγάζω·
- δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω, βλ. λ. πατώ·
- δεν ξέρω σε τι Θεό πιστεύει, βλ. λ. Θεός·
- δεν ξέρω, συζητείστε τα, βλ. λ. συζητώ·
- δεν ξέρω, συνεννοηθείτε, βλ. λ. συνεννοούμαι·
- δεν ξέρω τι βιολί (βιόλα) βαράει, βλ. λ. βιολί·
- δεν ξέρω τι έχει στο κεφάλι του, βλ. λ. κεφάλι·
- δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- δεν ξέρω τι έχει στο νου του, βλ. λ. νους·
- δεν ξέρω τι καπνό φουμάρει, βλ. λ. καπνός2·
- δεν ξέρω τι να κάνω! βλ. λ. κάνω·
- δεν ξέρω τι να πω! βλ. λ. είπα·
- δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω! βλ. λ. κάνω·
- δεν ξέρω το ρόλο παίζει, βλ. λ. ρόλος·
- δεν ξέρω τι ώρες κάνει, βλ. λ. ώρα·
- δεν ξέρω τις διαθέσεις του, βλ. λ. διάθεση·
- δεν ξέρω τις προθέσεις του, βλ. λ. πρόθεση·
- δεν ξέρω (το) τι και (το) πώς, βλ. λ. πώς·
- δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του, βλ. λ. μάνα·
- δεν τον ξέρει ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας, βλ. λ. θυρωρός·
- δεν υπάρχει κακός λόγος, όταν ξέρεις να τον πεις, κι άσχημο φαγητό, όταν ξέρεις να το μαγειρέψεις, όλα τα πράγματα έχουν τον τρόπο τους να ειπωθούν ή να πραγματοποιηθούν χωρίς να θίξουν ή να βλάψουν κάποιον·
- εγώ το ξέρω (μόνο), λέγεται για να επιτείνουμε το μέγεθος κάποιου ψυχικού μας πόνου ή την ένταση κάποιας προσπάθειάς μας: «εγώ το ξέρω μόνο πόσο με σημάδεψε ο θάνατος του πατέρα μου || εγώ το ξέρω μόνο τι τράβηξα για να τελειώσω αυτό το σπίτι». (Λαϊκό τραγούδι: γελώ και μες στο γέλιο μου κρύβω μεγάλο πόνο, όλοι με λένε ευτυχή, μα ’γώ το ξέρω μόνο
- εκάκιωσεν ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει, βλ. λ. βάτραχος·
- εκείνα που ήξερες να τα ξεχάσεις ή εκείνα που ξέρεις να τα ξεχάσεις, βλ. λ. ξέρω·
- ένας Θεός ξέρει ή ένας Θεός το ξέρει, βλ. λ. Θεός·
- ένας Θεός ξέρει αν... ή ένας Θεός ξέρει πότε.... ή ένας Θεός ξέρει πού... ή ένας Θεός ξέρει πώς...., βλ. λ. Θεός·
- εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει, βλ. λ. νους·
- έχεις δίκιο, δεν ξέρεις τι λες, βλ. λ. δίκιο·
- έχεις παράδες, ξέρεις να μιλάς, βλ. λ. παράς·
- η θεία Όλγα ξέρει, βλ. λ. θεία·
- η καρδιά μου το ξέρει! βλ. λ. καρδιά·
- η καρδούλα μου το ξέρει! βλ. λ. καρδούλα·
- η περδικούλα μου το ξέρει! βλ. λ. περδικούλα·
- η ψυχή μου το ξέρει! βλ. λ. ψυχή·
- η ψυχούλα μου το ξέρει! βλ. λ. ψυχούλα·
- θα γίνει δεν ξέρω κι εγώ τι ή θα γίνει κι εγώ δεν ξέρω τι, βλ. λ.γίνομαι·
- ίσα που σε ξέρω, βλ. λ. ίσος·
- κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ ποιος είναι ή κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ τι είναι, βλ. λ. κάνω·
- κάν’ τα μασούρι (ενν. τα λεφτά σου) και βάλ’ τα εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου), βλ. λ. μασούρι·
- κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ποιος, βλ. λ. ποιος·
- κανείς δεν ξέρει τι κουκούτσι έχει το αυριανό βερίκοκο, βλ. λ. κουκούτσι·
- κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει, βλ. λ. ξημερώνω·
- κάνω τη δουλειά μου όπως την ξέρω, βλ. λ. δουλειά·
- λούσε με, χτενίσε με (χτένισέ με), ξέρω ποιος με γέννησε, βλ. λ. γεννώ·
- μας κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ ποιος είναι βλ. λ. ποιος·
- μιλάμε για την κατσαρόλα και δεν ξέρουμε ακόμα τι φαγητό θέλουμε να κάνουμε, βλ. λ. κατσαρόλα·
- μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω, βλ. λ. πεθαίνω·
- ν’ αφήσεις αυτά που ξέρεις ή ν’ αφήσεις εκείνα που ήξερες, βλ. φρ. να ξεχάσεις αυτά που ξέρεις·
- να ξεχάσεις αυτά που ξέρεις ή να ξεχάσεις εκείνα που ήξερες, να εγκαταλείψεις τις παλιές σου συνήθειες, τα παλιά σου κόλπα, να αλλάξεις συμπεριφορά και να συγχρονιστείς με την παρούσα κατάσταση: «εδώ που ήρθες πρέπει να στρωθείς στη δουλειά και να ξεχάσεις εκείνα που ήξερες»·
- να το ξέρεις, να είσαι σίγουρος, σε διαβεβαιώνω: «αν ξαναπειράξεις την κόρη μου, θα σε μαυρίσω στο ξύλο, να το ξέρεις». (Λαϊκό τραγούδι: αν δεν πάψεις πια τις τρέλες σου, τις τόσες, θα σ’ αφήσω σου το λέω να το ξέρεις κι αν δε βάλουμε τα πράματα στη θέση τους συ θα κλαις, θα ξενυχτάς, θα υποφέρεις
- ξέρει γράμματα, βλ. λ. γράμματα·
- ξέρει η μάνα μας να φτιάσει πίτα, μα σαν έχει αλεύρι, βλ. λ. μάνα·
- ξέρει και ζει ή ξέρει να ζει, βλ. λ. ζω·
- ξέρει και μιλάει, βλ. φρ. ξέρει τι λέει·
- ξέρει και τρώει, βλ. λ. τρώω·
- ξέρει καλά την αγορά, βλ. λ. αγορά·
- ξέρει καλά το ρόλο του, βλ. λ. ρόλος·
- ξέρει να τρώει, βλ. λ. τρώω·
- ξέρει ο Θεός ποιο δέντρο μαραίνει, βλ. λ. Θεός·
- ξέρει πολλές τρύπες, βλ. λ. τρύπα·
- ξέρει τι έχει ο βλάχος στο ντορβά του, βλ. λ. βλάχος·
- ξέρει τι λέει, βλ. λ. λέω·
- ξέρει τι τρώει, βλ. φρ. ξέρει και τρώει·
- ξέρει το μάθημα απ’ έξω ή το ξέρει καλά το μάθημα ή το ξέρει το μάθημα, βλ. λ. μάθημα·
- ξέρει το ποίημα απ’ έξω ή το ξέρει καλά το ποίημα ή το ξέρει το ποίημα, βλ. λ. ποίημα·
- ξέρει φλιτζάνι, βλ. λ. φλιτζάνι·
- ξέρει χαρτιά, βλ. λ. χαρτί·
- ξέρεις τι; άκου αυτό που θέλω να σου πω: «ξέρεις τι; Θέλω να με βοηθήσεις σ’ αυτή την περίπτωση»·
- ξέρεις τι λες; βλ. λ. λέω·
- ξέρω από πείρα (κάτι), βλ. λ. πείρα·
- ξέρω κι εγώ; (ξέρ’ γω;), δε γνωρίζω: «θα ’ρθει μαζί σου το βράδυ ο τάδε; -Ξέρω κι εγώ;»·
- ξέρω μάγια, βλ. λ. μάγια·
- ξέρω μαγικά, βλ. λ. μαγικά·
- ξέρω μηχανή, βλ. λ. μηχανή·
- ξέρω πόσο άμμο έχει στα νεφρά του, βλ. λ. άμμος·
- ξέρω τα όριά μου, βλ. λ. όριο·
- ξέρω τη ζωή, βλ. λ. ζωή·
- ξέρω τι εστί, έχω μεγάλη πείρα, γνωρίζω πολύ καλά κάτι: «ξέρω τι εστί φιλία, γιατί έχω τον καλύτερο φίλο || ξέρω τι εστί πόνος, γιατί πόνεσα πολύ στη ζωή μου»· βλ. και φρ. ξέρω τι θα πει·
- ξέρω τι θα πει ή ξέρω τι πάει να πει, βλ. λ. είπα·
- ξέρω φαρσί (ενν. κάποια ξένη γλώσσα), βλ. λ. φαρσί·
- ξέρω ψέματα, βλ. λ. ψέμα·
- ο Θεός και η ψυχή μου το ξέρουν! βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός μονάχα ξέρει, βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός μονάχα ξέρει αν… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πότε… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πού… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πώς…, βλ. λ. Θεός·
- όλα έρχονται στην ώρα τους σε κείνον που ξέρει να περιμένει, βλ. λ. ώρα·
- όποιος μαγειρεύει, ξέρει τι τρώει, βλ. λ. όποιος·
- όσα ξέρει ο Κωνσταντής, δεν τα ξέρει άλλος κανείς, πολλές φορές αυτούς που δεν τους υπολογίζουμε επειδή τους θεωρούμε κουτούς, γνωρίζουν περισσότερα πράγματα από ό,τι εμείς οι ίδιοι: «ήταν μουλωχτός κι αμίλητος κι έκανε πάντα το κορόιδο, αλλά αποδείχτηκε πως όσα ξέρει ο Κωνσταντής, δεν τα ξέρει άλλος κανείς»·
- όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος ή όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο μουσαφίρης, βλ. λ. νοικοκύρης·
- ό,τι ξέρεις, ξέρω ή ό,τι ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ, βλ. λ. ό,τι·
- πάνε αυτά που ήξερες ή πάνε αυτά που ξέρατε, βλ. λ. αυτός·
- ποιος ξέρει! βλ. λ. ποιος·
- ποιος ξέρει τι νομίζει! βλ. λ. ποιος·
- ποιος ξέρει τι σκέφτεται! βλ. λ. ποιος·
- ποιος το ξέρει! βλ. λ. ποιος·
- ποιος τον ξέρει! βλ. λ. ποιος·
- πού ξέρεις! βλ. λ. πού·
- πού σε είδα, πού σε ξέρω ή πού σε ξέρω, πού σε είδα, βλ. λ. είδα·
- πού με ξέρεις, πού σε ξέρω ή πού σε ξέρω, πού με ξέρεις, λέγεται για τους αχάριστους που αδιαφορούν ή προσποιούνται πως δε γνωρίζουν τους ευεργέτες τους ή για φίλους που για κάποιο λόγο, άγνωστο για μας, ξέκοψαν απ’ την παρέα μας: «όταν δεν είχε μία, ήταν συνέχεια κοντά μου, τώρα όμως που τα κονόμησε πού με ξέρεις πού σε ξέρω || όταν πρωτόρθε άγνωστος στην πόλη ήταν συνέχεια στο στέκι μας, ξαφνικά όμως πού σε ξέρω, πού με ξέρεις». (Λαϊκό τραγούδι: όλα σου τα χάρισα. Κι όταν πια ρεστάρισα, πού με ξέρεις, πού σε ξέρω, μ’ άφησες να υποφέρω
- πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει! βλ. λ. Θεός·
- πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει! βλ. λ. Θεός·
- πώς κρατιέμαι, ένας Θεός το ξέρει! βλ. λ. Θεός·
- πώς κρατώ, ένας Θεός το ξέρει! βλ. λ. Θεός·
- σαν να μην ξέρω το βιός μου, βλ. λ. βιός·
- σαν ξαναγίνω νύφη, ξέρω να προσκυνήσω, βλ. λ. νύφη·
- τα (το) ξέρω Απόστολο, βλ. λ. Απόστολος·
- την τύφλα μου ξέρω, βλ. λ. τύφλα·
- το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις; βλ. λ. Τοτός·
- το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι, βλ. λ. παλικάρι·
- το ξέρει και η κουτσή Μαρία, βλ. λ. Μαρία·
- το ξέρει καλά το μάθημα, βλ. λ. μάθημα·
- το ξέρει καλά το ποίημα, βλ. λ. ποίημα·
- το ξέρουν κι οι κότες, βλ. λ. κότα·
- το ξέρουν κι οι πέτρες, βλ. λ. πέτρα·
- το ξέρω, το έχω υπόψη μου: «το ξέρω πως θα είναι κι ο τάδε στη συγκέντρωση»· βλ. και λ. γιάντες·
- το ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά, βλ. λ. έξω·
- το ξέρω για…, δηλώνει πως έχουμε διαμορφωμένη άποψη για το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος: «αυτό τ’ αυτοκίνητο το ξέρω για καλύτερο όλων». Συνών. το ’χω για(…)·
- το ξέρω νεράκι (ενν. το μάθημα), βλ. λ. νεράκι·
- το ξέρω νερό (ενν. το μάθημα), βλ. λ. νερό·
- το ξέρω ποίημα, βλ. λ. ποίημα·
- το ξέρω φαρσί (ενν. το μάθημα), βλ. λ. φαρσί·
- τον ξέρει και η κουτσή Μαρία, βλ. λ. Μαρία·
- τον ξέρουν κι οι κότες, βλ. λ. κότα·
- τον ξέρουν κι οι πέτρες, βλ. λ. πέτρα.
- τον ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά, βλ. λ. έξω·
- τον (την) ξέρω από τόσο δα παιδάκι, βλ. λ. παιδάκι·
- τον ξέρω απ’ την καλή, βλ. λ. καλός·
- τον ξέρω απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, βλ. λ. καλός·
- τον ξέρω για…, δηλώνει πως έχουμε διαμορφωμένη άποψη για το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος: «τον ξέρω για σοβαρό άνθρωπο || δύσκολα μπορώ να πιστέψω πως δε σου ’δωσε τα λεφτά που του ζήτησες, γιατί τον ξέρω για χουβαρντά». Συνών. τον έχω για(…)·
- τον ξέρω εξ αποστάσεως, βλ. λ. απόσταση·
- τον ξέρω και με ξέρει, γνωριζόμαστε καλά: «τον ξέρω και με ξέρει, γιατί μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά»·
- τον ξέρω σαν ανοιχτό βιβλίο, βλ. λ. βιβλίο·
- τον ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα, βλ. λ. δεκάρα·
- τον ξέρω σαν την παλάμη μου, βλ. λ. παλάμη·
- τον ξέρω σαν την τσέπη μου, βλ. λ. τσέπη·
- τόσα ξέρει, τόσα λέει, βλ. λ. τόσος.

αλλού

αλλού, επίρρ. [<μσν. ἀλλοῦ <αρχ. ἄλλος], αλλού. 1. σε άλλο μέρος, σε άλλο τόπο: «τον έστειλα στο σπίτι σου κι αυτός ο βλάκας πήγε αλλού». 2. σε άλλον άνθρωπο: «τον έστειλα σε σένα κι αυτός πήγε αλλού». (Λαϊκό τραγούδι: αλλού έκανες τα κόλπα σου εδώ θα κάτσεις άγια, γιατί άλλα μάτια έχει ο λαγός κι άλλα η κουκουβάγια). (Ακολουθούν 53 φρ.)·
- αγαπώ αλλού, α. έχω ήδη κάποια ερωτική σχέση, είμαι δεσμευμένος: «όμορφη η κοπέλα που μου γνώρισες, αλλά δεν είμαι για τίποτα περισσότερο, γιατί αγαπώ αλλού». β. έχω διαφορετικά ενδιαφέροντα από εκείνα που είχα: «κάποτε διασκέδαζα κι εγώ στα μπουζούκια, εδώ και πολλά χρόνια όμως αγαπώ αλλού»·
- αλλού αυτά! λέγεται σε ψεύτες ή υποκριτές που δε γίνονται πια από εμάς πιστευτοί (και τους προτρέπουμε αόριστα να πάνε σε άλλους να πούνε τις ψευτιές τους ή να πάνε σε άλλους να τους κοροϊδέψουν ή να τους εξαπατήσουν). Συνοδεύεται συνήθως από απωθητική χειρονομία ή χειρονομία αδιαφορίας·
- αλλού βαρούν τα τύμπανα κι αλλού χορεύει η νύφη, βλ. λ. νύφη·
- αλλού βρέχει, α. λέγεται για άτομο που δεν προσέχει, που του είναι αδιάφορο αυτό που λέγεται ή που συμβαίνει: «μια ώρα τον συμβουλεύω, αλλά αυτός αλλού βρέχει». β. δεν υπάρχει καθόλου κατανόηση, υπάρχει πλήρης αδιαφορία: «τους είπα χίλιες φορές να τακτοποιήσουν αυτά τα πράγματα, αλλά αυτοί αλλού βρέχει». Συνών. πέρα βρέχει·
- αλλού βρέχει και βροντά, επιτείνει την παραπάνω ερμηνεία·
- αλλού γι’ αλλού, σε διάφορες μεριές, εδώ κι εκεί, ακατάστατα: «αφήνει αλλού γι αλλού τα πράγματά του και, όταν τα χρειαστεί, κάνει με τις ώρες να τα βρει»·
- αλλού κι αλλού μπορεί να…, βλ. φρ. αλλού κι αλλού ξέρει να(…)·
- αλλού κι αλλού ξέρει να…, λέγεται για άτομο που δε συμπεριφέρεται και σε εμάς με τον τρόπο με τον οποίο  συμπεριφέρεται σε άλλους, ενώ θα θέλαμε να μας συμπεριφερθεί το ίδιο: «αλλού κι αλλού ξέρει να δίνει τα χρέη του, ενώ σε μας κάνει το κορόιδο»·
- αλλού λαλούν οι κόκοροι κι αλλού γεννούν οι κότες, βλ. λ. κόκορας·
- αλλού με τρίβεις, δέσποτα, κι αλλού ’χω γω τον πόνο, βλ. λ. πόνος·
- αλλού με τρώει, Γιάννη μου, κι αλλού εσύ με ξύνεις, βλ. λ. Γιάννης·
- αλλού να τα λες αυτά! βλ. φρ. αλλού αυτά(!)·
- αλλού να τα πουλάς αυτά! βλ. φρ. αλλού αυτά(!). Πρβλ.: αυτά τα ψευτομάγκικα αλλού να πουλήσεις και σαν ιππότης μίλα μου, αν θες να με κερδίσεις (Λαϊκό τραγούδι)·
- αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του, βλ. λ. παπάς·
- αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται, α. είναι αποπροσανατολισμένος, μπερδεμένος, δεν ξέρει πώς να ενεργήσει: «έχει τέτοιο μπέρδεμα στη δουλειά του, που αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται ο φουκαράς». β. είναι πολύ μεθυσμένος και περπατάει παραπατώντας επικίνδυνα: «πρόσεχέ τον όταν πίνει πολύ, γιατί αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται και μπορεί να πέσει στη μέση του δρόμου»· βλ. και φρ. εδώ πατάει κι εκεί βρίσκεται, λ. εδώ·
- αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θάμα (θαύμα), βλ. λ. όνειρο·
- αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες, βλ. λ. κακάρισμα·
- αλλού τα μάτια κι αλλού τ’ αφτιά ή αλλού τ’ αφτιά κι αλλού τα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- αλλού το πάει, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, επιδιώκει κάτι διαφορετικό από αυτό που δείχνει: «απ’ ό,τι λέει, θέλει να σε βοηθήσει, αλλά πρέπει να προσέχεις, γιατί έχω την εντύπωση πως αλλού το πάει»·
- αλλού τρως και πίνεις, (κι) αλλού πας και το δίνεις (ενν. το μουνί σου), α. λέγεται ειρωνικά για γυναίκα που έχει ένα άντρα για να της εξυπηρετεί τις βιοτικές της ανάγκες και έναν άλλον για να της εξυπηρετεί τις σεξουαλικές. β. (γενικά) λέγεται για άτομο που, ενώ εξυπηρετείται ή βοηθιέται συστηματικά από κάποιον, όταν του παρουσιάζεται κάποια ευχέρεια, προσφέρει σε άλλον·
- βρίσκεται αλλού, α. (στη νεοαργκό) δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα, ζει στον κόσμο του: «δεν μπορείς να συνεννοηθείς μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί βρίσκεται αλλού». β. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) βρίσκεται υπό την επήρεια του ναρκωτικού: «δεν καταλαβαίνει τίποτα, γιατί βρίσκεται αλλού»· βλ. και φρ. είναι αλλού·
- εδώ μένω κι αλλού φουρνίζω, βλ. λ. φουρνίζω·
- εδώ πατάει κι αλλού βρίσκεται, βλ. φρ. πατάει εδώ και βρίσκεται αλλού·
- είναι αλλού, α. (στη νεοαργκό) είναι ονειροπαρμένος, είναι εκτός τόπου και χρόνου: «μην του έχεις εμπιστοσύνη, γιατί είναι αλλού». β. αγαπάει άλλον (άλλη): «πολύ μ’ αρέσει αυτή η γυναίκα, αλλά δυστυχώς είναι αλλού». γ. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) είναι ναρκομανής: «δεν τον κάνει κανείς παρέα, γιατί είναι αλλού»· βλ. και φρ. βρίσκεται αλλού·
- είναι αλλού νυχτωμένος, βλ. λ. νυχτωμένος·
- είναι αλλού ξημερωμένος, βλ. λ. ξημερωμένος·
- είναι απ’ αλλού, (αόριστα) το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος είναι από διαφορετικό τόπο ή χώρα από ό,τι εμείς: «εγώ είμαι απ’ τη Θεσσαλονίκη, αλλά αυτός είναι απ’ αλλού || εγώ είμαι απ’ την  Ελλάδα, αλλά αυτός είναι απ’ αλλού, κι αν δεν κάνω λάθος απ’ την Ισπανία»·
- είναι εδώ, αλλά βρίσκεται αλλού, είναι πολύ αφηρημένος: «πώς να καταλάβει τι του λέω, αφού είναι εδώ, αλλά βρίσκεται αλλού»·
- είναι κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια ή έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια ή υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια, βλ. λ. πορτοκαλιά·
- είναι στο πολύ αλλού, α. (στη νεοαργκό) είναι πολύ ονειροπαρμένος, είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας, εντελώς εκτός τόπου και χρόνου: «δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, γιατί είναι στο πολύ αλλού». β. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) είναι πολύ εξαρτημένος από τα ναρκωτικά: «είναι στο πολύ αλλού αυτός ο τύπος και δε βλέπω να ’χει πολλή ζωή ακόμα»·
- εμείς γι’ αλλού πηγαίναμε κι αλλού η ζωή μας πάει, βλ. λ. ζωή·
- έχει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- έχει άλλού το νου του, βλ. λ. νους·
- η ζωή είναι αλλού, βλ. λ. ζωή·
- ήρθε απ’ αλλού, ήρθε από διαφορετικό δρόμο ή από άλλο τόπο ή χώρα: «εγώ ήρθα απ’ τον περιφερειακό κι ο τάδε ήρθε απ’ αλλού || ο τάδε ήρθε απ’ τη Θεσσαλονίκη, ενώ ο δείνα ήρθε απ’ αλλού || ο αδερφός μου ήρθε απ’ τη Γερμανία κι ο φίλος του απ’ αλλού»·
- και τα πρόβατα σαν ξεπορτίσουν, πάν’ αλλού για να βοσκήσουν, βλ. λ. πρόβατο·
- μ’ έστειλε αλλού, (στη νεοαργκό) α. (για ποτά) μέθυσα πάρα πολύ, δεν ήξερα τι μου γινόταν από το μεθύσι: «ήταν τόσο μπόμπα το ουίσκι, που με την πρώτη γουλιά μ’ έστειλε αλλού». β. δεν έγινε δεκτή η πρότασή μου για σύναψη ερωτικής σχέσης, έφαγα χυλόπιτα: «μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η γυναίκα, αλλά μόλις τις τα ’ριξα μ’ έστειλε αλλού». Συνών. μ’ έστειλε για τσάι· 
- ο Θεός αλλού πλάθει κι αλλού κλάνει, βλ. λ. Θεός·
- ο νους του πάει αλλού ή πάει αλλού ο νους του, βλ. λ. νους·
- ο νους του πετάει αλλού ή πετάει αλλού ο νους του, βλ. λ. νους·
- ο νους του τρέχει αλλού ή τρέχει αλλού ο νους του, βλ. λ. νους·
- πατάει αλλού και βρίσκεται αλλού, βλ. φρ. αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται·
- πατάει αλλού κι αλλού, παραπατάει από το πολύ μεθύσι που έχει ή βρίσκεται κάτω από την επήρεια ναρκωτικού: «τον είδα άγρια μεσάνυχτα, που γυρνούσε στο σπίτι του, και πατούσε πάλι αλλού κι αλλού»·
- πατάει εδώ και βρίσκεται αλλού, βλ. φρ. αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται·
- πού αλλού; δηλώνει πως το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος βρίσκεται εκεί που συνήθως βρίσκεται. Η φρ. δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση κάποιου πού είναι (ο τάδε): «πού είναι το φιλαράκι σου; -Πού αλλού; Στο μπαρ»·
- πού αλλού, έκφραση με την οποία επιβεβαιώνουμε την ερώτηση κάποιου αν βρίσκεται το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος στο μέρος που μας αναφέρει, από τη στιγμή που γνωρίζουμε καλά πως συνήθως βρίσκεται εκεί: «πάλι στο μπαρ είναι ο φίλος σου; -Πού αλλού». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ·
- το μυαλό του πάει αλλού ή πάει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- το μυαλό του πετάει αλλού ή πετάει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- το μυαλό του τρέχει αλλού ή τρέχει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- το πάει αλλού, βλ. φρ. αλλού το πάει·
- το χρήμα αλλού ανοίγει τα στόματα κι αλλού τα κλείνει, βλ. λ. χρήμα·
- φέρνει τη συζήτηση αλλού, βλ. λ. συζήτηση·
- φέρνει την κουβέντα αλλού, βλ. λ. κουβέντα.

άλφα

άλφα, το, άκλ. ουσ. [<αρχ. ἄλφα <σημιτ. alef (= κεφάλι βοδιού)], το άλφα, το πρώτο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου· (στη γλώσσα των ναρκωτικών) η ηρωίνη. Από το πρώτο γράμμα της λ. ά-σπρη, που είναι και ένας άλλος χαρακτηρισμός της ηρωίνης. (Ακολουθούν 29 φρ.)·
- άλφα άλφα, α. εμπόρευμα πρώτης ποιότητας, ιδίως ζαρζαβατικό, οπωροκηπευτικό ή ψαρικό: «το εμπόρευμα είναι άλφα άλφα». β. (στη γλώσσα του στρατού) αυτός που είναι αδικαιολόγητα  απών από κάπου: «ο τάδε ήταν πάλι άλφα άλφα απ’ την πρωινή αναφορά». Από τα αρχικά της φρ. α-δικαιολογήτως α-πών·
- άλφα άνθρωπος, βλ. λ. άνθρωπος·
- άλφα δύο (Α2), (στη γλώσσα του στρατού) το δεύτερο γραφείο, που είναι αρμόδιο για τη συλλογή πληροφοριών, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για την ασφάλεια του στρατεύματος, και αυτός που υπηρετεί στο γραφείο αυτό και που θεωρείται από τους άλλους ρουφιάνος: «σε ζητούν στο άλφα δύο || πρόσεχε τι θα πεις και τι θα κάνεις, γιατί ο τάδε είναι άλφα δύο»·
- άλφα δύο (Α2) ρουφ, (στη γλώσσα της φυλακής) βλ. λ. ρουφ·
- άλφα εθνική, αυτός που γενικά είναι πολύ ανώτερος από έναν άλλον: «δεν μπορώ να τον συναγωνιστώ με τίποτα, γιατί είναι άλφα εθνική ο τύπος». Από τη γλώσσα του ποδοσφαίρου·
- άλφα μάρκα, ποιότητα πρώτης τάξεως, ιδίως βιομηχανικού προϊόντος: «αγόρασα ένα ψυγείο άλφα μάρκα»·
- άλφα πι, ο απατεώνας, ο λωποδύτης: «πήγε κι έμπλεξε μ’ έναν άλφα πι και τώρα έχει μπλεξίματα». Από τα αρχικά της φρ. αριθμός πινακίου που είναι αναρτημένο έξω από τη δικαστική αίθουσα στο οποίο αναγράφεται η σειρά των δικών·
- άλφα πράμα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- άλφα ταυ, (Α. Τ. (= Αστυνομικό Τμήμα) το αστυνομικό τμήμα: «όσους συνέλαβαν, τους μετέφεραν στο άλφα ταυ της περιοχής»·    
- Άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο, βλ. λ. άνθρωπος·
- απ’ το άλφα μέχρι το ωμέγα, βλ. φρ. απ’ το άλφα ως το ωμέγα·
- απ’ το άλφα ως το ωμέγα, εξολοκλήρου, από την αρχή μέχρι το τέλος: «θέλω ν’ αναλάβεις τη δουλειά, απ’ το άλφα ως το ωμέγα». (Λαϊκό τραγούδι: απ’ το άλφα ως το ωμέγα για να φτάσω δρόμους μ’ αγκάθια ήταν γραφτό μου να περάσω
- αρχίζω απ’ το άλφα, α. αρχίζω από την αρχή μια υπόθεση, δουλειά ή εργασία: «δεν ξέρω τι εμπόδια θα συναντήσω στη δουλειά, γιατί αύριο αρχίζω απ’ το άλφα». β. αρχίζω από το μηδέν: «έπεσε έξω στις δουλειές του, όμως δεν το ’βαλε κάτω, γιατί πάλι άρχισε απ’ το άλφα»·
- βρίσκομαι στο άλφα, βρίσκομαι στην αρχή μιας υπόθεσης, δουλειάς ή εργασίας: «έχω πολλή δουλειά μπροστά μου, γιατί βρίσκομαι στο άλφα || δεν ξέρω τι δυσκολίες θα συναντήσω, γιατί βρίσκομαι στο άλφα της δουλειάς». Συνήθως μετά το ρ. ακολουθεί το ακόμα. Από το ότι το άλφα είναι το πρώτο γράμμα του αλφάβητου·
- δεν ξέρει ούτε το άλφα, είναι εντελώς αγράμματος: «τι έκθεση να σου συντάξει, που δεν ξέρει ούτε το άλφα ο άνθρωπος!»·
- είμαι άλφα, α. (στη γλώσσα της αργκό) είμαι σε καλή ψυχική ή οικονομική κατάσταση: «τον τελευταίο καιρό σε όλα είμαι άλφα». β. (στη γλώσσα του χαρτοπαιγνίου) έχω πολύ καλά φύλλα: «εγώ δεν πάω γι’ άλλα, γιατί είμαι άλφα»·
- είμαι άλφα άλφα, (στη γλώσσα της αργκό) είμαι σε πάρα πολύ καλή ψυχική ή οικονομική κατάσταση: «από τη μέρα που μου ’πεσε το λαχείο, είμαι σ’ όλα άλφα άλφα»·
- είμαι ο πιο άλφα απ’ τους άλφα, (στη γλώσσα της αργκό) είμαι ο πρώτος μεταξύ των πρώτων: «απ’ τη μέρα που μου ’πεσε το λαχείο, είμαι ο πιο άλφα απ’ τους άλφα»·
- είμαι στο άλφα, βλ. φρ. βρίσκομαι στο άλφα·
- είναι το άλφα (μου) και το ωμέγα μου, (για πρόσωπα) είναι το παν για μένα: «η γυναίκα μου είναι το άλφα και το ωμέγα μου». (Λαϊκό τραγούδι: είσαι το άλφα μου και το ωμέγα μου είσαι το τέλος μου και η αρχή, η κάθε σκέψη μου κι όλα τα έργα μου απ’ την αγάπη σου παίρνουν ψυχή
- έρχομαι άλφα, α. (για αγώνα ταχύτητας) έρχομαι πρώτος, βγαίνω πρώτος: «κάθε φορά που παραβγαίνουμε στο τρέξιμο, ο τάδε έρχεται άλφα». β. (γενικά) έρχομαι πρώτος σε μια αναμέτρηση: «δεν μπορεί κανείς να τον παραβγεί σε τίποτα, γιατί πάντα έρχεται άλφα»·
- έχω ένα άλφα κεφάλαιο, έχω ένα σχετικό χρηματικό κεφάλαιο, που δεν είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό: «έχει ένα άλφα κεφάλαιο και θέλει να το επενδύσει κάπου»·
- έχω μια άλφα περιουσία, έχω μια σχετική περιουσία, που δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε μικρή: «και καλό κορίτσι είναι και έχει και μια άλφα περιουσία»·
- μέχρι να πεις άλφα, βλ. φρ. ώσπου να πεις άλφα·
- ο άλφα κι ο βήτα, βλ. συνηθέστ. ο ένας κι ο άλλος, λ. ένας·
- ο άλφα μι (Α.Μ.), (στη γλώσσα του στρατού) βλ. λ. αλφαμίτης·
- το άλφα και το ωμέγα, οτιδήποτε έχει τη μεγαλύτερη σημασία σε ένα σύνολο, η αρχή και το τέλος, το παν: «το άλφα και το ωμέγα όλης της υπόθεσης είναι να μπορέσουμε να καταφέρουμε τον διευθυντή να εγκρίνει το δάνειο || το άλφα και το ωμέγα της αγάπης είναι ο αλληλοσεβασμός». Πρβλ.: ἐγώ τό Α καί τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος, ἀρχή καί τέλος (Αποκ. Ιωάν. κβ΄ 13)·
- τρία άλφα (ΑΑΑ), ένδειξη άριστης ποιότητας, ιδίως σε είδη ιματισμού: «το ύφασμα είναι τρία άλφα»·
- ώσπου να πεις άλφα, πολύ γρήγορα, αστραπιαία: «πήγε στο σπίτι του και ξαναγύρισε ώσπου να πεις άλφα». Συνών. ώσπου να πεις αμήν / ώσπου να πεις ένα / ώσπου να πεις κρεμμύδι / ώσπου να πεις κύμινο / ώσπου να πεις τρία· βλ. και λ. πιτς φιτίλι.

αλφαβήτα

αλφαβήτα, η, ουσ. [<άλφα + βήτα], το αλφάβητο. (Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: πες μας, πες μας την αλφαβήτα κι έλα κόψε μας την πίτα). Πρβλ.: άλφα βήτα το ρο ρο, το κεφάλι σ’ το ξερό (Παιδικό)·
- βρίσκομαι στην αλφαβήτα, βλ. συνηθέστ. βρίσκομαι στο άλφα. λ. άλφα·
- δεν ξέρει ούτε την αλφαβήτα, είναι εντελώς αγράμματος: «βέβαια, δεν ξέρει ούτε την αλφαβήτα, αλλά είναι ο πρώτος μηχανικός αυτοκινήτων»·
- είμαι στην αλφαβήτα, βλ. συνηθέστ. είμαι στο άλφα, λ. άλφα·
- θα δεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα ή θα μάθεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα, α. από τη στιγμή που θα καταπιαστείς με τη συγκεκριμένη δουλειά ή υπόθεση, θα καταλάβεις και τις πραγματικές δυσκολίες της: «με τα λόγια είναι όλα εύκολα, όταν όμως βγεις στην αγορά για να πουλήσεις αυτό το προϊόν, θα δεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα». β. (γενικά) από τη στιγμή που θα βγεις να αντιμετωπίσεις μόνος σου τη ζωή, θα καταλάβεις και τις πραγματικές δυσκολίες της: «μέχρι τώρα σε τάιζαν οι γονείς, απ’ τη στιγμή όμως που έφυγες απ’ το σπίτι σου για να ζήσεις ανεξάρτητος, θα μάθεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το τώρα. Συνών. θα δεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα δεις πόσα απίδια παίρνει ο σάκος ή θα μάθεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα μάθεις πόσα απίδια παίρνει ο σάκος / θα δεις πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα ή θα μάθεις πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα / θα δεις πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού ή θα δεις πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα / θα δεις πώς το τρίβουν το πιπέρι ή θα μάθεις πώς το τρίβουν το πιπέρι / θα δεις τι εστί βερίκοκο ή θα μάθεις τι εστί βερίκοκο·     
- θα σου δείξω πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα ή θα σου μάθω πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα, απειλητική έκφραση σε κάποιον πως θα τον τιμωρήσουμε σκληρά, ιδίως με ξυλοδαρμό: «αν ξαναπειράξεις το φίλο μου, θα σου μάθω πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα. Πολλές φορές, μετά το πρώτο ρ. της φρ. ακολουθεί το εγώ. Συνών. θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα σου δείξω πόσα απίδια παίρνει ο σάκος ή θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα σου μάθω πόσα απίδια παίρνει ο σάκος / θα σου δείξω πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα ή θα σου μάθω πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα / θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού ή θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα / θα σου δείξω πώς το τρίβουν το πιπέρι ή θα σου μάθω πώς το τρίβουν το πιπέρι / θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο ή θα σου μάθω τι εστί βερίκοκο·
- όταν φύγει ο γάτος απ’ την τρύπα, παίζει ο ποντικός την αλφαβήτα, βλ. λ. γάτος.

απόσταση

απόσταση, η, ουσ. [<αρχ. ἀπόστασις], η απόσταση· το μήκος της διαδρομής που διανύει κάποιος για να πάει από ένα σημείο σε κάποιο άλλο: «η απόσταση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη είναι περίπου πεντακόσια χιλιόμετρα». (Ακολουθούν 18 φρ.)·
- από απόσταση, από μακριά: «δε μ’ άκουγε, γιατί τον φώναζα από απόσταση»·
- απόσταση ασφαλείας, το τοπικό διάστημα που αφήνει κάποιος, ιδίως για την αποτροπή σύγκρουσης: «όταν οδηγώ, κρατώ πάντα μια απόσταση ασφαλείας απ’ το προπορευόμενο αυτοκίνητο»·
- αφήνω απόσταση, βλ. φρ. κρατώ απόσταση·
- βρίσκομαι σε απόσταση βολής, βλ. λ. βολή2·
- κρατώ απόσταση, κρατώ μια διαφορά, αφήνω ένα διάστημα, ιδίως από προπορευόμενο αυτοκίνητο για λόγους ασφάλειας: «όταν οδηγώ, κρατώ πάντα απόσταση απ’ το προπορευόμενο αυτοκίνητο για λόγους ασφαλείας»·
- κρατώ απόσταση (από κάτι), κρατώ στάση ουδετερότητας: «όταν δε μ’ ενδιαφέρει κάτι, κρατώ απόσταση»·
- κρατώ ίσες αποστάσεις, δεν υποστηρίζω κανένα από δυο άτομα ή από δυο ομάδες ατόμων που έχουν κάποια διαφορά ή διένεξη: «όταν μαλώνουν τα δυο αδέρφια, κρατώ ίσες αποστάσεις»·
- κρατώ σε απόσταση, βλ. φρ. κρατώ τις αποστάσεις·
- κρατώ τις αποστάσεις, διατηρώ τυπικές σχέσεις με κάποιον χωρίς να επιτρέπω οικειότητες, είμαι προσεκτικός, επιφυλακτικός: «όταν δεν ξέρω καλά κάποιον, κρατώ τις αποστάσεις»·
- με τρώνε οι αποστάσεις, διαθέτω πολλή ώρα, γιατί διανύω μεγάλες αποστάσεις κατά τις καθημερινές μου μετακινήσεις: «πρέπει να βρω ένα σπίτι πιο κοντά στη δουλειά μου, γιατί με τρώνε οι αποστάσεις»·  
- παίρνω απόσταση (από κάτι), βλ. φρ. κρατώ απόσταση (από κάτι)·
- παίρνω ίσες αποστάσεις, βλ. φρ. κρατώ ίσες αποστάσεις·
- σε απόσταση αναπνοής, α. (ιδίως για αγώνα ταχύτητας δρόμου) από πίσω και πάρα πολύ κοντά στον προπορευόμενο: «ο δεύτερος δρομέας βρίσκεται πίσω από τον πρώτο σε απόσταση αναπνοής». β. (γενικά) πάρα πολύ κοντά: «ο τάδε βουλευτής προηγείται σε ψήφους στο νομό μας, αλλά και ο δείνα βουλευτής τον ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής»·
- τον (το), είδα εξ αποστάσεως, από μακριά: «τον είδα εξ αποστάσεως και δεν μπόρεσα να του μιλήσω || δεν ξεχώρισα τι χρώμα είχε τ’ αυτοκίνητό του, γιατί το είδα εξ αποστάσεως»·
- τον έχω σε απόσταση, βλ. φρ. τον κρατώ σε απόσταση·
- τον έχω σε απόσταση βολής, βλ. λ. βολή2·
- τον κρατώ σε απόσταση, δεν του επιτρέπω οικειότητες: «είναι πολύ άγαρμπος άνθρωπος, γι αυτό τον κρατώ σε απόσταση»·
- τον ξέρω εξ αποστάσεως, τον γνωρίζω εξ όψεως, από μακριά, χωρίς να έχουμε προσωπική γνωριμία: «δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη γι αυτόν τον άνθρωπο, γιατί τον ξέρω εξ αποστάσεως».

αύριο

αύριο, το, ουσ. [<αρχ. αὔριον], το αύριο. 1α. το μέλλον: «κανείς δεν ξέρει τι μας ξημερώνει το αύριο». β. σε θέση επίρρ., στο προσεχές μέλλον: «μέχρις εδώ καλά πάνε τα πράγματα, αλλά να δούμε τι θα γίνει αύριο». 2. ως επιφών. αύριο! ειρωνική απάντηση σε κάποιον που μας ζητάει να τον βοηθήσουμε ή να του δώσουμε κάτι και που εμείς, βέβαια, δεν είμαστε διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουμε την επιθυμία του: «θα ’ρθεις να με βοηθήσεις λίγο στη μετακόμιση; -Αύριο! || θα μου δώσεις εκείνα τα δανεικά που σου ζήτησα; -Αύριο!». (Ακολουθούν 41 φρ.)·
- αμ πότε, αύριο! ή εμ πότε, αύριο! ειρωνική απάντηση σε κάποιον που μας ρωτάει αν πρέπει να κάνει ή αν πρέπει να γίνει κάτι τώρα, ενώ αυτό είναι προφανές ότι πρέπει να γίνει άμεσα: «σήμερα πρέπει να πληρώσουμε την επιταγή που λήγει; -Αμ πότε, αύριο!»·
- από σήμερα σ’ αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- απόψε με ποιον κοιμάμαι κι αύριο έρχεται ο άντρας μου, βλ. λ. απόψε·
- αύριο άλλος ήλιος άλλη μέρα, έκφραση αισιοδοξίας, που απευθύνεται σε απελπισμένο άτομο, με την έννοια πως με την κάθε καινούρια μέρα υπάρχει η δυνατότητα για μια νέα ελπιδοφόρα αρχή: «μην απελπίζεσαι, φίλε μου, με τις δυσκολίες που σου έχουν τύχει, γιατί αύριο άλλος ήλιος άλλη μέρα»·
- αύριο κιόλας! σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα(!): «τα δανεικά που μου ’δωσες θα στα επιστρέψω αύριο. -Αύριο κιόλας!»·
- αύριο κιόλας, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα: «αφού επιμένεις τόσο πολύ, αύριο κιόλας θα ’ρθω να το κουβεντιάσουμε»·
- αύριο κλαίνε, (απειλητικά) λέγεται σε κάποιον με την έννοια πως θα τον τιμωρήσουμε πολύ σύντομα ή πως οι άστοχες ενέργειές του θα έχουν πολύ σύντομα τις επιπτώσεις τους: «τώρα λέγε και κάνε ότι θες, όμως να ξέρεις αύριο κλαίνε»·
- αύριο κληρώνει! βλ. λ. κληρώνω·
- αύριο μεθαύριο, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα: «απ’ ό,τι μου είπε, αύριο μεθαύριο θα σου επιστρέψει τα δανεικά που σου πήρε»·
- αύριο να έρθεις με τον κηδεμόνα σου, βλ. λ. κηδεμόνας·
- γι’ αύριο έχει ο Θεός, δηλώνει αισιοδοξία για το μέλλον: «κοίτα πως θα την περάσουμε σήμερα, γι’ αύριο έχει ο Θεός»·
- δεν έχει αύριο, δεν έχει κάποιος προοπτική, μέλλον: «έπεσε τόσο πολύ έξω στη δουλειά του που δεν έχει αύριο ο φουκαράς». (Λαϊκό τραγούδι: εγώ δεν έχω αύριο κανένα εσύ ’σουν το τέλος κι η αρχή. Περάσαν, φύγαν χάθηκαν τα τρένα κι αφήσαν τον καπνό τους στην ψυχή
- δεν ξέρει τι του ξημερώνει αύριο, δηλώνει πως το μέλλον είναι άδηλο: «έχει πάψει να προγραμματίζει στη ζωή του, γιατί, απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, δεν ξέρει τι του ξημερώνει αύριο». Συνών. κανείς δεν ξέρει τι κουκούτσι έχει το αυριανό βερίκοκο· βλ. και φρ. κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει, λ. ξημερώνω·
- δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο, η οικονομική, ιδίως η πολιτική κατάσταση είναι πολύ αβέβαιη, πολύ ρευστή: «δεν είναι καιρός για ανοίγματα και για επεκτάσεις στη δουλειά σου, γιατί, όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα στον τόπο μας, δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο»·
- δίχως αύριο, (για ενέργειες ή προσπάθειες) χωρίς τη δυνατότητα επανάληψης σε περίπτωση αποτυχίας, ώστε να υπάρξει κάποιο θετικό αποτέλεσμα, αποτελεί μονόδρομο: «το παιχνίδι της Κυριακής είναι δίχως αύριο για την ομάδα μας, γιατί, αν χάσουμε, βγαίνουμε έξω απ’ το κυνήγι της κατάκτησης του κυπέλλου»·
- εις αύριον τα σπουδαία, λέγεται στην περίπτωση που μεταθέτει κάποιος την εκτέλεση κάποιου έργου στο μέλλον. Απάντηση που έδωσε ο Θηβαίος Αρχίας, όταν κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου κάποιος του έφερε μια επιστολή την οποία δεν άνοιξε και η οποία τον προειδοποιούσε πως οι δημοκρατικοί Θηβαίοι θα τον δολοφονούσαν. Αποτέλεσμα αυτής της αναβλητικότητάς του ήταν να χάσει τη ζωή του· βλ. και φρ. κι αύριο μέρα είναι·
- θα σου εξηγήσω τ’ όνειρο αύριο ή θα σου εξηγήσω αύριο τ’ όνειρο, βλ. λ. όνειρο·
- κάθε μέρα είναι αύριο, λέγεται ειρωνικά ή με δυσφορία σε άτομο που μεταθέτει για την επαύριον κάτι, με τη δικαιολογία πως σήμερα είναι απασχολημένο ή δεν έχει όρεξη ή βαριέται να το πραγματοποιήσει, και η έννοια είναι πως και αύριο θα μπορούσε να επαναλάβει την ίδια δικαιολογία: «άσε, ρε παιδάκι μου, αυτό το σήμερα δεν μπορώ και θα το κάνω αύριο, γιατί για σένα κάθε μέρα είναι αύριο»·
- και ντε σήμερα, ντε αύριο, βλ. λ. ντε·
- καλημέρα γι’ αύριο! βλ. λ. καλημέρα·
- κι αύριο μέρα είναι, λέγεται στην περίπτωση που μεταθέτει κάποιος την εκτέλεση κάποιου έργου στο μέλλον: «δε βιάζομαι να τελειώσω τη δουλειά, γιατί κι αύριο μέρα είναι». Συνών. δεν είναι βία / εις αύριον τα σπουδαία / σπεύδε βραδέως (β). Αντίθ. η πίτα τρώγεται ζεστή / κάλλιο να το παρά πού ’ν’ το / κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει (β) / όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε (α) / στη βράση κολλάει το σίδερο / το γοργόν και χάριν έχει·
- μ’ έχει από αύριο σ’ αύριο, αναβάλλει συνεχώς για την επομένη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που έχει απέναντί μου: «μ’ έχει σπάσει τα νεύρα, γιατί μ’ έχει από αύριο σ’ αύριο για να μου δώσει εκείνα τα λεφτά που μου χρωστάει»·
- μ’ έχει με το σήμερα με το αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- με πάει από αύριο σ’ αύριο, βλ. φρ. μ’ έχει από αύριο σ’ αύριο·
- με πάει από σήμερα σ’ αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- με ρίχνει από σήμερα σ’ αύριο, βλ. συνηθέστ. μ’ έχει από αύριο σ’ αύριο·
- με το σήμερα με το αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- μέχρι αύριο θα βγάλουμε παπά, βλ. λ. παπά·
- ούτε αύριο, πάρα πολύ αργά, αργοπορημένα: «άνοιξε το βήμα σου, γιατί έτσι όπως πάμε δε φτάνουμε ούτε αύριο»·
- με το σήμερα με το αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- σήμερα αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- σήμερα είμαστε, (κι) αύριο δεν είμαστε, βλ. λ. σήμερα·
- σήμερα εσύ, αύριο εγώ, βλ. λ. σήμερα·
- σήμερα έχει, αύριο δεν έχει, βλ. λ. σήμερα·
- σήμερα ζούμε, (κι) αύριο δε ζούμε, βλ. λ. σήμερα·
- σήμερα θα…, αύριο θα…, βλ. λ. σήμερα·
- τη μέρα που δεν έχει αύριο, βλ. λ. μέρα·
- τι ’ν’ ο άνθρωπος! Σαν το χόρτο του κάμπου. Πράσινο σήμερα, ξερό αύριο, βλ. λ.άνθρωπος·
- τι σήμερα, τι αύριο, βλ. λ. σήμερα·
- το πάει από σήμερα σ’ αύριο, βλ. φρ. μ’ έχει από σήμερα σ’ αύριο·
- το ρίχνει από αύριο σ’ αύριο, βλ. συνηθέστ. μ’ έχει από σήμερα σ’ αύριο.

βάτραχος

βάτραχος κ. βάτραχας, ο, θηλ. βατραχίνα, η, ουσ. [<αρχ. βάτραχος], ο βάτραχος· (κοροϊδευτικά) άντρας με εξογκωμένους τους βολβούς των ματιών του: «για δες εκείνον το βάτραχο πώς σε κοιτάζει!». Συνών. σάλιαγκας·
- εκάκιωσεν ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει, λέγεται στην περίπτωση που, όταν θυμώνει ένας ασήμαντος, ένας ανάξιος λόγου άνθρωπος, δεν αντιλαμβάνεται κανείς τίποτα: «αν θύμωσε ή δε θύμωσε ο νυχτοφύλακας, δεν πήρε κανείς χαμπάρι και, όπως λέγαν κι οι παλιοί, εκάκιωσεν ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει»·
- μη σε γελάσει ο βάτραχος ή το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν’ καλοκαιράκι, βλ. λ. τζίτζικας·
- ωσότου το νερό φτάσει στη δεξαμενή, ο βάτραχος ψοφάει, πρέπει να βοηθάμε κάποιον εγκαίρως, την ώρα που το χρειάζεται: «αν σου ζητήσω ποτέ τη βοήθειά σου, θα θέλω να με βοηθήσεις μόλις στο ζητήσω, γιατί πρέπει να θυμάσαι, πως, ωσότου το νερό φτάσει στη δεξαμενή, ο βάτραχος ψοφάει»· 

βγάζω

βγάζω κ. βγάνω, ρ. [<μσν. ἐβγάζω < αρχ. εκβιβάζω], βγάζω. 1. κερδίζω: «βγάζω αρκετά χρήματα από την καινούρια μου δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: μέσα στη λαχαναγορά να ζουν τα μαναβάκια, που όσα βγάζουν τ’ ακουμπούν τα βράδια στα γλεντάκια). 2. εξαρθρώνω: «έβγαλα το χέρι μου || έβγαλα τον ώμο μου». 3. παράγω: «έχει μια βιοτεχνία και βγάζει κάλτσες || αυτή η περιοχή βγάζει βαμβάκι || τι βγάζει αυτό το εργοστάσιο;». 4. προσφέρω: « η μητέρα έβγαλε στους επισκέπτες γλυκό του κουταλιού». 5. εκλέγω: «στο νομό μας βγάλαμε πέντε βουλευτές». 6. αγοράζω, αποκτώ, γίνομαι κάτοχος: «έβγαλα καινούριο αυτοκίνητο || πόσα πλήρωσες για να το βγάλεις;». 7. συμπεραίνω: «απ’ όσα μου λες, βγάζω το παρακάτω νόημα». 8. διακρίνω: «δε βγάζω τα γράμματά σου». 9. αντεπεξέρχομαι: «κανείς δε θα μπορούσε να βγάλει τέτοια φτώχεια!». (Λαϊκό τραγούδι: κοντά σε μένα έβγαλες τα μπατιρήματά σου, να φύγεις τώρα και θα δω τ’ αποτελέσματά σου). 10. οδηγώ, καταλήγω κάπου: «πού βγάζει αυτός ο δρόμος;». 11. εξάγω σε άλλη χώρα: «κάθε χρόνο βγάζει στη Γερμανία πολλούς τόνους ροδάκινα». 12. καταλαβαίνω, κατανοώ: «μου τα ’πες τόσο μπερδεμένα, που δεν έβγαλα νόημα». 13. δίνω σε κάποιον ένα καινούριο όνομα, του κολλώ ένα παρατσούκλι: «επειδή έχει μεγάλη μύτη, τον βγάλαμε μυταρά || επειδή έχει μεγάλα αφτιά, τον βγάλαμε αφταρά». 14. δίνω όνομα: «ο νονός της την έβγαλε Χρυσούλα». 15. αφαιρώ: «κάποιος έβγαλε το κάδρο απ’ τον τοίχο». 16. καλύπτω χρονικά: «σε πόση ώρα βγάζεις αυτή την απόσταση;». 17. (για γυναίκες) γεννώ: «μπορεί να είναι μικροκαμωμένη, αλλά έβγαλε πέντε παιδιά». (Λαϊκό τραγούδι: ήτανε ανάγκη να με βγάλεις, σε φουρτούνες τόσες να με βάλεις). (Ακολουθούν 565 φρ.)·
- ακόμη δεν έβγαλε γένια, βλ. λ. γένια·
- ακόμη δεν έβγαλε μουστάκι ή ακόμη δεν έβγαλε μουστάκια, βλ. λ. μουστάκι·
- ακόμη δεν έβγαλε τρίχες στ’ αρχίδια του, βλ. λ. αρχίδι·
- ακόμη δεν έβγαλες φρονιμίτη; βλ. λ. φρονιμίτης·
- ακόμη δεν τον είδαμε και Γιάννη τονε βγάλαμε, βλ. λ. Γιάννης·
- αντί για λαγό, έβγαλε αρκούδα (ενν. το κυνηγετικό σκυλί), βλ. λ. αρκούδα·
- από σπανό τρίχα δύσκολα βγάζεις, βλ. λ. σπανός·
- ας βγάλουν τα μάτια τους ή δεν πά(νε) να βγάλουν τα μάτια τους, βλ. λ. μάτι·
- αυτή η στάνη αυτό το τυρί βγάνει, βλ. λ. στάνη·
- βγάζει αγγέλους, (για τραγουδιστές) βλ. λ. άγγελος·
- βγάζει αέρα λεφτά, βλ. λ. αέρας·
- βγάζει αίμα, (για πληγές ή μύτες) βλ. λ. αίμα·
- βγάζει άντερα, (για μουσικούς) βλ. λ. άντερο·
- βγάζει άντερα ή βγάζει τ’ άντερά του, βλ. λ. άντερο·
- βγάζει από μέρμηγκα πετσί κι απ’ το κουνούπι ξίγκι, βλ. λ. μυρμήγκι·
- βγάζει ατμούς, βλ. λ. ατμός·
- βγάζει αφρούς (απ’ το στόμα του), βλ. λ. αφρός·
- βγάζει γέλιο, βλ. λ. γέλιο·
- βγάζει γλυκά λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει γλυκό χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
- βγάζει δόντια, (για βρέφη) βλ. λ. δόντι·
- βγάζει ζεστά λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει ζεστό χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
- βγάζει καλά λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει καρφί, βλ. λ. καρφί·
- βγάζει (κι) απ’ τη μύγα ξίγκι, βλ. λ. μύγα·
- βγάζει (κι) απ’ την πέτρα λάδι, βλ. λ. πέτρα·
- βγάζει λαγούς απ’ το καπέλο του, βλ. λ. λαγός·
- βγάζει λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει λεφτά με ουρά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει λεφτά με τη σέσουλα, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει λεφτά με το ζεμπίλι, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει λεφτά με το τσουβάλι, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει λίρα με ουρά ή βγάζει λίρες με ουρά, βλ. λ. λίρα·
- βγάζει μάτι, βλ. λ. μάτι·
- βγάζει μαχαίρι, βλ. λ. μαχαίρι·
- βγάζει παρά με ουρά ή βγάζει παράδες με ουρά, βλ. λ. παράς·
- βγάζει πιστόλι, βλ. λ. πιστόλι·
- βγάζει πολλά, βλ. λ. πολύς·
- βγάζει σπίθες, βλ. λ. σπίθα·
- βγάζει τα κέρατά του, βλ. λ. κέρατο·
- βγάζει τα μαλλιά της κεφαλής του, βλ. λ. μαλλί·
- βγάζει τα μαλλιοκέφαλά του, βλ. λ. μαλλιοκέφαλα·
- βγάζει την παιδική (ενν. αρρώστια), (για νήπια) βλ. λ. παιδικός·
- βγάζει της Παναγιάς τα μάτια, βλ. λ. Παναγιά·
- βγάζει τρελά λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει φλόγες απ’ το στόμα του, βλ. λ. φλόγα·
- βγάζει φωτιά ή βγάζει φωτιές (κάτι), βλ. λ. φωτιά·
- βγάζει φωτιές (κάποιος), βλ. λ. φωτιά·
- βγάζει φωτιές απ’ το στόμα του, βλ. λ. φωτιά·
- βγάζει φωτιές απ’ τον κώλο του ή βγάζει απ’ τον κώλο του φωτιές, βλ. λ. φωτιά·
- βγάζει φωτιές ο κώλος του ή βγάζει ο κώλος του φωτιές, βλ. λ. φωτιά·
- βγάζει χολή (εναντίον κάποιου), βλ. λ. χολή·
- βγάζει χοντρά λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζει χοντρό χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
- βγάζει χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
- βγάζει χρήμα με ουρά, βλ. λ. χρήμα·
- βγάζουν τα πόδια μου φωτιά ή βγάζουν τα πόδια μου φωτιές, βλ. λ. πόδι·
- βγάζουν το νεκρό, βλ. λ. νεκρός·
- βγάζω αβγό, βλ. λ. αβγό·
- βγάζω αίμα, βλ. λ. αίμα·
- βγάζω άκρη, βλ. λ. άκρη·
- βγάζω άμυνα, (για βολεϊμπολίστες) βλ. λ. άμυνα·
- βγάζω ανακοινωθέν, βλ. λ. ανακοινωθέν·
- βγάζω απ’ τη μέση, βλ. λ. μέση·
- βγάζω απ’ τη ναφθαλίνη, βλ. λ. ναφθαλίνη·
- βγάζω απ’ την κυκλοφορία, βλ. λ. κυκλοφορία·
- βγάζω απ’ το κεφάλι μου (κάτι), βλ. λ. κεφάλι·
- βγάζω απ’ το μαντρί, βλ. λ. μαντρί·
- βγάζω απ’ το μυαλό μου (κάτι), βλ. λ. μυαλό·
- βγάζω απ’ το νου μου (κάτι), βλ. λ. νους·
- βγάζω απ’ το συρτάρι, βλ. λ. συρτάρι·
- βγάζω απ’ το τούνελ (κάποιον), βλ. λ. τούνελ·
- βγάζω απ’ το χρονοντούλαπο (κάτι) ή βγάζω απ’ το χρονοντούλαπο της ιστορίας (κάτι), βλ. λ. χρονοντούλαπο·
- βγάζω από πάνω μου, (για ρούχα) βλ. λ. πάνω·
- βγάζω αράχνες, βλ. λ. αραχνιάζω·
- βγάζω βαθμό, βλ. λ. βαθμός·
- βγάζω βρόμα, βλ. λ. βρόμα·
- βγάζω βρομιά, βλ. λ. βρομιά·
- βγάζω γαζέτα, βλ. λ. γαζέτα·
- βγάζω γένια, βλ. λ. γένια·
- βγάζω γκολ, (για ποδοσφαιριστές) βλ. λ. γκόλ·
- βγάζω γκόμενα, (για άντρες)βλ. λ. γκόμενα·
- βγάζω γκόμενο, (για γυναίκες) βλ. λ. γκόμενος·
- βγάζω γλώσσα, βλ. λ. γλώσσα·
- βγάζω γλώσσα ένα πήχη ή βγάζω γλώσσα μια πήχη, βλ. λ. γλώσσα·
- βγάζω γλώσσα μια πιθαμή, βλ. λ. γλώσσα·
- βγάζω γούστα, βλ. λ. γούστο·
- βγάζω γραμμή, βλ. λ. γραμμή·
- βγάζω δεκατριάρι, βλ. λ. δεκατριάρι·
- βγάζω δελτίο, βλ. λ. δελτίο·
- βγάζω δίσκο, βλ. λ. δίσκος·
- βγάζω δόντια, βλ. λ. δόντι·
- βγάζω δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- βγάζω δωδεκάρι, βλ. λ. δωδεκάρι·
- βγάζω είδηση (για δημοσιογράφους) βλ. λ. είδηση·
- βγάζω εκτός μάχης (κάποιον ή κάτι), βλ. λ. μάχη·
- βγάζω έναν δεκάρικο (ενν. λόγο), βλ. λ. δεκάρικος·
- βγάζω εξάρι, βλ. λ. εξάρι·
- βγάζω έξω, βλ. λ. έξω·
- βγάζω εφημερίδα, βλ. λ. εφημερίδα·
- βγάζω ιλαρά, βλ. λ. ιλαρά·
- βγάζω καζίκια, βλ. λ. καζίκι·
- βγάζω καντήλες, βλ. λ. καντήλα·
- βγάζω κατά μέρος, βλ. λ. μέρος·
- βγάζω καταδίκη, βλ. λ. καταδίκη·
- βγάζω κέρδος, βλ. λ. κέρδος·
- βγάζω κοκοράκια, βλ. λ. κοκοράκι·
- βγάζω κορόνα ή βγάζω κορόνες, βλ. λ. κορόνα·
- βγάζω λαβράκι, (στη γλώσσα των δημοσιογράφων) βλ. λ. λαβράκι·
- βγάζω λαγό, (στη γλώσσα των δημοσιογράφων) βλ. λ. λαγός·
- βγάζω λεφτά απ’ την τράπεζα, βλ. λ. λεφτά·
- βγάζω λόγο, βλ. λ. λόγος·
- βγάζω με τρόπο, βλ. λ. τρόπος·
- βγάζω μεγάλο κανάλι, βλ. λ. κανάλι·
- βγάζω μια φωνή, βλ. λ. φωνή·
- βγάζω (μια) φωτογραφία, βλ. λ. φωτογραφία·
- βγάζω μονάχος μου τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- βγάζω μπαλκόνι, βλ. λ. μπαλκόνι·
- βγάζω μπιμπίκια, βλ. λ. μπιμπίκι·
- βγάζω μπουρμπουλήθρες, βλ. λ. μπουρμπουλήθρα·
- βγάζω μπούτι (για γυναίκες) βλ. λ. μπούτι·
- βγάζω νερό, βλ. λ. νερό·
- βγάζω ντελάλη, βλ. λ. ντελάλης·
- βγάζω όνομα, βλ. λ. όνομα·
- βγάζω όρντινο, βλ. λ. όρντινο·
- βγάζω παλικάρι (κάποιον ή κάποια), βλ. λ. παλικάρι·
- βγάζω παράρτημα, βλ. λ. παράρτημα·
- βγάζω πενταροδεκάρες, βλ. λ. πενταροδεκάρες·
- βγάζω πιάτο, βλ. λ. πιάτο·
- βγάζω πλάκα ή βγάζω πλάκες, βλ. λ. πλάκα·
- βγάζω ρίζες, βλ. λ. ρίζα·
- βγάζω σπυράκια, βλ. λ. σπυράκι·
- βγάζω σπυριά, βλ. λ. σπυρί·
- βγάζω στα φόρα, βλ. λ. φόρα2·
- βγάζω στη βίζιτα, βλ. λ. βίζιτα·
- βγάζω στη λοταρία, βλ. λ. λοταρία·
- βγάζω στη μέση, βλ. λ. μέση·
- βγάζω στη φόρα, βλ. λ. φόρα2·
- βγάζω στην αγορά, βλ. λ. αγορά·
- βγάζω στην άκρη, βλ. λ. άκρη·
- βγάζω στην επιφάνεια, βλ. λ. επιφάνεια·
- βγάζω στην μπάντα, βλ. λ. μπάντα·
- βγάζω στην μπουρού, βλ. λ. μπουρού·
- βγάζω στην πιάτσα, βλ. λ. πιάτσα·
- βγάζω στο γυαλί, βλ. λ. γυαλί·
- βγάζω στο επάγγελμα, βλ. λ. επάγγελμα·
- βγάζω στο κλαρί, βλ. λ. κλαρί·
- βγάζω στο κουρμπέτι, βλ. λ. κουρμπέτι·
- βγάζω στο λότο, βλ. λ. λότος·
- βγάζω στο μεϊντάνι, βλ. λ. μεϊντάνι·
- βγάζω στο πανί, βλ. λ. πανί·
- βγάζω στο σφυρί, βλ. λ. σφυρί·
- βγάζω στο τσόλι, βλ. λ. τσόλι·
- βγάζω στο φως (κάτι), βλ. λ. φως·
- βγάζω στον τάκο, βλ. λ. τάκος·
- βγάζω τ’ άντερα (κάποιου μηχανήματος), βλ. λ. άντερο·
- βγάζω τ’ άντερά μου, βλ. λ. άντερο·
- βγάζω τ’ άπλυτά του στη φόρα, βλ. λ. άπλυτα·
- βγάζω τ’ άπλυτά του στο δρόμο, βλ. λ. άπλυτα·
- βγάζω τ’ απωθημένα μου, βλ. λ. απωθημένο·
- βγάζω τ’ όνομα (κάποιου, ιδίως κοριτσιού), βλ. λ. όνομα·
- βγάζω τ’ όνομά μου (σε κάποιον ή σε κάποια), βλ. λ. όνομα·
- βγάζω τα έξοδά μου, βλ. λ. έξοδο·
- βγάζω τα εσώψυχά μου, βλ. λ. εσώψυχα·
- βγάζω τα κάστανα απ’ τη φωτιά, βλ. λ. κάστανο·
- βγάζω τα λυσσ(ι)ακά μου, βλ. λ. λυσσ(ι)ακά·
- βγάζω τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- βγάζω τα μάτια μου με τα ίδια μου τα χέρια, βλ. λ. μάτι·
- βγάζω τα μαύρα, βλ. λ. μαύρος·
- βγάζω τα μέσα μου ή βγάζω το μέσα μου, βλ. λ. μέσα·
- βγάζω τα ντούκα, βλ. λ. ντούκα·
- βγάζω τα νύχια μου, βλ. λ. νύχι·
- βγάζω τα ραφτικά, βλ. λ. ραφτικά·
- βγάζω τα ρούχα μου, βλ. λ. ρούχο·
- βγάζω τα σπασμένα, βλ. λ. σπασμένα·
- βγάζω τα σπλάχνα μου, βλ. λ. σπλάχνο·
- βγάζω τα συκώτια μου, βλ. λ. συκώτι·
- βγάζω τα σωθικά μου, βλ. λ. σωθικά·
- βγάζω τα τζιγέρια μου, βλ. λ. τζιγέρι·
- βγάζω τα τζίτζιλα, βλ. λ. τζίτζιλο·
- βγάζω τα τσιγάρα μου, βλ. λ. τσιγάρο·
- βγάζω τα χαρτιά μου, βλ. λ. χαρτί·
- βγάζω τα ψαλτικά, βλ. λ. ψαλτικά·
- βγάζω ταχύτητα, βλ. λ. ταχύτητα·
- βγάζω τη βρόμα, βλ. λ. βρόμα·
- βγάζω τη βρομιά, βλ. λ. βρομιά·
- βγάζω τη γάτα απ’ το σακί, βλ. λ. γάτα·
- βγάζω τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- βγάζω τη μαμαλίγκα, βλ. λ. μαμαλίγκα·
- βγάζω τη μαρμίτα, βλ. λ. μαρμίτα·
- βγάζω τη μάσκα, βλ. λ. μάσκα·
- βγάζω τη μέση μου, βλ. λ. μέση·
- βγάζω τη μούγγα, βλ. λ. μούγγα·
- βγάζω τη σκούφια μου και την πατώ, βλ. λ. σκούφια·
- βγάζω τη σούμα, βλ. λ. σούμα·
- βγάζω τη φασουλάδα, βλ. λ. φασουλάδα·
- βγάζω τη χρυσή, βλ. λ. χρυσή·
- βγάζω τη χρυσή απ’ το κακό μου, βλ. λ. χρυσή·
- βγάζω (την) άδεια, βλ. λ. άδεια·
- βγάζω την αμπάρα, βλ. λ. αμπάρα·
- βγάζω την κουραμάνα, βλ. λ. κουραμάνα·
- βγάζω την μπαρούφα, βλ. λ. μπαρούφα·
- βγάζω την μπέμπελη, βλ. λ. μπέμπελη·
- βγάζω την ουρά μου απ’ έξω, βλ. λ. ουρά·
- βγάζω την υποχρέωση, βλ. λ. υποχρέωση·
- βγάζω τις άδειες (ενν. του γάμου μου), βλ. λ. άδεια·
- βγάζω τις παρωπίδες, βλ. λ. παρωπίδα·
- βγάζω το άχτι μου, βλ. λ. άχτι·
- βγάζω το καθημερινό μου, βλ. λ. καθημερινό·
- βγάζω το καπέλο μου και το πατώ, βλ. λ. καπέλο·
- βγάζω το καρβέλι, βλ. λ. καρβέλι·
- βγάζω το λεκέ από πάνω μου, βλ. λ. λεκές·
- βγάζω το μάνταλο, βλ. λ. μάνταλο·
- βγάζω το ξεροκόμματο, βλ. λ. ξεροκόμματο·
- βγάζω το πανεπιστήμιο, βλ. λ. πανεπιστήμιο·
- βγάζω το προσωπείο, βλ. λ. προσωπείο·
- βγάζω το ράσο ή βγάζω τα ράσα, βλ. λ. ράσο·
- βγάζω το στομάχι μου, βλ. λ. στομάχι·
- βγάζω το σύρτη, βλ. λ. σύρτης·
- βγάζω το σχολείο, βλ. λ. σχολείο·
- βγάζω το φαΐ μου, βλ. λ. φαΐ·
- βγάζω το φίδι απ’ την τρύπα, βλ. λ. φίδι·
- βγάζω το χακί, βλ. λ. χακί·
- βγάζω το χρυσό δοντάκι ή βγάζω χρυσό δοντάκι, βλ. λ. δοντάκι·
- βγάζω το ψωμί μου, βλ. λ. ψωμί·
- βγάζω το ψωμί (μου) με αίμα και ιδρώτα ή βγάζω το ψωμί (μου) με ιδρώτα και αίμα, βλ. λ. ψωμί·
- βγάζω το ψωμοτύρι μου, βλ. λ. ψωμοτύρι·
- βγάζω τον άρτον τον επιούσιον, βλ. λ. άρτος·
- βγάζω τον επιούσιο, βλ. λ. επιούσιος·
- βγάζω (τον) καρκίνο, βλ. λ. καρκίνος·
- βγάζω τον τραχανά, βλ. λ. τραχανάς·
- βγάζω τρίχες στ’ αρχίδια μου, βλ. λ. αρχίδι·
- βγάζω τρίχες, βλ. λ. τρίχα·
- βγάζω φαΐ, βλ. λ. φαΐ·
- βγάζω φιρμάνι, βλ. λ. φιρμάνι·
- βγάζω φλας, βλ. λ. φλας·
- βγάζω φρονιμίτη, βλ. λ. φρονιμίτης·
- βγάζω φτερά, βλ. λ. φτερά·
- βγάζω φωνή μεγάλη, βλ. λ. φωνή·
- βγάζω φωτογραφία (κάποιον), βλ. λ. φωτογραφία·
- βγάζω φωτογραφίες (ιδίως για γυναίκα), βλ. λ. φωτογραφία·
- βγάζω χρόνια, βλ. λ. χρόνος·
- βγάζω χρυσό δοντάκι, βλ. λ. δοντάκι·
- βγάλ’ το απ’ το κεφάλι σου, βλ. λ. κεφάλι·
- βγάλ’ το απ’ το μυαλό σου, βλ. λ. μυαλό·
- βγάλ’ το απ’ το νου σου, βλ. λ. νους·
- βγάλε με απέξω, βλ. λ. απέξω·
- βγάλε τα μάτια σου, βλ. λ. μάτι·
- βγάλε τη μούγγα, βλ. λ. μούγγα·
- βγάλε τη σκούφια σου και βάρα τον, βλ. λ. σκούφια·
- βγάλε το σκασμό, βλ. λ. σκασμός·
- βγάλε τον αγλέουρα, βλ. λ. αγλέουρας·
- βγάλε τον περίδρομο, βλ. λ. περίδρομος·
- βιαστικό ζευγάρωμα τρελό παιδί θα βγάλει, βλ. λ. ζευγάρωμα·
- για να βγάλω το άχτι μου, βλ. λ. άχτι·
- γιατί τον έβγαλες απ’ τη γυάλα; βλ. λ. γυάλα·
- δε βγάζει πουθενά, βλ. λ. πουθενά·
- δε βγάζει σε άκρη (κάτι), βλ. λ. άκρη·
- (δε) βγάζω άκρη, βλ. λ. άκρη·
- δε βγάζω άκρη (με κάποιον), βλ. λ. άκρη·
- δε βγάζω άχνα, βλ. λ. άχνα·
- δε βγάζω δεκάρα, βλ. λ. δεκάρα·
- δε βγάζω δραχμή, βλ. λ. δραχμή·
- δε βγάζω κιχ, βλ. λ. κιχ·
- δε βγάζω λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δε βγάζω λέξη απ’ τα χείλη μου, βλ. λ. λέξη·
- δε βγάζω λέξη απ’ το στόμα μου, βλ. λ. λέξη·
- δε βγάζω μιλιά, βλ. λ. μιλιά·
- δε βγάζω νόημα, βλ. λ. νόημα·
- δε βγάζω τα γράμματα, βλ. λ. γράμμα·
- δε βγάζω τα γράμματά του ή δεν τα βγάζω τα γράμματά του, βλ. λ. γράμμα·
- δε βγάζω τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- δε βγάζω φράγκο, βλ. λ. φράγκο·
- δε θα βγάλεις άχνα, βλ. λ. άχνα·
- δε θα βγάλεις κιχ, βλ. λ. κιχ·
- δε θα βγάλεις λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δε θα βγάλεις μιλιά, βλ. λ. μιλιά·
- δε θα βγάλεις τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- δε θα βγάλεις τσιμουδιά, βλ. λ. τσιμουδιά·
- δεν έβγαλα γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν έβγαλε αχ ή δεν πρόλαβε να βγάλει αχ, βλ. λ. αχ·
- δεν έβγαλε άχνα, βλ. λ. άχνα·
- δεν έβγαλε γρυ ή δεν πρόλαβε να βγάλει γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν έβγαλε κιχ ή δεν πρόλαβε να βγάλει κιχ, βλ. λ. κιχ·
- δεν έβγαλε κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- δεν έβγαλε λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δεν έβγαλε μιλιά, βλ. λ. μιλιά·
- δεν έβγαλε τσιμουδιά, βλ. λ. τσιμουδιά·
- δεν ξέρω πού θα βγάλει ή δεν ξέρω τι θα βγάλει, έκφραση που δηλώνει άγνοια για το αποτέλεσμα μιας ενέργειάς μας: «έριξα ένα σωρό λεφτά σ’ αυτή την επιχείρηση, αλλά δεν ξέρω τι θα βγάλει». (Λαϊκό τραγούδι: με τους καβγάδες στήσαμε κι οι δυο ψιλό γαζί, η γκρίνια που αρχίσαμε δεν ξέρω τι θα βγάλει)· βλ. και φρ. πού θα μας βγάλει·
- δεν πά(νε) να βγάλουν τα μάτια τους! βλ. λ. μάτι·
- (δεν) τα βγάζω (ενν. τα γράμματα), (δεν) δυσκολεύομαι να διαβάσω ένα χειρόγραφο κείμενο, (παρόλο που) γιατί έχει δυσανάγνωστα γράμματα: «δεν τα βγάζω έτσι όπως το ’χεις γραμμένο»·
- δεν τα βγάζω απ’ την κοιλιά μου, βλ. λ. κοιλιά·
- δεν τα βγάζω απ’ το μυαλό μου, βλ. λ. μυαλό·
- δεν τα βγάζω πέρα, βλ. λ. πέρα·
- δεν τη βγάζουμε, (για ζευγάρι) θα πάψουμε να είμαστε μαζί, θα χωρίσουμε: «όπως πάνε τα πράγματα δεν τη βγάζουμε για πολύ καιρό». (Λαϊκό τραγούδι: με το πείσμα το δικό μου και με το δικό σου βέτο, οπωσδήποτε παρέα δεν τη βγάζουμε εφέτο
- δεν τη βγάζω (ενν. καθαρή), βλ. φρ. (δεν) τη βγάζω καθαρή. (Λαϊκό τραγούδι: θα κάνω ντου βρε πονηρή στα στέκια που αράζεις κι αν σε τρακάρω πουθενά μ’ αυτόν τον άνθρωπο ξανά, στο λέω δεν τη βγάζεις)·
- δεν τη βγάζω ή δεν τη βγάζουμε, α. δεν τα καταφέρνω να ζω κάπως υποφερτά στη ζωή μου, δεν περνώ μεγάλες δυσκολίες, μεγάλες φτώχειες: «δεν μπορώ να πω ότι ζω άνετα, αλλά τη βγάζω || απ’ τη μέρα που χρεοκόπησα, δεν τη βγάζω». β. δε θα καταφέρω να μείνω στη ζωή, θα πεθάνω: «από κάτι μισόλογα του γιατρού μου κατάλαβα πως δε τη βγάζω». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- δεν τη βγάζω (ενν. τη ζωή), βρίσκομαι από άποψη υγείας σε άσχημη κατάσταση κι επικρατεί η γνώμη πως θα πεθάνω: «οι γιατροί μου είπαν πως δε τη βγάζω»·
- (δεν) τη βγάζω καθαρή, βλ. λ. καθαρός·
- δεν τον βγάζει το μήνα, βλ. λ. μήνας·
- έβαλαν τον τρελό να βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά, βλ. λ. τρελός·
- έβαλαν τον τρελό να βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα, βλ. λ. τρελός·
- έβγαλα γένια, βλ. λ. γένια·
- έβγαλα το λαιμό μου, βλ. λ. λαιμός·
- έβγαλα το λαρύγγι μου, βλ. λ. λαρύγγι·
- έβγαλα τον γκιρλατάνο, βλ. λ. γκιρλατάνος·
- έβγαλαν καντήλες τα πόδια μου, βλ. λ. καντήλα·
- έβγαλαν τα μαχαίρια, βλ. λ. μαχαίρι·
- έβγαλαν φτερά, βλ. λ. φτερό·
- έβγαλε αέρα, βλ. λ. αέρας·
- έβγαλε η γλώσσα μου μαλλιά ή έβγαλε μαλλιά η γλώσσα μου, βλ. λ. γλώσσα·
- έβγαλε κακό όνομα, βλ. λ. όνομα·
- έβγαλε μια γλώσσα να! ή έβγαλε μια γλώσσα σαν παντόφλα ή έβγαλε μια γλώσσα σαν παπούτσι, βλ. λ. γλώσσα·
- έβγαλε ο κώλος μου κάλο ή έβγαλε κάλο ο κώλος μου (ενν. από το καθισιό, από το κάθισμα, από την καρέκλα), βλ. λ. κώλος·
- έβγαλε ο κώλος μου μαλλί ή έβγαλε μαλλί ο κώλος μου, βλ. λ. κώλος·
- έβγαλε σκουλήκια, βλ. λ. σκουλήκι·
- έβγαλε στο πλύσιμο (για ρούχα) βλ. λ. πλύσιμο·
- έβγαλε τα παπούτσια του και μπήκε, βλ. λ. παπούτσι·
- έβγαλε το στόμα μου μαλλιά ή έβγαλε μαλλιά το στόμα μου, βλ. λ. στόμα·
- είπαμε του λωλού να κλάσει κι έβγαλε τον κώλο του, βλ. λ. κλάνω·
- είπαμε του τρελού να χέσει, έβγαλε και τ’ άντερά του, βλ. λ. χέζω·
- έναν (μία) έβγαλε το εργοστάσιο κι ύστερα έκλεισε, βλ. λ. εργοστάσιο·
- η γλυκιά η γλώσσα βγάζει το φίδι απ’ την τρύπα, βλ. λ. γλώσσα·
- η καλή η γλώσσα βγάζει το φίδι απ’ την τρύπα, βλ. λ. γλώσσα·
- η κότα σκαλίζοντας βγάζει το μάτι της ή σκαλίζοντας η κότα βγάζει το μάτι της, βλ. λ. κότα·
- η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη, βλ. λ. νύχτα·
- η νύχτα δε βγάζει σε καλό, βλ. λ. νύχτα·
- η παλάμη του έχει βγάλει κάλο ή η παλάμη του έχει βγάλει κάλους, βλ. λ. κάλος·
- η χούφτα του έχει βγάλει κάλο ή η χούφτα του έχει βγάλει κάλους, βλ. λ. κάλος·
- θα βγάλεις σκουλήκια! βλ. λ. σκουλήκι·
- θα βγάλω το άχτι μου απάνω σου, βλ. λ. άχτι·
- θα βγάλω φτερά, βλ. λ. φτερό·
- θα κλείσω τα μάτια κι όπου με βγάλει, βλ. λ. μάτι·
- θα σε βγάλω σβέρκο κώλο, βλ. λ. σβέρκος·
- θα σε βγάλω στην τηλεόραση, βλ. λ. τηλεόραση·
- θα σε βγάλω στις ειδήσεις, βλ. λ. είδηση·
- θα σου βγάλω τ’ άντερα, βλ. λ. άντερο·
- θα σου βγάλω τ’ αφτί ή θα σου βγάλω τ’ αφτιά ή θα στα βγάλω τ’ αφτιά, βλ. λ. αφτί·
- θα σου βγάλω τα τζίτζιλα, βλ. λ. τζίτζιλο·
- θα σου βγάλω τις κωλότριχες, βλ. λ. κωλότριχα·
- θα σου βγάλω το μάτι, βλ. λ. μάτι·
- θα σου βγάλω το παντελόνι ή θα σου βγάλω τα παντελόνια, βλ. λ. παντελόνι·
- θα σου βγάλω το τσουλούφι, βλ. λ. τσουλούφι·
- και βγάλε με για ψεύτη ή και βγάλε με και ψεύτη ή και βγάλε με ψεύτη, βλ. λ. ψεύτης·
- κι από στέρφα γίδα βγάζει γάλα, βλ. λ. γίδα·
- κι όπου με βγάλει, βλ. λ. όπου·
- κι όπου με βγάλει η άκρη, βλ. λ. άκρη·
- κι όπου με βγάλουν τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει, βλ. λ. κόρακας·
- μ’ έβγαλε απ’ τα ρούχα μου, βλ. λ. ρούχο·
- μ’ έβγαλε έξω, βλ. λ. έξω·
- μας έβγαλαν γκολ απ’ τ’ αποδυτήρια, βλ. λ. γκολ·
- μας έβγαλε άλλο φασούλι ή μας έβγαλε καινούριο φασούλι ή μας έβγαλε κι άλλο φασούλι ή μας έβγαλε νέο φασούλι, βλ. λ. φασούλι·
- μασάει σίδερα και βγάζει πινέζες, βλ. λ. σίδερο·
- με βγάζει παλικάρι (κάτι), βλ. λ. παλικάρι·
- με βγάζει (στην) αναφορά, βλ. λ. αναφορά·
- με βγάζει ψεύτη, βλ. λ. ψεύτης·
- με βγάζουν ανίκανο, βλ. λ. ανίκανος·
- με βγάζουν απέξω, βλ. λ. απέξω·
- με βγάζουν αράουτ, βλ. λ. αράουτ·
- με βγάζουν αφρό, βλ. λ. αφρός·
- με βγάζουν λάδι, βλ. λ. λάδι·
- μέχρι αύριο θα βγάλουμε παπά, βλ. λ. παπάς·
- μη βγάλεις άχνα! βλ. λ. άχνα·
- μη βγάλεις κιχ! βλ. λ. κιχ·
- μη βγάλεις λέξη! βλ. λ. λέξη·
- μη βγάλεις μιλιά! βλ. λ. μιλιά·
- μη βγάλεις τσιμουδιά! βλ. λ. τσιμουδιά·
- μου βγάζει τ’ άντερα, βλ. λ. άντερο·
- μου βγάζουν τ’ όνομα, βλ. λ. όνομα·
- μου βγάζουν το λάδι, βλ. λ. λάδι·
- μου ’βγαλε τ’ άντερα, (για τροχοφόρα) βλ. λ. άντερο·
- μου ’βγαλε το μάτι, βλ. λ. μάτι·
- μου το ’βγαλε απ’ τη μύτη, βλ. λ. μύτη·
- μου το ’βγαλε ξινό ή μου το ’βγαλε σε ξινό, βλ. λ. ξινός·
- μπορεί να βγει έτσι δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- να βγάλεις τη φάγουσα, βλ. λ. φάγουσα·
- να βγάλεις το σκασμό, βλ. λ. σκασμός·
- να βγάλεις τον περίδρομο, βλ. λ. περίδρομος·
- να δούμε η μέρα τι θα βγάλει ή να δούμε τι θα βγάλει η μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να τον μαχαιρώσεις αίμα δε θα βγάλει, βλ. λ. αίμα·
- ο (ακολουθεί όνομα ή επώνυμο) βγάζει δήμαρχο, βλ. λ. δήμαρχος·
- ο δημοσιογράφος πιο πολλά βγάζει απ’ αυτά που δε γράφει παρά απ’ αυτά που γράφει, βλ. λ. δημοσιογράφος·
- ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, βλ. λ. Θεός·
- ο κώλος μας ο μάστορας βγάζει πορδές ματζόρε, βλ. λ. κώλος·
- ο ράφτης, όταν κόβει την τσόχα, τη δική του βγάζει πρώτα, βλ. λ. ράφτης·
- όποιος τον Αύγουστο γαμεί, κακό χειμώνα βγάζει, βλ. λ. χειμώνας·
- όταν βγάλει ο σπανός γένια, βλ. λ. σπανός·
- όταν ο σάλιαγκας ζητεί ν’ αλλάξει το καυκί του, πρώτα βγάζει τα κέρατα κι έπειτα το κορμί του, βλ. λ. σάλιαγκας·
- πονάει δόντι, βγάζει μάτι, βλ. λ. δόντι·
- πόσα βγάζεις;(ενν. χρήματα), πόσα χρήματα κερδίζεις (ιδίως επί μηνιαίας βάσεως) από τη δουλειά σου ή ποιος είναι ο μισθός σου: «πόσα βγάζεις εσύ που είσαι έμπορος και πόσα βγάζω εγώ που είμαι μισθωτός;»·
- πού θα μας βγάλει ή πού θα με βγάλει, ποια θα είναι η κατάληξη (συνήθως αρνητική, δυσάρεστη): «κανείς δεν ξέρει αυτή η ακρίβεια πού θα μας βγάλει || έκανα ένα λάθος στη δουλειά και δεν ξέρω πού θα με βγάλει». (Λαϊκό τραγούδι: ζημιά απόψε έπαθα μεγάλη· να δω πού θα με βγάλει). Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του· βλ. και φρ. δεν ξέρω πού θα βγάλει·
- πρόσεξε μη βγάλεις κανένα σαγόνι, βλ. λ. σαγόνι·
- πώς τη βγάζεις; πώς εξυπηρετείς τις βιοτικές ή σεξουαλικές ανάγκες σου(;): «δε μου ’πες, πώς τη βγάζεις; Έχεις λεφτά; || από σεξ πώς τη βγάζεις; Υπάρχει καμιά γκόμενα;»·  
- σαν βγάλει τρίχες η απαλάμη μου ή σαν βγάλει η απαλάμη μου τρίχες, βλ. λ. τρίχα·
- τα βγάζει απ’ την κοιλιά του, βλ. λ. κοιλιά·
- τα βγάζει απ’ το κεφάλι του, βλ. λ. κεφάλι·
- τα βγάζει απ’ το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- τα βγάζει απ’ το νου του, βλ. λ. νους·
- τα βγάζει απ’ το τσεπάκι του, βλ. λ. τσεπάκι·
- τα βγάζει τα λεφτά του, βλ. λ. λεφτά·
- τα βγάζω (ενν. τ’ αρχίδια μου), τα επιδεικνύω για να αποδείξω ότι είμαι άντρας μετά την προκλητική προτροπή κάποιου βγάλ’ τα (ενν. τ’ αρχίδια σου) για να πιστοποιήσει ότι είμαι άντρας. Η ουσία όμως της υπόθεσης δεν είναι να πιστοποιηθεί η ύπαρξη των αρχιδιών μου, γιατί, όσοι έχουν αρχίδια δεν παναπεί πως είναι και άντρες, αλλά, αν έχω το θάρρος να τα επιδείξω, πράγμα που θεωρείται τόλμη και, κατ’ επέκταση, ανδρισμός·
- τα βγάζω άκρη, βλ. λ. άκρη·
- τα βγάζω δεν τα βγάζω (ενν. τα έξοδα μου), μόλις και μετά βίας κατορθώνω να αντεπεξέρχομαι στα έξοδά μου: «τον τελευταίο καιρό έπεσε τέτοια αναδουλειά, που τα βγάζω δεν τα βγάζω»·
- τα βγάζω πέρα, βλ. λ. πέρα·
- τα βγάζω πέρα (με κάποιον), βλ. λ. πέρα·
- τα έξοδα του γάμου η νύφη δεν τα βγάζει, βλ. λ. νύφη·
- τα μάτια του βγάζουν αστραπές, βλ. λ. μάτι·
- τα μάτια του βγάζουν σπίθες, βλ. λ. μάτι·
- τα μάτια του βγάζουν φωτιές, βλ. λ. φωτιά·
- τα ψάρια έβγαλαν φτερά, βλ. λ. ψάρι·
- τη βάζει καρότο και τη βγάζει παντζάρι (ενν. την πούτσα, την ψωλή), βλ. λ. παντζάρι·
- τη βγάζει δεν τη βγάζει, είναι αμφίβολο αν θα επιζήσει: «οι γιατροί ανακοίνωσαν στους οικείους πως ο ασθενής τη βγάζει δεν τη βγάζει»·
- τη βγάζει σαν αγάς, βλ. λ. αγάς·
- τη βγάζει σαν βασιλιάς, βλ. λ. βασιλιάς·
- τη βγάζει σαν μπέης, βλ. λ. μπέης·
- τη βγάζει σαν πασάς, βλ. λ. πασάς·
- τη βγάζω, α. καταφέρνω και ζω και επιζώ παρ’ όλη τη φτώχεια ή τις δυσκολίες που περνώ, ζω υποφερτά: «μετά τη χρεοκοπία του μόλις που κατορθώνει και τη βγάζει». (Λαϊκό τραγούδι: άντε, ν’ αρρωστήσει ο Άγιος Πέτρος, να τη βγάλουμε και φέτος). β. περνώ κάπου ένα χρονικό διάστημα: «κάθε Κυριακή τη βγάζω στο σπίτι με την οικογένειά μου || το καλοκαίρι τη βγάζω στο εξοχικό που έχω στη Χαλκιδική»·
- τη βγάζω διπλοπόδι, βλ. λ. διπλοπόδι·
- τη βγάζω ζάχαρη, βλ. λ. ζάχαρη·
- τη βγάζω καθαρή, βλ. λ. καθαρός·
- τη βγάζω κοτσάνι, βλ. λ. κοτσάνι·
- τη βγάζω λούφα ή τη βγάζω στη λούφα, βλ. λ. λούφα·
- τη βγάζω με ψωμί κι ελιά ή τη βγάζω με ψωμί κι ελιές, βλ. λ. ψωμί·
- τη βγάζω με ψωμοτύρι, βλ. λ. ψωμοτύρι·
- τη βγάζω μέσα, βλ. λ. μέσα·
- τη βγάζω ξεροσφύρι, βλ. λ. ξεροσφύρι·
- τη βγάζω όμορφα, βλ. λ. όμορφος·
- τη βγάζω όμορφα και φίνα, βλ. λ. όμορφος·
- τη βγάζω όμορφα κι ωραία, βλ. λ. όμορφος·
- τη βγάζω ποδαράτα, βλ. λ. ποδαράτα·
- τη βγάζω σπαρτιάτικα, βλ. λ. σπαρτιάτικα·
- τη βγάζω σταυροπόδι, βλ. λ. σταυροπόδι·
- τη βγάζω στεγνά, βλ. λ. στεγνός·
- τη βγάζω στη μαρμίτα, βλ. λ. μαρμίτα·
- τη βγάζω στη στέγνα, βλ. λ. στέγνα·
- τη βγάζω στη φτώχεια, βλ. λ. φτώχεια·
- τη βγάζω στην ξενέρα, βλ. λ. ξενέρα·
- τη βγάζω στην ξέρα, βλ. λ. ξέρα·
- τη βγάζω στο καλντερίμι, (για γυναίκες) βλ. λ. καλντερίμι·
- τη βγάζω στο πεζοδρόμιο, (για γυναίκες) βλ. λ. πεζοδρόμιο·
- τη βγάζω στο πόδι, βλ. λ. πόδι·
- τη βγάζω στο τζάμπα ή τη βγάζω τζάμπα, βλ. λ. τζάμπα·
- τη βγάζω τζάμι, βλ. λ. τζάμι·
- τη βγάζω τζαμπατζίδικα, βλ. λ. τζαμπατζίδικος·
- τη βγάζω φακιρικά, βλ. λ. φακιρικός·
- τη βγάζω φίνα, βλ. λ. φίνος·
- τη βγάζω φίνα κι ωραία, βλ. λ. φίνος·
- τη βγάζω ωραία, βλ. λ. ωραίος·
- την έβγαλα στο πόδι, (για αρρώστιες) βλ. λ. πόδι·
- την έβγαλα φτηνά ή φτηνά την έβγαλα, βλ. λ. φτηνός·
- της βγάζω τ’ όνομα, βλ. λ. όνομα·
- της αρκούδας άμα της βγάλεις το χαλκά, βλέπεις αν είναι ήμερη ή άγρια, βλ. λ. αρκούδα·
- της έβγαλα τα μάτια απ’ έξω (απ’ όξω), βλ. λ. μάτι·
- τι έχουν τα έρμα και ψοφάν; Με τον ήλιο τα βγάζω, με τον ήλιο τα μπάζω, βλ. λ. έρμος·
- τι να σε βγάλω; ή τι να σε βγάλουμε; λέγεται σε άτομο που μας επισκέπτεται συνήθως στο σπίτι, με την έννοια τι να σου προσφέρω, τι να σε κεράσω, τι να σε τρατάρω(;): «βρε, καλώς το φίλου μου! Κάθισε, τι να σε βγάλω;». Ο πλ. και όταν απευθυνόμαστε σε ένα άτομο·
- τι φρούτα βγάζει η Καλαμάτα; βλ. λ. φρούτο·
- το βγάζω μπιελάρ, (για μηχανήματα) βλ. λ. μπιελάρ·
- το βγάζω τα μάτια, (για μηχανήματα) βλ. λ. μάτι·
- το βγάζω οφ, (για μηχανήματα) βλ. λ. οφ·
- το γινάτι βγάζει μάτι, βλ. λ. γινάτι·
- το καλό το άλογο, βγάζει το κριθάρι του, βλ. λ. άλογο·
- το στόμα του βγάζει φωτιές, βλ. λ. στόμα·
- το χέρι του έχει βγάλει κάλο ή το χέρι του έχει βγάλει κάλους, βλ. λ. κάλος·
- τον βάζει λάχανο και τον βγάζει κουνουπίδι (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο), βλ. λ. κουνουπίδι·   
- το(ν) βγάζουμε μονοκούκι, βλ. λ. μονοκούκι·
- τον βγάζω, τον κερδίζω, τον νικώ: «κάθε φορά που παίζουμε τάβλι, τον βγάζω»·
- τον βγάζω απ’ τα ρούχα του, βλ. λ. ρούχο·
- τον βγάζω απ’ τα συγκαλά του, βλ. λ. συγκαλά·
- τον βγάζω απ’ τη γραμμή του, βλ. λ. γραμμή·
- τον βγάζω απ’ τη μέση, βλ. λ. μέση·
- τον βγάζω απ’ τη φυλακή, βλ. λ. φυλακή·
- τον βγάζω απ’ την κυκλοφορία, βλ. λ. κυκλοφορία·
- τον βγάζω απ’ το μαγαζί, βλ. λ. μαγαζί·
- τον βγάζω απ’ το μυαλό μου, βλ. λ. μυαλό·
- τον βγάζω απ’ το νου μου, βλ. λ. νους·
- τον βγάζω απ’ τον ίσιο δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- τον βγάζω απέξω, βλ. λ. απέξω·
- τον βγάζω αράουτ, βλ. λ. αράουτ·
- τον βγάζω ασπροπρόσωπο, βλ. λ. ασπροπρόσωπος·
- τον βγάζω βόλτα, βλ. λ. βόλτα·
- τον βγάζω γκόλ, βλ. λ. γκολ·
- τον βγάζω έξω, βλ. λ. έξω·
- τον βγάζω (έξω) απ’ το παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- τον βγάζω λάδι, βλ. λ. λάδι·
- τον βγάζω μπιελάρ, βλ. λ. μπιελάρ·
- τον βγάζω νοκάουτ, βλ. λ. νοκάουτ·
- τον βγάζω οφ, βλ. λ. οφ·
- τον βγάζω παλικάρι, βλ. λ. παλικάρι·
- τον βγάζω περίπατο, βλ. λ. περίπατος·
- τον βγάζω σβέρκο κώλο, βλ. λ. σβέρκος·
- τον βγάζω στη μέση, βλ. λ. μέση·
- τον βγάζω στη σέντρα, βλ. λ. σέντρα·
- τον βγάζω στη σκηνή, βλ. λ. σκηνή·
- τον βγάζω στο γυαλί, βλ. λ. γυαλί·
- τον βγάζω στο δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- τον βγάζω στο πανί, βλ. λ. πανί·
- τον βγάζω στο σανίδι, βλ. λ. σανίδι·
- τον βγάζω τάρκασι, βλ. λ. τάρκασι·
- τον βγάζω φωτογραφία, βλ. λ. φωτογραφία·
- τον βγάζω ψεύτη, βλ. λ. ψεύτης·
- τον έβγαλα απ’ τη ζωή μου, βλ. λ. ζωή·
- τον έβγαλα απ’ την καρδιά μου, βλ. λ. καρδιά·
- τον έβγαλα καροτσάκι, βλ. λ. καροτσάκι·
- τον (την) έβγαλαν (ακολουθεί κάποιο όνομα), τον (την) βάφτισαν και τον (την) ονόμασαν, τον (της) έδωσαν κάποιο όνομα: «βάφτισε την κόρη του και την έβγαλε Χρυσούλα || βάφτισε το γιο του και τον έβγαλε Βασίλη»·
- τον έβγαλαν σηκωτό, βλ. λ. σηκωτός·
- τον έβγαλε σαν την τρίχα απ’ το προζύμι, βλ. λ. τρίχα·
- του βγάζεις τα λόγια με την πένσα, βλ. λ. λόγος·
- του βγάζεις τα λόγια με την τανάλια, βλ. λ. λόγος·
- του βγάζεις τα λόγια με την τσιμπίδα, βλ. λ. λόγος·
- του βγάζεις τα λόγια με το τιρμπουσόν, βλ. λ. λόγος·
- του βγάζεις τα λόγια με το τσιγκέλι, βλ. λ. λόγος·
- του βγάζω αβανιά ή του βγάζω την αβανιά, βλ. λ. αβανιά·
- του βγάζω γλώσσα, βλ. λ. γλώσσα·
- του βγάζω κίτρινη κάρτα, βλ. λ. κάρτα·
- του βγάζω κόκκινη κάρτα, βλ. λ. κάρτα·
- του βγάζω παρατσούκλι ή του βγάζω το παρατσούκλι, βλ. λ. παρατσούκλι·
- του βγάζω τ’ άπλυτα στη φόρα, βλ. λ. άπλυτα·
- του βγάζω τ’ άπλυτα στο δρόμο, βλ. λ. άπλυτα·
- του βγάζω τ’ απωθημένα, βλ. λ. απωθημένο·
- του βγάζω τ’ απωθημένα μου, βλ. λ. απωθημένο·
- του (της) βγάζω τ’ όνομα, βλ. λ. όνομα·
- του βγάζω τα δόντια, βλ. λ. δόντι·
- του βγάζω τα δόντια ένα ένα, βλ. λ. δόντι·
- του βγάζω τα δόντια μου, βλ. λ. δόντι·
- του βγάζω τα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- του βγάζω τα νύχια, βλ. λ. νύχι·
- του βγάζω τα νύχια ένα ένα, βλ. λ. νύχι·
- του βγάζω τα νύχια μου, βλ. λ. νύχι·
- του βγάζω τη γλώσσα, βλ. λ. γλώσσα·
- του βγάζω τη γλώσσα (απ’) έξω (απ’ όξω), βλ. λ. γλώσσα·
- του βγάζω τη γλώσσα ανάποδα, βλ. λ. γλώσσα·
- του βγάζω τη γλώσσα μου, βλ. λ. γλώσσα·
- του βγάζω τη μάσκα, βλ. λ. μάσκα·
- του βγάζω τη ρετσινιά, βλ. λ. ρετσινιά·
- του βγάζω την Παναγία, βλ. λ. Παναγία·
- του βγάζω την Παναγία ανάποδα, βλ. λ. Παναγία·
- του βγάζω την Παναγία στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του βγάζω την πίστη, βλ. λ. πίστη·
- του βγάζω την πίστη ανάποδα, βλ. λ. πίστη·
- του βγάζω την πίστη στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του βγάζω την ψυχή, βλ. λ. ψυχή·
- του βγάζω την ψυχή ανάποδα, βλ. λ. ψυχή·
- του βγάζω την ψυχή απ’ το στόμα, βλ ψυχή·
- του βγάζω την ψυχή στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του βγάζω το Θεό, βλ. λ. Θεός·
- του βγάζω το Θεό ανάποδα, βλ. λ. Θεός·
- του βγάζω το καπέλο, βλ. λ. καπέλο·
- του βγάζω το λάδι, βλ. λ. λάδι·
- του βγάζω το προσωπείο, βλ. λ. προσωπείο·
- του βγάζω το Χριστό, βλ. λ. Χριστός·
- του βγάζω το Χριστό ανάποδα, βλ. λ. Χριστός·
- του βγάζω τον αδόξαστο, βλ. λ. αδόξαστος·
- του βγάζω τον αδόξαστο στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του βγάζω τον αντίθεο, βλ. λ. αντίθεος·
- του βγάζω τον αντίθεο στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του βγάζω τον αντίχριστο, βλ. λ. αντίχριστος·
- του βγάζω τον αντίχριστο στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του βγάζω τον κώλο, βλ. λ. κώλος·
- του βγάζω τον κώλο απ’ έξω (απ’ όξω), βλ. λ. κώλος·
- του βγάζω τον πάτο, βλ. λ. πάτος·
- του βγάζω τον πάτο απ’ έξω (απ’ όξω), βλ. λ. πάτος·
- του ’βγαλα τ’ αφτί ή του ’βγαλα τ’ αφτιά, βλ. λ. αφτί·
- του ’βγαλε τ’ άντερα, βλ. λ. άντερο·
- του ’βγαλε τα μαλλιά τρίχα τρίχα ή του ’βγαλε το μαλλί τρίχα τρίχα, βλ. λ. μαλλί·
- του ’βγαλε το τσουλούφι, βλ. λ. τσουλούφι·
- του τα βγάζεις ένα ένα με την πένσα ή του τα βγάζεις με την πένσα (ενν. τα λόγια), βλ. λ. πένσα·
- του τα βγάζεις ένα ένα με την τανάλια ή του τα βγάζεις με την τανάλια (ενν. τα λόγια), βλ. λ. τανάλια·
- του τα βγάζεις ένα ένα με την τσιμπίδα ή του τα βγάζεις με την τσιμπίδα (ενν. τα λόγια), βλ. λ. τσιμπίδα·
- του τα βγάζεις ένα ένα με το τιρμπουσόν ή του τα βγάζεις με το τιρμπουσόν (ενν. τα λόγια), βλ. λ. τιρμπουσόν·
- του τα βγάζεις ένα ένα με το τσιγκέλι ή του τα βγάζεις  με το τσιγκέλι (ενν. τα λόγια), βλ. λ. τσιγκέλι·
- του το ’βγαλα απ’ τη μύτη, βλ. λ. μύτη·
- τους βγάζω απ’ το σπίτι, (για οικογένειες) βλ. λ. σπίτι·
- τους βγάζω έξω, (για οικογένεια) βλ. λ. έξω.
- τους βγάζω στο δρόμο, (για οικογένειες) βλ. λ. δρόμος·
- τους βγάλαμε γκολ απ’ τ’ αποδυτήρια, βλ. λ. γκολ.

βιβλίο

βιβλίο, το, ουσ. [<αρχ. βιβλίον, υποκορ. του ουσ. βίβλος], το βιβλίο· κατάστιχο επιχείρησης, ιδίως στον πλ. τα βιβλία, τα λογιστικά κατάστιχα μιας επιχείρησης: «η εφορία πήρε τα βιβλία μου για έλεγχο». Συνών. κατάστιχα / κιτάπια / τεφτέρια. Υποκορ. βιβλιαράκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 18 φρ.)·
- άνθρωπος του βιβλίου, βλ. λ. άνθρωπος·
- ανοίγω τα παλιά βιβλία, α. επανέρχομαι σε παλιούς οικονομικούς λογαριασμούς, που δεν έχουν ακόμα τακτοποιηθεί ή και που μπορεί να έχουν ξεχαστεί: «όταν έχει λεύτερο χρόνο, ανοίγει τα παλιά βιβλία κι όλο και κάτι ξεχασμένο βρίσκει». β. επανέρχομαι σε παλιές διαφορές, σε παλιές έχθρες: «δε νομίζω πως υπάρχει λόγος μετά από τόσο καιρό ν’ ανοίξουμε τα παλιά βιβλία». Συνών. ανοίγω τα παλιά κατάστιχα / ανοίγω τα παλιά κιτάπια / ανοίγω τα παλιά τεφτέρια·
- ανοιχτό βιβλίο, α. λέγεται για άνθρωπο που δεν έχει να κρύψει τίποτα, που όλες του οι ενέργειες είναι καθαρές και τίμιες και, για το λόγο αυτό, δε φοβάται κανέναν: «το φόβο πρέπει να τον έχετε εσείς με τις σκοτεινές σας υποθέσεις, γιατί εγώ είμαι ανοιχτό βιβλίο». Από το ότι, όταν κάποιος επιχειρηματίας έχει τίμια και νόμιμα τακτοποιημένα τα λογιστικά του βιβλία, δε φοβάται αν αυτά είναι ανοιχτά. β. άνθρωπος ανοιχτόκαρδος, καλόκαρδος: «χαίρομαι να κάνω παρέα μαζί του, γιατί είναι ανοιχτό βιβλίο αυτός ο άνθρωπος». Από την εικόνα του αναγνώστη που νιώθει χαρά και ικανοποίηση, όταν διαβάζει ένα ευχάριστο βιβλίο·
- δε σηκώνω κεφάλι απ’ το βιβλίο, βλ. φρ. δε σηκώνω κεφάλι απ’ το διάβασμα, λ. διάβασμα·
- δεν ανοίγει βιβλίο, δε διαβάζει, δε μελετάει καθόλου: «απορώ μ’ αυτό το παιδί πώς, αφού δεν ανοίγει βιβλίο, γράφει καλά στις εξετάσεις!»·
- δεν πιάνει βιβλίο στο χέρι του, βλ. φρ. δεν ανοίγει βιβλίο·
- διαβάζω τα βιβλία μου, (για μαθητές) μαθαίνω τα μαθήματα της επόμενης μέρας: «αν δε διαβάσεις τα βιβλία σου δε θα βγεις έξω να παίξεις || πού πας, διάβασες τα βιβλία σου;»·
- διπλά βιβλία, δυο ειδών λογιστικά κατάστιχα, τα νόμιμα, που είναι για τον έλεγχο της εφορίας και τα παράνομα, που είναι για προσωπική ενημέρωση αυτού που τα κρατάει, όπου αναγράφονται συναλλαγές χωρίς επίσημα παραστατικά, οι οποίες αποκρύβονται από την εφορία: «πολλές επιχειρήσεις κρατούν διπλά βιβλία»·
- ενημερώνω τα βιβλία μου, καταγράφω στα λογιστικά κατάστιχα της επιχείρησής μου έσοδα και έξοδα, τακτοποιώ λογιστικά τα κατάστιχα της επιχείρησής μου: «είναι απ’ το πρωί κλεισμένος στο γραφείο του κι ενημερώνει τα βιβλία του»·
- κανονικά βιβλία ή κανονικό βιβλίο, τα επίσημα λογιστικά κατάστιχα επιχείρησης, αυτά που είναι αναγνωρισμένα από την εφορία: «πάνω στο γραφείο του έχει πάντα τα κανονικά βιβλία, ενώ, αυτά στα οποία περνάει τα μυστικά κονδύλια, τα ’χει καταχωνιασμένα»·
- κλείνω τα βιβλία ή κλείνω τα παλιά βιβλία, βλ. φρ. κλείνω τα τεφτέρια, λ. τεφτέρι·
- κλείνω τα βιβλία (μου), α. καταγράφω στα λογιστικά κατάστιχα της επιχείρησής μου έσοδα και έξοδα: «επειδή τέλειωσε ο μήνας, πρέπει να κλείσω τα βιβλία μου για να ’μαι εντάξει με την εφορία». β. διακόπτω τη μελέτη, το διάβασμα: «το καλοκαίρι οι μαθητές κλείνουν τα βιβλία τους και ξεχύνονται στις ακρογιαλιές»·    
- κρατώ βιβλία, τηρώ λογιστικά κατάστιχα: «στην επιχείρησή μου κρατώ βιβλία εσόδων εξόδων || τι βιβλία κρατάς στην επιχείρησή σου;»·
- κρατώ τα βιβλία (κάποιου), είμαι λογιστής του: «κρατώ τα βιβλία της τάδε επιχείρησης»·
- κρυφά βιβλία ή κρυφό βιβλίο, λογιστικά κατάστιχα, όπου αναγράφονται συναλλαγές χωρίς επίσημα παραστατικά, οι οποίες αποκρύβονται από την εφορία: «αν του πιάσουν τα κρυφά βιβλία της επιχείρησής του, θα πληρώνει μια ζωή στην εφορία»·
- ο Εβραίος, όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του βιβλία ή ο Εβραίος, όταν δεν έχει δουλειά, σκαλίζει τα παλιά του βιβλία, βλ. λ. δουλειά·
- σκαλίζω τα παλιά βιβλία, βλ. φρ. ανοίγω τα παλιά βιβλία·
- τον διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο, τον γνωρίζω πάρα πολύ καλά, ιδίως όσον αφορά το χαρακτήρα του: «σε μένα δεν μπορεί να προσποιηθεί, γιατί τον διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο». Συνών. τον ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα (β) / τον ξέρω σαν την τσέπη μου·
- τον ξέρω σαν ανοιχτό βιβλίο, βλ. συνηθέστ. τον διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο.

βιολί

βιολί, το, ουσ. [<βενετ. violin], το βιολί. 1α. (στη γλώσσα της αργκό) η επίμονη ενασχόληση με κάτι, η μονομανία, το χόμπι: «αμάν, αυτό το βιολί, κάθε βράδυ στα μπουζούκια! || τι βιολί που του κόλλησε ξαφνικά με τη συλλογή των γραμματοσήμων!». (Λαϊκό τραγούδι: θα πάψεις να ’σ’ επίμονο κι αγύριστο κεφάλι, της ασωτίας το βιολί σε άκρη δε θα βγάλει). β. επαναλαμβανόμενη μέθοδος, τακτική, επαναλαμβανόμενο μέσο για εξαπάτηση: «άσε το βιολί, γιατί μια φορά την πάτησα!». 2. στον πλ. τα βιολιά, οι βιολιστές ή κέντρο διασκεδάσεως με ορχήστρα που αποτελείται αποκλειστικά από βιολιά: «το βράδυ πήγαμε και διασκεδάσαμε στα βιολιά». (Λαϊκό τραγούδι: αχ, πού είναι εκείνα τα παλιά κι εκείνη η νοστιμάδα, που εγλεντούσα με βιολιά κι όλο με αμαξάδα)· βλ. και λ. βιόλα. Υποκορ. βιολάκι, το. (Ακολουθούν 24 φρ.)·
- άλλα βιολιά τώρα ή άλλο βιολί τώρα, λέγεται στην περίπτωση που κάποιος ενεργεί ή συμπεριφέρεται διαφορετικά από ό,τι συνήθως ενεργούσε ή συμπεριφερόταν: «όποιος μου κλαιγόταν, του ’δινα δανεικά, αλλά επειδή δεν άκουσα ποτέ ευχαριστώ από κανέναν, άλλα βιολιά τώρα και τα δανεικά κομμένα»·
- αλλάζω βιολί, ενεργώ, συμπεριφέρομαι διαφορετικά από ό,τι προηγουμένως προς το καλό ή προς το κακό: «όταν βλέπω πως δε με υπολογίζει κάποιος, αλλάζω βιολί και του συμπεριφέρομαι ανάλογα». (Λαϊκό τραγούδι: θα τ’ αλλάξω το βιολί θα ρεφάρω κι όπως πριν θα ’μαι στην πένα, θα τ’ αλλάξω το βιολί, και θα ντρέπομαι πολύ να πονώ για μια γυναίκα σαν και σένα).Συνών. αλλάζω δρόμο (α) / αλλάζω σκοπό / αλλάζω τακτική·   
- αν ήταν η ψωλή βιολί, θα ’ταν όλοι μουσικοί, βλ. λ. ψωλή·
- αν ήταν το μουνί βιολί, θα το είχανε πολλοί, βλ. λ. μουνί·
- αρχίζω το ίδιο βιολί, βλ. φρ. βαράω το ίδιο βιολί. (Λαϊκό τραγούδι: βρε Παντελή, βρε Παντελή, ξανά μανά μου άρχισες το ίδιο το βιολί
- βαράω το βιολί μου, α. συνεχίζω ανεπηρέαστος την εργασία μου: «ό,τι και να γίνεται, αυτός βαράει το βιολί του». β. επιμένω στα ίδια λόγια, επαναλαμβάνω τα ίδια λόγια: «ύστερα από τόσες πιέσεις, εξακολουθεί να βαράει το βιολί του»·
- βαράω το ίδιο βιολί, α. εξακολουθώ να ασχολούμαι με την ίδια εργασία που έκανα και παλιότερα: «έχω να τον δω πολύ καιρό, αλλά, απ’ ό,τι ξέρω, είναι πάλι στα λεμονάδικα και βαράει το ίδιο βιολί». β. επιμένω συνέχεια στα ίδια λόγια, επαναλαμβάνω συνέχεια τα ίδια λόγια: «έφαγε τόσο ξύλο στην Ασφάλεια κι αυτός ακόμα βαράει το ίδιο βιολί». γ. επιμένω, εμμένω στην αρχική μου άποψη: «του φέραμε ένα σωρό χειροπιαστές αποδείξεις, όμως αυτός δεν αλλάζει γνώμη κι επιμένει να βαράει το ίδιο βιολί»·
- δεν ξέρω τι βιολί βαράει, δεν ξέρω με τι καταγίνεται, με τι ασχολείται στη ζωή του, δεν ξέρω ποια είναι η κοινωνική ή οικονομική του κατάσταση: «φαίνεται δραστήριος άνθρωπος, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρω τι βιολί βαράει»· δεν ξέρω τι είδους άνθρωπος είναι, ποιο είναι το ποιόν του: «με μια πρώτη ματιά φαίνεται καλός άνθρωπος, στην πραγματικότητα όμως δεν ξέρω τι βιολί βαράει». Συνών. δεν ξέρω τι καπνό φουμάρει / δεν ξέρω τι ρόλο παίζει / δεν ξέρω τι ώρες κάνει·
- εγώ τι βιολί βαράω! έκφραση δυσαρέσκειας ή δυσφορίας από άτομο που, ενώ έχει υπό τη δικαιοδοσία του κάποιον ορισμένο κύκλο εργασιών, παραγκωνίζεται συστηματικά και όλοι αναφέρονται σε κάποιο άλλο άτομο: «καλά, ρε παιδιά, εγώ τι βιολί βαράω σ’ αυτό το εργοστάσιο κι όλοι ζητάνε άδεια απ’ τον τάδε!». Συνών. εγώ τι καπνό φουμάρω! / εγώ τι ρόλο παίζω! / εγώ τι ώρες κάνω(!)·
- εγώ τι βιολί βαράω; ποια είναι η θέση μου, το πόστο μου, η ουσιαστική μου συμμετοχή, η ουσιαστική μου συμβολή στη συγκεκριμένη δουλειά ή υπόθεση(;); «ο ένας ανέλαβε τη διοίκηση προσωπικού, ο άλλος ανέλαβε τις παραγγελίες, εγώ, ρε παιδιά, τι βιολί βαράω;». Συνών. εγώ τι καπνό φουμάρω; / εγώ τι ρόλο παίζω; / εγώ τι ώρες κάνω(;)·
- εδώ μπαίνουν τα βιολιά, ειρωνική έκφραση σε κάποιον που αντιλαμβανόμαστε πως προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει με τα λόγια του: «ήταν μια πανέμορφη γυναίκα και μόλις της ζήτησα να τα φτιάξουμε δέχτηκε με το πρώτο. -Εδώ μπαίνουν τα βιολιά». Από το ότι η ομαδική είσοδος των βιολιών σε μια συμφωνική εκτέλεση είναι εντυπωσιακή·
- η κοιλιά μου παίζει βιολί, βλ. λ. κοιλιά·
- θα κρατήσει πολύ ακόμη αυτό το βιολί; βλ. φρ. πού θα πάει αυτό το βιολί(;)·
- κακό βιολί, κατάσταση ή συνήθεια που εγκυμονεί κινδύνους ή που προκαλεί δυσφορία: «είναι πολύ κακό βιολί τα ναρκωτικά || τι κακό βιολί κάθε μεσημέρι να ’χεις το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών!». (Λαϊκό τραγούδι: κακό βιολί αρχίσαμε, βρε μάγκισσα που λες, τον τσακωμό τον πήραμε θαρρώ σχοινί γαϊτάνι
- κι αυτός το βιολί του, α. εξακολουθεί να ασχολείται ανεπηρέαστος με αυτό που τον ευχαριστεί: «εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτός το βιολί του». β. επιμένει στο ίδιο πράγμα, επαναλαμβάνει συνέχεια τα ίδια λόγια χωρίς να επηρεάζεται από τίποτα, βαράει το ίδιο βιολί: «του φέραμε ένα σωρό αποδείξεις για την αθωότητά μας κι αυτός το βιολί του, πως είμαστε τάχα ένοχοι»· βλ. και φρ. ό,τι και να γίνει, αυτός το βιολί του·
- κι εμείς τι βιολί βαράμε! γιατί δεν υπολογίζεις στην παρουσία μας, στην ύπαρξή μας, στη δυνατότητα ή στην ικανότητά μας να πραγματοποιήσουμε κάτι ή να βοηθήσουμε σε κάτι που έχεις ανάγκη: «αν δε βρω αυτά τα λεφτά μέχρι το τέλος της βδομάδας χάθηκα . -Κι εμείς τι βιολί βαράμε! || δεν παίρνει μπρος τ’ αυτοκίνητό μου και δεν ξέρω τι έχει. -Κι εμείς τι βιολί βαράμε!». Συνήθως η φρ. κλείνει με το εδώ. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Συνών. κι εμείς τι καπνό φουμάρουμε! / κι εμείς τι ρόλο παίζουμε! / κι εμείς τι ώρες κάνουμε(!)·  
- ό,τι και να γίνει, αυτός το βιολί του, α. δεν επηρεάζεται από τίποτα και εξακολουθεί να ασχολείται απερίσπαστος με αυτό που τον ευχαριστεί: «σεισμός να γίνει, καταποντισμός να γίνει, ό,τι και να γίνει αυτός, το βιολί του». β. δεν αλλάξει γνώμη με τίποτα και εμμένει στην αρχική του απόφαση: «κάναμε τα πάντα να του αλλάξουμε γνώμη, τι άλλο να γίνει! Ό,τι και να γίνει, αυτός το βιολί του». γ. δεν ενδιαφέρεται καθόλου για όσα κακά συμβαίνουν γύρω του: «υπάρχει τόση δυστυχία γύρω του και καθημερινά παίζονται τόσα δράματα, αλλά, ό,τι και να γίνει, αυτός το βιολί του». Συνών. ό,τι και να γίνει, αυτός το χαβά του·
- πάω στα βιολιά ή πηγαίνω στα βιολιά, συνηθίζω να πηγαίνω για διασκέδαση σε κέντρα, όπου η ορχήστρα αποτελείται από βιολιά, από βιολιστές: «εσένα σ’ αρέσει να πηγαίνεις στα μπουζούκια, εμένα όμως μ’ αρέσει να πηγαίνω στα βιολιά»·
- πού θα πάει αυτό το βιολί; έκφραση αγανακτισμένου ή εκνευρισμένου ατόμου, που θέλει να θέσει τέρμα στις συνεχείς ενοχλήσεις κάποιου για εξυπηρέτηση, που θέλει να του επισημάνει τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά του ή που είναι ενοχλημένος από πράξη ή κατάσταση που επαναλαμβάνεται συστηματικά: «που θα πάει αυτό το βιολί να ’ρχεσαι κάθε λίγο και λιγάκι και να μου ζητάς δανεικά; || που θα πάει αυτό το βιολί να παρατάς κάθε τόσο την οικογένειά σου και να τρέχεις με τις παρδαλές στα μπουζούκια; || πού θα πάει αυτό το βιολί κάθε μεσημέρι, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, να ’χεις το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α ή το δε μου λες. Συνών. πού θα πάει αυτή η βιόλα; / πού θα πάει αυτή η δουλειά; / πού θα πάει αυτή η κατάσταση / πού θα πάει αυτός ο χαβάς; / πού θα πάει η βαλίτσα(;)·
- πρώτο βιολί, α. ο αρχιεργάτης: «τον έχω στη δουλειά μου πρώτο βιολί». Από το ότι σε μια ορχήστρα ως πρώτο βιολί ορίζεται ο πιο ικανός, ο πιο δεξιοτέχνης. β. αυτός που παίζει το σπουδαιότερο ρόλο σε μια υπόθεση, αυτός που έχει το πρόσταγμα: «μετά τον υπουργό, το πρώτο βιολί σ’ αυτό το υπουργείο, είναι ο τάδε»·
- τι βιολί βαράει; α. με τι καταγίνεται, με τι ασχολείται στη ζωή του, ποια είναι η κοινωνική ή οικονομική του κατάσταση(;): «φαίνεται δραστήριος άνθρωπος, αλλά τι βιολί βαράει;». β. τι είδος άνθρωπος είναι, ποιο είναι το ποιόν του(;): «φαίνεται καλός άνθρωπος, αλλά τι βιολί βαράει;». Συνών. πώς μετράει; / τι καπνό φουμάρει; / τι ρόλο παίζει; / τι ώρες κάνει(;)·
- τι βιολί είν’ αυτό! βλ. φρ. τι βιόλα είν’ αυτή! λ. βιόλα·
- το βιολί βιολάκι, επιμονή στην ίδια αντίληψη, στην ίδια τακτική, στην ίδια νοοτροπία, ιδίως αρνητική: «όλοι του λέμε πως το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, αλλ’ αυτός το βιολί βιολάκι», δηλ. εξακολουθεί να καπνίζει. (Λαϊκό τραγούδι: σήκω εσύ να κάτσω εγώ, σώπα εσύ να πω εγώ, φύγ’ εσύ να μείνω εγώ και το βιολί βιολάκι).

βρακί

βρακί, το, ουσ. [<μσν. βρακίν, υποκορ. του ουσ. βράκα <λατιν. braca, κέλτ. αρχής]. 1. το κάτω αντρικό, ιδίως γυναικείο εσώρουχο, η κιλότα, το κιλοτάκι, γιατί του άντρα συνηθίζεται να το λέμε σώβρακο, σλιπ, σλιπάκι. 2. η προσωπικότητα, η τιμή της γυναίκας, η οικογενειακή τιμή, ιδίως του άντρα: «γι’ αυτόν πες ό,τι θες, μη θίξεις όμως το βρακί της αδερφής του, γιατί γίνεται θηρίο». Στις φρ. το βρακί της μάνας σου ή το βρακί της αδερφής σου, ενν. το ρ. φαίνεται, όπου το υπονοούμενο είναι ότι πρόκειται για γυναίκα ανήθικη, για πόρνη αφού έφτασε στο σημείο να μην ενδιαφέρεται που φαίνεται το βρακί της. Βέβαια, οι παλιοί θα θυμούνται το ομοιοκατάληκτο παιδικό λογοπαίγνιο με τη λ. βρακί και το Πάτερ ημών, όπου ενώ κάποιο παιδί εκφωνούσε το Πάτερ ημών, η ομήγυρη απαντούσε εν χορώ: «Πάτερ ημών -Το βρακί του Σολομών - ο εν τοις ουρανοίς - το βρακί της μαμής - αγιασθήτω το όνομά σου - το βρακί της μαμάς σου - ελθέτω η βασιλεία σου - το βρακί της θείας σου. 3. στον πλ. τα βρακιά, το σύνολο των ρούχων που καλύπτουν το κάτω μέρος του σώματος: «όπως περπατούσε βιαστικά, του ’πεφταν κάθε τόσο τα βρακιά του», δηλ. το παντελόνι του και το βρακί του. (Ακολουθούν 46 φρ.)·
- αβράκωτος έβαλε βρακί και σε κάθε πόρτα το ’δειχνε, βλ. λ. αβράκωτος·
- ακόμη τα κάνει στα βρακιά του ή τα κάνει ακόμη στα βρακιά του, λέγεται ειρωνικά ή υποτιμητικά για άτομο που, χωρίς να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις στη ζωή ή σε ένα επάγγελμα ή μια τέχνη λόγω μικρής ηλικίας, θέλει ή προσπαθεί να συμβουλέψει άλλους, που είναι και μεγαλύτεροί του και πολύ πιο έμπειροι από αυτό: «ακόμη τα κάνει στα βρακιά του και μας υποδεικνύει πώς να ενεργήσουμε!». Για συνών. βλ. φρ. ακόμη δε βγήκε απ’ το καβούκι του, λ. καβούκι·
- ακόμη το βρακί του δεν μπορεί να δέσει, παντρειά μου γυρεύει, λέγεται ειρωνικά για νεαρό άτομο που επιδιώκει κάτι που είναι πάνω από τις δυνάμεις του ή τις δυνατότητές του: «μόλις απολύθηκε απ’ το στρατό και είναι στα μαχαίρια με τον πατέρα του, γιατί θέλει να τον παραμερίσει και ν’ αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης. -Ακόμη το βρακί του δεν μπορεί να δέσει, παντρειά μου γυρεύει». Από το ότι η παντρειά έχει ευθύνες, υποχρεώσεις, χρειάζεται υπευθυνότητα, πράγμα που ίσως δε διαθέτει το νεαρό άτομο·
- άμυαλος βρακί εφόρει, κάθε πάτημα το θώρει, βλ. λ. άμυαλος·
- βρακί δεν έχει ο κώλος μας, λουλούδια θέλ’ η σκούφια μας, βλ. φρ. βρακί δεν έχει ο κώλος μας, λουλούδια θέλει ο πούτσος μας·
- βρακί δεν έχει ο κώλος μας, λουλούδια θέλει ο πούτσος μας, ενώ μας λείπουν τα στοιχειώδη πράγματα στη ζωή μας, εμείς επιζητούμε ανώφελες πολυτέλειες. Πολλές φορές της φρ. προτάσσεται το τώρα μάλιστα·
- γέμισε το βρακί του ή γέμισε τα βρακιά του, βλ. συνηθέστ. τα ’κανε στο βρακί του·
- δεν έχει βρακί στον κώλο του, βλ. φρ. δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του·
- δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του, είναι πάμφτωχος: «δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του κι ονειρεύεται μεγαλεία»·
- δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί, είναι πολύ φτωχός: «κάνει φοβερές οικονομίες ο άνθρωπος για να τα βγάλει πέρα, γιατί δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί»·
- δεν έχει να φορέσει βρακί στον κώλο του, βλ. φρ. δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του·
- δεν έχει να φορέσει δεύτερο βρακί, βλ. φρ. δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί·
- δεν ξέρει να δέσει το βρακί του, είναι εντελώς άπειρος σε μια δουλειά ή τέχνη: «μοστράρεται για μηχανικός, αλλ’ αυτός, μωρ’ αδερφάκι μου, δεν ξέρει να δέσει το βρακί του»·
- δίνει και το βρακί του, είναι πολύ γαλαντόμος, είναι μεγάλος χουβαρντάς: «ένα του ζητάς δέκα σου δίνει, κι αν έχεις και μεγάλη ανάγκη, σου δίνει και το βρακί του»· βλ. και φρ. δίνω και το βρακί μου·
- δίνω και το βρακί μου, α. δίνω τα πάντα, προκειμένου να αποκτήσω κάτι που το θέλω πάρα πολύ: «γι’ αυτό τ’ αυτοκίνητο δίνω και το βρακί μου || γι’ αυτή τη γυναίκα δίνω και το βρακί μου». β. δίνω τα πάντα, προκειμένου να βοηθήσω κάποιο φιλικό μου πρόσωπο: «γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που τόσες φορές με βοήθησε στο παρελθόν, δίνω και το βρακί μου»· βλ. και φρ. δίνει και το βρακί του·
- δυο κώλοι σ’ ένα βρακί δε χωράνε, βλ. λ. κώλος·
- δυο κωλομέρια σ’ ένα βρακί δε χωράνε, βλ. λ. κωλομέρι·
- δώσ’ εδώ και δώσ’ εκεί πώς θα κάνουμε βρακί; ο σπάταλος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει περιουσία: «θα πεθάνει στην ψάθα αυτός ο άνθρωπος, γιατί δώσ’ εδώ και δώσ’ εκεί πώς θα κάνουμε βρακί;»·
- έβαλε το βρακί, σαρίκι, βλ. λ. σαρίκι·
- ένα βρακί δυο κώλους δε χωράει, βλ. λ. κώλος·  
- είναι κώλος και βρακί, βλ. λ. κώλος·
- έφυγε με γεμάτο βρακί ή έφυγε με γεμάτο το βρακί ή έφυγε με γεμάτα βρακιά ή έφυγε με γεμάτα τα βρακιά, έφυγε από κάπου πολύ φοβισμένος, έφυγε τρομοκρατημένος: «μόλις τους είδε να τρέχουν όλοι καταπάνω του, έφυγε με γεμάτα βρακιά». Από το ότι πολλές φορές, όταν κάποιος αντιμετωπίζει κάποιον σοβαρό κίνδυνο, τα κάνει απάνω του από το φόβο του·
- θέλω να γενώ καλόγερος να σώσω την ψυχή μου, μα δε μ’ αφήνει ο διάβολος που ’χω μέσ’ στο βρακί μου, βλ. λ. διάβολος·
- κατεβάζω το βρακί ή κατεβάζω το βρακί μου ή κατεβάζω τα βρακιά ή κατεβάζω τα βρακιά μου, αποδέχομαι όλες τις απαιτήσεις κάποιου, υποκύπτω ολοκληρωτικά: «του έχει τέτοια αδυναμία που, ό,τι και να του ζητήσει, κατεβάζει τα βρακιά του || τον φοβάται τόσο πολύ που, ό,τι και να του ζητήσει, κατεβάζει το βρακί του || κατέβασα τα βρακιά μου στην τράπεζα για να πάρω ένα δάνειο, που το είχα πολλή ανάγκη»·
- μ’ έπιασε με τα βρακιά κατεβασμένα, βλ. φρ. με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα·
- με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα, με βρήκε εντελώς ανέτοιμο, εντελώς απροετοίμαστο, με πέτυχε σε ακατάλληλη στιγμή: «είχα όλη την καλή πρόθεση να τον βοηθήσω, αλλά με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα, γιατί είχα να καλύψω ένα σωρό δικές μου υποχρεώσεις»·
- με πέτυχε με τα βρακιά κατεβασμένα, βλ. φρ. με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα·
- μα το βρακί σου! λέγεται με παικτική διάθεση στο ορκίσου που μας λέει ο συνομιλητής μας, όταν εμείς για διάφορους λόγους δε θέλουμε να ορκιστούμε πραγματικά. Συνών. μα τα γένια του σπανού! ή μα του σπανού τα γένια(!)·
- να ’χεις την ευχή μου μέσ’ απ’ το βρακί μου, ευχή που δίνουμε σε κάποιον ή κάποια υπό τύπο αστεϊσμού και με σεξουαλικό περιεχόμενο·
- παστρικό βρακί, (για γυναίκες) είναι γυναίκα ανήθικη, πόρνη: «μας κάνει τη χαμηλοβλεπούσα, αλλά όλοι το ξέρουμε πως είναι παστρικό βρακί»·
- πετιέται σαν ψωλή απ’ το βρακί, βλ. λ. βρακί·
- πότε ο Γιάννης βρακί και τώρα βρακοζώνα; βλ. λ. Γιάννης·
- πούλησε και το βρακί του, έχει υποστεί τέλεια οικονομική καταστροφή: «ήταν μεγάλος και τρανός, αλλά, από μια λανθασμένη κίνηση που έκανε στην τελευταία του δουλειά, πούλησε και το βρακί του»·
- στο βρακί σου, βλ. φρ. μα το βρακί σου·
- στο βρακί της αδερφής σου, ειρωνική απάντηση στο ορκίσου που μας λέει ο συνομιλητής μας, όταν εμείς για διάφορους λόγους δε θέλουμε να ορκιστούμε πραγματικά·
- τα ’κανε στο βρακί του ή τα ’κανε στα βρακιά του, α. φοβήθηκε πάρα πολύ, τρομοκρατήθηκε τόσο, που κατουρήθηκε ή χέστηκε απάνω του: «μόλις τους είδε να ’ρχονται αγριεμένοι, τα ’κανε στο βρακί του». β. χάρηκε πάρα πολύ: «τα ’κανε στα βρακιά του, μόλις έμαθε πως κέρδισε στο λαχείο». Από το ότι συμβαίνει πολλές φορές και στις δυο περιπτώσεις, από μεγάλο φόβο ή μεγάλη χαρά, να τα κάνει κάποιος απάνω του·
- τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους, α. για να ζήσει κανείς πολυτελή ζωή, πρέπει να έχει και τη διάθεση να υποστεί και το ανάλογο κόστος: «θέλει ταξίδια, θέλει κρουαζιέρες, αλλά τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους κι αυτός ο καημένος δεν έχει μία». β. για τη διεκπεραίωση δύσκολων ή ειδικών υποθέσεων απαιτούνται και άτομα με τις κατάλληλες ικανότητες: «έτσι άπειρος που ήταν, έχασε όλα τα λεφτά του στο χρηματιστήριο, γιατί δεν ήξερε ο βλάκας πως τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους» γ. η συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να είναι ανάλογη και με την κοινωνική θέση που κατέχει: «τον πέταξαν κλοτσηδόν απ’ τα μεγάλα σαλόνια, γιατί είχε την εντύπωση πως με τα λεφτά που απόκτησε απ’ την κληρονομιά μπορούσε να κάνει και να λέει ό,τι θέλει, αλλά του διέφευγε πως τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους»·
- την πήρε με το βρακί της, (για γυναίκες) την παντρεύτηκε πάμφτωχη, χωρίς διόλου προίκα: «την αγάπησε και την πήρε με το βρακί της»·
- το βρακί σέρνει καράβι, βλ. λ. καράβι·
- τον βρήκα με το βρακί ή τον βρήκα με τα βρακιά, βλ. φρ. τον βρήκα με το σώβρακο, λ. σώβρακο·
- τον έβαλε στο βρακί της, βλ. φρ. τον έχει στο βρακί της·
- τον έχει δεμένο στο βρακί της, βλ. φρ. τον έχει στο βρακί της·
- τον έχει στο βρακί της, η γυναίκα για την οποία γίνεται λόγος κάνει τον άντρα, με τον οποίο σχετίζεται ή το σύζυγό της, ό,τι θέλει, τον κάνει να τρέχει πίσω της, γιατί την αγαπάει πολύ ή γιατί δεν μπορεί να αντισταθεί στα θέλγητρά της: «αλλού κι αλλού κάνει το σκληρό, όμως η γυναίκα του τον έχει στο βρακί της»·
- του ’φυγαν στο βρακί του ή του ’φυγαν στα βρακιά του, βλ. φρ. τα ’κανε στο βρακί του·
- χέστηκε στο βρακί του ή χέστηκε στα βρακιά του, βλ. φρ. τα ’κανε στο βρακί του.

βρίσκω

βρίσκω, ρ. [<μσν. βρίσκω <αρχ. εὑρίσκω], βρίσκω. 1. ανταμώνω, συναντώ: «καθώς ερχόμουν, βρήκα τον τάδε στο δρόμο». 2. (για τάβλι) χτυπώ ή πιάνω πούλι του αντιπάλου μου ανάλογα με το παιχνίδι που παίζω: «στις πόρτες τον βρήκα τέσσερις φορές, ενώ στο πλακωτό μόνο μία». (Ακολουθούν 240 φρ.)·
- αβγό να πάρεις απ’ αυτόν, κρόκο δε βρίσκεις μέσα, βλ. λ. κρόκος·
- αλλιώς τα περιμέναμε κι αλλιώς τα βρήκαμε, βλ. λ. αλλιώς·
- άμα θέλεις να βρεις σπίτι, ψάξε για γείτονα, βλ. λ. γείτονας·
- άμα θέλω να σε βρίσω, χίλιες αφορμές σου βρίσκω, βλ. λ. αφορμή·
- άναψε το φανάρι σου, προτού να σ’ εύρει η νύχτα, βλ. λ. φανάρι·
- απ’ το Θεό να το βρεις! βλ. λ. Θεός·
- αφορμή γύρευε κι αφορμή βρήκε, βλ. λ. αφορμή·
- βρε μπελά που (τον) βρήκα! ή βρε μπελά που (τον) βρήκαμε! βλ. λ. μπελάς·
- βρες τη νύφη εσύ κι εγώ σε στεφανώνω, βλ. λ. νύφη·
- βρείτε τα ή βρέστε τα, α. συμβουλευτική ή προτρεπτική έκφραση σε δυο άτομα που έχουν διαφορές μεταξύ τους να τις λύσουν με ήρεμο διάλογο, με πολιτισμένο τρόπο: «βρείτε τα μεταξύ σας κι αφήστε κατά μέρος τα δικαστήρια». β. πολλές φορές δηλώνει και αδιαφορία: «εμένα τι με νοιάζει, βρείτε τα μεταξύ σας». Συνών. κανονίστε τα / συζητείστε τα / συνεννοηθείτε·
- βρήκα λαχείο, βλ. λ. λαχείο·
- βρήκα πετρέλαιο, βλ. λ. πετρέλαιο·
- βρήκα τη σωτηρία μου, βλ. λ. σωτηρία·
- βρήκα τη φλέβα του, βλ. λ. φλέβα·
- βρήκα τη χορδή του, βλ. λ. χορδή·
- βρήκα την πόρτα του ανοιχτή, βλ. λ. πόρτα·
- βρήκα την πόρτα του κλειστή, βλ. λ. πόρτα·
- βρήκα την υγειά μου, βλ. λ. υγειά·
- βρήκα το σφυγμό, βλ. λ. σφυγμός·
- βρήκα το σφυγμό του, βλ. λ. σφυγμός·
- βρήκα φλέβα, βλ. λ. φλέβα·
- βρήκαμε έναν κοινό παρονομαστή, βλ. λ. παρονομαστής·
- βρήκαμε κοινή γλώσσα, βλ. λ. γλώσσα·
- βρήκε αγελάδα κι αρμέγει, βλ. λ. αγελάδα·
- βρήκε βυζί και βυζαίνει, βλ. λ. βυζί·
- βρήκε γωνία να ξυστεί, βλ. λ. γωνία·
- βρήκε μουνί στην έρημο, το θέλει και ξυρισμένο, βλ. λ. μουνί·
- βρήκε μπόλικη μυτζήθρα ο γύφτος κι άλειψε και στον κώλο του, βλ. λ. γύφτος·
- βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του, βλ. λ. γύφτος·
- βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ, α. λέγεται για δυο ανθρώπους της ίδιας ποιότητας και του ίδιου χαρακτήρα, που συνδέθηκαν με στενή φιλία ή συνεργασία, ή λέγεται για ταιριαστό ερωτικό ζευγάρι. β. λέγεται ειρωνικά στην περίπτωση που κάποιος απατεώνας ή παράνομος συνταίριαξε με κάποιον όμοιό του ή στην περίπτωση που κάνουν παρέα δυο άτομα του ιδίου χαμηλού πνευματικού επιπέδου. Συνών. είναι ραμμένοι φόδρα με φόδρα / κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι / ο βρομιάρης, τον βρομιάρη αγαπά / όμοιος τον όμοιο (β) / όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα / τα ψωριάρικα γαϊδούρια από βουνό σε βουνό μυρίζονται·
- βρήκε στημένη δουλειά ή βρήκε δουλειά στημένη, βλ. λ. δουλειά·
- βρήκε στρωμένα τα πράγματα ή βρήκε τα πράγματα στρωμένα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- βρήκε στρωμένη δουλειά ή βρήκε δουλειά στρωμένη, βλ. λ. δουλειά·
- βρήκε στρωμένο τραπέζι ή βρήκε τραπέζι στρωμένο, βλ. λ. τραπέζι·
- βρήκε τζάμπα μουνί, το θέλει και ξυρισμένο, βλ. λ . μουνί· 
- βρήκε την κότα που (του) γεννάει τα χρυσά (τ’) αβγά ή βρήκε την κότα που (του) κάνει τα χρυσά (τ’) αβγά, βλ. λ. κότα·
- βρήκε το χέρι του, (για μπασκετμπολίστες) βλ. λ. χέρι·
- βρήκε χήνα και τη μαδά, βλ. λ. χήνα·
- βρήκες άγιο ν’ ανάψεις κερί, βλ. λ. κερί·
- βρήκες άνθρωπο! βλ. λ. άνθρωπος·
- βρήκες μέρα! ή βρήκες τη μέρα! βλ. λ. μέρα·
- βρήκες την ώρα να…! ή βρήκες ώρα να…! βλ. λ. ώρα·
- βρήκες το χωριό χωρίς σκυλί και γυρίζεις χωρίς ραβδί, βλ. λ. χωριό·
- βρίσκει και τα κάνει, βρίσκει ελεύθερο κοινωνικό ή εμπορικό πεδίο ή βρίσκει άνθρωπο πράο και ενεργεί ή συμπεριφέρεται όπως αυτός θέλει, ιδίως αυθαίρετα: «δεν υπήρχε κανένας λεφτάς να τον κοντράρει στο διαγωνισμό και πήρε τη δουλειά. -Βρίσκει και τα κάνει || απ’ τη μέρα που παντρεύτηκε εκείνη την άγια γυναίκα, της έχει ψήσει το ψάρι στα χείλια. -Βρίσκει και τα κάνει». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το εμ·
- βρίσκω αέρα, βλ. λ. αέρας·
- βρίσκω ανοιχτές πόρτες ή βρίσκω πόρτες ανοιχτές, βλ. λ. πόρτα·
- βρίσκω απάγκιο, βλ. λ. απάγκιο·
- βρίσκω αφορμή, βλ. λ. αφορμή·
- βρίσκω γιατρικό, βλ. λ. γιατρικό·
- βρίσκω γούστα, βλ. λ. γούστο·
- βρίσκω διάνα, βλ. λ. διάνα·
- βρίσκω δίχτυα, βλ. λ. δίχτυ·
- βρίσκω δοκάρι, (για ποδοσφαιριστές), βλ. λ. δοκάρι·
- βρίσκω δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- βρίσκω έδαφος, βλ. λ. έδαφος·
- βρίσκω έναν μπούσουλα, βλ. λ. μπούσουλας·
- βρίσκω ευχαρίστηση, βλ. λ. ευχαρίστηση·
- βρίσκω ζόρι, βλ. λ. ζόρι·
- βρίσκω θάλασσα, βλ. λ. θάλασσα·
- βρίσκω καιρό ή βρίσκω τον καιρό, καιρός·
- βρίσκω κέντρο, βλ. λ. κέντρο·
- βρίσκω κλειστές πόρτες ή βρίσκω πόρτες κλειστές, βλ. λ. πόρτα·
- βρίσκω κουντεπιέ, βλ. λ. κουντεπιέ·
- βρίσκω κουράγιο ή βρίσκω το κουράγιο, βλ. λ. κουράγιο·
- βρίσκω λογαριασμό, βλ. λ. λογαριασμός·
- βρίσκω λύση ή βρίσκω τη λύση, βλ. λ. λύση·
- βρίσκω μια θέση στον ήλιο, βλ. λ. θέση·
- βρίσκω μπελά ή βρίσκω τον μπελά μου, βλ. λ. μπελάς·
- βρίσκω ξέρα, βλ. λ. ξέρα·
- βρίσκω παρηγοριά, βλ. λ. παρηγοριά·
- βρίσκω πάτημα, βλ. λ. πάτημα·
- βρίσκω πάτο, βλ. λ. πάτος·
- βρίσκω στόχο, βλ. λ. στόχος·
- βρίσκω τ’ αγιάρι μου, βλ. λ. αγιάρι·
- βρίσκω τα ίσα μου ή βρίσκω το ίσο μου, βλ. λ. ίσος·
- βρίσκω τη βολή μου, βλ. λ. βολή1·
- βρίσκω τη γυναίκα της ζωής μου, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- βρίσκω τη γυναίκα των ονείρων μου, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- βρίσκω τη δύναμη να…, βλ. λ. δύναμη·
- βρίσκω τη φάμπρικα, βλ. φάμπρικα·
- βρίσκω (την) άκρη, βλ. λ. άκρη·
- βρίσκω την άκρη της κλωστής, βλ. λ. άκρη·
- βρίσκω την ευαίσθητη χορδή του, βλ. λ. χορδή·
- βρίσκω (την) ευκαιρία, βλ. λ. ευκαιρία·
- βρίσκω την πόρτα του ανοιχτή ή βρίσκω τις πόρτες του ανοιχτές, βλ. λ. πόρτα·
- βρίσκω την πόρτα του κλειστή ή βρίσκω τις πόρτες του κλειστές, βλ. λ. πόρτα·
- βρίσκω την τύχη μου, βλ. λ. τύχη·
- βρίσκω τις αισθήσεις μου, βλ. λ. αίσθηση·
- βρίσκω το αδύνατο σημείο του, βλ. λ. σημείο·
- βρίσκω το βήμα μου, βλ. λ. βήμα·
- βρίσκω το βηματισμό μου, βλ. λ. βηματισμός·
- βρίσκω το δάσκαλό μου, βλ. λ. δάσκαλος·
- βρίσκω το διάβολό μου, βλ. λ. διάβολος·
- βρίσκω το δίκιο μου, βλ. λ. δίκιο·
- βρίσκω το δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- βρίσκω το δρόμο μου, βλ. λ. δρόμος·
- βρίσκω το ευαίσθητο σημείο του, βλ. λ. σημείο·
- βρίσκω το καπάκι μου, βλ. λ. καπάκι·
- βρίσκω το κολάι, βλ. λ. κολάι·
- βρίσκω το κόλπο, βλ. λ. κόλπο·
- βρίσκω το κουμπί, βλ. λ. κουμπί·
- βρίσκω το κουμπί της, βλ. λ. κουμπί·
- βρίσκω το κουμπί του, βλ. λ. κουμπί·
- βρίσκω το μάστορά μου (το μάστορή μου), βλ. λ. μάστορας·
- βρίσκω το μήνα που θρέφει τους έντεκα, βλ. λ. μήνας·
- βρίσκω το στόχο μου, βλ. λ. στόχος·
- βρίσκω το ταίρι μου, βλ. λ. ταίρι·
- βρίσκω το φάρμακο, βλ. λ. φάρμακο·
- βρίσκω τον άνθρωπο, βλ. λ. άνθρωπος·
- βρίσκω τον άνθρωπό μου, βλ. λ. άνθρωπος·
- βρίσκω τον άντρα της ζωής μου, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- βρίσκω τον άντρα των ονείρων μου, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- βρίσκω τον εαυτό μου, βλ. λ. εαυτός·
- βρίσκω τον παλιό καλό μου εαυτό, βλ. λ. εαυτός·
- βρίσκω ύφαλο, βλ. λ. ύφαλος·
- δε βρίσκω γιατρειά, βλ. λ. γιατρειά·
- δε βρίσκω καιρό (για κάτι), βλ. λ. καιρός·
- δε βρίσκω λόγια να…, βλ. λ. λόγος·
- δε βρίσκω ούτ’ αρχή ούτε τέλος, βλ. λ. αρχή·
- δε βρίσκω (την) άκρη, βλ. λ. άκρη·
- δε βρίσκω το λόγο να…, βλ. λ. λόγος·
- δε βρίσκω χρόνο (για κάτι), βλ. λ. χρόνος·
- δεν είχε δουλειά να κάνει και βρήκε μαλλί να ξάνει, βλ. λ. δουλειά·
- δεν μπορεί να βρει καφέ στη Βραζιλία, βλ. λ. καφές·
- δεν ξέρω, βρείτε τα ή δεν ξέρω βρέστε τα, έκφραση αδιαφορίας σε άτομο που μας ζητάει να παρέμβουμε ως διαιτητής στη διένεξη που έχει με κάποιον, συνεννοηθείτε χωρίς τη μεσολάβησή μου: «θα πεις κι εσύ έναν καλό λόγο για να σταματήσει επιτέλους αυτή η διένεξη με τον τάδε; -Δεν ξέρω, βρείτε τα». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εγώ. Συνών. δεν ξέρω, κανονίστε τα / δεν ξέρω, συζητείστε τα / δεν ξέρω, συνεννοηθείτε·    
- δεν τα βρήκαν, α. (για ζευγάρια) δεν μπόρεσαν να συνταιριάξουν, είχαν διαφορετικούς χαρακτήρες ή ενδιαφέροντα και γι’ αυτό δεν αποφάσισαν να κάνουν δεσμό: «ήταν και οι δυο τους καλά παιδιά αλλά δεν τα βρήκαν κι αποφάσισαν να μείνουν φίλοι. Συνών. δεν έσμιξαν τ’ άστρα τους. β. (γενικά) δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούνε, ιδίως σε κάποια συμφωνία, κάποιο λογαριασμό ή κάποια οικονομική δοσοληψία: «δεν τα βρήκαν στην προκαταβολή κι έτσι χάλασε η δουλειά»·
- δεν τη βρίσκω, α. δε μου αρέσει, δεν ευχαριστιέμαι, δεν κάνω κέφι: «δεν τη βρίσκω, όταν είμαστε μεγάλη παρέα, γιατί ο ένας λέει το μακρύ του κι ο άλλος το κοντό του || δεν τη βρίσκω με τις εκδρομές». (Τραγούδι: δεν τη βρίσκω με τη ντίσκο, η αγάπη θέλει ρίσκο). β. δεν ικανοποιούμαι σεξουαλικά: «δεν τη βρίσκω μ’ αυτή τη γυναίκα»·
- δεν τη βρίσκω εντάξει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- δεν τον βρίσκει ούτε ο χάρος, βλ. λ. χάρος·
- δοκίμαζε τους φίλους σου, όταν σε βρίσκει η φτώχεια, βλ. λ. φίλος·
- δουλειά δεν είχαμε και δουλειά βρήκαμε, βλ. λ. δουλειά·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος, δουλειά βρήκε να κάνει, βλ. λ. δουλειά·
- έτσι τον βρίσκω τον καιρό, έτσι τον αρμενίζω, βλ. λ. καιρός·
- έχω βρει τη βολή μου, βλ. λ. βολή1·
- έχω δίκιο, αλλά πού θα το βρω, βλ. λ. δίκιο·
- θα σε βρουν στο χαντάκι, βλ. λ. χαντάκι·
- θα σε βρω και στου βοδιού το κέρατο μέσα να κρυφτείς, βλ. λ. βόδι·
- θα τη βρούμε τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- θα το βρω το γλυκό, βλ. λ. γλυκό·
- και στο δρόμο να τα βρεις, μέτρα τα ή και στο δρόμο να τα βρεις, μέτρησέ τα (ενν. τα λεφτά), βλ. λ. δρόμος·
- κακό που μας βρήκε! ή κακό που με βρήκε! βλ. λ. κακός·
- κακό που τον βρήκε! βλ. λ. κακός·
- κακός μπελάς που με βρήκε! βλ. λ. μπελάς·
- καλή δουλειά βρήκαμε! βλ. λ. δουλειά·
- καλώς σας βρήκα! ή καλώς σε βρήκα! ή καλώς σας βρήκαμε! ως χαιρετισμός σε κάποιους ή σε κάποιον από άτομο που φτάνει σε ένα τόπο και δίνεται ως απάντηση στο καλώς ήρθες! ή καλώς ήρθατε! ή στο καλώς όρισες! ή καλώς ορίσατε! Ο πλ. και όταν ο ομιλητής απευθύνεται σε ένα μόνο άτομο·
- κάμε του φτωχού καλό, θα το βρεις απ’ το Θεό, βλ. λ. φτωχός·
- κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, βλ. λ. τέντζερης·
- με βρήκε άσχημη στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- με βρήκε δύσκολη στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- με βρήκε η μέρα, βλ. λ. μέρα·
- με βρήκε η νύχτα, βλ. λ. νύχτα·
- με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα, βλ. λ. βρακί·
- με βρήκε το μεσημέρι, βλ. λ. μεσημέρι·
- με βρήκε το ξημέρωμα, βλ. λ. ξημέρωμα·
- με βρίσκουν εντάξει, βλ. λ. εντάξει·
- με βρίσκουν οκέι, βλ. λ. οκέι·
- μέρα που βρήκες! ή μέρα που τη βρήκες! βλ. λ. μέρα·
- μην κλοτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ’ τα παιδιά σου, βλ. λ. γονικά·
- μπελά δεν είχαμε και μπελά βρήκαμε, βλ. λ. μπελάς·
- να βρεις την υγειά σου, βλ. λ. υγεία·
- να μη σε βρει, ευχή που δίνουμε σε κάποιον να μην πάθει, να μην του τύχει αυτό το κακό που κουβεντιάζουμε αυτή τη στιγμή, γιατί θα υποφέρει πάρα πολύ: «λες τώρα χωρίς να σκεφτείς, ότι δεν είναι και πολύ σπουδαίο που χρεοκόπησε ο τάδε. Να μη σε βρει, γιατί τότε θα καταλάβεις». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το μωρέ·
- όποια πέτρα κι αν γυρίσεις, θα τον βρεις από κάτω ή όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω, βλ. λ. πέτρα·
- όποιος βρίσκει και γαμεί, τύφλα έχει να παντρευτεί, βλ. λ. τύφλα·
- όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι, βλ. λ. αλάτι·
- όποιος ξυπνάει πρωί, βρίσκει το φλουρί, βλ. λ. φλουρί·
- όπως τον βρίσκω τον καιρό, έτσι τον αρμενίζω, βλ. λ. καιρός·
- ό,τι ποθείτε στην αγκαλιά σας να το βρείτε, βλ. λ. αγκαλιά·
- πανούκλα να σε βρει! βλ. λ. πανούκλα·
- παπά ζουρλό σαν ήβραμε, όλη μέρα ψέλναμε, βλ. λ. παπάς·
- ποιος έχασε την τιμή του, (για) να τη βρεις εσύ; βλ. λ. τιμή·
- ποιος έχασε το μυαλό του, (για) να το βρεις εσύ; βλ. λ. μυαλό·
- ποιος έχασε το φιλότιμό του, (για) να το βρεις εσύ; φιλότιμο·
- ποιος να βρει αφτιά να σ’ ακούσει; βλ. λ. αφτί·
- ποιος το ’χασε για να το βρεις εσύ; (ενν. το μυαλό, το φιλότιμο), βλ. λ. ποιος·
- πού με βρήκες, πού σε βρήκα! έκφραση που προκαταλαμβάνει και τη γνώμη του συνομιλητή μας, πως η συνάντησή μας και η συνεργασία μας υπήρξε αποτυχημένη: «πού με βρήκες, πού σε βρήκα, νόμιζα πως είχες προίκα, με το πρώτο σου φιλάκι με επότισε φαρμάκι)·   
- πού σε βρήκα! έκφραση απογοήτευσης για την αποτυχημένη εκλογή ατόμου που του αναθέσαμε να διεκπεραιώσει κάποια δουλειά ή υπόθεσή μας ή και για την αποτυχημένη εκλογή ερωτικού συντρόφου. (Λαϊκό τραγούδι: πού σε βρήκα βρε μαργιόλα και μου τα ’χεις φάει όλα). Συνήθως της φρ. προτάσσεται το μωρέ ή το ρε·
- πού το βρήκες αυτό γραμμένο; βλ. λ. γραμμένος·
- πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις, συχνάζει ανελλιπώς σε ένα χώρο: «πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις τον τάδε, στο μπαράκι Αλέα». (Λαϊκό τραγούδι: πού σε χάνω πού σε βρίσκω όλο κάνεις βόλτα, βραδινή περιπολία στη δική μου πόρτα
- σαν δε θέλω, γριά, να σε φιλήσω, χίλιες αφορμές σου βρίσκω, βλ. λ. γριά·
- στη θάλασσα να τον στείλεις, άμμο δε βρίσκει, βλ. λ. θάλασσα·
- στον ουρανό το(ν) γύρευα και στη γη το(ν) βρήκα, βλ. λ. ουρανός·
- τα βρήκα αγγούρια, βλ. λ. αγγούρι·
- τα βρήκα μπαστούνια, βλ. λ. μπαστούνι·
- τα βρήκα ζόρικα, βλ. λ. ζόρικος·
- τα βρήκα ζόρικα τα πράγματα, βλ. λ. ζόρικος·
- τα βρήκα σκούρα, βλ. λ. σκούρος·
- τα βρήκα σκούρα τα πράγματα, βλ. λ. σκούρος·
- τα βρήκα στενά, βλ. λ. στενός·
- τα βρήκα στενά τα πράγματα, βλ. λ. στενός·
- τα βρήκαμε, α. συμφωνήσαμε και τακτοποιήσαμε τις μεταξύ μας οικονομικές διαφορές. (Τραγούδι: οι ωραίοι έχουν χρέη και πληρώνουν με φιλιά, πες μου τώρα τι χρωστάω να τα βρούμε αγκαλιά). β. (γενικά) συμφωνήσαμε ύστερα από κουβέντα, συμβιβαστήκαμε ύστερα από ανάλυση της υπόθεσης ή του προβλήματος. (Λαϊκό τραγούδι: άσε με στη βαριά σκοτούρα και μην αρχίζεις τη μουρμούρα, σαν ξημερώσει θα τα βρούμε, σβήσε το φως να κοιμηθούμε). γ. συμφιλιωθήκαμε: «μάλωσαν για ψύλλου πήδημα, αλλά τα βρήκαν πάλι»·
- τα βρήκαμε τα λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- τα βρήκε έτοιμα τα πράγματα, βλ. λ. έτοιμος·
- τα βρήκε όλα έτοιμα, βλ. λ. έτοιμος·
- τα βρήκε όλα στρωμένα, βλ. λ. στρωμένος·
- τα βρήκε στρωμένα τα πράγματα, βλ. λ. στρωμένος·
- τα βρίσκει όλα στο πιάτο ή όλα στο πιάτο τα βρίσκει, βλ. λ. πιάτο·
- τη βρήκαμε τη δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- τη βρήκες την πόρτα; βλ. λ. πόρτα·
- τη βρίσκω, α. τακτοποιούμαι οικονομικά, κερδίζω χρήματα: «άνοιξα ένα φαστφουντάδικο στην καρδιά της αγοράς και τη βρίσκω μια χαρά». (Λαϊκό τραγούδι: το θέμα είναι να τη βρω κι από τα δύσκολα να βγω). β. έρχομαι στο κέφι, ευχαριστιέμαι: «όταν πηγαίνω στα μπουζούκια, τη βρίσκω». γ. νιώθω άνεση και ευχαρίστηση με τη συντροφιά κάποιου: «πολύ τη βρίσκω μ’ αυτόν τον άνθρωπο». (Λαϊκό τραγούδι: θα πάω στη Μύκονο για να τη βρω και μη με ψάξεις, έχω αλλάξει κινητό).δ. συνδέομαι ερωτικά. (Λαϊκό τραγούδι: μόνο η αγάπη που μου λείπει τ’ όμορφο το καρδιοχτύπι, μα που θα πάει θα τη βρω). ε. ικανοποιούμαι σεξουαλικά: «με τη μόνη γυναίκα που τη βρίσκω πολύ είναι η τάδε». (Τραγούδι: χωρίς ταμπού έλα να τη βρούμε στο ραντεβού ν’ αγαπηθούμε
- τη βρίσκω ζόρικα, βλ. λ. ζόρικα·
- τη βρίσκω μέσα, (ενν. την πούτσα, την ψωλή), βλ. λ. μέσα·
- την πέρδικα απ’ τη λαλιά της βρίσκουνε τη φωλιά της, βλ. λ. πέρδικα·
- τι ψάχνεις τώρα να βρεις! ή τι την ψάχνεις τώρα! βλ. λ. ψάχνω·
- το βρήκα μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά· 
- το βρήκα πιο πέρα, βλ. λ. πέρα·
- το ψωριάρικο σκυλί, το σύντροφό του θε να βρει, βλ. λ. σκυλί·
- τον βρήκα μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά·
- τον βρήκα πιο πέρα, βλ. λ. πέρα·
- τον βρήκαν τέζα, βλ. λ. τέζα·
- τον βρήκαν τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- τον βρήκαν χαμογελαστό, βλ. λ. χαμογελαστός·
- τον βρήκα με το βρακί ή τον βρήκα με τα βρακιά, βλ. λ. βρακί·
- τον βρήκα με το πιστόλι στο στόμα, βλ. λ. πιστόλι·
- τον βρήκα με το σώβρακο ή τον βρήκα με τα σώβρακα, βλ. λ. σώβρακο·
- τον βρήκα μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά·     
- τον βρήκα σ’ άσχημη στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- τον βρήκα σ’ άσχημη ώρα, βλ. λ. ώρα·
- τον βρήκα σε δύσκολη στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- τον βρήκα σε δύσκολη ώρα, βλ. λ. ώρα·
- τον βρήκα σε κακή στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- τον βρήκα σε κακή ώρα, βλ. λ. ώρα·
- τον βρήκα σε καλή στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- τον βρήκα σε καλή ώρα, βλ. λ. ώρα·
- τον βρήκα σε στιγμή αδυναμίας, βλ. λ. στιγμή·
- τον βρήκα στις κακές του, βλ. λ. κακός·
- τον βρήκα στις μαύρες του, βλ. λ. μαύρος·
- τον βρήκα στο ξέφωτο, βλ. λ. ξέφωτο·
- τον βρήκε η πέτρα (ενν. στο κεφάλι), βλ. λ. πέτρα·
- τον βρήκε η πέτρα στο κεφάλι, βλ. λ. πέτρα·
- τον βρήκε ο χάρος, βλ. λ. χάρος·
- τον βρήκες το δρόμο; βλ. λ. δρόμος·
- τον βρίσκω κατακέφαλα, βλ. λ. κατακέφαλα·
- τον βρίσκω όλο μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά·
- τον βρίσκω στο δόξα πατρί, βλ. λ. δόξα πατρί·
- τον βρίσκω στο σταυρό, βλ. λ. σταυρός·
- τον βρίσκω συνέχεια μπροστά στα πόδια μου, βλ. λ. πόδι·
- του βρήκα τη φλέβα, βλ. λ. φλέβα·
- του βρήκα το σφυγμό, βλ. λ. σφυγμός·
- τους βρήκα καβάλα, βλ. λ. καβάλα·
- τρέξε βρες τον! ή τρέχα βρες τον! βλ. λ. τρέχω·
- τρόμαξα να τον βρω, βλ. λ. τρομάζω·
- τώρα που βρήκαμε παπά, να θάψουμε πέντ’ έξι, βλ. λ. παπάς·
- ώρα που βρήκες! ή ώρα που τη βρήκες! βλ. λ. ώρα.

γαϊδούρι

γαϊδούρι, το, ουσ. [<μσν. γαϊδούριν <μτγν. γαϊδάριον], ο γάιδαρος (βλ. λ.). Υποκορ. γαϊδουράκι, το (βλ. λ.)· βλ. και φρ. γάιδαρος. (Ακολουθούν 16 φρ.)·
- από καβάλα σ’ άλογο, κάθισε σε γαϊδούρι, λέγεται ειρωνικά για κάποιον που ξέπεσε οικονομικά ή κοινωνικά: «κάποτε ήταν όλο μεγαλεία, αλλά τα ’φερε έτσι η ζωή και κάποια στιγμή από καβάλα σ’ άλογο, κάθισε σε γαϊδούρι». Συνών. από δήμαρχος κλητήρας·
- γαϊδούρι ακαπίστρωτο (ξεκαπίστρωτο), άνθρωπος ασύδοτος, αναιδής, θρασύς: «δεν μπορεί κανένας να τον περιορίσει, γιατί είναι γαϊδούρι ξεκαπίστρωτο». Από την εικόνα του γαϊδουριού που, όταν δεν του έχουμε φορέσει καπίστρι, κινείται ασύδοτα·
- γαϊδούρι ασαμάρωτο (ξεσαμάρωτο), άνθρωπος χωρίς την παραμικρή ευγένεια, ο αγροίκος, ο άξεστος: «όχι μόνο δεν έχει ευγένεια αλλά είναι και γαϊδούρι ασαμάρωτο»·
- δεν μπορεί να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχυρο ή δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρο ή δεν ξέρει να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχυρο ή δεν ξέρει να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρο, είναι εντελώς ανόητος ή είναι εντελώς ανίκανος να φέρει σε πέρας μια δουλειά ή υπόθεση: «δεν του εμπιστευόμαστε καμιά δουλειά, γιατί δεν μπορεί ο φουκαράς να μοιράσει δυο γαϊδουριών άχυρο»·
- δουλεύει σαν γαϊδούρι ή δουλεύει σαν το γαϊδούρι, δουλεύει πολύ σκληρά, εντατικά και εξαντλητικά: «απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ δουλεύει σαν γαϊδούρι για να τα βγάλει πέρα». Για συνών. βλ. φρ. δουλεύει σαν σκυλί ή δουλεύει σαν το σκυλί, λ. σκυλί·
- δουλεύουν τ’ άλογα για να τρώνε τα γαϊδούρια, δηλώνει πως σε μια κοινή προσπάθεια, ενώ δουλεύουν οι άξιοι, απολαμβάνουν και οι ανάξιοι: «ο βουλευτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γεωργακόπουλος δήλωσε πως με το νέο εκλογικό νόμο που θέλει να περάσει η κυβέρνηση, θα δουλεύουν τ’ άλογα για να τρώνε τα γαϊδούρια»·
- εγώ μιλάω ή γαϊδούρι κλάνει; έκφραση απηυδισμένου ατόμου που αντιλαμβάνεται πως κανείς δεν ακούει, κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά αυτά που λέει: «αμάν, ρε παιδιά, δώστε λίγη προσοχή σ’ αυτά που λέω, εγώ μιλάω ή γαϊδούρι κλάνει; || εγώ μιλάω ή γαϊδούρι κλάνει και δεν κάνει κανείς αυτά που λέω;»·
- έκανε καβάλα σε στραβό γαϊδούρι, απέτυχε οικτρά σε κάποια προσπάθειά του: «θέλησε να στήσει μια δουλειά, αλλά έκανε καβάλα σε στραβό γαϊδούρι και τώρα έχει προβλήματα»·
- καλύτερα γαϊδούρι που κουβαλάει παρά άλογο που κλάνει, είναι προτιμότερος αυτός που δεν έχει εμφάνιση, αλλά είναι ήρεμος και εργατικός, παρά αυτός που είναι όμορφος, αλλά είναι ατίθασος και προβληματικός: «ο μικρός του ο γιος είναι κάπως κακομούτσουνος, αλλά σκοτώνεται στη δουλειά, ενώ ο μεγάλος, που είναι τ’ ομορφόπαιδο της οικογένειας, τους δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. -Α, να σου πω, φίλε μου. Καλύτερα γαϊδούρι που κουβαλάει παρά άλογο που κλάνει»· 
- κυπραίικο γαϊδούρι, α. άνθρωπος πολύ αγενής, ανάγωγος, αδιάντροπος, άξεστος, αναίσθητος, αφιλότιμος, αχάριστος: «όπου και να πάει φέρεται σαν κυπραίικο γαϊδούρι». β. άνθρωπος ισχυρογνώμονας, πεισματάρης: «είναι τέτοιο κυπραίικο γαϊδούρι, που δεν του αλλάζεις εύκολα γνώμη». Από το ότι τα γαϊδούρια αυτής της ράτσας είναι πολύ δύστροπα και πεισματάρικα. Πρόσφατη δήλωση του Ντεκτάς (23/9/2003) αναφέρει πως οι μόνοι γνήσιοι κάτοικοι της Κύπρου είναι τα γαϊδούρια(!!!)·
- όλοι με τα χρυσά βελούδα, ποιος θα βόσκει τα γαϊδούρια; λέγεται στην περίπτωση που σε μια επιχείρηση, σε ένα οργανωμένο σύνολο, όταν όλοι ενδιαφέρονται να κάνουν το αφεντικό, να καλοπερνούν, τότε η δουλειά ή οι υποθέσεις δε θα προωθούνται, αφού κανένας δε θα δουλεύει: «αν θέλουμε όλοι μας να το παίξουμε αφεντικά για να καλοπερνάμε, τότε το εργοστάσιό μας θα πάει φούντο, γιατί όλοι με τα χρυσά βελούδα, ποιος θα βόσκει τα γαϊδούρια;»·    
- παλιό γαϊδούρι καινούρια περπατησιά, γίνεται; ο κακός ή ο απατεώνας, δεν μπορεί να αλλάξει χαρακτήρα ή τις συνήθειές του. Συνήθως η φρ. κλείνει πάλι από τον ομιλητή με το δε γίνεται·
- στ’ αλόγου τον τόπο γαϊδούρι μη δένεις, όλες τις θέσεις πρέπει να τις καταλαμβάνουν άνθρωποι με αξιοσύνη, με αυξημένες ικανότητες: «τώρα που ανάλαβες υπουργός να ξεχάσεις τα ρουσφέτια και στ’ αλόγου τον τόπο γαϊδούρι μη δένεις»·
- τα στραβά γαϊδούρια τη νύχτα πάν’ και βόσκουν, παράλληλες είναι και οι πράξεις των ιδιότροπων ανθρώπων: «καλημέρα του λες και βρίσκεις τον μπελά σου, αλλά τα στραβά γαϊδούρια τη νύχτα πάν’ και βόσκουν»·
- τα ψωριάρικα γαϊδούρια από βουνό σε βουνό μυρίζονται, λέγεται ειρωνικά στην περίπτωση που κάποιος απατεώνας ή παράνομος συνταίριαξε με κάποιον όμοιό του ή στην περίπτωση που κάνουν παρέα δυο άτομα του ιδίου χαμηλού πνευματικού επιπέδου: «χαρτοπαίχτης ο ένας, νταβατζής ο άλλος τακίμιασαν μια χαρά, γιατί τα ψωριάρικα γαϊδούρια από βουνό σε βουνό μυρίζονται || βλάκας αυτός, βρήκε και μια που είναι ντιπ χαϊβάνι και σκέφτεται να τη  παντρευτεί, γιατί βλέπεις τα ψωριάρικα γαϊδούρια από βουνό σε βουνό μυρίζονται». Συνών. βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ (β) / είναι ραμμένοι φόδρα με φόδρα (β) / κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι (β) / ο βρομιάρης τον βρομιάρη αγαπά / όμοιος τον όμοιο (β) / όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα·
- το μισιακό γαϊδούρι το τρώει ο λύκος, βλ. λ. μισιακός.

γάτα

γάτα, η, ουσ. [<ιταλ. gatta], η γάτα· άνθρωπος πανέξυπνος, παμπόνηρος: «δεν έχω γνωρίσει πιο γάτα στη ζωή μου απ’ αυτόν τον άνθρωπο!». Μεγεθ. γατάρα, η. Υποκορ. γατίτσα και γατούλα, η (βλ. λ.)· βλ. και λ. γάτος και γατί. (Ακολουθούν 40 φρ.)·
- αυτό το κάνει κι η γάτα μου, αυτό που μου αναθέτεις να κάνω, είναι πάρα πολύ εύκολο για μένα: «δώσε μου κάτι πιο δύσκολο να κάνω, γιατί αυτό το κάνει κι η γάτα μου»·
- αυτό το ξέρει κι η γάτα μου, είναι ευρέως γνωστό, το ξέρει όλος ο κόσμος: «το Ν.Α.Τ.Ο. άρχισε να βομβαρδίζει τη Σερβία. -Αυτό το ξέρει κι η γάτα μου || το Ν.Α.Τ.Ο., όσο κι αν το παραβλέπουμε και δε θέλουμε να το πιστέψουμε, είναι ένα συνδικάτο στην υπηρεσία των ισχυρών κρατών της Δύσης. -Αυτό το ξέρει κι η γάτα μου, αλλά σκάσε και κολύμπα!»·
- βγάζω τη γάτα απ’ το σακί, αναγκάζω, υποχρεώνω κάποιον, ιδίως παράνομο, να βγει από την κρυψώνα του: «ο αρχηγός της συμμορίας είναι εξαφανισμένος, αλλά όλοι εκτιμούν πως, μόλις η αστυνομία βγάλει τη γάτα απ’ το σακί, η συμμορία θα εξαρθρωθεί». Από την εικόνα του ατόμου που εμφανίζει τη γάτα που μεταφέρει μέσα σε σακί, καθώς την απομακρύνει από το σπίτι του. Ως γνωστό, όταν θέλει κάποιος να απομακρύνει τη γάτα του από το σπίτι του, τη βάζει μέσα σ’ ένα σακί για να μη βλέπει τίποτα, γιατί αλλιώς έχει την ικανότητα να αποτυπώσει τη διαδρομή και να επιστρέψει πάλι πίσω, άλλο τώρα πως η γάτα, ακόμα και με αυτόν τον τρόπο, βρίσκει πάλι το δρόμο της επιστροφής·
- γάτα που κοιμάται, ποντικούς δεν πιάνει, ο τεμπέλης δεν πετυχαίνει τίποτα στη ζωή του: «μου λες γιατί δεν πρόκοψε στη ζωή του, σαν να μην ξέρεις πως γάτα που κοιμάται ποντικούς δεν πιάνει»·
- γιατί η γάτα έχει έν’ αφτί, βλ. λ. αφτί·
- δεν αφήνει ούτε θηλυκιά γάτα, βλ. φρ. δεν του ξεφεύγει ούτε θηλυκιά γάτα·
- δεν του ξεφεύγει ούτε θηλυκιά γάτα, ο άντρας για τον οποίο γίνεται λόγος, είναι μεγάλος γυναικοκατακτητής, επιβάλλει τη σεξουαλική πράξη αδιάκριτα σε όλες τις γυναίκες: «πρόσεχε την κόρη σου απ’ αυτόν τον τύπο, γιατί δεν του ξεφεύγει ούτε θηλυκιά γάτα»·
- είναι γάτα, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος είναι πανέξυπνο, παμπόνηρο, είναι ατσίδα. (Λαϊκό τραγούδι: είναι γάτα, είναι γάτα, ο κοντός με τη γραβάτα). Πρβλ.: για πελάτες που είναι γάτες (Διαφημιστικό σλόγκαν)·
- είναι γάτα με πέταλα, άνθρωπος πολύ επιτήδειος, πανέξυπνος, ικανότατος: «είναι γάτα με πέταλα αυτός ο τύπος και κανείς δεν μπορεί να τον ξεγελάσει || είναι γάτα με πέταλα αυτός ο μηχανικός!»·
- είναι γάτα χωρίς νύχια, λέγεται ειρωνικά για άτομο που προσποιείται τον άγριο, τον σκληρό: «μη δίνεις βάση στις απειλές του, γιατί είναι γάτα χωρίς νύχια»·
- είναι εφτάψυχη σαν γάτα, λέγεται ιδίως για γυναίκα που ξεφεύγει το θάνατο μετά από κάθε σοβαρή ασθένεια ή ατύχημά της: «βρε, απ’ τ’ αεροπλάνο να πέσει, δε θα πάθει τίποτα, γιατί είναι εφτάψυχη σαν γάτα»· βλ. και λ. εφτάψυχος·
- είναι ζηλιάρα σαν γάτα, η γυναίκα για την οποία γίνεται λόγος είναι πολύ ζηλιάρα: «δε χαιρετάει ο φουκαράς καμιά γνωστή μέσα στο δρόμο, γιατί η γυναίκα του είναι ζηλιάρα σαν γάτα»·
- είναι χαδιάρα σαν γάτα, η γυναίκα για την οποία γίνεται λόγος είναι πάρα πολύ χαδιάρα: «είναι τυχερό το φιλαράκι μου, γιατί η γυναίκα του είναι χαδιάρα σαν γάτα»·
- εμείς ψωμί δεν έχουμε κι η γάτα σέρνει πίτα, βλ. λ. ψωμί·
- έφυγε σαν βρεγμένη γάτα, έφυγε καταντροπιασμένος, ταπεινωμένος, γιατί αποκαλύφτηκε η ενοχή του για κάτι: «μετά το κατσάδιασμα που έφαγε απ’ το διευθυντή του για την κοπάνα που έκανε, έφυγε σαν βρεγμένη γάτα»·
- η γάτα με τις εννιά ουρές, μαστίγιο από εννιά, δερμάτινες συνήθως, λωρίδες, πιασμένες σε λαβή: «όποιος δε δοκίμασε στην πλάτη του τη γάτα με τις εννιά ουρές, δεν έχει ιδέα τι θα πει πόνος!»·
- η θεωρία της γάτας, η άποψη που υποστηρίζει πως πρέπει να σκεπάζονται οι διάφορες παρανομίες, ιδίως από κάποια εξουσία: «για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο απ’ τη διαγωγή της ιδιαιτέρας του, ο υπουργός προτίμησε τη θεωρία της γάτας». Από τη συνήθεια που έχει η γάτα να σκεπάζει τις ακαθαρσίες της·
- θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει! (ειρωνικά) δε με νοιάζει, δε με ενδιαφέρει, αδιαφορώ τελείως: «αν δεν έρθει ο τάδε μαζί μας, θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει!». Συνών. θα βάλω τη σκούπα μου να κλαίει(!)·
- κάθεται σαν βρεγμένη γάτα, κάθεται φοβισμένος και μαζεμένος μακριά από τους άλλους: «απ’ την ώρα που τον μάλωσε ο πατέρας του, κάθεται στη γωνιά σαν βρεγμένη γάτα»·
- καλός ο αγιασμός, αλλά κράτα και μια γάτα, μαζί με τη βοήθεια του Θεού που επικαλείσαι, δραστηριοποιήσου και εσύ, μην αδρανείς: «έχω τόσες δυσκολίες τον τελευταίο καιρό, που σκέφτομαι να κάνω αγιασμό. -Καλός ο αγιασμός, φίλε μου, αλλά κράτα και μια γάτα». Ίσως αναφορά στον αγιασμό των Θεοφανίων που γίνεται για να φύγουν οι καλικάντζαροι. Πολλές φορές, μετά το αλλά της φρ. ακολουθεί το καλού κακού. Πρβλ.: σύν Ἀθηνᾷ καί χεῖρα κίνει. Συνών. άγιε Νικόλα μου, βοήθα με. -Κούνα κι εσύ τα χέρια σου· 
- κάνει σαν γάτα στο σακί, αντιδρά πολύ έντονα, αντιδρά σε σημείο παραφοράς: «μην τύχει και του θίξεις τη μάνα του, γιατί κάνει σαν γάτα στο σακί». Από την έντονη αντίδραση της γάτας, όταν τη μεταφέρουμε μέσα σε σακί για να την πετάξουμε, για να τη διώξουμε μακριά από το σπίτι μας. Τη βάζουμε σε σακί για να μη βλέπει το δρόμο και ξαναεπιστρέψει (αυτή όμως, αρκετές φορές βρίσκει πάλι το δρόμο και ξαναεπιστρέφει)·
- μαλώνουν σαν το σκύλο με τη γάτα, βλ. λ. σκύλος·
- μαύρη γάτα, είναι για τους προληπτικούς το σύμβολο της κακοτυχίας και της γρουσουζιάς: «ξεκίνησε το πρωί για τη δουλειά του, αλλά επέστρεψε αμέσως στο σπίτι, γιατί στην πρώτη γωνιά του δρόμου πετάχτηκε μπροστά του μια μαύρη γάτα»· βλ. και φρ. πάρ’ τον παπά, λ. παπάς·
- όπως πλένεται η γάτα, λέγεται για άτομο ακάθαρτο, που δεν πλένεται ποτέ ολόκληρος αλλά τοπικά: «δεν είναι φανατικός με την καθαριότητα και πλένεται, όπως πλένεται η γάτα». Από την εικόνα της γάτας, που καθαρίζει με τη γλώσσα το σώμα της, γλείφοντάς το σε διάφορα σημεία·
- όσο πατά η γάτα, α. λέγεται όταν θέλουμε να τονίσουμε ότι κάποια ενέργειά μας έγινε με πολύ ελαφρό, με ανεπαίσθητο τρόπο (όπως δηλ. πατάει και η γάτα): «τον έδειρες πολύ; -Όχι μωρέ, όσο πατά η γάτα». β. πάρα πολύ λίγο: «ήπιατε πολύ; -Όσο πατά η γάτα». γ. (για τάβλι) λέγεται όταν πιάνουμε πούλι του αντιπάλου σε ένα οποιοδήποτε σημείο με την ελπίδα πως θα αναγκάσουμε τον αντίπαλό μας να ξεπλακώσει δικό μας πούλι ή να τον καθυστερήσουμε, αν είναι πολύ προχωρημένος προς το χώρο του μαζέματός του: «θέλω να τον πιάσω όσο πατά η γάτα κι ύστερα βλέποντας και κάνοντας»·
- όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια, βλ. συνηθέστ. όταν λείπει ο γάτος, χορεύουν τα ποντίκια, λ. γάτος·
- ούτε γάτα ούτε ζημιά, λέγεται στην περίπτωση που η έγκαιρη τακτοποίηση κάποιας δυσάρεστης κατάστασης, που προξενήσαμε, δείχνει σαν να μην έγινε τίποτα, οπότε δε συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας ή φόβος για τυχόν κυρώσεις: «μόλις κατάλαβα πως θα με ξεσκέπαζαν, ξανάβαλα τα χρήματα στο ταμείο, κι έτσι ούτε γάτα ούτε ζημιά». Από το ότι οι ζημιές μέσα στο σπίτι, τις πιο πολλές φορές, αποδίδονται από τα παιδιά στη γάτα. (Λαϊκό τραγούδι: μ’ ένα μικρό βαρκάκι γραμμή για το νησάκι κι ούτε γάτα ούτε ζημιά
- ούτε θηλυκιά γάτα, δηλώνει παντελή έλλειψη γυναικείας παρουσίας: «σ’ αυτό το μαγαζί μαζεύονται όλοι οι αλήτες, γι’ αυτό δεν έρχεται ούτε θηλυκιά γάτα»·
- πατάει σαν τη γάτα, ενεργεί με πολλή προσοχή, με πολλή περίσκεψη: «απ’ τη μέρα που έπαθε τη ζημιά στη δουλειά του, πατάει σαν τη γάτα». Από την εικόνα της γάτας, που περπατάει πολύ προσεκτικά·
- πατώ τη γάτα, α. παθαίνω οικονομική ή άλλη σοβαρή ζημιά: «μπλέχτηκα με μια μεγάλη δουλειά και πάτησα τη γάτα». Από την εικόνα του ατόμου που πατάει κατά λάθος τη γάτα του και δέχεται την επίθεσή της. (Λαϊκό τραγούδι: ήρθαν τα μαντάτα σου, πάτησες τη γάτα σου). β. ερωτεύομαι: «πάτησε τη γάτα με μια μικρούλα». (Λαϊκό τραγούδι: πάτησα κι εγώ μια γάτα, που ’χει γαλανά τα μάτια
- ποιος θα κρεμάσει το κουδούνι στη γάτα; βλ. λ. κουδούνι·
- σαν το σκύλο με τη γάτα, βλ. λ. σκύλος·
- σκαρφαλώνει σαν γάτα ή σκαρφαλώνει σαν τη γάτα, αναρριχάται, ιδίως σε δέντρο, με πολύ μεγάλη ευκινησία και ταχύτητα: «τον κυνηγούσε ένα σκυλί και τον είδα να σκαρφαλώνει σαν γάτα σ’ ένα δέντρο». Από το ότι η γάτα μπορεί και σκαρφαλώνει με μεγάλη ευχέρεια. Συνών. σκαρφαλώνει σαν μαϊμού·
- σκίζω τη γάτα, επιδεικνύω από την αρχή την ισχύ μου ή την ανωτερότητά μου και επιβάλλω την εξουσία μου στο σπίτι, στη δουλειά ή στον κύκλο μου: «ο νέος διευθυντής απ’ την πρώτη κιόλας βδομάδα έσκισε τη γάτα και μας έβαλε τα δυο μας πόδια σ’ ένα παπούτσι»·
- σκίσε τη γάτα, προτροπή σε νιόπαντρο να συμπεριφερθεί δυναμικά από τον πρώτο κιόλας καιρό του γάμου του, για να κατανοήσει η γυναίκα του ότι η εξουσία στο σπίτι είναι αυτός. Συνοδεύεται από χειρονομία με την οποία τα δυο χέρια, κινούνται με τέτοιο τρόπο, όπως όταν σκίζουμε δυναμικά κάτι·
- σου ’φαγε η γάτα τη γλώσσα; ή σου ’φαγε τη γλώσσα η γάτα; α. ειρωνική παρατήρηση σε άτομο που, παρά τις ερωτήσεις μας επάνω σε κάποιο συγκεκριμένο θέμα, επιμένει να μένει σιωπηλό, είτε γιατί δε θέλει να μιλήσει είτε γιατί έχει άγνοια είτε γιατί είναι ένοχο: «γιατί δεν απαντάς σ’ αυτό που σε ρωτάω, σου ’φαγε η γάτα τη γλώσσα;». β. ειρωνικό πείραγμα σε μικρό παιδί που δε μας λέει το όνομα του, παρά τις αλλεπάλληλες σχετικές ερωτήσεις μας·
- τα κουκουλώνει σαν τη γάτα, βλ. φρ. τα σκεπάζει σαν τη γάτα·
- τα σκεπάζει σαν τη γάτα, έχει την ικανότητα να καλύπτει αυτό που τον ενοχοποιεί: «ό,τι στραβό και να κάνει, βρίσκει τον τρόπο να ξεφεύγει, γιατί έχει μάθει να τα σκεπάζει σαν τη γάτα». Από την εικόνα της γάτας, που σκεπάζει τις ακαθαρσίες της·
- το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, βλ. φρ. παιχνίδι·
- το ’φαγε η γάτα, ειρωνική έκφραση σε μικρό παιδί, που το προτρέπουμε να μας δείξει το πουλάκι του, για να βεβαιωθούμε, δήθεν, πως είναι αγόρι, κι αυτό ντρέπεται να μας το δείξει: «αφού δε μας δείχνεις το πουλάκι σου, σίγουρα το ’φαγε η γάτα»·
- τον παίζει όπως η γάτα το ποντίκι, α. τον κοροϊδεύει απροκάλυπτα: «τον παίζει όπως η γάτα το ποντίκι κι αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτα || τον παίζει όπως η γάτα το ποντίκι κι αυτός δε λέει τίποτα». β. τον βασανίζει με μικρά πλήγματα πριν του δώσει το τελειωτικό: «τον έπαιζε μια ώρα όπως η γάτα το ποντίκι, και, όταν τ’ αποφάσισε, του έδωσε μια ξεγυρισμένη και τον ξάπλωσε κάτω»·
- τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα ή φαγώνονται σαν το σκύλο με τη γάτα, βλ. λ. σκύλος.

γεννώ

γεννώ κ. γεννάω, ρ. [<αρχ. γεννάω -ῶ], γεννώ. (Ακολουθούν 28 φρ.)·
- άλλη καμιά δε γέννησε, μόν’ η Μαριώ το Γιάννη, βλ. λ. Γιάννης·
- αλλού λαλούν οι κόκοροι κι αλλού γεννούν οι κότες, βλ. λ. κόκορας·
- αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες, βλ. λ. κακάρισμα·
- βρήκε την κότα που (του) γεννάει τα χρυσά (τ’) αβγά, βλ. λ. κότα·
- γαμώ τη μάνα και τον πατέρα που με γένναγαν ή γαμώ τη μάνα που με γένναγε, βλ. λ. μάνα·
- γεννάει το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- γεννάνε τα λεφτά του, βλ. λ. λεφτά·
- γεννούν και τα κοκόρια του, βλ. λ. κοκόρι·
- γεννούν κι οι πετεινοί του, βλ. λ. πετεινός·
- για το γαμπρό κι ο κόκορας γεννά αβγό, βλ. λ. γαμπρός·
- είχαμε τη γριά λεχούσα, γέννησε κι ο γέρος, βλ. λ. γριά·
- εμένα μάνα δε με γέννησε; ή εμάς μάνα δε μας γέννησε; βλ. λ. μάνα·
- θα γεννούσα! έκφραση δυσαρέσκειας από κάποιον που τον αφήσαμε να περιμένει πολύ περισσότερο από την προκαθορισμένη ώρα του ραντεβού μας. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το λίγο ακόμα και·
- θα το γεννήσω; έκφραση δυσαρέσκειας σε κάποιον που μας ζητάει φορτικά να του δώσουμε κάτι που δεν έχουμε: «αφού στο ’πα χίλιες φορές πως δεν έχω αυτό που μου ζητάς, θα το γεννήσω;»·
- λούσε με, χτενίσε με (χτένισέ με), ξέρω ποιος με γέννησε, δηλώνει πως παρ’ όλες τις φροντίδες και τις περιποιήσεις ενός παιδιού από κάποιον, δεν είναι δυνατόν να διαρρήξει το δεσμό του με τους γονείς του, ιδίως με τη μητέρα του: «όσο κι αν προσπαθείς με τα κόλπα σου να με κάνεις να ξεχάσω τους γονείς μου, λούσε με, χτενίσε με, ξέρω ποιος με γέννησε»·
- μάνα, γιατί με γέννησες! βλ. λ. μάνα·
- μια φορά με γέννησε η μάνα μου, βλ. λ. μάνα·
- οπού ’χει τύχη, γεννά κι ο πετεινός του, βλ. λ. πετεινός·
- όπως τον (τη) γέννησε η μάνα του (της), βλ. λ. μάνα·
- σ’ άλλους γεννάς τ’ αβγό, σε μένα κακαρίζεις, βλ. λ. αβγό·
- σαν να τον γέννησα ή σαν να τον έχω γεννήσει, γνωρίζω πάρα πολύ καλά την ψυχοσύνθεση, τα προτερήματα και τα ελαττώματα του ατόμου για το οποίο γίνεται λόγος: «είμαι σίγουρος πως θα ενεργήσει μ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί τον ξέρω, σαν να τον έχω γεννήσει»·
- σε βάρκα σε γέννησε η μάνα σου; βλ. λ. βάρκα·
- σε σπηλιά σε γέννησε η μάνα σου; βλ. λ. σπηλιά·
- σε τσαντίρι σε γέννησε η μάνα σου; βλ. λ. τσαντίρι·
- την πήρε όπως τη γέννησε η μάνα της, βλ. λ. μάνα·  
- το παιδί ακόμα δε γεννήθηκε κι η σκούφια αγοράστηκε, βλ. λ. σκούφια·
- το σκυλί αρνί δε γεννάει, βλ. λ. αρνί·
- τον έχω γεννήσει, τον ξέρω πάρα πολύ καλά, γνωρίζω όλες τις αδυναμίες του κι όλες τις ιδιοτροπίες του. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το εγώ αυτόν.

γίνομαι

γίνομαι, ρ. [<μτγν. γίνομαι <αρχ. γίγνομαι], γίνομαι. 1. μεθώ: «με δυο τρία ποτηράκια, γίνεται αμέσως». 2. (για χαρτοπαίγνιο) σχηματίζω όλους τους συνδυασμούς με τα χαρτιά που κρατώ στα χέρια μου και κερδίζω το κόλπο: «έγινα με το τελευταίο χαρτί που τράβηξα». 3. βολεύομαι, ικανοποιούμαι απόλυτα: «απορώ μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί γίνεται με όποιο κόμμα κι αν έρθει στην εξουσία || έγινα μ’ αυτά τα λεφτά που μου ’δωσες». Από τη γλώσσα του χαρτοπαιγνίου. 4. (για καρπούς) μεστώνω, ωριμάζω: «δεν έγιναν ακόμα τα ροδάκινα || τα σύκα γίνονται τον Αύγουστο». 5. (για φαγητά) τελειώνω με το βράσιμό μου ή το τηγάνισμά μου, μαγειρεύομαι και είμαι έτοιμο για να το φάει κάποιος: «έγινε, ρε μάνα, το φαγητό; || περιμένετε λίγο για να κρυώσει, γιατί μόλις έγινε το φαγητό». 6. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) προμηθεύομαι το ναρκωτικό μου: «μόλις έγινε ο δικός σου, κατευθείαν στο γρένι του να φτιαχτεί». 7. απρόσ. γίνεται, μπορεί να γίνει, μπορεί να πραγματοποιηθεί, είναι δυνατό: «γίνεται να περάσουμε μέσα δυο άτομα μ’ ένα εισιτήριο; -Γίνεται». 8. απρόσ. σε ερωτηματικό ή θαυμαστικό τύπο γίνεται; ή γίνεται! έκφραση απορίας ή θαυμασμού για κάτι που, ενώ δεν ήμασταν σίγουροι αν μπορεί να πραγματοποιηθεί, εντούτοις, μπορεί να πραγματοποιηθεί, είναι δυνατό: «εσείς οι δυο μπορείτε να μπείτε μέσα μ’ ένα εισιτήριο. -Γίνεται; || μ’ ένα εισιτήριο μπορείς να βάλεις μέσα όλη την οικογένειά σου. -Γίνεται!». 9. απρόσ. έγινε,δηλώνει αποδοχή, συμφωνία, συγκατάθεση του συνομιλητή: «μόλις τελειώσεις τη δουλειά θέλω να περάσεις απ’ το σπίτι μου. -Έγινε». (Ακολουθούν 810 φρ.)·
- αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι, βλ. λ. αγουρίδα·
- αν γίνεται, αν είναι επιτρεπτό, αν είναι μπορετό: «μπορώ να δω, αν γίνεται, το διευθυντή του τμήματος; || αν γίνεται θα τον δεις»·
- από γουρούνι δε γίνεται γούνα, βλ. λ. γουρούνι·
- από δουλειά ούτε λόγος να γίνεται, βλ. λ. δουλειά·
- από μικρή σπίθα, γίνεται μεγάλη πυρκαγιά, βλ. λ. σπίθα·
- ας γίνει ό,τι γίνει, βλ. φρ. ό,τι γίνει ας γίνει·
- ας γίνει ό,τι θέλει ή ας γίνει ό,τι θέλει να γίνει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας γίνει·
- ας γίνουν όλα στάχτη ,βλ. λ. στάχτη·
- ας γίνουν όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
- ας κάνει ό,τι θέλει ή ας κάνει ό,τι θέλει να κάνει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας κάνει ή ό,τι θέλει να κάνει, ας κάνει·
- ας λέει ό,τι θέλει ή ας λέει ό,τι θέλει να λέει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας λέει·
- ας πει ό,τι πει ή ας πει ό,τι θέλει να πει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας πει·
- αυτά δε γίνονται ούτε στα έργα! βλ. λ. έργο·
- αυτά δε γίνονται ούτε στις ταινίες! βλ. λ. ταινία·
- αυτά δε γίνονται ούτε στο σινεμά! βλ. λ. σινεμά·
- αυτά δε γίνονται ούτε στον κινηματογράφο! βλ. λ. κινηματογράφος· 
- για δε(ς) τι γίνεται στον κόσμο! βλ. λ. κόσμος·
- για να γίνει η καρδιά σου, βλ. λ. καρδιά·
- για να γίνεται κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- για να γίνεται μουχαμπέτι, βλ. λ. μουχαμπέτι·
- γίναμε αμέρικαν μπαρ, βλ. λ. μπαρ·
- γίναμε αντσούγιες ή γίναμε σαν τις αντσούγιες, βλ. λ. αντσούγια·
- γίναμε από δυο χωριά ή γίναμε από δυο χωριά χωριάτες, βλ. λ.χωριό·
- γίναμε από κούπες, βλ. λ. κούπα·
- γίναμε βίδες, βλ. λ. βίδα·
- γίναμε ένα μάτσο χάλια, βλ. λ. χάλι·
- γίναμε ζευγάρι, βλ. λ. ζευγάρι·
- γίναμε ζούγκλα, βλ. λ. ζούγκλα·
- γίναμε θρύψαλα, βλ. λ. θρύψαλο·
- γίναμε ιμάμ μπαϊλντί, βλ. λ. ιμάμ μπαϊλντί·
- γίναμε κουλουβάχατα, βλ. λ. κουλουβάχατα·
- γίναμε κώλος, βλ. λ. κώλος·
- γίναμε μαλλιά κουβάρια, βλ. λ. μαλλί·
- γίναμε μανέστρα, βλ. λ. μανέστρα·
- γίναμε μαντάρα, βλ. λ. μαντάρα·
- γίναμε με τα κρεμμυδάκια, βλ. λ. κρεμμυδάκι·
- γίναμε μουνί, βλ. λ. μουνί·
- γίναμε μουνί καλλιγραφίας, βλ. λ. μουνί·
- γίναμε μουνί καπέλο, βλ. λ. μουνί·
- γίναμε μπάχαλο, βλ. λ. μπάχαλο·
- γίναμε μπίλιες, βλ. λ. μπίλιες·
- γίναμε μπουρδέλο, βλ. λ. μπουρδέλο·
- γίναμε μύλος, βλ. λ. μύλος·
- γίναμε όλοι ίσα κι όμοια ή γίναμε όλοι ίσοι κι όμοιοι, βλ. λ. ίσος·
- γίναμε πάτσι ή γίναμε πάτσι και πόστα, βλ. λ. πάτσι·
- γίναμε πίτα, βλ. λ. πίτα·
- γίναμε σαλάτα, βλ. λ. σαλάτα·
- γίναμε σάντουιτς, βλ. λ. σάντουιτς·
- γίναμε σαρδέλες ή γίναμε σαν τις σαρδέλες, βλ. λ. σαρδέλα·
- γίναμε Σικάγο, βλ. λ. Σικάγο·
- γίναμε σκατά, βλ. λ. σκατά·
- γίναμε Σόδομα και Γόμορα, βλ. λ. Σόδομα και Γόμορα·
- γίναμε τακίμια, βλ. λ. τακίμι·
- γίναμε χάλια, βλ. λ. χάλι·
- γίνε προφήτης και κράτα τα μισά ή γίνε προφήτης και πάρε τα μισά, βλ. λ. προφήτης·
- γίνεται αλισβερίσι, βλ. λ. αλισβερίσι·
- γίνεται βαβούρα, βλ. λ. βαβούρα·
- γίνεται βαρίδι στα πόδια μου (κάποιος ή κάτι), βλ. λ. βαρίδι·
- γίνεται γέλιο, βλ. λ. γέλιο·
- γίνεται γνωστό ότι…, βλ. λ. γνωστός·
- γίνεται; δε γίνεται! ερώτηση και απάντηση από το ίδιο άτομο, που δηλώνει αμφισβήτηση ή άρνηση: «πώς μπορείτε να περάσετε κι οι δυο μ’ ένα εισιτήριο μέσα. Γίνεται; δε γίνεται!»·
- γίνεται δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- γίνεται ένα δράμα, βλ. λ. δράμα·
- γίνεται ένα σώμα, βλ. λ. σώμα·
- γίνεται (έτσι) δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- γίνεται ζούρλα, βλ. λ. ζούρλα·
- γίνεται (ή) δε γίνεται; κατηγορηματική ερώτηση που απαιτεί κατηγορηματική απάντηση για το αν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί κάτι: «άσε τα πολλά λόγια και πες μου. Γίνεται ή δε γίνεται να μπούμε κι οι δυο μέσα μ’ ένα εισιτήριο; || γίνεται ή δε γίνεται να μου τελειώσεις τη δουλειά στα χρονικά περιθώρια που σου ζητάω;»·
- γίνεται ή δε γίνεται η δουλειά; βλ. λ. δουλειά·
- γίνεται η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- γίνεται η δουλειά μου, βλ. λ. δουλειά·
- γίνεται καρναβάλι, βλ. λ. καρναβάλι·
- γίνεται κατακλυσμός, βλ. λ. κατακλυσμός·
- γίνεται λαϊκό προσκύνημα, βλ. λ. προσκύνημα·
- γίνεται λόγος, βλ. λ. λόγος·
- γίνεται μανούρα, βλ. λ. μανούρα·
- γίνεται να…, α. μπορεί να πραγματοποιηθεί, είναι δυνατό να…: «γίνεται να έρθω αύριο στη δουλειά δυο ώρες πιο αργά; || γίνεται να έρθω κι εγώ μαζί σας;». β. είναι πρέπον, αρμόζει να…: «εσύ παιδί από σπίτι γίνεται να κάνεις παρέα μ’ αυτούς τους αλήτες;»·
- γίνεται νταβαντούρι, βλ. λ. νταβαντούρι·
- γίνεται νταραβέρι, βλ. λ. νταραβέρι·
- γίνεται ντόρος, βλ. λ. ντόρος·
- γίνεται ουρά, βλ. λ. ουρά·
- γίνεται παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- γίνεται παιχνίδι κέντρου, βλ. λ. παιχνίδι·
- γίνεται πανηγύρι, βλ. λ. πανηγύρι·
- γίνεται πάντα το δικό του, βλ. λ. δικός·
- γίνεται παρέλαση, βλ. λ. παρέλαση·
- γίνεται πάταγος, βλ. λ. πάταγος·
- γίνεται πλέι, βλ. λ. πλέι·
- γίνεται πολύς θόρυβος, βλ. λ. θόρυβος·
- γίνεται πολύς λόγος, βλ. λ. λόγος·
- γίνεται πολύς ντόρος, βλ. λ. ντόρος·
- γίνεται σκοτωμός, βλ. λ. σκοτωμός·
- γίνεται στο πόδι (κάτι), βλ. λ. πόδι·
- γίνεται συζήτηση, βλ. λ. συζήτηση·
- γίνεται σφαγή, βλ. λ. σφαγή·
- γίνεται σώμα, βλ. λ. σώμα·
- γίνεται το αγίνωτο, βλ. λ. αγίνωτος·
- γίνεται το μάλε βράσε, βλ. λ. μάλε βράσε·
- γίνεται φασαρία, βλ. λ. φασαρία·
- γίνεται φάση, βλ. λ. φάση·
- γίνεται χοντρό παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- γίνεται χοντρό χαρτί, βλ. λ. χαρτί·
- γίνεται χωριό, βλ. λ. χωριό·
- γίνεται ψηλό παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- γίνεται ψιλό παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- γίνεται ψιλό χαρτί, βλ. λ. χαρτί·
- γίνομαι άγαλμα, βλ. λ. άγαλμα·
- γίνομαι αλεπουδόπουλος, βλ. λ. αλεπουδόπουλος·
- γίνομαι αλιάδα, βλ. λ. αλιάδα·
- γίνομαι άλλος άνθρωπος, βλ. λ. άνθρωπος·
- γίνομαι άλογο, βλ. λ. άλογο·
- γίνομαι αλοιφή, βλ. λ. αλοιφή·
- γίνομαι ανάστα, βλ. λ. ανάστα·
- γίνομαι ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- γίνομαι ανθιστός, βλ. λ. ανθιστός·
- γίνομαι άνθρωπος (σωστός), βλ. λ. άνθρωπος·
- γίνομαι άνω κάτω, βλ. λ. άνω·
- γίνομαι αρχαίος, βλ. λ. αρχαίος·
- γίνομαι αφορμή, βλ. λ. αφορμή·
- γίνομαι βαπόρι, βλ. λ. βαπόρι·
- γίνομαι βάρος (σε κάποιον), βλ. λ. βάρος·
- γίνομαι βασιλικότερος του βασιλέως, βλ. λ. βασιλιάς·
- γίνομαι βίδες, βλ. λ. βίδα·
- γίνομαι βούκινο, βλ. λ. βούκινο·
- γίνομαι γάγγραινα, βλ. λ. γάγγραινα·
- γίνομαι γκάιντα, βλ. λ. γκάιντα·
- γίνομαι γκολ, βλ. λ. γκολ·
- γίνομαι γκον, βλ. λ. γκον·
- γίνομαι γυναίκα, βλ. λ. γυναίκα·
- γίνομαι διπλός, βλ. λ. διπλός·
- γίνομαι δυο δίπλες, βλ. λ. δίπλα·
- γίνομαι δυο κάτια, βλ. λ. κάτι·
- γίνομαι δυο κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- γίνομαι Εβραίος, βλ. λ. Εβραίος·
- γίνομαι εκτός εαυτού, βλ. λ. εαυτός·
- γίνομαι ένα (με κάποιον ή με κάτι), βλ. λ. ένας·
- γίνομαι ένα και το αυτό (με κάποιον ή με κάτι), βλ. λ. ένας·
- γίνομαι ένα με τη γη, βλ. λ. γη·
- γίνομαι ένα με το χώμα, βλ. λ. χώμα·
- γίνομαι έξω φρενών, βλ. λ. φρένες·
- γίνομαι ηφαίστειο, βλ. λ. ηφαίστειο·
- γίνομαι θέαμα ή γίνομαι δημόσιο θέαμα, βλ. λ. θέαμα·
- γίνομαι θέατρο, βλ. λ. θέατρο·
- γίνομαι θηρίο (ανήμερο), βλ. λ. θηρίο·
- γίνομαι θυσία, βλ. λ. θυσία·
- γίνομαι κακός, βλ. λ. κακός·
- γίνομαι κακός γιαράς, βλ. λ. γιαράς·
- γίνομαι καλά, βλ. λ. καλός·
- γίνομαι καλός, βλ. λ. καλός·
- γίνομαι καπνός, βλ. λ. καπνός1·
- γίνομαι καρναβάλι, βλ. λ. καρναβάλι·
- γίνομαι κασάτο, βλ. λ. κασάτο·
- γίνομαι κατσί, βλ. λ. κατσί·
- γίνομαι κεφάλι, βλ. λ. κεφάλι·
- γίνομαι κιμάς, βλ. λ. κιμάς·
- γίνομαι κιμάς (με κάποιον), βλ. λ. κιμάς·
- γίνομαι κοκίτης, βλ. λ. κοκίτης·
- γίνομαι κόκκινος παντζάρι ή γίνομαι κόκκινος σαν (το) παντζάρι, βλ. λ. παντζάρι·
- γίνομαι κόκκινος παπαρούνα ή γίνομαι κόκκινος σαν (την) παπαρούνα, βλ. λ. παπαρούνα·
- γίνομαι κόκκινος τριαντάφυλλο ή γίνομαι κόκκινος σαν (το) τριαντάφυλλο, βλ. λ. τριαντάφυλλο·
- γίνομαι κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- γίνομαι κουβάρι, βλ. λ. κουβάρι·
- γίνομαι κουδούνι, βλ. λ. κουδούνι·
- γίνομαι κουκλοθέατρο, βλ. λ. κουκλοθέατρο·
- γίνομαι κουνουπίδι, βλ. λ. κουνουπίδι·
- γίνομαι κουρέλι, βλ. λ. κουρέλι·
- γίνομαι κουρμπάνι, βλ. λ. κουρμπάνι·
- γίνομαι κροκόδειλος, βλ. λ. κροκόδειλος·
- γίνομαι κύριος της καταστάσεως, βλ. λ. κατάσταση·
- γίνομαι κύριος του παιχνιδιού, βλ. λ. παιχνίδι·
- γίνομαι λάσπη, βλ. λ. λάσπη·
- γίνομαι λάστιχο, βλ. λ. λάστιχο·
- γίνομαι λέσι, βλ. λ. λέσι·
- γίνομαι λιάδα, βλ. λ. λιάδα·
- γίνομαι λιώμα, βλ. λ. λιώμα·
- γίνομαι λούτσα, βλ. λ. λούτσα·
- γίνομαι μάγκας, βλ. λ. μάγκας·
- γίνομαι μαντάρα, βλ. λ. μαντάρα·
- γίνομαι μαστούρι, βλ. λ. μαστούρι·
- γίνομαι μητέρα, βλ. λ. μητέρα·
- γίνομαι μούσκεμα, βλ. λ. μούσκεμα·
- γίνομαι μούσκεμα στον ιδρώτα, βλ. λ. ιδρώτας·
- γίνομαι μουσκίδι, βλ. λ. μουσκίδι·
- γίνομαι μπαλάκι στα χέρια (κάποιου), βλ. λ. μπαλάκι·
- γίνομαι μπαούλο, βλ. λ. μπαούλο·
- γίνομαι μπαρούτι, βλ. λ. μπαρούτι·
- γίνομαι μπίλιες, βλ. λ. μπίλια·
- γίνομαι μπουρλότο, βλ. λ. μπουρλότο·
- γίνομαι νοικοκύρης, βλ. λ. νοικοκύρης·
- γίνομαι νούμερο, βλ. λ. νούμερο·
- γίνομαι νταούλι, βλ. λ. νταούλι·
- γίνομαι ντέφι, βλ. λ. ντέφι·
- γίνομαι ντίρλα, βλ. λ. ντίρλα·
- γίνομαι ντουέτο (με κάποιον), βλ. λ. ντουέτο·
- γίνομαι όνομα, βλ. λ. όνομα·
- γίνομαι οπερέτα, βλ. λ. οπερέτα·
- γίνομαι παγοκολόνα, βλ. λ. παγοκολόνα·
- γίνομαι παγωτό, βλ. λ. παγωτό·
- γίνομαι παϊτόνι, βλ. λ. παϊτόνι·
- γίνομαι Παναγία, βλ. λ. Παναγία·
- γίνομαι παπί, βλ. λ. παπί·
- γίνομαι πατάτα, βλ. λ. πατάτα·
- γίνομαι πατέρας, βλ. λ. πατέρας·
- γίνομαι πατίνι, βλ. λ. πατίνι·
- γίνομαι περδίκι, βλ. λ. περδίκι·
- γίνομαι πίτα, βλ. λ. πίτα·
- γίνομαι πίτας, βλ. λ. πίτας·
- γίνομαι ποδήλατο, βλ. λ. ποδήλατο·
- γίνομαι πουλόπουλος, βλ. λ. πουλόπουλος·
- γίνομαι πούλος, βλ. λ. πούλος·
- γίνομαι πτώμα, βλ. λ. πτώμα·
- γίνομαι ράκος, βλ. λ. ράκος·
- γίνομαι ρετάλι, βλ. λ. ρετάλι·
- γίνομαι ρημάδι, βλ. λ. ρημάδι·
- γίνομαι ρημαδιό, βλ. λ. ρημαδιό·
- γίνομαι σαν τον άγιο ή γίνομαι σαν τον άγιο Ονούφριο, βλ. λ. άγιος·
- γίνομαι σαν τον όσιο Ονούφριο, βλ. λ. όσιος·
- γίνομαι σκάρτος, βλ. λ. σκάρτος·
- γίνομαι σκαστός, βλ. λ. σκαστός·
- γίνομαι σκατά, βλ. λ. σκατά·
- γίνομαι σκνίπα, βλ. λ. σκνίπα·
- γίνομαι σκνίπας, βλ. λ. σκνίπας·
- γίνομαι σκόνη, βλ. λ. σκόνη·
- γίνομαι σμπαράλια, βλ. λ. σμπαράλια·
- γίνομαι σούπα, βλ. λ. σούπα·
- γίνομαι σούρα, βλ. λ. σούρα·
- γίνομαι σούργελο, βλ. λ. σούργελο·
- γίνομαι σπανακόπιτα, βλ. λ. σπανακόπιτα·
- γίνομαι σταφίδα, βλ. λ. σταφίδα·
- γίνομαι στουπί, βλ. λ. στουπί·
- γίνομαι στόχος, βλ. λ. στόχος·
- γίνομαι συντρίμμια, βλ. λ. συντρίμμι·
- γίνομαι τάβλα, βλ. λ. τάβλα·
- γίνομαι τάπα, βλ. λ. τάπα·
- γίνομαι τέζα, βλ. λ. τέζα·
- γίνομαι της Αναλήψεως, βλ. λ. Αναλήψεως·
- γίνομαι τούνγκα, βλ. λ. τούνγκα·
- γίνομαι Τούρκος, βλ. λ. Τούρκος·
- γίνομαι τούρμπο, βλ. λ. τούρμπο·
- γίνομαι τούρνα, βλ. λ. τούρνα·
- γίνομαι τύφλα, βλ. λ. τύφλα·
- γίνομαι τύφλας, βλ. λ. τύφλας·
- γίνομαι υπό, βλ. λ. υπό·
- γίνομαι φέσι, βλ. λ. φέσι·
- γίνομαι φέτα, βλ. λ. φέτα·
- γίνομαι φίνος, βλ. λ. φίνος·
- γίνομαι φωτιά και λαύρα, βλ. λ. λάβρα·
- γίνομαι χάι, βλ. λ. χάι·
- γίνομαι χάλια, βλ. λ. χάλι·
- γίνομαι χίλια κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- γίνομαι χύμα, βλ. λ. χύμα·
- γίνονται πράματα και θάματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- γίνονται σημεία και τέρατα ή γίνονται τέρατα και σημεία, βλ. λ. σημείο·
- γίνονται Σόδομα και Γόμορα, βλ. λ. Σόδομα και Γόμορα·
- γίνονται φασαρίες, βλ. λ. φασαρία·
- γιος ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα, βλ. λ. γιος·
- γούστο μου θα γίνει; (για καταστάσεις ή συνήθειες) βλ. λ. γούστο·
- γούστο μου θα γίνεις; (για πρόσωπα) βλ. λ. γούστο·
- δε γίνεται, κατηγορηματική άρνηση: «μπορώ να μπω μέσα; -Δε γίνεται». Σε περίπτωση επιμονής, της φρ. προτάσσεται το είπα ή το λέμε: «μα άφησέ με να μπω μέσα. -Είπα, δε γίνεται»·
- δε γίνεται να…, α. δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, γιατί υπάρχουν διάφορες δυσκολίες ή απαγορεύσεις: «δε γίνεται να σου δώσω τα λεφτά που ζητάς, γιατί απλώς δεν τα έχω || δε γίνεται να περάσει κανείς μέσα, γιατί απαγορεύεται». β. σε ερωτηματικό τύπο, μήπως μπορεί να πραγματοποιηθεί, είναι δυνατό(;): «δε γίνεται να μ’ αφήσεις να περάσω μέσα;»·
- δε γίνεται αλλιώς, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση: «για να μπορέσεις να πάρεις δάνειο, θα πρέπει να βάλεις υποθήκη το σπίτι σου, γιατί δε γίνεται αλλιώς». (Λαϊκό τραγούδι: κάθε πράγμα στον καιρό του και τον Αύγουστο κολιός, στη ζωή έγινε νόμος και δε γίνεται αλλιώς
- δε γίνεται έτσι δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- δε γίνεται έτσι η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- δε γίνεται ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- δε γίνεται θέμα, βλ. λ. θέμα·
- δε γίνεται καλά με τίποτα, (για πρόσωπα) α. βρίσκεται στο έσχατο όριο της διαφθοράς και δεν υπάρχει περίπτωση να επανέλθει στο σωστό δρόμο: «έπεσαν απάνω του όλοι οι συγγενείς να τον συμβουλεύσουν, αλλά αυτός είναι τόσο πολύ μπλεγμένος με την αλητεία, που δε γίνεται καλά με τίποτα». β. βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, είναι βέβαιο ότι θα πεθάνει: «οι γιατροί αποφάσισαν πως δε γίνεται καλά με τίποτα». γ. (για μηχανήματα) δεν επιδέχεται επιδιόρθωση: «έφαγε τέτοια τράκα τ’ αυτοκίνητο, που δε γίνεται καλά με τίποτα». δ. (για δουλειές ή υποθέσεις) δεν επιδέχεται βελτίωση: «όπως την έκανες τη δουλειά, δε γίνεται καλά με τίποτα»·
- δε γίνεται κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- δε γίνεται λόγος, βλ. λ. λόγος·
- δε γίνεται ομελέτα, χωρίς να σπάσεις αβγά, βλ. λ. ομελέτα·
- δε γίνεται παρά να…, βλ. λ. παρά·
- δε γίνεται συζήτηση, βλ. λ. συζήτηση·
- δε γίνεται τίποτα, δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί λύση ή να διευθετηθεί κάτι: «δεν μπορούμε να βρούμε ένα τρόπο να συμφωνήσουμε; -Δε γίνεται τίποτα». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το δυστυχώς·
- δε γίνεται τράμπα με σκατά ή με σκατά δε γίνεται τράμπα ή με σκατά τράμπα δε γίνεται, βλ. λ. τράμπα·
- δε γίνεται χωριό, βλ. λ. χωριό·
- δε θα γίνω (και) χίλια κομμάτια! βλ. λ. κομμάτι·
- δεν έγινε δα η συντέλεια του κόσμου ή δεν έγινε κι η συντέλεια του κόσμου, βλ. λ. συντέλεια·
- δεν έγινε τίποτα, α. δεν υπήρξε κάποιο αποτέλεσμα: «προσπάθησα να τον πείσω ν’ αποσύρει τη μήνυση, αλλά δεν έγινε τίποτα». β. δεν πειράζει (ανάλογα με την περίπτωση και με τον τόνο της φωνής λέγεται και με ειρωνική διάθεση): «αχ, μωρέ φιλαράκι μου, δεν μπόρεσα να ’ρθω να σε βοηθήσω. -Δεν έγινε τίποτα || αχ, σας πάτησα! -Δεν έγινε τίποτα»·
- δεν μπορεί να γίνει χωριό, βλ. λ. χωριό·
- δεν ξέρει τι του γίνεται, α. είναι εντελώς αποδιοργανωμένος: «πώς να προκόψει, αφού δεν ξέρει τι του γίνεται στη δουλειά του!». β. ενεργεί ή συμπεριφέρεται εντελώς παράλογα: «μην τον συνερίζεσαι γι αυτά που κάνει, γιατί έχει τόσα προβλήματα, που δεν ξέρει τι του γίνεται»·
- Εβραίοι, γουρούνια, θα γίνεται σαπούνια, βλ. λ. Εβραίος·
- έγινα αρχιστράτηγος, βλ. λ. αρχιστράτηγος·
- έγινα ζάντα, βλ. λ. ζάντα·
- έγινα κουκουβάγια, βλ. λ. κουκουβάγια·
- έγινα κουρούμπελο, βλ. λ. κουρούμπελο·
- έγινα κώλος, βλ. λ. κώλος·
- έγινα ναύαρχος, βλ. λ. ναύαρχος·
- έγινα νταντέλα, βλ. λ. νταντέλα·
- έγινα ντουμάνι, βλ. λ. ντουμάνι·
- έγινα παζλ, βλ. λ. παζλ·
- έγινα ρόμπα, βλ. λ. ρόμπα·
- έγινα σαν βαρέλι, βλ. λ. βαρέλι·
- έγινα σαν βόδι, βλ. λ. βόδι·
- έγινα (σαν) μουνί, βλ. λ. μουνί·
- έγινα (σαν) μουνί καλλιγραφίας, βλ. λ. μουνί·
- έγινα(σαν) μουνί καπέλο, βλ. λ. μουνί·
- έγινα σαν ντουλάπα, βλ. λ. ντουλάπα·
- έγινα σκατά ολέ, βλ. συνηθέστ. έγινα σκατέ ολέ, βλ. λ. σκατέ·
- έγινα τόφαλος, βλ. λ. τόφαλος·
- έγινα τσίρκο, βλ. λ. τσίρκο·
- έγινα φανέλα, βλ. λ. φανέλα·
- έγινα χότζας, βλ. λ. χότζας·
- έγιναν ένα σώμα, βλ. λ. σώμα·
- έγιναν μάλε βράσε, βλ. λ. μάλε βράσε·
- έγιναν όλα καθωσπρέπει, βλ. λ. καθωσπρέπει·
- έγιναν όλα καλά κι άγια, βλ. λ. άγιος·
- έγιναν όλα καλά κι όσια, βλ. λ. όσιος·
- έγιναν όλα κάρβουνο, βλ. λ. κάρβουνο·
- έγιναν όλα κεραμιδαριό, βλ. λ. κεραμιδαριό·
- έγιναν όλα μέλι γάλα, βλ. λ. γάλα·
- έγιναν όλα στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
- έγιναν όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
- έγιναν σαν της γριάς τα μαλλιά ή έγιναν σαν της γριάς το μαλλί, βλ. λ. γριά·
- έγιναν σαν της τρελής τα μαλλιά ή έγιναν σαν της τρελής το μαλλί, βλ. λ. τρελός·
- έγιναν σκορποχώρι, βλ. λ. σκορποχώρι·
- έγιναν σπανακόπιτα, βλ. λ. σπανακόπιτα·
- έγιναν τα νεύρα μου ζαρτιέρες, βλ. λ. νεύρο·
- έγιναν τα νεύρα μου κουρέλι, βλ. λ. νεύρο·
- έγιναν τα νεύρα μου σμπαράλια, βλ. λ. νεύρο·
- έγιναν τα νεύρα μου τιράντες, βλ. λ. νεύρο·
- έγιναν τα νεύρα μου τσατάλια, βλ. λ. νεύρο·
- έγιναν ταίρι, βλ. λ. ταίρι·
- έγιναν τρομερά πράγματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- έγιναν φοβερά πράγματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- έγιναν χαλκομανία, βλ. λ. χαλκομανία·
- έγινε αέρας, βλ. λ. αέρας·
- έγινε αεριωθούμενο, βλ. λ. αεριωθούμενο·
- έγινε αεροπλάνο, βλ. λ. αεροπλάνο·
- έγινε αίμα και άμμος, βλ. λ. αίμα·
- έγινε ακορντεόν, βλ. λ. ακορντεόν·
- έγινε άλλος τόσος, βλ. λ. άλλος·
- έγινε αμέρικαν μπαρ, βλ. λ. μπαρ·
- έγινε ανάστα ή έγινε ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- έγινε ανατολικό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- έγινε άνθρωπος! βλ. λ. άνθρωπος·
- έγινε από σόι, βλ. λ. σόι·
- έγινε αρένα, βλ. λ. αρένα·
- έγινε αρνάκι, βλ. λ. αρνάκι·
- έγινε αρνί, βλ. λ. αρνί·
- έγινε άσπρος απ’ το φόβο του, βλ. λ. φόβος·
- έγινε άσπρος σαν (την) κιμωλία, βλ. λ. κιμωλία·
- έγινε άσπρος σαν (το) κερί, βλ. λ. κερί·
- έγινε άσπρος σαν (το) πανί, βλ. λ. πανί·
- έγινε άσπρος σαν (το) χασέ(ς), βλ. λ. χασές·
- έγινε αστραπή, βλ. λ. αστραπή·
- έγινε άφαντο, (για πράγματα) βλ. λ. άφαντος·
- έγινε άφαντος, βλ. λ. άφαντος·
- έγινε Βιετνάμ, βλ. λ. Βιετνάμ·
- έγινε βούκινο, βλ. λ. βούκινο·
- έγινε βουτηχτός, βλ. λ. βουτηχτός·
- έγινε γέλιο, βλ. λ. γέλιο·
- έγινε γιάγμα, (για εμπορεύματα), βλ. λ. γιάγμα·
- έγινε γιορτή, βλ. λ. γιορτή·
- έγινε γλέντι, βλ. λ. γλέντι·
- έγινε γνωστός, βλ. λ. γνωστός·
- έγινε Δευτέρα Παρουσία, βλ. λ. Δευτέρα Παρουσία·
- έγινε δεύτερη φύση του, βλ. λ. φύση·
- έγινε Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, βλ. λ. πόλεμος·
- έγινε δική μου, (για γυναίκες), βλ. λ. δικός·
- έγινε δυο κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- έγινε δώσ’ και σε μένα μπάρμπα ή έγινε δώσε και μένα μπάρμπα, βλ. λ. μπάρμπας·
- έγινε ελάφι, βλ. λ. ελάφι·
- έγινε (ένα) ερείπιο, βλ. λ. ερείπιο·
- έγινε ένα μάτσο σίδερα, βλ. λ. σίδερο·
- έγινε ένα όνειρο (για κάποιον κάτι), βλ. λ. όνειρο·
- έγινε ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- έγινε η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε η ζωή μου κόλαση, βλ. λ. ζωή·
- έγινε η ζωή μου μαρτύριο, βλ. λ. ζωή·
- έγινε η ζωή μου μαύρη, βλ. λ. ζωή·
- έγινε η καρδιά μου καρβουνιάρικο, βλ. λ. καρδιά·
- έγινε η καρδιά μου κομμάτια, βλ. λ. καρδιά·
- έγινε η καρδιά μου μπαξές, βλ. λ. καρδιά·
- έγινε η καρδιά μου περιβόλι, βλ. λ. καρδιά·
- έγινε η κουτσή, βλ. λ. κουτσός·
- έγινε η νύχτα μέρα, βλ. λ. μέρα·
- έγινε η νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου, βλ. λ. νύχτα·
- έγινε η σέντρα, βλ. λ. σέντρα·
- έγινε η στραβή, βλ. λ. στραβός·
- έγινε η συντέλεια (του κόσμου), βλ. λ. συντέλεια·
- έγινε η σφαγή των Αρμενίων, βλ. λ. Αρμένης·
- έγινε η ψυχή μου κουβάρι, βλ. λ. ψυχή·
- έγινε θέμα, βλ. λ. θέμα·
- έγινε θρήνος, βλ. λ. θρήνος·
- έγινε θρήνος (κλαυθμός) και οδυρμός, βλ. λ. θρήνος·
- έγινε και κάτσε καλά, βλ. λ. καλός·
- έγινε κάποιος, βλ. λ. κάποιος·
- έγινε κάρβουνο, βλ. λ. κάρβουνο·
- έγινε καρφωτή, βλ. λ. καρφωτή·
- έγινε κατακλυσμός, βλ. λ. κατακλυσμός·
- έγινε κεραμιδαριό, βλ. λ. κεραμιδαριό·
- έγινε κίτρινος απ’ το φόβο του, βλ. λ. φόβος·
- έγινε κίτρινος σαν (το) κερί, βλ. λ. κερί·
- έγινε κίτρινος σαν (το) λεμόνι, βλ. λ. λεμόνι·
- έγινε κίτρινος σαν (το) φλουρί, βλ. λ. φλουρί·
- έγινε κλάμα, βλ. λ. κλάμα·
- έγινε κόκκινος από ντροπή ή έγινε κόκκινος απ’ την ντροπή του, βλ. λ. ντροπή·
- έγινε κόκκινος από θυμό ή έγινε κόκκινος απ’ το θυμό του, βλ. λ.θυμός·
- έγινε κομήτης, βλ. λ. κομήτης·
- έγινε κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- έγινε κομφούζιο, βλ. λ. κομφούζιο·
- έγινε κόσκινο, βλ. λ. κόσκινο·
- έγινε κυπριακό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- έγινε κώλος, βλ. λ. κώλος·
- έγινε κώλος η δουλειά ή η δουλειά έγινε κώλος, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε κώλος το πράμα ή το πράμα έγινε κώλος, βλ. λ. κώλος·
- έγινε λαγός, βλ. λ. λαγός·
- έγινε λαδιά, βλ. λ. λαδιά·
- έγινε λαμπάδα, βλ. λ. λαμπάδα·
- έγινε λάσπη η δουλειά ή η δουλειά έγινε λάσπη, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε Λίβανος, βλ. λ. Λίβανος·
- έγινε Λούης, βλ. λ. Λούης·
- έγινε μαϊμού η δουλειά ή η δουλειά έγινε μαϊμού, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε μακαρίτης, βλ. λ. μακαρίτης·
- έγινε μακελειό, βλ. λ. μακελειό·
- έγινε μάλε βράσε, βλ. λ. μάλε βράσε·
- έγινε μαμούκαλα η δουλειά ή η δουλειά έγινε μαμούκαλα, βλ. λ.δουλειά·
- έγινε μαμουνιά, βλ. λ. μαμουνιά·
- έγινε μαντάρα η δουλειά ή η δουλειά έγινε μαντάρα, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε μαύρη σαν καλιακούδα, βλ. λ. καλιακούδα·
- έγινε μαύρος κατράμι ή έγινε μαύρος σαν κατράμι ή έγινε μαύρος σαν το κατράμι, βλ. λ. κατράμι·
- έγινε μαύρος σαν κόρακας ή έγινε μαύρος σαν τον κόρακα, βλ. λ. κόρακας·
- έγινε μαύρος πίσσα ή έγινε μαύρος σαν πίσσα ή έγινε μαύρος σαν την πίσσα, βλ. λ. πίσσα·
- έγινε μαύρος σαν τηγάνι ή έγινε μαύρος σαν το τηγάνι, βλ. λ. τηγάνι·
- έγινε μαύρος σαν τσουκάλι ή έγινε μαύρος σαν το τσουκάλι, βλ. λ.τσουκάλι·
- έγινε μάχη, βλ. λ. μάχη· 
- έγινε μεγάλο κακό, βλ. λ. κακός·
- έγινε μεγάλο φονικό, βλ. λ. φονικό·
- έγινε μεγάλος, βλ. λ. μεγάλος·
- έγινε μεγάλος και πολύς, βλ. λ. μεγάλος·
- έγινε μεγάλος και τρανός, βλ. λ. μεγάλος·
- έγινε μέγας και πολύς, βλ. λ. μέγας·
- έγινε μεσανατολικό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- έγινε μια τρύπα στο νερό, βλ. λ. τρύπα·
- έγινε μουνί η δουλειά ή η δουλειά έγινε μουνί, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε μουνί καλλιγραφίας η δουλειά ή η δουλειά έγινε μουνί καλλιγραφίας, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε μουνί καπέλο η δουλειά ή η δουλειά έγινε μουνί καπέλο, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε μπαίγνιο στα χέρια (κάποιου), βλ. λ. μπαίγνιο·
- έγινε μπαμ, βλ. λ. μπαμ·
- έγινε μπάχαλο, βλ. λ. μπάχαλο·
- έγινε μπάχαλο η δουλειά ή η δουλειά έγινε μπάχαλο, βλ. λ. μπάχαλο·
- έγινε μπέρδεμα, βλ. λ. μπέρδεμα·
- έγινε μπουρδέλο η δουλειά ή η δουλειά έγινε μπουρδέλο, βλ. λ.μπουρδέλο·
- έγινε μπουρλότο, βλ. λ. μπουρλότο·
- έγινε μπουχός, βλ. λ. μπουχός·
- έγινε μύλος, βλ. λ. μύλος·
- έγινε μύλος η δουλειά ή η δουλειά έγινε μύλος, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε νιανιά η δουλειά ή η δουλειά έγινε νιανιά, βλ. λ. νιανιά·
- έγινε νόμος, βλ. λ. νόμος·
- έγινε νοσοκομείο, βλ. λ. νοσοκομείο·
- έγινε νταβανάς, βλ. λ. νταβανάς·
- έγινε νύχτα (κάτι), βλ. λ. νύχτα·
- έγινε ο άνθρωπος της ημέρας, βλ. λ. άνθρωπος·
- έγινε ο κώλος μου σαν γαρίφαλο ή έγινε ο κώλος μου σαν τάλιρο ή έγινε ο κώλος μου σαν τριαντάφυλλο, βλ. λ. κώλος·
- έγινε ο τάφος του, βλ. λ. τάφος·
- έγινε ο χαμός, βλ. λ. χαμός·
- έγινε ο χαμός του Δράμαλη, βλ. λ. χαμός
- έγινε ομηρικό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- έγινε παιχνιδάκι στα χέρια του (της), βλ. λ. παιχνιδάκι·
- έγινε παιχνίδι στα χέρια του (της), βλ. λ. παιχνίδι·
- έγινε Παναής, βλ. λ. Παναής·
- έγινε πανηγύρι, βλ. λ. πανηγύρι·
- έγινε πανί, βλ. λ. πανί·
- έγινε παρανάλωμα του πυρός, βλ. λ. παρανάλωμα·
- έγινε παρανάλωμα της φωτιάς, βλ. λ. παρανάλωμα·
- έγινε πάταγος, βλ. λ. πάταγος·
- έγινε πατατράκ, βλ. λ. πατατράκ·
- έγινε πατιρντί, βλ. λ. πατιρντί·
- έγινε πετρέλαιο (κάτι), βλ. λ. πετρέλαιο·
- έγινε πετρέλαιο η δουλειά ή η δουλειά έγινε πετρέλαιο, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε πετσί και κόκαλο, βλ. λ. πετσί·
- έγινε πίτα, (για πράγματα, ιδίως για αυτοκίνητα), βλ. λ. πίτα·
- έγινε πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- έγινε πολύ κακό για το τίποτα, βλ. λ. κακός·
- έγινε πολύς θόρυβος για το τίποτα, βλ. λ. θόρυβος·
- έγινε πολύς λόγος για το τίποτα, βλ. λ. λόγος·
- έγινε πολύς ντόρος για το τίποτα, βλ. λ. ντόρος·
- έγινε πουλάκι, βλ. λ. πουλάκι·
- έγινε πουλί, βλ. λ. πουλί·
- έγινε πουστιά, βλ. λ. πουστιά·
- έγινε πραγματικότητα (κάτι), βλ. λ. πραγματικότητα·
- έγινε πράσινη ή έγινε η πράσινη, βλ. λ. πράσινη·
- έγινε πράσινος απ’ τη ζήλια του, βλ. λ. ζήλια·
- έγινε πράσινος απ’ το κακό του, βλ. λ. κακός·
- έγινε πυρ και μανία, βλ. λ. πυρ·
- έγινε πύραυλος, βλ. λ. πύραυλος·
- έγινε πυροτέχνημα, βλ. λ. πυροτέχνημα·
- έγινε ρεζίλι, βλ. λ. ρεζίλι·
- έγινε ρεζίλι της κοινωνίας, βλ. λ. ρεζίλι·
- έγινε ρεζίλι των σκυλιών, βλ. λ. ρεζίλι·
- έγινε ρεντίκολο, βλ. λ. ρεντίκολο·
- έγινε ρεντίκολο της κοινωνίας, βλ. λ. ρεντίκολο·
- έγινε ρεντίκολο των σκυλιών, βλ. λ. ρεντίκολο·
- έγινε ρινγκ, βλ. λ. ρινγκ·
- έγινε σάλος, βλ. λ. σάλος·
- έγινε σαματάς, βλ. λ. σαματάς·
- έγινε σαν κάστανο, βλ. λ. κάστανο·
- έγινε σαν κατράμι ή έγινε σαν το κατράμι, βλ. λ. κατράμι·
- έγινε σαν κολοκοτρωναίικος σουγιάς, βλ. λ. σουγιάς·
- έγινε σαν κόρακας ή έγινε σαν τον κόρακα, βλ. λ. κόρακας·
- έγινε σαν περισπωμένη, βλ. λ. περισπωμένη·
- έγινε σαν πίσσα ή έγινε σαν την πίσσα, βλ. λ. πίσσα·
- έγινε σαν σίγμα τελικό ή έγινε σαν τελικό σίγμα, βλ. λ. σίγμα·
- έγινε σαν (τ’) αγιοκέρι, βλ. λ. αγιοκέρι·
- έγινε σαν τα μούτρα σου η δουλειά ή η δουλειά έγινε σαν τα μούτρα σου, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε σαν τηγάνι ή έγινε σαν το τηγάνι, βλ. λ. τηγάνι·
- έγινε σαν της γριάς τα μαλλιά ή έγινε σαν της γριάς το μαλλί, βλ. λ. γριά·
- έγινε σαν της μαϊμούς τον κώλο, βλ. λ. μαϊμού·
- έγινε σαν της τρελής τα μαλλιά ή έγινε σαν της τρελής το μαλλί, βλ. λ. τρελός·
- έγινε σαν (το) λεμόνι, βλ. λ. λεμόνι·
- έγινε σαν το πανί, βλ. λ. πανί·
- έγινε σαν τον άγιο Γαμώτο, βλ. λ. γαμώτο·
- έγινε σαν τον κώλο σου η δουλειά ή η δουλειά έγινε σαν τον κώλο σου, βλ. λ. δουλειά·
έγινε σαν τσουκάλι ή έγινε σαν το τσουκάλι, βλ. λ. τσουκάλι·
- έγινε σαν φανάρι, βλ. λ. φανάρι·
- έγινε σασιρμάς, βλ. λ. σασιρμάς·
- έγινε σεισμός, βλ. λ. σεισμός·
- έγινε σίριαλ, βλ. λ. σίριαλ·
- έγινε σκατά η δουλειά ή η δουλειά έγινε σκατά, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε σκατά το πράμα, βλ. λ. σκατά·
- έγινε σκιά μου (κάποιος ή κάτι), βλ. λ. σκιά·
- έγινε σκιά του εαυτού του, βλ. λ. σκιά·
- έγινε σκορποχώρι, βλ. λ. σκορποχώρι·
- έγινε σκυλί, βλ. λ. σκυλί·
- έγινε σκυλί εναντίον μου, βλ. λ. σκυλί·
- έγινε σκύλος, βλ. λ. σκύλος·
- έγινε σουξέ, βλ. λ. σουξέ·
- έγινε σούπα η δουλειά ή η δουλειά έγινε σούπα, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε σούσουρο, βλ. λ. σούσουρο·
- έγινε στεναγμός, βλ. λ. στεναγμός·
- έγινε σφαγείο, βλ. λ. σφαγείο·
- έγινε σφαγή, βλ. λ. σφαγή·
- έγινε σφαίρα, βλ. λ. σφαίρα·
- έγινε σφεντόνα, βλ. λ. σφεντόνα·
- έγινε τάρανδος, βλ. λ. τάρανδος·
- έγινε τελατίνι, βλ. λ. τελατίνι·
- έγινε Τέξας, βλ. λ. Τέξας·
- έγινε τζάμπα (και βερεσέ), βλ. λ. βερεσέ·
- έγινε τζερτζελές, βλ. λ. τζερτζελές·
- έγινε της αλεπούς ο γάμος, βλ. λ. γάμος·
- έγινε της Αναλήψεως (ενν. κάποιο αντικείμενο), βλ. λ. Αναλήψεως·
- έγινε της ανωμαλίας, βλ. λ. ανωμαλία·
- έγινε της ιεροδούλου, βλ. λ. ιερόδουλος·
- έγινε της ιεροδούλου το κιγκλίδωμα, βλ. λ. ιερόδουλος·
- έγινε της κακομοίρας, βλ. λ. κακομοίρας·
- έγινε της Κορέας, βλ. λ. Κορέα·
- έγινε της μουρλής, βλ. λ. μουρλός·
- έγινε της Πόπης, βλ. λ. Πόπη·
- έγινε της πόρνης, βλ. λ. πόρνη·
- έγινε της πουτάνας, βλ. λ. πουτάνα·
- έγινε της πουτάνας το κάγκελο, βλ. λ. πουτάνα·
- έγινε της πουτάνας το μαγκάλι, βλ. λ. μαγκάλι·
- έγινε της τρελής, βλ. λ. τρελός·
- έγινε το δικό του, βλ. λ. δικός·
- έγινε το έλα να δεις, βλ. λ. είδα·
- έγινε το θέμα της ημέρας, βλ. λ. θέμα·
- έγινε το κάτσε καλά, βλ. συνηθέστ. έγινε το σώσε·
- έγινε το κεφάλι μου καζάνι, βλ. λ. καζάνι·
- έγινε το κεφάλι μου κουδούνι, βλ. λ. κεφάλι·
- έγινε το μάλε βράσε, βλ. λ. μάλε βράσε·
- έγινε το μάτι του να! βλ. λ. μάτι·
- έγινε το μεγάλο μπαμ, βλ. λ. μπαμ·
- έγινε το μεγάλο μπουμ, βλ. λ. μπουμ2·
- έγινε το μυαλό μου κουρκούτι, βλ. λ. μυαλό·
- έγινε το πρόσωπο της ημέρας, βλ. λ. πρόσωπο·
- έγινε το σάλιο μου γιαούρτι, βλ. λ. σάλιο·
- έγινε το σώσε, βλ. λ. σώζω·
- έγινε το χατίρι του, βλ. λ. χατίρι·
- έγινε τόκα, βλ. λ. τόκα·
- έγινε του Κουτρούλη ο γάμος, βλ. λ. Κουτρούλης·
- έγινε του Κουτρούλη το πανηγύρι, βλ. λ. Κουτρούλης·
- έγινε τούκα, βλ. λ. τούκα·
- έγινε τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- έγινε τουρλού η δουλειά ή η δουλειά έγινε τουρλού, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε τουρσί η δουλειά ή η δουλειά έγινε τουρσί, βλ. λ. δουλειά·
- έγινε τρανός, βλ. λ. τρανός·
- έγινε τσακωτός, βλ. λ. τσακωτός·
- έγινε τσάρτερ, βλ. λ. τσάρτερ·
- έγινε τσιγαρόχαρτο, βλ. λ. τσιγαρόχαρτο·
- έγινε τσιμπητός, βλ. λ. τσιμπητός·
- έγινε φάντασμα του εαυτού του, βλ. λ. φάντασμα·
- έγινε φάση, βλ. λ. φάση·
- έγινε φίρμα, βλ. λ. φίρμα·
- έγινε φραμπαλάς, βλ. λ. φραμπαλάς·
- έγινε φύλλο και φτερό, βλ. λ. φύλλο·
- έγινε φυσαρμόνικα, βλ. λ. φυσαρμόνικα·
- έγινε χαβαλέ, βλ. λ. χαβαλέ·
- έγινε χαβαλέ (κάτι), βλ. λ. χαβαλέ·
- έγινε χαβαλές, βλ. λ. χαβαλές·
- έγινε χαβάς, βλ. λ. χαβάς·
- έγινε χαλασμός, βλ. λ. χαλασμός·
- έγινε χαλασμός κόσμου, βλ. λ. χαλασμός·
- έγινε χαλασμός Κυρίου, βλ. λ. χαλασμός·
- έγινε χαλί να τον πατήσω, βλ. λ. χαλί·
- έγινε χαλκομανία, βλ. λ. χαλκομανία·
- έγινε χαμός ή έγινε ο χαμός του Δράμαλη, βλ. λ. χαμός·
- έγινε χουλιαμάς, βλ. λ. χουλιαμάς·
- εδώ γίνεται η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- εδώ θα γίνει ο τά-φος σας! βλ. λ. τάφος·
- εδώ θα γίνει ο τά-φος σου! βλ. λ. τάφος·
- είπα την αλήθεια στο φίλο μου κι έγινε εχθρός μου, βλ. λ. αλήθεια·
- η γλώσσα μου έγινε γραβάτα, βλ. λ. γλώσσα·
- η γλώσσα μου έγινε παπούτσι ή η γλώσσα μου έγινε σαν παπούτσι, βλ. λ. γλώσσα·
- η γλώσσα μου έγινε τσαρούχι ή η γλώσσα μου έγινε σαν τσαρούχι, βλ. λ. γλώσσα·
- η γλώσσα μου έγινε φιόγκος, βλ. λ. γλώσσα·
- η δουλειά γίνεται για να…, βλ. λ. δουλειά·
- η καλή δουλειά αργεί να γίνει, βλ. λ. δουλειά·
- ήρθα κι έγινα, βλ. λ. ήρθα·
- ήρθαμε και γίναμε, βλ. λ. ήρθα·
- ήρθε κι έγινε, βλ. λ. ήρθα·
- θα γίνει αίμα και άμμος, βλ. λ. αίμα·
- θα γίνει αμέρικαν μπαρ, μπαρ·
- θα γίνει Βιετνάμ, βλ. λ. Βιετνάμ·
- θα γίνει δεν ξέρω κι εγώ τι ή θα γίνει κι εγώ δεν ξέρω τι, βλ. φρ. θα γίνει το σώσε·
- θα γίνει Δευτέρα Παρουσία, βλ. λ. Δευτέρα Παρουσία·
- θα γίνει Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, βλ. λ. πόλεμος·
- θα γίνει η νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου, βλ. λ. νύχτα·
- θα γίνει η σφαγή των Αρμενίων, βλ. λ. Αρμένης·
- θα γίνει Λίβανος, βλ. λ. Λίβανος·
- θα γίνει (μεγάλη) ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- θα γίνει ο χαμός, βλ. λ. χαμός·
- θα γίνει ο χαμός του Δράμαλη, βλ. λ. χαμός·
- θα γίνει ρινγκ, βλ. λ. ρινγκ·
- θα γίνει ταραχή, βλ. λ. ταραχή·
- θα γίνει Τέξας, βλ. λ. Τέξας·
- θα γίνει της ανωμαλίας, βλ. λ. ανωμαλία·
- θα γίνει της ιεροδούλου, βλ. λ. ιερόδουλος·
- θα γίνει της ιεροδούλου το κιγκλίδωμα, βλ. λ. ιερόδουλος·
- θα γίνει της κακομοίρας, βλ. λ. κακομοίρα·
- θα γίνει της Κορέας, βλ. λ. Κορέα·
- θα γίνει της μουρλής, βλ. λ. μουρλός·
- θα γίνει της Πόπης, βλ. λ. Πόπη·
- θα γίνει της πόρνης, βλ. λ. πόρνη·
- θα γίνει της πουτάνας (ενν. το κάγκελο, το μαγκάλι), βλ. λ. πουτάνα·
- θα γίνει της πουτάνας το κάγκελο, βλ. λ. πουτάνα·
- θα γίνει της πουτάνας το μαγκάλι, βλ. λ. πουτάνα·
- θα γίνει της τρελής, βλ. λ. τρελός·
- θα γίνει το έλα να δεις, βλ. λ. είδα·
- θα γίνει το κάτσε καλά, βλ. συνηθέστ. θα γίνει το σώσε·
- θα γίνει το σώσε, βλ. λ. σώζω· 
- θα γίνει χαμός ή θα γίνει ο χαμός του Δράμαλη, βλ. λ. χαμός·
- θα γινόταν πανηγύρι, βλ. λ. πανηγύρι·
- θα γίνουμε βίδες, βλ. λ. βίδα·
- θα γίνουμε πρωτοσέλιδο, βλ. λ. πρωτοσέλιδος·
- θα γίνουμε σκορποχώρι, βλ. λ. σκορποχώρι·
- θα γίνω αστροναύτης, βλ. λ. αστροναύτης·
- θα γίνω γη να με πατήσεις, βλ. λ. γη·
- θα γίνω χαλί να με πατήσεις, βλ. λ. χαλί·
- θαρρεί πως έγινε κάτι, βλ. λ. κάτι·
- θέλει να γίνεται πάντα το δικό του, βλ. λ. δικός·
- θέλω να γενώ καλόγερος να σώσω την ψυχή μου, μα δε μ’ αφήνει ο διάβολος που ’χω μέσ’ στο βρακί μου, βλ. λ. διάβολος·
- και τι έγινε! ή τι έγινε! α. καθησυχαστικό επιφώνημα με την έννοια δεν έγινε και τίποτα σοβαρό, δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο, που να δικαιολογεί νευρικότητα ή ανησυχία: «και τι έγινε που θα φωνάξεις την αστυνομία! Εμείς δεν κάναμε τίποτα που να μας φοβίζει». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε. β. καθησυχαστικό επιφώνημα με την έννοια πως αυτό που έγινε είναι τόσο ασήμαντο, που δε δικαιολογεί νευρικότητα ή ανησυχία: «έσπασα ένα ποτήρι. Και τι έγινε!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εντάξει μωρέ ή το καλά μωρέ και είναι άλλες φορές που η φρ. κλείνει με το μωρέ. γ. έκφραση αδιαφορίας για την ενέργεια κάποιου: «ο τάδε μπήκε μέσα χωρίς εισιτήριο. -Και τι έγινε!». (Λαϊκό τραγούδι: και τι έγινε που φεύγεις και τι έγινε, ούτε ίχνος από σένα πια δεν έμεινε
- καλύτερο(ς) δε γίνεται, βλ. λ. καλύτερος·
- κάρβουνο να πιάνεις, χρυσάφι να γίνεται, βλ. λ. κάρβουνο·
- κάρβουνο πιάνει, χρυσάφι γίνεται, βλ. λ. κάρβουνο·
- κάτι γίνεται, βλ. λ. κάτι·
- κέφι μου θα γίνει; (για καταστάσεις ή συνήθειες), βλ. λ. κέφι·
- κέφι μου θα γίνεις; (για πρόσωπα), βλ. λ. κέφι·
- κι αν κελαηδάει η οχιά, δε γίνεται γαρδέλι, βλ. λ. οχιά·
- κι ύστερα τι έγινε; βλ. λ. ύστερα·
- κομμάτια να γίνει! βλ. λ. κομμάτι·
- κουβέντα να γίνεται, βλ. λ. κουβέντα·
- λόγος να γίνεται, βλ. λ. λόγος·
- μας έγινε ακριβοθώρητος, βλ. λ. ακριβοθώρητος·
- μας έγινε πολύ ακριβός, βλ. λ. ακριβός·
- με μένα τι γίνεται; με το προσωπικό μου συμφέρον, με την προσωπική μου υπόθεση τι μέλει γενέσθαι(;): «εσείς βολευτήκατε όλοι μια χαρά, με μένα όμως τι γίνεται;»·
- με πορδές δε γίνονται δουλειές ή με πορδές δουλειές δε γίνονται ή με πορδές δε γίνονται οι δουλειές ή με πορδές οι δουλειές δε γίνονται, βλ. λ. δουλειά·
- με τον καιρό και την υπομονή, γίνεται το φύλλο της μουριάς μετάξι, βλ. λ. μετάξι·
- μη γίνει ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- μη γίνει θέμα, βλ. λ. θέμα·
- μη γίνει κουβέντα, βλ.λ. κουβέντα·
- μη γίνει λόγος, βλ. λ. λόγος·
- μη γίνει συζήτηση, βλ. λ. συζήτηση·
- μη γίνεσαι γελοίος! βλ. λ. γελοίος·
- μη γίνεσαι κόπανος! βλ. λ. κόπανος·
- μη γίνεσαι κουτός! βλ. λ. κουτός·
- μη γίνεσαι μαλάκας! βλ. λ. μαλάκας·
- μη γίνεσαι μωρό! βλ. λ. μωρό·
- μη γίνεσαι παιδί! βλ. λ. παιδί·
- μόνο του σπανού τα γένια δε γίνονται, βλ. λ. γένια·
- μονός καβγάς δε γίνεται, βλ. λ. καβγάς·
- μου ’γινε αγκίδα, βλ. λ. αγκίδα·
- μου ’γινε αλογόμυγα, βλ. λ. αλογόμυγα·
- μου ’γινε αλογουρά, βλ. λ. αλογουρά·
- μου ’γινε αντίσκηνο (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. αντίσκηνο·
- μου ’γινε βδέλλα, βλ. λ. βδέλλα·
- μου ’γινε βεντούζα, βλ. λ. βεντούζα·
- μου ’γινε βραχνάς, βλ. λ. βραχνάς·
- μου ’γινε γκλίτσα (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. γκλίτσα·
- μου ’γινε κακιά πεθερά, βλ. λ. πεθερά·
- μου ’γινε κακό σπυρί, βλ. λ. σπυρί·
- μου ’γινε (κακός) μπελάς, βλ. λ. μπελάς·
- μου ’γινε κακός πούστης, βλ. λ. πούστης·
- μου ’γινε κλαρίνο (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. κλαρίνο·
- μου ’γινε κολλητσίδα, βλ. λ. κολλητσίδα·
- μου ’γινε κοντάρι (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. κοντάρι·
- μου ’γινε κρεατόμυγα, βλ. λ. κρεατόμυγα·
- μου ’γινε μάθημα, βλ. λ. μάθημα·
- μου ’γινε μύγα τσε τσε, βλ. λ. τσε τσε·
- μου ’γινε ντουντούκα (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. ντουντούκα·
- μου ’γινε ο βίος αβίωτος, βλ. λ. βίος·
- μου ’γινε ουρά, βλ. λ. ουρά·
- μου ’γινε στενό κολάρο, βλ. λ. κολάρο·
- μου ’γινε στενός κορσές, βλ. λ. κορσές·
- μου ’γινε στρείδι, βλ. λ. στρείδι·
- μου ’γινε ταγάρι, βλ. λ. ταγάρι·
- μου ’γινε ταμπάκος ή μου ’γινε τσάμικος ταμπάκος, βλ. λ. ταμπάκος·
- μου ’γινε το αίμα κομπόστα, βλ. λ. αίμα·
- μου ’γινε τριβέλι, βλ. λ. τριβέλι·
- μου ’γινε τσαντίρι (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, ή πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. τσαντίρι·
- μου ’γινε τσατάλι (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. τσατάλι·
- μου ’γινε τσε τσε, βλ. λ. τσε τσε·
- μου ’γινε τσίκλα, βλ. λ. τσίκλα·
- μου ’γινε τσιλίκι (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. τσιλίκι·
- μου ’γινε τσιμπούρι, βλ. λ. τσιμπούρι·
- μου ’γινε τσιρότο, βλ. λ. τσιρότο·
- μου ’γινε τσίτα (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. τσίτα·
- μου ’γινε τσίχλα, βλ. λ. τσίχλα·
- μου ’γινε φόρτωμα, βλ. λ. φόρτωμα·
- μπορεί να γίνει έτσι δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- να γίνεις τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- να γίνουν όλα στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
- να γίνουν όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
- να γινόταν…, έκφραση με την οποία δηλώνουμε την επιθυμία μας να γίνει κάτι: «πόσο παρακαλώ να γινόταν να μόνοιαζαν τα δυο αδέρφια!». (Τραγούδι: έρχονται στιγμές που ακόμα σ’ αγαπώ, έρχονται στιγμές που ακόμα σε ποθώ, στο μυαλό μου κάποια σκέψη τριγυρνά, να γινόταν και να γύριζες ξανά). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α ρε ή το ε ρε ή το α ρε και ή το ε ρε και·
- να έγινε το μάτι του! βλ. λ. μάτι·
- να σου γίνει χαράμι, βλ. λ. χαράμι·
- νταβανάς να γίνεται, βλ. λ. νταβανάς·
- ξίκι να γίνει! βλ. λ. ξίκι·
- ξίκι να σου γίνει! βλ. λ. ξίκι·
- ο βλάχος άρχων κι αν γενεί, βλαχίλα θα μυρίζει, βλ. λ. βλάχος·
- ο διάβολος εγέρασε, καλόγηρος εγίνηκε, βλ. λ. διάβολος·
- ο λύκος, όταν γερνάει, γίνεται των σκυλιών ο μασκαράς, βλ. λ. λύκος·
- ο πηλός αν δε δαρθεί, κεραμίδι δε γίνεται, βλ. λ. κεραμίδι·
- ο πούτσος μου έγινε χότζας, βλ. λ. χότζας·
- ο χωριάτης άγιος κι αν γενεί, σκατένια έχει τη χάρη, βλ. λ. χωριάτης·
- οι κώλοι που γαμούσαμε, γίνανε καπετάνιοι ή οι κώλοι που γαμούσαμε, γίναν’ καπεταναίοι, βλ. λ. κώλος·
- όλος ο καβγάς έγινε για την κουτάλα βλ. λ. καβγάς·
- όλος ο καβγάς έγινε για το πάπλωμα, βλ. λ. καβγάς·
- όποιος γίνεται αρνί, τον τρώει ο λύκος, βλ. λ. αρνί·
- όσο γίνεται, βλ. λ. όσος· 
- όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι, βλ. λ. περιστέρι·
- ό,τι γίνει ας γίνει, βλ. φρ. ό,τι·
- ό,τι γίνεται ακούγεται, βλ. λ. ακούγομαι·
- ό,τι γίνεται, δεν ξεγίνεται, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι έγινε έγινε, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι θέλει ας γίνει ή ό,τι θέλει να γίνει, ας γίνει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι θέλει ας κάνει ή ό,τι θέλει να κάνει, ας κάνει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι θέλει ας λέει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι θέλει ας πει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι και να γίνει ή ό,τι κι αν γίνει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι και να γίνει, αυτός το βιολί του, βλ. λ. βιολί·
- ό,τι και να γίνει, αυτός το χαβά του, βλ. λ. χαβάς·
- όταν φεύγει ο εχθρός, όλοι γίνονται γενναίοι, βλ. λ. εχθρός·
- ούτε διάκο σ’ είδαμε ούτε πρωτοσύγκελο, και δεσπότης έγινες; βλ. λ. δεσπότης·
- παλιό γαϊδούρι καινούρια περπατησιά γίνεται; βλ. λ. γαϊδούρι·
- πες το κι έγινε, βλ. λ. είπα·
- πολύς θόρυβος γίνεται, βλ. λ. θόρυβος·
- πολύς λόγος γίνεται, βλ. λ. λόγος·
- πολύς ντόρος γίνεται, βλ. λ. ντόρος·
- πόσα κομμάτια θα γίνω; ή πόσα κομμάτια να γίνω; βλ. λ. κομμάτι·
- πώς γίνεται…, βλ. λ. πώς·
- πώς γίνεται και… ή πώς γίνεται να…, βλ. λ. πώς·
- πώς ήμουν και πώς έγινα, βλ. λ. πώς·   
- σαν γεράσει η αλεπού, γίνεται καλογριά, βλ. λ. καλογριά·
- σασιρμάς να γίνεται, βλ. λ. σασιρμάς·
- σκατά να πιάνεις, χρυσάφι να γίνεται, βλ. λ. σκατά·
- σκατά πιάνει, χρυσάφι γίνεται, βλ. λ. σκατά·
- στείλε παπά μου την ευχή σου γίνεται; βλ. λ. παπάς·
- συζήτηση να γίνεται, βλ. λ. συζήτηση·
- τ’ αγγειά γινήκαν θυμιατά και οι κοπριές λιβάνι, βλ. λ. λιβάνι·
- τ’ όνειρό του έγινε πραγματικότητα, βλ. λ. πραγματικότητα·
- τζερτζελές να γίνεται, βλ. λ. τζερτζελές·
- τζίρος να γίνεται! βλ. λ. τζίρος·
- τι γίνεσαι; ή τι γίνεται; τι κάνεις; πώς τα πας; πώς τα περνάς; πώς πάνε οι δουλειές σου και η ζωή σου γενικά(;)·
- τι γίνεται; α. τι συμβαίνει(;): «τι γίνεται εδώ πέρα, γιατί τόση φασαρία;». β. (για δουλειές ή υποθέσεις) εξελίσσεται; κι αν ναι, πώς εξελίσσεται(;): «τι γίνεται με την αίτηση που υπέβαλα;»· βλ. και φρ. τι συμβαίνει; λ. συμβαίνει·
- τι έγινε λέει; έκφραση έκπληξης, απορίας ή δυσαρέσκειας, όταν μαθαίνουμε πως κάποιος έκανε ή είπε κάτι σε βάρος μας, που δεν το περιμέναμε ή που μας δυσαρεστεί και που δεν μπορούμε να το πιστέψουμε, ή για κάτι που έγινε και δεν μπορούμε να το πιστέψουμε: «ο τάδε σε κατηγόρησε. -Τι έγινε λέει; Μα αυτός είναι φίλος μου! || πέθανε ο τάδε. -Τι έγινε λέει; Μα μ’ αυτόν ήμουν πριν δυο ώρες!». Συνών. τι έκανε λέει(;)·
- τι έχει να γίνει! επιφωνηματική έκφραση για κάτι καλό ή κακό, που από την ένταση ή το μέγεθος του αποτελέσματός του προμηνύεται πως θα είναι πολύ εντυπωσιακό: «τι έχει να γίνει αν φέρει στο γάμο και τα όργανα! || αν συναντηθούν οι δυο τους που είναι στα μαχαίρια, τι έχει να γίνει!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το για σκέψου ή το για φαντάσου ή το αμάν ή το ε ρε ή το ε ρε, μάνα μου ή το ε ρε, πούστη μου ή το πω, πω ή το πω, πω ρε μάνα μου ή το πω, πω ρε πούστη μου ή το ω ρε ή το ω ρε, μάνα μου ή το ω ρε, πούστη μου. (Λαϊκό τραγούδι: απόψε στην ταβέρνα, πω! πω! τι έχει να γίνει! Κι αν κάνεις να χορέψεις, ποτήρι δε θα μείνει!
- τι θα γίνουν τα χάλια μας! βλ. λ. χάλι·
- τι θα γίνουν τα χαλιά μας! βλ. λ. χαλί·
- τι θα γίνω; ή τι θ’ απογίνω; (ενν. στη ζωή), έκφραση απόγνωσης για τη μελλοντική πορεία της ζωής μας ή έκφραση ανησυχίας, όταν βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση: «τώρα που πέθανε ο πατέρας μου, τι θα γίνω;»·
- τι θα γίνω εγώ με σένα, βλ. λ. εγώ·
- τι να γίνει! έκφραση αμηχανίας ή μοιρολατρίας, όταν δεν μπορούμε να αλλάξουμε μια κατάσταση που δε μας είναι επιθυμητή: «τα πράγματα πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο, -Τι να γίνει;». (Λαϊκό τραγούδι: πρώτη φορά που έπαθα ζημιά από γυναίκα που την είχα εμπιστοσύνη, μες στη ζωή μου δεν μου την έσκασε καμιά κι αφού την έπαθα, ρε φίλε, τι να γίνει
- τι στ’ ανάθεμα έγινε! (για πράγματα) βλ. λ. ανάθεμα·
- τι στ’ ανάθεμα έγινες! βλ. λ. ανάθεμα·
- τι στα κομμάτια έγινε! (για πράγματα) βλ. λ. κομμάτι·
- τι στα κομμάτια έγινες! βλ. λ. κομμάτι·
- τι στην ευχή έγινε! (για πράγματα), βλ. λ. ευχή·
- τι στην ευχή έγινες! βλ. λ. ευχή·
- τι στην οργή έγινε! (για πράγματα) βλ. λ. οργή·
- τι στην οργή έγινες! βλ. λ. οργή·
- τι στο δαίμονα έγινε! (για πράγματα), βλ. λ. δαίμονας·
- τι στο δαίμονα έγινες! βλ. λ. δαίμονας·
- τι στο διάβολο έγινε! (για πράγματα), βλ. λ. διάβολος·
- τι στο διάβολο έγινες! βλ. λ. διάβολος·
- τι στο καλό έγινε! (για πράγματα) βλ. λ. καλός·
- τι στο καλό έγινες! βλ. λ. καλός·
- τι στον κόρακα έγινε! (για πράγματα) βλ. λ. κόρακας·
- τι στον κόρακα έγινες! βλ. λ. κόρακας·
- το αίμα νερό δε γίνεται, βλ. λ. αίμα·
- το καλό το πράγμα αργεί να γίνει, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- το καλύτερο σαπούνι γίνεται απ’ το κουμμούνι ή το πιο καλό σαπούνι γίνεται απ’ το κουμμούνι, βλ. λ. σαπούνι·
- το μάτι του έγινε γαρίδα, βλ. λ. μάτι·
- το πάθημα μου έγινε μάθημα, πάθημα·
- το πρόσωπό του έγινε σκληρό σαν πέτρα, βλ. λ. πέτρα·
- το στόμα μου έγινε παπούτσι ή το στόμα μου έγινε σαν παπούτσι, βλ. λ. στόμα·
- το τι γίνεται δε λέγεται, είναι αδύνατο να εκφράσει, να περιγράψει κανείς αυτό που συμβαίνει, που διαδραματίζεται κάπου: «πάτε γρήγορα στο μπαράκι, γιατί πιάστηκαν δυο παρέες στα χέρια και το τι γίνεται δε λέγεται || έχει τόσο σπουδαίο πρόγραμμα το τσίρκο, που κάθε βράδυ το τι γίνεται δε λέγεται»·
- του ’γινε αρρώστια, βλ. λ. αρρώστια·
- τσιμέντο να γίνει! βλ. λ. τσιμέντο·
- τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, χάθηκαν τα κουτάλια ή τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, χάσαμε τα κουτάλια, βλ. λ. γιαούρτι·
- φραμπαλάς να γίνεται, βλ. λ. φραμπαλάς·
- χαλάλι να σου γίνει! βλ. λ. χαλάλι·
- χαράμι να σου γίνει! βλ. λ. χαράμι·
- χειρότερα δε γίνεται, βλ. λ. χειρότερος·
- χειρότερο(ς) δε γίνεται, βλ. λ. χειρότερος·
- χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε ευζώνοι! βλ. λ. μέσα·
- χαβαλές να γίνεται, βλ. λ. χαβαλές·
- χαβάς να γίνεται, βλ. λ. χαβάς·
- χουλιαμάς να γίνεται, βλ. λ. χουλιαμάς·
- χρυσάφι να πιάνεις, κάρβουνο να γίνεται , βλ. λ. χρυσάφι·
- χρυσάφι να πιάνεις, σκατά να γίνεται, βλ. λ. χρυσάφι·
- χρυσάφι να πιάνεις, χώμα να γίνεται, βλ. λ. χρυσάφι·
- χρυσάφι πιάνει, κάρβουνο γίνεται, χρυσάφι·
- χρυσάφι πιάνει, σκατά γίνεται, βλ. λ. χρυσάφι·
- χρυσάφι πιάνει, χώμα γίνεται, βλ. λ. χρυσάφι·
- χώμα να πιάνεις, χρυσάφι να γίνεται, βλ. λ. χώμα·
- χώμα πιάνει, χρυσάφι γίνεται, βλ. λ. χώμα·
- χωρίς γαμπρό γάμος δε γίνεται, βλ. λ. γαμπρός· 
- ψωμί δε γίνεται χωρίς προζύμι, βλ. λ. ψωμί.

γρυ

γρυ, το, άκλ. ουσ. [<μτγν. γρῦ], αποδίδει τη φωνή του γουρουνιού· ως επίρρ. δηλώνει απόλυτη άγνοια ή απουσία φωνής·
- δε σκαμπάζει γρυ, (για μαθητές) είναι εντελώς αδιάβαστος, αμελέτητος, είναι εντελώς αμελής: «όποτε και να τον σηκώσω στο μάθημα, δε σκαμπάζει γρυ»· βλ. και φρ. δεν ξέρει γρυ·
- δεν έβγαλα γρυ, δεν κατάλαβα τίποτα από όσα μου είπε κάποιος ή από όσα έλεγε κάποιος, ή δεν κατάλαβα τίποτα από ένα κείμενο που διάβασα: «μιλούσε μια ώρα, αλλά εγώ δεν έβγαλα γρυ απ’ όσα έλεγε || διάβασα το τελευταίο βιβλίο του τάδε συγγραφέα και δεν έβγαλα γρυ»· βλ. και φρ. δεν είπα γρυ·
- δεν έβγαλε γρυ ή δεν είπε γρυ ή δεν έκανε γρυ ή δεν πρόλαβε να βγάλει γρυ ή δεν πρόλαβε να κάνει γρυ ή δεν πρόλαβε να πει γρυ, σκοτώθηκε ακαριαία, ιδίως σε τροχαίο δυστύχημα: «έπεσε με τ’ αυτοκίνητό του πάνω σ’ ένα δέντρο και δεν πρόλαβε να κάνει γρυ»·
-δεν είπα γρυ, δεν είπα τίποτα, δεν είπα ούτε λέξη: «τον άφησα να μιλάει μια ώρα και δεν είπα γρυ»·
- δεν καταλαβαίνει γρυ, α. δεν αλλάζει τη γνώμη του, είναι ανένδοτος, αμετάπειστος: «αφού του μπήκε αυτή η ιδέα, μην προσπαθήσεις να του αλλάξεις τη γνώμη του, γιατί δεν καταλαβαίνει γρυ». β. είναι αναίσθητος, σκληρός: «δε βοηθάει κανέναν άνθρωπο, γιατί δεν καταλαβαίνει γρυ από τον ανθρώπινο πόνο». γ. δε δείχνει την παραμικρή διάθεση κατανόησης ή συνεννόησης: «του ζήτησα δέκα φορές να καθίσουμε να κουβεντιάσουμε τη διαφορά μας, αλλά δεν καταλαβαίνει γρυ». δ. δεν αντιλαμβάνεται το παραμικρό από όσα συμβαίνουν γύρω του, ιδίως κακά: «εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτός δεν καταλαβαίνει γρυ». Συνών. δεν καταλαβαίνει μία / δεν καταλαβαίνει τ’ άντερά του / δεν καταλαβαίνει τη μάνα του / δεν καταλαβαίνει Χριστό ·
- δεν ξέρει γρυ, δεν ξέρει τίποτα για κάτι, είναι εντελώς ανενημέρωτος: «τον ρώτησα να μου πει τι έγινε στο συνέδριο, αλλά δεν ήξερε γρυ»· βλ. και φρ. δε σκαμπάζει γρυ·
- δεν πιστεύω γρυ, θεωρώ αυτά που λέει κάποιος πέρα για πέρα ψέματα: «είναι μεγάλος ψεύτης και δεν πιστεύω γρυ απ’ αυτά που μου λέει»·
- ούτε γρυ, (ενν. δεν έβγαλε, δεν είπε, δεν έκανε, δεν πρόλαβε να βγάλει, δεν πρόλαβε να κάνει, δεν πρόλαβε να πει, δεν ξέρει, δε σκαμπάζει), εντελώς τίποτα: «κατάλαβες τι είπε ο τάδε; -Ούτε γρυ || σου είπε τίποτα ο τάδε, όταν συναντηθήκατε; -Ούτε γρυ || πρόλαβε να πει τίποτα, πριν πεθάνει; -Ούτε γρυ».

δεκάρα

δεκάρα, η, ουσ. [<δέκα + κατάλ. -άρα], η δεκάρα· ασήμαντο χρηματικό ποσό: «δεν μπορείς σήμερα με δεκάρες να στήσεις επιχείρηση». Υποκορ. δεκαρούλα κ. δεκαρίτσα, η κ. δεκαράκι, το. (Λαϊκό τραγούδι: όσα άστρα έχει ο ουρανός να τα ’χα δεκαράκια, να τα ’τρωγα, να τα ’πινα με τα παλικαράκια). (Ακολουθούν 33 φρ.)·
- άνθρωπος της δεκάρας, βλ. λ. άνθρωπος·
- για μια δεκάρα, για ασήμαντο, για μηδαμινό χρηματικό ποσό: «είναι ανόητοι, που κάθονται και μαλώνουν για μια δεκάρα!»·
- δε βγάζω δεκάρα (τσακιστή), α. δεν αποκομίζω, δεν κερδίζω το παραμικρό χρηματικό ποσό: «αυτό το μήνα έπεσε τέτοια αναδουλειά, που δεν έβγαλα δεκάρα τσακιστή». β. (για δουλειές ή επιχειρήσεις) δεν αποδίδω το παραμικρό χρηματικό κέρδος: «θα την κλείσω την επιχείρηση, γιατί δε βγάζει δεκάρα τσακιστή»·
- δε δίνω δεκάρα (τσακιστή), α. αδιαφορώ τελείως: «δε δίνω δεκάρα τσακιστή γι’ αυτόν τον άνθρωπο». (Λαϊκό τραγούδι: αμ’ δε, καλογριούλα που για σένα θα γίνω, αμ’ δε, φύγεις δε φύγεις δεκάρα δε δίνω, αμ’ δε, καλέ ). β. δεν πληρώνω τίποτα: «δε δίνω δεκάρα τσακιστή γι’ αυτό το σκάρτο εμπόρευμα»·
- δε μ’ άφησε δεκάρα (τσακιστή), μου κέρδισε όλα μου τα χρήμα, ιδίως σε μπαρμπούτι ή σε χαρτοπαίγνιο: «είχε τέτοια κωλοφαρδία ο κερατά, που δε μ’ άφησε δεκάρα τσακιστή».
- δε σταυρώνω δεκάρα (τσακιστή), δεν μπορώ να κερδίσω ούτε τα ελάχιστα χρήματα, δεν πέφτουν στα χέρια μου καθόλου λεφτά: «με την αναδουλειά που έχει πέσει τον τελευταίο καιρό στην αγορά, δε σταυρώνω δεκάρα τσακιστή»·
- δεκάρα δεκάρα, με σκληρή οικονομία και λίγο λίγο: «μάζεψε δεκάρα δεκάρα τα λεφτά για ν’ αγοράσει κι αυτός ένα αυτοκινητάκι». Συνών. δραχμή δραχμή / πεντάρα πεντάρα / φράγκο φράγκο·
- δεν αξίζει (τσακιστή), α. (για πρόσωπα) είναι ασήμαντος, ανάξιος λόγου, τιποτένιος: «μας τον σύστησες για σπουδαίο άνθρωπο, αλλά δεν αξίζει δεκάρα τσακιστή». β. (για πράγματα) η τιμή του, η αξία του είναι ασήμαντη, μηδαμινή και, κατ’ επέκταση, είναι τελευταίας ποιότητας: «έδωσε ένα κάρο λεφτά και πήρε αυτό το ρολόι, που δεν αξίζει δεκάρα τσακιστή». Από το ότι στις αρχές του 20ου αιώνα κυκλοφορούσαν κίβδηλες δεκάρες από σκληρό και χοντρό χαρτί και όταν έπεφτε στα χέρια του μπακάλη, του μανάβη, του χασάπη ή του ψαρά κάποια ύποπτη δεκάρα, την τσακίζανε (τη διπλώναμε στα δυο) για να βεβαιωθεί ότι πράγματι είναι κάλπικη· 
- δεν αφήνει δεκάρα (τσακιστή), α.(για δουλειές ή επιχειρήσεις) δεν αποδίδει το παραμικρό χρηματικό κέρδος: «σκέφτομαι να κλείσω την επιχείρηση, γιατί δεν αφήνει δεκάρα τσακιστή». β. (για πρόσωπα) σπαταλάει, ξοδεύει όλα τα κλεφτά του: «κάθε φορά που του πέφτουν λεφτά στα χέρια, μέσα σε δυο τρεις μέρες δεν αφήνει δεκάρα τσακιστή»·
- δεν έχω απάνω μου δεκάρα (τσακιστή), τυχαίνει να μην έχω μαζί μου καθόλου χρήματα, χωρίς αυτό να προϋποθέτει ότι είμαι φτωχός: «αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σε βοηθήσω, γιατί δεν έχω απάνω μου δεκάρα τσακιστή»·
- δεν έχω δεκάρα (τσακιστή), α. είμαι τελείως άφραγκος: «δε θα ’ρθω μαζί σας, γιατί δεν έχω δεκάρα τσακιστή». β. είμαι τελείως φτωχός: «δεν τον κάνει κανένας παρέα, γιατί δεν έχει δεκάρα τσακιστή». (Λαϊκό τραγούδι: που δεν έχουν δεκάρα στην τσάντα που ’χουν ένα φουστάνι καλό που ’ν’ ο πόνος τους άγρυπνος πάντα κι έχουν βλέμμα πικρό και δειλό
- δεν κάνει δεκάρα (τσακιστή), βλ. φρ. δεν αξίζει δεκάρα (τσακιστή)·
- δεν κοστίζει δεκάρα (τσακιστή), βλ. φρ. δεν αξίζει δεκάρα (τσακιστή)·
- δεν πιάνει δεκάρα (τσακιστή), α. (για πρόσωπα) είναι ασήμαντος, ανάξιος λόγου, τιποτένιος: «κάθεσαι και στενοχωριέσαι για έναν άνθρωπο που δεν πιάνει δεκάρα τσακιστή». β. (για δουλειές ή επιχειρήσεις), δεν αποδίδει το παραμικρό κέρδος: «με τόσες απεργίες, το μαγαζί δεν πιάνει δεκάρα τσακιστή». γ. (για πράγματα), δεν έχει το παραμικρό κόστος, δεν αξίζει τίποτα και, κατ’ επέκταση, είναι τελευταίας ποιότητας: «πέτα το καλύτερα, γιατί δεν πιάνει δεκάρα τσακιστή»·
- δεν πιάνω δεκάρα (τσακιστή), δεν εισπράττω το παραμικρό ποσό, ιδίως γιατί δεν υπάρχει η παραμικρή εμπορική κίνηση: «μ’ αυτή τη νέκρα που έχει πέσει στην αγορά, δεν πιάνω δεκάρα τσακιστή»·
- δεν του μένει δεκάρα (τσακιστή), σπαταλάει, ξοδεύει όλα του τα λεφτά: «μόλις πάρει το μηνιάτικο στα χέρια του, μέσα σε δυο μέρες δεν του μένει δεκάρα τσακιστή»·
- δεν υπάρχει δεκάρα (τσακιστή), έκφραση που δηλώνει παντελή έλλειψη χρημάτων: «μη μου ζητάς δανεικά, γιατί δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή»·
- δυο δεκάρες η οκά ή δυο δεκάρες την οκά (για εμπορεύματα ή πράγματα) με ασήμαντη, με μηδαμινή αξία: «τέτοια ρολόγια μαϊμού δυο δεκάρες η οκά, να σου φέρω εγώ χίλια». (Τραγούδι: ω, αγκινάρες και κουκιά, κόκκινες καλές ντομάτες δυο δεκάρες η οκά
- έπιασε κι αυτός πέντε δεκάρες και…, ειρωνική αναφορά σε άτομο που, επειδή ήταν φτωχό και ξαφνικά κέρδισε μερικά χρήματα, νομίζει πως άλλαξε ριζικά η ζωή του: «έπιασε κι αυτός πέντε δεκάρες και νομίζει πως έγινε κάποιος»·
- λόγια της δεκάρας, που δεν έχουν καμιά αξία, καμιά ουσία, κανένα περιεχόμενο: «θέλησε να τον συμβουλέψει, αλλά του ’λεγε λόγια της δεκάρας»·
- με μια δεκάρα, με ασήμαντο, με μηδαμινό χρηματικό ποσό: «ήρθε με μια δεκάρα στην τσέπη κι ήθελε να γίνει συνεταίρος μου»·
- μένω χωρίς δεκάρα (τσακιστή), α. μου τελειώνουν όλα τα χρήματα, ξοδεύω όλα τα χρήματά μου: «δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω, αλλά, κάθε φορά που βγαίνω στην αγορά, μένω χωρίς δεκάρα». β. χάνω όλα μου τα χρήματα σε κάποια εμπορική επιχείρηση: «έπεσε έξω η δουλειά κι έμεινε χωρίς δεκάρα». γ. χάνω όλα τα χρήματά μου σε κάποιο τυχερό παιχνίδι, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο: «έπαιξα με κάτι χαρτόμουτρα κι έμεινα χωρίς δεκάρα»·
- μετράει και τη δεκάρα, υπολογίζει και το παραμικρό χρηματικό πόσο, είτε επειδή είναι τσιγκούνης είτε επειδή έχει οικονομικές δυσχέρειες: «με την τσιγκουνιά που κουβαλάει, μετράει και τη δεκάρα || με την αναδουλειά που έχει πέσει στην αγορά, μετράει και τη δεκάρα»·
- μέχρι δεκάρα(ς), όλο το χρηματικό ποσό: «του ’δωσες τα δανεικά που του χρωστούσες; -Μέχρι δεκάρα». (Λαϊκό τραγούδι: μέχρι δεκάρα τα ’φαγε κι έμεινε μπατιράκι, τι έπαθες, τι έπαθες καημένε Νικολάκη
- ούτε δεκάρα (τσακιστή), παντελής έλλειψη χρημάτων: «πόσα λεφτά έχεις; -Ούτε δεκάρα»·
- πράγμα της δεκάρας, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- τ’ ακουμπώ μέχρι δεκάρα (τσακιστή), α. πληρώνω όλο το ποσό, όλο το λογαριασμό και, κατ’ επέκταση, πληρώνω τοις μετρητοίς: «αγόρασα όλα τα οικιακά σκεύη απ’ το τάδε μαγαζί και τ’ ακούμπησα μέχρι δεκάρα». β. ξοδεύω όλα τα χρήματά μου για κάποιο σκοπό: «αγόρασα ένα οικόπεδο στη Χαλκιδική κι έμεινα πανί με το πανί, γιατί τ’ ακούμπησα μέχρι δεκάρα τσακιστή». γ. ξοδεύω συστηματικά όλα μου τα χρήματα, ιδίως για προσωπική μου διασκέδαση ή απόλαυση: «τ’ ακουμπάει μέχρι δεκάρα στα μπουζούκια || τ’ ακουμπάει μέχρι δεκάρα στα ταξίδια». δ. χάνω συστηματικά όλα μου τα χρήματα σε τυχερά παιχνίδια, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο: «είναι μεγάλο κορόιδο, γιατί, ό,τι βγάζει, τ’ ακουμπάει μέχρι δεκάρα στα χαρτιά».
- τα μετράω μέχρι δεκάρα (τσακιστή), πληρώνω όλο το ποσό τοις μετρητοίς για αγορά που έκανα: «κάθε φορά που αγοράζω κάτι, τα μετράω μέχρι δεκάρα κι έχω το κεφάλι μου ήσυχο»· βλ. και φρ. μετράει και τη δεκάρα·
- τα τρώω μέχρι δεκάρα (τσακιστή), ξοδεύω, σπαταλώ όλα μου τα χρήματα, ιδίως σε γλέντια και διασκεδάσεις: «όσα λεφτά βγάζω, τα τρώω μέχρι δεκάρα»·
- της δεκάρας, (για πρόσωπα ή πράγματα) που είναι χωρίς αξία, χωρίς σημασία: «φίλος της δεκάρας || πράγμα της δεκάρας»·
- τον ξέρω σαν (την) κάλπικη δεκάρα, α. τον γνωρίζω πάρα πολύ καλά, ιδίως τις απατεωνιές του ή τις παρανομίες του: «μη μου λες πως ο τάδε είναι καλός άνθρωπος, γιατί τον ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα». β. ξέρω όλες τις πτυχές του χαρακτήρα του: «είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά, γι’ αυτό τον ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα». Συνών. τον διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο / τον ξέρω σαν την τσέπη μου·
- του μέτρησα και τη δεκάρα, του πλήρωσα όλο το ποσό της μετρητοίς για αγορά που έκανα ή για χρέος που είχα, τον εξόφλησα: «αγόρασα το αυτοκίνητό του και του μέτρησα και τη δεκάρα»·
- χωρίς δεκάρα, α. δωρεάν, τζάμπα: «μου το ’δωσε χωρίς δεκάρα». β. δηλώνει και τέλεια  έλλειψη χρημάτων. (Λαϊκό τραγούδι: χωρίς δεκάρα πώς θα παντρευτούμε, Μανολιό μου, πώς θα βάλουμε στεφάνι στον Άι Γιάννη).

διάθεση

διάθεση, η, ουσ. [<αρχ. διάθεσις <διατίθημι], η διάθεση· η προθυμία, η όρεξη για κάτι: «σήμερα μου λείπει η διάθεση για οτιδήποτε». (Ακολουθούν 20 φρ.)·
- (δε) γνωρίζω τις διαθέσεις του, α. (δε) γνωρίζω τι αισθήματα τρέφει για μένα ή για κάποιον: «δείχνει να με συμπαθεί, αλλά δε γνωρίζω τις πραγματικές διαθέσεις του». β. (δε) γνωρίζω τους σκοπούς του, τις προθέσεις του: «ήρθε απρόσκλητος στη συγκέντρωση και δε γνωρίζω τις διαθέσεις του»·
- (δεν) έχω διάθεση, α. (δε) βρίσκομαι σε καλή ψυχολογική κατάσταση, (δεν) έχω όρεξη για κάτι: «σταμάτα τ’ αστεία, γιατί δεν έχω διάθεση». β. (δεν) έχω όρεξη να φάω: «μη μου βάλεις άλλο φαγητό, γιατί δεν έχω διάθεση»·
- (δεν) έχω διάθεση να… ή (δεν) έχω τη διάθεση να…, (δεν) έχω το σκοπό, (δεν) έχω την πρόθεση, (δεν) προτίθεμαι να…: «σε παρακαλώ φύγε, γιατί δεν έχω τη διάθεση ν’ ασχοληθώ άλλο μαζί σου || από δω και πέρα δεν έχω τη διάθεση να βοηθήσω κανέναν»·
- (δεν) ξέρω τις διαθέσεις του, βλ. φρ. (δε) γνωρίζω τις διαθέσεις του·
- είμαι στη διάθεση σου, μπορείς να υπολογίζεις σε μένα, μπορείς να με χρησιμοποιήσεις όπως ή όπου νομίζεις: «να ξέρεις πως, όποτε με χρειαστείς, είμαι στη διάθεση σου»·
- είναι στη διάθεσή σου, (για πράγματα ή μηχανήματα) μπορώ να σου το δώσω για να το χρησιμοποιήσεις όποτε και όπως θέλεις: «όποτε θελήσεις να πας διακοπές, το σπίτι μου στη Χαλκιδική είναι στη διάθεσή σου || αν το χρειάζεσαι, το αυτοκίνητό μου είναι στη διάθεσή σου»·
- έχει άγρια διάθεση ή έχει άγριες διαθέσεις, έχει την πρόθεση, την όρεξη να ξεφαντώσει στα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως: «μην πας μαζί του στα μπουζούκια, γιατί σήμερα έχει άγριες διαθέσεις»· βλ. και φρ. ήρθε μ’ άγρια διάθεση·
- έχει άσχημη διάθεση ή έχει άσχημες διαθέσεις, βλ. φρ. έχει άγρια διάθεση·
- έχει κακή διάθεση ή έχει κακές διαθέσεις, βλ. φρ. έχει άγρια διάθεση·
- έχω αγαθή διάθεση ή έχω αγαθές διαθέσεις, βλ. φρ. έχω καλή διάθεση·
- έχω καλή διάθεση ή έχω καλές διαθέσεις, α. έχω σκοπό, έχω την πρόθεση να φέρω σε αίσιο τέλος κάποια ερωτική μου σχέση: «κύριε τάδε, θέλω να κουβεντιάσουμε για την κόρη σου, γιατί έχω καλές διαθέσεις». β. βρίσκομαι σε καλή ψυχολογική κατάσταση: «βλέπω πως έχει καλές διαθέσεις, γιατί απ’ το πρωί χαμογελάει»·
- έχω όλη την καλή διάθεση να…, πρόσκειμαι πολύ ευνοϊκά σε κάποιον ή σε κάποια υπόθεση και είμαι έτοιμος να κουβεντιάσω για να βρεθεί κάποια λύση: «έχω όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσω, αν είσαι σωστός στις υποχρεώσεις σου || έχω όλη την καλή διάθεση να κουβεντιάσουμε την υπόθεσή σου για να βρούμε μια ικανοποιητική λύση»·
- ήρθα μ’ αγαθή διάθεση ή ήρθα μ’ αγαθές διαθέσεις, βλ. φρ. ήρθα με καλή διάθεση·
- ήρθα με καλή διάθεση ή ήρθα με καλές διαθέσεις, ήρθα με πρόθεση να ξεκαθαρίσω με πολιτισμένο, με συμβιβαστικό τρόπο κάποια υπόθεση που εκκρεμεί: «ήρθα με καλές διαθέσεις για να λύσουμε, επιτέλους, κάθε διαφορά μας»·
- ήρθε μ’ άγρια διάθεση ή ήρθε μ’ άγριες διαθέσεις, ήρθε με την πρόθεση να κάνει φασαρία ή να ξεκαθαρίσει δυναμικά κάποια υπόθεση που εκκρεμεί: «πες στον τάδε να μην πάει στο καφενείο, γιατί ήρθε ο αδερφός της γκόμενάς του μ’ άγριες διαθέσεις»· βλ. και φρ. έχει άγρια διάθεση·
- ήρθε μ’ άσχημη διάθεση ή ήρθε μ’ άσχημες διαθέσεις, βλ. φρ. ήρθε μ’ άγρια διάθεση·
- ήρθε με κακή διάθεση ή ήρθε με κακές διαθέσεις, βλ. φρ. ήρθε μ’ άγρια διάθεση·
- ήρθε με καλή διάθεση ή ήρθε με καλές διαθέσεις, ήρθε με πρόθεση να ξεκαθαρίσει με πολιτισμένο, με συμβιβαστικό τρόπο κάποια υπόθεση που εκκρεμεί: «άφησε τα πείσματα κι άκουσέ τον τι θέλει να σου πει, γιατί ήρθε με καλή διάθεση»·
- με διάθεση να… ή με τη διάθεση να…, επίτηδες, σκόπιμα: «όλα όσα είπε, τα είπε με τη διάθεση να σε στενοχωρήσει || έφυγε με τη διάθεση να σε προσβάλει».

δίκιο

δίκιο κ. δίκαιο, το, ουσ. [<ουδ. αρχ. επιθ. δίκαιος <δίκη], το δίκιο. 1. η μεριά ή η άποψη σε μια διαφορά που βρίσκεται πιο κοντά στο σωστό: «εγώ θα πάρω το μέρος του δίκιου, ακόμη κι αν είσαι φίλος μου». 2. το δικαίωμα: «δεν μπορεί να μου αρνηθεί κανείς το δίκιο μου να μιλήσω»· βλ. και λ. δίκαιο. (Ακολουθούν 16 φρ.)·
- βρίσκω το δίκιο μου, δικαιώνομαι: «σ’ αυτό το κωλοκράτος, μόνο αν έχεις μέσο μπορείς να βρεις το δίκιο σου»·
- για να λέμε και του στραβού το δίκιο ή για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πρέπει να παραδεχτούμε την αλήθεια, όσο και αν αυτή δεν είναι έτσι όπως την περιμέναμε, ιδίως για μια πράξη που μπορεί να μην είναι μεν σωστή, αλλά που δικαιολογείται από τις περιστάσεις, πρέπει να αναγνωρίσουμε και το ελαφρυντικό του κατηγορουμένου ή του υπόλογου για κάποια παράνομη ή κακή πράξη του, πρέπει να αναγνωρίσουμε και τα θετικά σημεία μιας άποψης, όσο και αν θεωρούμαι πως είναι λανθασμένη: «για να λέμε και του στραβού το δίκιο, έκανε πάρα πολύ καλά που τον έδειρε, αφού τον είχε προειδοποιήσει χίλιες φορές, πως, αν του ξανάβριζε τη μάνα, θα τον χειροτονούσε || για να πούμε και του στραβού το δίκιο, έκανε πάρα πολύ καλά ο άνθρωπος, που άρπαξε το ψωμί, γιατί πέθαινε της πείνας»·
- είναι δίκιο; είναι πρέπον; είναι σωστό(;): «είναι δίκιο εσύ, κοτζάμ άντρας, να κάθεσαι και να μαλώνεις μ’ αυτό το παιδί;»·
- έχεις δίκιο, δεν ξέρεις τι λες, ειρωνική ή επιθετική έκφραση σε άτομο που υποστηρίζει με πάθος κάτι που δεν είναι σωστό·
- έχω δίκιο, αλλά πού θα το βρω, έκφραση παραπόνου κάποιου που, αν και του αναγνωρίζουμε το δίκαιό του για κάτι, εντούτοις εξακολουθεί να βρίσκεται σε εκκρεμότητα·
- έχω δίκιο βουνό, έχω απόλυτο δίκιο: «απαιτώ δικαιοσύνη, γιατί έχω δίκιο βουνό»·
- έχω το δίκιο με το μέρος μου, δεν έχω άδικο, έχω εξασφαλίσει την κάλυψή μου και λειτουργώ εκ του ασφαλούς: «εγώ θα του κάνω μήνυση, γιατί έχω το δίκιο με το μέρος μου»·
- κράτος δικαίου, βλ. λ. κράτος·
- με όλο του το δίκιο, εντελώς δικαιολογημένα: «αφού του ’βρισες τη μάνα, σ’ έδειρε μ’ όλο του το δίκιο ο άνθρωπος!»·
- με πνίγει το δίκιο, αγανακτώ, δυσφορώ έντονα για κάτι κακό ή ανεπίτρεπτο, που βλέπω να εξυφαίνεται σε βάρος μου ή σε βάρος κάποιου άλλου, επαναστατώ, γιατί βλέπω να γίνεται αποδεκτή μια παρατυπία ή να μην τιμωρείται: «δεν μπορώ ν’ ανεχτώ άλλο τις κακοήθειες αυτού του ανθρώπου σε βάρος μου. Με πνίγει το δίκιο»·
- με το δίκιο του, δικαιολογημένα: «με το δίκιο του σου ζητάει τα λεφτά που σου δάνεισε»·
- με τρώει το δίκιο, αγανακτώ, δυσφορώ έντονα για κάποια αδικία σε βάρος μου: «θα τον σύρω στα δικαστήρια, γιατί με τρώει το δίκιο»·
- μου τρώει το δίκιο, με εκμεταλλεύεται, με αδικεί: «δε θα επιτρέψω σε κανέναν να μου φάει το δίκιο»·
- νόμος είναι το δίκιο του εργάτη, βλ. λ. εργάτης·
- παίρνω πίσω το δίκιο μου ή παίρνω το δίκιο μου πίσω, εκδικούμαι: «με αδίκησε πολλές φορές, αλλά είχα την υπομονή να περιμένω και, μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία, πήρα το δίκιο μου πίσω»·
- του δίνω δίκιο, θεωρώ πως έπραξε σωστά, τον δικαιώνω: «του δίνω δίκιο που τον έδειρε, γιατί κι εσύ το ίδιο θα ’κανες, αν σου ’βριζε τη μάνα».  

δουλειά

δουλειά, η, ουσ. [<μσν. δουλειά <αρχ. δουλεία (= σκλαβιά) <δουλεύω ]. 1α. η έμμισθη εργασία, το επάγγελμα: «η δουλειά του είναι μηχανικός αυτοκινήτων». (Λαϊκά τραγούδια: πάντα με χαμόγελο πρωί πρωί ξυπνάμε και ξεκινάμε για τη δουλειά // μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες, το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί). β. ο χώρος όπου δουλεύει κανείς: «πηγαίνω στη δουλειά μου». 2. η ασχολία, η υποχρέωση: «σήμερα έχω πολλές δουλειές, γιατί πρέπει να πάω να πληρώσω τη Δ.Ε.Η., τον Ο.Τ.Ε., να δω ένα φίλο μου, που νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, κι ύστερα να περάσω απ’ το ράφτη μου για πρόβα». 3. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση, γενικά η επιχείρηση: «είναι υπάλληλος στη δουλειά του τάδε || τον τελευταίο χρόνο έκανε μια καλή δουλειά κι έβγαλε πολλά φράγκα». 4. η απασχόληση: «όταν δεν έχει κάποια δουλειά να περνάει την ώρα του, ασχολείται με τις υποθέσεις των άλλων». Υποκορ. δουλίτσα, η (βλ. λ.). (Ακολουθούν 925 φρ.)·
- αβανταδόρικη δουλειά ή αβανταδόρικες δουλειές, α. επάγγελμα που παρέχει σε αυτόν που το ασκεί διάφορα πλεονεκτήματα για κοινωνική προβολή: «ο πολιτικός μηχανικός, όσο να πεις, είναι αβανταδόρικη δουλειά». β. δουλειά από την οποία μπορεί κανείς να αποκομίσει οικονομικά οφέλη: «ασχολείται μόνο με αβανταδόρικες δουλειές»·
- αβασάνιστη δουλειά, που προγραμματίστηκε, που σχεδιάστηκε, που εκτελέστηκε χωρίς έλεγχο, χωρίς πολύ σκέψη, και, ως εκ τούτου, δουλειά τη διακρίνει προχειρότητα, τσαπατσουλιά: «έκανε αβασάνιστη δουλειά και την πάτησε»·
- αβάσταχτη δουλειά, α. που είναι πάρα πολύ κουραστική, που δεν μπορεί κανείς να την αντέξει: «το να ’σαι χαμάλης στο λιμάνι είναι αβάσταχτη δουλειά». β. δουλειά συνεχής και έντονη, που για το λόγο αυτό δεν μπορεί κανείς να την αντέξει για πολύ: «δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι, πάντως εγώ στην περίοδο των γιορτών είχα αβάσταχτη δουλειά»·
- αβγάτισαν οι δουλειές του, αυξήθηκαν οι δουλειές του, μεγάλωσαν, του απέφεραν σημαντικά κέρδη: «έπεσε σε καλή περίοδο και με λίγη τύχη αβγάτισαν οι δουλειές του»·
- αβέρτα δουλειά, δουλειά συνεχής, χωρίς διακοπή: «όλον αυτόν το μήνα είχα αβέρτα δουλειά»·
- αεριτζίδικη δουλειά ή αεριτζίδικες δουλειές, α. ευκαιριακή δουλειά, δουλειά τέτοια ώστε, αυτός που την κάνει, δε διακινδυνεύει προσωπικά κεφάλαια: «κάθε φορά που μυρίζεται αεριτζίδικη δουλειά, κάνει πώς και πώς να πάρει κι αυτός μέρος» β. δουλειά που δεν προϋποθέτει την ύπαρξη μόνιμης έδρας ή καταστήματος: «γυρίζει μέσ’ στην πιάτσα και κάνει αεριτζίδικες δουλειές»· βλ. και φρ. δουλειές του ποδαριού. γ.ψεύτικη εκδούλευση ή υπηρεσία: «εγώ για αεριτζίδικες δουλειές δε δίνω δεκάρα»·
- αθόρυβη δουλειά ή αθόρυβες δουλειές, α. τεχνική ιδίως εργασία, που δεν προκαλεί θόρυβο, που δεν ενοχλεί: «έχουμε δίπλα μας ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικών ειδών, αλλά ευτυχώς είναι αθόρυβη δουλειά». β. δουλειά που γίνεται με μυστικότητα και, κατ’ επέκταση, που μπορεί να είναι ύποπτη ή παράνομη: «δεν ξέρει κανείς με τι ασχολείται, γιατί κάνει αθόρυβες δουλειές»· βλ. και φρ. κάνω αθόρυβα τη δουλειά μου·
- άι στη δουλειά σου! βλ. φρ. άντε στη δουλειά σου!
- αλαλούμ δουλειά, βλ. φρ. αλαμπουρνέζικη δουλειά·
- αλαμπουρνέζικη δουλειά, α. επιχείρηση χωρίς σειρά και τάξη, που ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: «πώς να μη χρεοκοπήσει με τέτοια αλαμπουρνέζικη δουλειά που είχε!». β. τεχνική ιδίως εργασία, που είναι πολύ κακή: «μου ’πατε πως είναι καλός μηχανικός, αλλά μου ’κανε αλαμπουρνέζικη δουλειά»·
- αλήτικη δουλειά ή αλήτικες δουλειές, συμπεριφορά ανάρμοστη και κατακριτέα: «άσε, επιτέλους, αυτές τις αλήτικες δουλειές και γίνε άνθρωπος!»·
- αλλάζει πολλές φανέλες στη δουλειά, δουλεύει εξαντλητικά: «όταν αποφασίζει να δουλέψει, αλλάζει πολλές φανέλες στη δουλειά». Από την εικόνα του ατόμου που, όταν δουλεύει σκληρά, ιδρώνει πολύ και για το λόγο αυτό είναι αναγκασμένο να αλλάζει φανέλα·
- άλλη δουλειά δεν είχα! ή άλλη δουλειά δεν έχω! ή άλλη δουλειά δεν είχαμε! ή άλλη δουλειά δεν έχουμε! α. έκφραση δυσαρέσκειας για κάτι ενοχλητικό ή δυσάρεστο που μας ζητάνε ή μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε: «μόλις τελειώσεις τη δουλειά που κάνεις, θα μεταφέρεις αυτό το εμπόρευμα στην αποθήκη. -Άλλη δουλειά δεν είχα! Εγώ καίγομαι να στείλω τις παραγγελίες || απόψε πρέπει να πάμε στο γάμο του τάδε. -Άλλη δουλειά δεν έχω!». β. γελιέσαι, αν νομίζεις πως θα σε βοηθήσω, πως θα σε εξυπηρετήσω ή πως θα είμαι υποχρεωμένος να θυμάμαι συνέχεια αυτό που μου ζήτησες: «θα με βοηθήσεις στην μετακόμιση; -Άλλη δουλειά δεν έχω! || μην ξεχάσεις, όταν θα επιστρέφεις απ’ το Παρίσι, να μου φέρεις και το άρωμα που σου ζήτησα. -Άλλη δουλειά δεν είχαμε!». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι μωρέ ή το σώπα ρε. Για συνών. βλ. φρ. άλλη σκασίλα δεν είχα βλ. λ. σκασίλα·
- άλλη δουλειά κι αυτή! έκφραση απορίας ή δυσφορίας για κάτι που μας λένε και το βρίσκουμε απαράδεκτο ή παράλογο: «θέλω οπωσδήποτε να ’ρθεις την Κυριακή να με βοηθήσεις στη μετακόμιση. -Άλλη δουλειά κι αυτή! Μα δε σου είπα πως θα πάω εκδρομή με την οικογένειά μου;»·
- αλμπάνικη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε χωρίς τέχνη και γούστο, που θεωρείται κακότεχνη: «δεν ξαναπάω σ’ αυτόν το μηχανικό που μου σύστησες, γιατί την προηγούμενη φορά μου έκανε πολύ αλμπάνικη δουλειά». Από το ότι, το να καρφώνει κανείς τα πέταλα στις οπλές των ζώων, που είναι η δουλειά του αλμπάνη, δεν απαιτεί καμιά επιδεξιότητα, καμιά τέχνη·
- άμε στη δουλειά σου! επιθετική έκφραση ή έκφραση δυσφορίας σε ενοχλητικό άτομο, με την έννοια να φύγει, να μας αφήσει ήσυχους: «άμε στη δουλειά σου, ρε παιδάκι μου, μη με βάλεις σε κανέναν μπελά!». (Λαϊκό τραγούδι: πάρε γιατρέ τα γιατρικά και άμε στη δουλειά σου·τον πόνο που ’χω στην καρδιά δε γράφουν τα χαρτιά σου).Συνών. άμε στο καλό! ή άμε στο καλό σου(!)·
- αμοντάριστη δουλειά, α. (για μηχανήματα) που ακόμα δε συναρμολογήθηκε: «απ’ το πρωί έχω μοντάρει τρεις μηχανές, αλλά έχω και μια αμοντάριστη δουλειά και πρέπει να καθίσω να τη μοντάρω». β. (γενικά) δουλειά που βρίσκεται ακόμα στα σχέδια, στην επεξεργασία της, που ακόμα δεν είναι έτοιμη να αρχίσει η πραγματοποίησή της: «έχει μια αμοντάριστη δουλειά κι έχει τρελαθεί στο τρέξιμο»·
- αν δεν αρχίσει τη Δευτέρα η δουλειά, δεν τελειώνει το Σάββατο, λέγεται ειρωνικά ή συμβουλευτικά για άτομα που είναι αναβλητικά, γιατί, αν δεν αρχίσει έγκαιρα η δουλειά που έχουν αναλάβει, δε θα τελειώσει στην ώρα της: «άσε τις αναβλητικότητες, γιατί αν δεν αρχίσει τη Δευτέρα η δουλειά, δεν τελειώνει το Σαββάτο». Από το ότι παλιότερα αλλά σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα το Σάββατο είναι ημέρα πληρωμών, οπότε πρέπει να έχει τελειώσει η δουλειά για να αρχίσουν το Σάββατο οι διάφορες πληρωμές·
- αν δεν ιδρώσει ο κώλος σου, δε βγαίνει δουλειά, α. για να παραχθεί έργο, απαιτούνται χρόνος και κόπος: «συγκεντρώσου στη δουλειά σου και δούλεψε, γιατί, αν δεν ιδρώσει ο κώλος σου, δε βγαίνει δουλειά». β. χωρίς κόπο και προσπάθεια δεν μπορείς να αποκτήσεις κάτι καλό, δεν μπορείς να έχεις κάποιο όφελος: «πρέπει να κοπιάσεις για ν’ αποκτήσεις κι εσύ αυτά που έχουν οι άλλοι, γιατί, αν δεν ιδρώσει ο κώλος σου, δε βγαίνει δουλειά». Συνών. αν δε βρέξεις τα πόδια σου, δεν πιάνεις ψάρια ή αν δε βρέξεις τα πόδια σου, δεν τρως ψάρια / αν δε βρέξεις τον κώλο σου, δεν πιάνεις ψάρια ή αν δε βρέξεις τον κώλο σου, δεν τρως ψάρια·
- αν ήταν η δουλειά γλυκιά, θα τη λέγαν μπακλαβά ή αν ήταν η δουλειά καλή, θα δουλεύαν κι οι παπάδες ή αν ήταν η δουλειά καλή, δε θα σε πλήρωναν για να την κάνεις, έκφραση που θέλει να τονίσει τις δυσκολίες και τις πίκρες της δουλειάς, την καταναγκαστική φύση της, το ότι συχνά γίνεται από ανάγκη και όχι από επιλογή·
- ανέβηκε η δουλειά ή ανέβηκαν οι δουλειές, μετά από περίοδο κάμψης παρατηρείται στην αγορά εμπορική κίνηση: «κατά τη διάρκεια των γιορτών ανέβηκε η δουλειά»·
- άνετη δουλειά, εργασία, ιδίως γραφείου, που διεκπεραιώνεται χωρίς κούραση: «δουλεύει σε μια άνετη δουλειά και μας έρχεται πάντοτε ξεκούραστος και ορεξάτος»·
- ανθίζομαι τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. παίρνω πρέφα τη δουλειά·
- άνθρωπος για όλες τις δουλειές, (ειρωνικά) αυτός που αναλαμβάνει ή που του φορτώνουν πολλές και διάφορες δουλειές ή ευθύνες: «όταν θέλουμε ν’ απαλλαγούμε από κάποια δουλειά τη φορτώνουμε στον τάδε, που είναι άνθρωπος για όλες τις δουλειές || για περισσότερα θα σε κατατοπίσει ο τάδε, που είναι άνθρωπος για όλες τις δουλειές»·
- άνθρωπος της δουλειάς, α. αυτός που είναι εργατικός, που του αρέσει η δουλειά: «ό,τι και να του αναθέσω να κάνει, δε λέει ποτέ όχι, γιατί είναι άνθρωπος της δουλειάς». β. αυτός που έχει πείρα σε μια συγκεκριμένη εργασία: «πρέπει να ρωτήσουμε και τον τάδε αν φταίνε τα μπουζί που δεν παίρνει μπρος τ’ αυτοκίνητο, γιατί είναι άνθρωπος της δουλειάς»·
- ανιαρή δουλειά, δουλειά που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον ως προς τη διαδικασία της, που επαναλαμβάνεται με τον ίδιο μονότονο και νωθρό τρόπο, και για το λόγο αυτό γίνεται χωρίς όρεξη, χωρίς κέφι: «δουλεύει σε μια τόσο ανιαρή δουλειά, που δε βλέπει την ώρα να σηκωθεί να φύγει»·
- ανοίγω δουλειά, α. ξεκινώ μια επιχείρηση, ιδίως εμπορική: «άνοιξε δουλειά με είδη προικός». Συνών. ανοίγω μαγαζί / ανοίγω κατάστημα. β. αρχίζω να συναλλάσσομαι, αρχίζω να εμπορεύομαι: «άνοιξα δουλειά με το εξωτερικό»· βλ. και φρ. ανοίγω δουλειές ·
- ανοίγω δουλειές, α. αρχίζω να ασχολούμαι με κάτι, ιδίως στο σπίτι μου, με κύριο σκοπό να γεμίσω τις ελεύθερες ώρες μου: «κάθε τόσο, όταν έχω ελεύθερο χρόνο, ανοίγω διάφορες δουλειές στο σπίτι, για να περνάει η ώρα μου». β. από άστοχη ενέργειά μου δημιουργώ σκοτούρες, μπελάδες σε μένα τον ίδιο: «άνοιξα δουλειές απ’ τη μέρα που μπλέχτηκα μ’ αυτόν τον απατεώνα»·
- ανοίγω τη δουλειά μου, αρχίζω να δουλεύω στην επιχείρησή μου, στο κατάστημά μου, ιδίως σύμφωνα με το καθιερωμένο ωράριο της αγοράς: «κάθε πρωί ανοίγω τη δουλειά μου στις οχτώ»·
- ανοίγω τη δουλειά μου ή ανοίγω τις δουλειές μου, επεκτείνω τον κύκλο των εργασιών μου: «έχω σκοπό ν’ ανοίξω τις δουλειές μου και στο χώρο του ιματισμού»·
- άνοιξε δουλειές με φούντες, (ειρωνικά) δημιούργησε διάφορες ενοχλητικές υποθέσεις ή καταστάσεις με πιθανότητα κακών συνεπειών: «τον έμπλεξε ένας απατεώνας σε μια παλιοδουλειά κι άνοιξε δουλείες με φούντες, γιατί κάθε τόσο τον καλούν στην αστυνομία για ανάκριση»·
- άνοιξε η δουλειά ή άνοιξαν οι δουλειές, ύστερα από περίοδο κάμψης στην αγορά, παρατηρείται ικανοποιητική εμπορική κίνηση, γίνεται αλισβερίσι: «την περίοδο των γιορτών άνοιξαν οι δουλειές»·
- άντε στη δουλειά σου! απειλητική έκφραση με την έννοια φύγε από δω, ξεκουμπίσου, δίνε του: «άντε στη δουλειά σου, μην έχουμε μαλώματα!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το ρε παιδί μου ή το ρε παιδάκι μου·
- απ’ τη δουλειά στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στη δουλειά, δεν ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο στη ζωή του εκτός από την εργασία και την οικογένειά του. (Λαϊκό τραγούδι: ζήσε, τη ζωή σου ζήσε, και κορόιδο σαν τους άλλους να μην είσαι, που περνάνε τη ζωή τους δίχως να χαρούν σταλιά από τη δουλειά στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στη δουλειά)· 
- απατεωνίστικη δουλειά ή απατεωνίστικες δουλειές, ενέργεια που δεν είναι τίμια, που δεν είναι έντιμη, που γίνεται προς εξαπάτηση: «ένα ρεμάλι μόνο απατεωνίστικες δουλειές μπορεί να σκαρώνει»·
- απίθανη δουλειά, δουλειά, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με πολύ τέχνη και μεράκι: «ο μηχανικός που μου σύστησες μου ’κανε απίθανη δουλειά»·  
- απίθανη δουλειά ή απίθανες δουλειές, δουλειά εντελώς ιδιόρρυθμη, ιδιότυπη, που δεν τη συναντάει κανείς εύκολα ή συχνά: «δουλεύει σε μια απίθανη δουλειά, που δεν ξέρω να σου πω τι ακριβώς είναι || υπάρχουν διάφορες απίθανες δουλειές, που ούτε καν μπορεί να τις βάλει ο νους του ανθρώπου»·
- από δουλειά άλλο τίποτα, α. υπάρχειδουλειά συνεχής, χωρίς διακοπή: «οι άλλοι παραπονιούνται πως έχουν κεσάτια, αλλά εγώ από δουλειά άλλο τίποτα». β. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, έχει το μυαλό του συνεχώς στη δουλειά, εργάζεται σκληρά, εντατικά: «απ’ τη μέρα που απολύθηκε απ’ το στρατό, από δουλειά άλλο τίποτα αυτό το παιδί»·
- από δουλειά να φαν’ κι οι κότες, υπάρχει πάρα πολλή δουλειά: «όλοι παραπονιούνται πως έχουν αναδουλειές, εγώ όμως, δόξα σοι ο Θεός, από δουλειά να φαν’ κι οι κότες»·
- από δουλειά ούτε λόγος, υπάρχει δουλειά συνεχής, χωρίς διακοπή: «έχω διάφορα προβλήματα στην προσωπική μου ζωή μου αλλά, ευτυχώς, από δουλειά ούτε λόγος»·
- από δουλειά ούτε λόγος να γίνεται, α. υπάρχει αναμφισβήτητα πολλή δουλειά: «κατά την περίοδο των γιορτών από δουλειά ούτε λόγος να γίνεται». β. δεν υπάρχει η παραμικρή διάθεση κάποιου για δουλειά: «τρελαίνεται για γλέντια και διασκεδάσεις, αλλά από δουλειά ούτε λόγος να γίνεται»·
- απτάλικη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε χωρίς τέχνη και γούστο, που θεωρείται κακότεχνη: «ο μηχανικός που μου σύστησες μου ’κανε πολύ απτάλικη δουλειά». Λόγω γλωσσικής ευκολίας ακούγεται απντάλικη δουλειά·
- αρπακολλατζίδικη δουλειά ή αρπακολλατζίδικες δουλειές, α. εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, που έγινε βιαστικά, επιπόλαια, με προχειρότητα: «μη διανοηθείς να μου κάνεις αρπακολλατζίδικη δουλειά, γιατί δε θα πάρεις δραχμή». β. υπόθεση ή συμφωνία που κλείνεται αμέσως, επιπόλαια, απρόσεκτα: «θα μ’ αφήσεις ένα διάστημα να εξετάσω καλά αυτό που μου προτείνεις, γιατί δε μ’ αρέσουν οι αρπακολλατζίδικες δουλειές»·
-αρπακολλίστικη δουλειά ή αρπακολλίστικες δουλειές, βλ. φρ. αρπακολλατζίδικη δουλειά·
- άσ’ απάνω μου τη δουλειά ή άσ’ τη δουλειά απάνω μου, καθησυχαστική έκφραση σε κάποιον, πως θα αναλάβουμε ή θα διεκπεραιώσουμε εμείς μια δουλειά ή υπόθεσή του, που για διάφορους λόγους δεν μπορεί ή δεν τολμάει να αναλάβει αυτός: «εσύ κάνε αυτό που σου λέω και για τα υπόλοιπα άσ’ τη δουλειά απάνω μου»·
- ασταμάτητη δουλειά, δουλειά συνεχής, χωρίς διακοπή: «την περίοδο του καλοκαιριού άνοιξα ένα μπαράκι στην παραλία κι είχα ασταμάτητη δουλειά απ’ τη νεολαία και τους τουρίστες»·
- αστεία δουλειά, α. δουλειά ή ενέργεια που δεν παρουσιάζει την παραμικρή δυσκολία, που είναι πανεύκολη: «αυτό που μου ανάθεσες να κάνω είναι αστεία δουλειά για μένα». β. δουλειά, επιχείρηση, χωρίς καμιά σοβαρότητα, που δεν παρουσιάζει καμιά προοπτική εξέλιξης ή κέρδους: «απασχολείται σε μια αστεία δουλειά, κι επειδή φοβάται πως θα κλείσει, ψάχνει να βρει κάποια άλλη»·
- ασυντόνιστη δουλειά, δουλειά που γίνεται βιαστικά, πρόχειρα, που δεν κινείται πάνω σε προδιαγεγραμμένο σχέδιο ή δεν υπάρχει κάποιος υπεύθυνος ή έμπειρος να τη συντονίζει, να τη διευθύνει: «πώς να μην πέσει έξω με τέτοια ασυντόνιστη δουλειά που είχε!»·
- άσχετη δουλειά ή άσχετες δουλειές, δουλειά, επιχείρηση, απασχόληση, ενέργεια ή λόγος, που δεν ανταποκρίνεται στις παρούσες ανάγκες: «φτιάχνει λουλούδια από χαρτί και τα μοσχοπουλάει. -Υπάρχουν ακόμα τέτοιες άσχετες δουλειές; || θα πάμε να τον βρούμε όλοι μαζί για να του εκθέσουμε το πρόβλημα. -Άσχετη δουλειά, γιατί ο καθένας έχει διαφορετικό πρόβλημα || εγώ λέω να ενεργήσουμε με αυτόν τον τρόπο. -Άσχετη δουλειά, γιατί εσύ μπορείς να λες ό,τι θες»·
- άσχημη δουλειά ή άσχημες δουλειές, κατάσταση ενοχλητική ή επιζήμια: «έπαθε άσχημη δουλειά με την υποτίμηση της δραχμής». (Λαϊκό τραγούδι: άγουρα δαμάσκηνα και πικρές ελιές, τα ερωτοχτυπήματα άσχημες δουλειές
- ατζαμίδικη δουλειά ή ατζαμίδικες δουλειές, α.εργασία τεχνική ή κατασκευαστική που έγινε από αδέξιο τεχνίτη, από αδέξιο μάστορα: «δεν ξαναπάω τ’ αυτοκίνητό μου σ’ αυτόν το μηχανικό, γιατί μου ’κανε πολύ ατζαμίδικη δουλειά || του παρήγγειλα να μου φτιάξει μια βιβλιοθήκη και μου ’κανε ατζαμίδικη δουλειά, γιατί είχε στραβά ράφια». β. αδέξιος χειρισμός μιας υπόθεσης: «έπρεπε να τον καλοπιάσεις και να του μιλήσεις με ευγένεια για να προωθήσει την υπόθεσή σου, γιατί με τις φωνές και με παρόμοιες ατζαμίδικες δουλειές, φέρνει κανείς το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα»·
- άτιμη δουλειά, που είναι δύσκολη, που δυσκολεύει κατά την εκτέλεσή της: «έχω μπλεχτεί με μια άτιμη δουλειά, που βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που την ανέλαβα»·
- ατράνταχτη δουλειά, επιχείρηση με απόλυτη σοβαρότητα και μεγάλη οικονομική επιφάνεια, που κανείς ή τίποτα δεν μπορεί να την απειλήσει: «ο πατέρας του του έχει αφήσει μια ατράνταχτη δουλειά, που θεωρείται απ’ τις μεγαλύτερες του τόπου μας»·
- αυτή είναι δουλειά! α. έκφραση ικανοποίησης για δουλειά που παρουσιάζει σοβαρότητα ή οικονομικό ενδιαφέρον: «αυτή είναι δουλειά κι όχι εκείνη η ψιλικατζίδικη που μου ’λεγες την άλλη φορά!». β. έκφραση ικανοποίησης για εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε με τέχνη και μεράκι: «αυτή είναι δουλειά κι όχι εκείνη που μου ’κανε ο προηγούμενος μηχανικός!»·
- αυτή (αυτό) είναι η δουλειά, βλ. συνηθέστ. εδώ είναι η δουλειά·
- αυτή ( αυτό) κι αν δεν είναι δουλειά! ή αυτή (αυτό) κι αν είναι δουλειά! α. έκφραση απόλυτης ικανοποίησης ή μεγάλου ενθουσιασμού για εργασία που μας παρουσιάζεται με απόλυτη σοβαρότητα ή που παρουσιάζει μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον: «αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με εμπόριο χρυσού. -Αυτή κι αν δεν είναι δουλειά!». β. έκφραση απόλυτης ικανοποίησης ή μεγάλου ενθουσιασμού για εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με πολλή τέχνη, πολλή ευαισθησία και πολύ μεράκι: «ταλαιπωρήθηκα πολύ μέχρι να τελειώσω αυτή τη μακέτα, αλλά στο τέλος τα κατάφερα. -Μπράβο σου, ρε φίλε, αυτή κι αν είναι δουλειά!»·
- αυτή η δουλειά είναι παιχνιδάκι για μένα, η συγκεκριμένη δουλειά ή υπόθεση, που μου αναθέτει κάποιος να τελειώσω ή να διεκπεραιώσω, είναι πάρα πολύ εύκολη για μένα: «θα σου τελειώσει τη δουλειά στο άψε σβήσε, γιατί αυτή η δουλειά είναι παιχνιδάκι για μένα»·
- αυτή η δουλειά θέλει αρχίδια, η δουλειά ή η ενέργεια για την οποία γίνεται λόγος, απαιτεί κάποιον πολύ ικανό ή τολμηρό: «δεν μπορεί ο καθένας να γίνει οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, γιατί αυτή η δουλειά θέλει αρχίδια || δεν μπορεί ο καθένας να δουλεύει στα λατομεία, γιατί αυτή η δουλειά θέλει αρχίδια»·
- αυτή η δουλειά θέλει κώλο, βλ. φρ. αυτή η δουλειά θέλει αρχίδια·
- αυτή η δουλειά μου φαίνεται βουνό, η συγκεκριμένη δουλειά ή υπόθεση που μου προτείνει κάποιος έχω την εντύπωση πως είναι πολύ δύσκολο για μένα να την τελειώσω, να τη διεκπεραιώσω και για το λόγο αυτό, τις πιο πολλές φορές δεν την αναλαμβάνω: «αυτή η δουλειά μου φαίνεται βουνό, γι’ αυτό θα σε συμβούλευα να την αναθέσεις σε κάποιον άλλον»·
- (αυτό) είναι δική μου δουλειά, είναι προσωπική μου υπόθεση, αφορά μόνον εμένα: «το αν χωρίσω ή όχι με τη γυναίκα μου, είναι δική μου δουλειά». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί για περισσότερη έμφαση το εντελώς ή το καθαρά. Συνών. (αυτό) είναι δική μου υπόθεση / (αυτό) είναι δικό μου ζήτημα / (αυτό) είναι δικό μου θέμα / (αυτό) είναι δικό μου καπέλο / (αυτό) είναι δικό μου πρόβλημα / (αυτό) είναι δικός μου λογαριασμός·
- (αυτό) είναι προσωπική μου δουλειά, βλ. φρ. (αυτό) είναι δική μου δουλειά·
- αυτός είναι η δουλειά, σε αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας, γιατί από αυτόν εξαρτάται και η επιτυχία του όλου εγχειρήματός μας: «πρέπει να πλευρίσουμε το διευθυντή για να πάρουμε την ανάθεση του έργου, γιατί αυτός είναι η δουλειά». Συνήθως για περισσότερη έμφαση μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το όλη·
- αφήνουμε τη δουλειά μας και πάμε καλειά μας, καταστρέφομαι, καταστρεφόμαστε οικονομικά: «εντατικοποιήστε τις δυνάμεις σας παιδιά, γιατί αφήνουμε τη δουλειά μας και πάμε καλειά μας». Η χρήση της φρ. πολλή σπάνια και μόνο από τους παλιούς ανθρώπους της πιάτσας και τους ηλικιωμένους·
- άχαρη δουλειά ή άχαρες δουλειές, α. δουλειά μονότονη, που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, και για το λόγο αυτό γίνεται χωρίς όρεξη, χωρίς κέφι: «κάνει τόσο άχαρη δουλειά, που πολλές φορές τον παίρνει ο ύπνος». β. δουλειά που λόγω της ιδιορρυθμίας της δεν είναι διατεθειμένος να την κάνει ο καθένας: «η δουλειά του είναι να κατεβαίνει και να καθαρίζει τους δημόσιους βόθρους. -Άχαρη δουλειά, μωρ’ αδερφάκι μου!». γ. εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έχει γίνει χωρίς τέχνη και μεράκι: «μετά από πολλά μου ’φερε τη μακέτα που του ζήτησα, αλλά μου ’κανε πολύ άχαρη δουλειά»·
- αχμάκικη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε χωρίς τέχνη και μεράκι, χωρίς φαντασία: «ο μηχανικός που μου σύστησες μου ’κανε πολύ αχμάκικη δουλειά»·
- βαβουρατζίδικη δουλειά, α. εργασία, ιδίως τεχνική, που είναι θορυβώδης: «έχω δίπλα στο σπίτι μου ένα μηχανουργείο, που είναι πολύ βαβουρατζίδικη δουλειά, και κάθε μεσημέρι δεν μπορώ να κλείσω μάτι». β. επιχείρηση εμπορική ή βιοτεχνική στην οποία απασχολούνται πολλά άτομα: «το σούπερ μάρκετ του Βασιλόπουλου, που βρίσκεται στη γειτονιά μου, είναι βαβουρατζίδικη δουλειά και δίνει ψωμί σε πενήντα άτομα». γ. δουλειά, ιδίως εμπορική, που συναλλάσσεται με πολύ κόσμο: «κάθε βράδυ τα νεύρα του είναι τεντωμένα, γιατί δουλεύει στο σούπερ μάρκετ του Βασιλόπουλου που είναι βαβουρατζίδικη δουλειά γιατί έχει πολλή πελατεία»·
- βάζω σε δουλειά ή βάζω σε δουλειές (κάποιον), επιβαρύνω με πρόσθετη εργασία κάποιον, απασχολώ κάποιον παρά τη θέλησή του: «μου έχεις γίνει φόβος και τρόμος, γιατί, κάθε φορά που σε βλέπω, με βάζεις σε δουλειές»·
- βάλτωσαν οι δουλειές, δεν παρατηρείται στην αγορά η παραμικρή εμπορική συναλλαγή, το παραμικρό αλισβερίσι: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες και τις καταλήψεις των δρόμων βάλτωσαν οι δουλειές»· βλ. και φρ. βάλτωσε η δουλειά·
- βάλτωσε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση περιήλθε σε στασιμότητα, σε αδιέξοδο, δεν προχωράει παραπέρα, δεν εξελίσσεται: «έμεινα από μετρητά κι έτσι βάλτωσε η δουλειά || αρρώστησε σοβαρά ο δικηγόρος μου κι έτσι βάλτωσε η δουλειά που του είχα αναθέσει»· βλ. και φρ. βάλτωσαν οι δουλειές·
- βαρβάτη δουλειά, α. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και πολύ αποδοτική, πολύ κερδοφόρα: «ο πατέρας του του άφησε μια βαρβάτη δουλειά κι έχει λύσει το πρόβλημα της ζωής του». β. εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε τέλεια και μας ικανοποιεί απόλυτα: «ο μηχανικός μου ’κανε βαρβάτη δουλειά»·
- βαρετή δουλειά, βλ. συνηθέστ. ανιαρή δουλειά·
- βαριά δουλειά! πολύ δύσκολη υπόθεση, περίπτωση που θέλει μεγάλη ψυχική δύναμη, μεγάλη ψυχική αντοχή: «σ’ ένα τροχαίο έχασε τη μάνα του, τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. -Βαριά δουλειά!»·
- βαριά δουλειά, χειρονακτική ιδίως εργασία που απαιτεί από τον εργαζόμενο μυϊκή δύναμη ή σωματική αντοχή, δουλειά που είναι πολύ κουραστική ή πολύ ανθυγιεινή: «δουλεύει σε κείνον τον τομέα που έχουν βάλει τις πιο βαριές δουλειές του εργοστασίου». Για τέτοιες δουλειές, που ανήκουν στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, υπάρχει ξεχωριστή μισθολογική ή συνταξιοδοτική μεταχείριση. Πρβλ.: η αγάπη θέλει προϋπηρεσία, μεροκάματο, ξενύχτι και νταλκά, θέλει Ι.Κ.Α., μια ζωή στην ανεργία, στα βαρέα ένσημα και στ’ ανθυγιεινά (Τραγούδι)·
- βαριά δουλειά (είναι) η καλογερική, α. είναι δύσκολη η εργένικη ζωή: «καλή είναι η εργένικη ζωή, δε λέω, αλλά το βράδυ, που γυρίζεις στο σπίτι και μένεις ολομόναχος, καταλαβαίνεις πόσο βαριά δουλειά είναι η καλογερική || αρρώστησε και δεν έχει έναν άνθρωπο να τον φροντίσει, γιατί είναι γεροντοπαλίκαρο. -Βαριά δουλειά η καλογερική». Από το ότι είναι δύσκολη υπόθεση ο μοναχικός βίος και, κατ’ επέκταση, είναι δύσκολη η άγαμη ζωή. β. είναι βαρύ το έργο ή το καθήκον που απαιτεί κόπους, θυσίες, στερήσεις και στενοχώριες: «στριμώχτηκε τον τελευταίο καιρό για να πάρει το πτυχίο του, και διαβάζει μέρα νύχτα, χωρίς να βγαίνει ούτε για μια βόλτα απ’ το σπίτι του. -Βαριά δουλειά η καλογερική». γ. λέγεται και με ειρωνική διάθεση σε κάποιον που, ενώ είναι μαθημένος στην άνεση και στην καλοπέραση, υποχρεώνεται ξαφνικά να εργαστεί σκληρά και να ζει λιτά, χωρίς εξόδους και γλέντια, πράγμα που του προξενεί στενοχώρια, δυσφορία: «απ’ τη μέρα που έχασε την περιουσία του κι αναγκάστηκε να βγάλει μονάχος του το ψωμί του, κατάλαβε πόσο βαριά δουλειά είναι η καλογερική»·
- βασιλιά βασιλιά, τι δουλειά; -Τεμπελιά, ρίμα από παλιό παιδικό παιχνίδι·
- βγάζω δουλειά, παράγω ικανοποιητική εργασία, ικανοποιητικό έργο: «όταν δουλεύω με όρεξη βγάζω δουλειά || είναι απ’ τους λίγους εργάτες σ’ αυτό το εργοστάσιο που βγάζει δουλειά χωρίς να τον πιέζει κανένας»·
- βγάζω τη δουλειά, τη διεκπεραιώνω: «μόλις βγάλεις τη δουλειά, είσαι ελεύθερος να φύγεις»·
- βγαίνει δουλειά, παράγεται ικανοποιητική εργασία, ικανοποιητικό έργο: «και να λείψω απ’ το εργοστάσιο, βγαίνει δουλειά, γιατί τους έχω όλους οργανωμένους μια χαρά»· βλ. και φρ. βγαίνει η δουλειά·
- βγαίνει (έτσι) δουλειά! βλ. συνηθέστ. γίνεται (έτσι) δουλειά(!)·
- βγαίνει ή δε βγαίνει η δουλειά; βλ. συνηθέστ. γίνεται ή δε γίνεται η δουλειά(;)·
- βγαίνει η δουλειά, βλ. συνηθέστ. γίνεται η δουλειά·
- βγαίνει η δουλειά μου, βλ. συνηθέστ. γίνεται η δουλειά μου·
- βιρτουόζικη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με μεγάλη  δεξιοτεχνία, φαντασία και μεράκι: «ο τάδε μηχανικός κάνει πάντα βιρτουόζικη δουλειά || ο τάδε ζωγράφος έκανε βιρτουόζικη δουλειά»·
- βλέπω τη δουλειά, την επιβλέπω: «όσο θα λείπω, θέλω να βλέπεις τη δουλειά»·
- βλέπω τη δουλειά μου, είμαι προσηλωμένος στη δουλειά μου, στην εργασία μου και δεν ασχολούμαι με τίποτε άλλο ή δε με ενδιαφέρει τίποτε από όσα γίνονται ή διαδραματίζονται γύρω μου: «σεισμός να γίνεται, βομβαρδισμός να γίνεται, ό,τι και να γίνεται, εγώ βλέπω τη δουλειά μου»·
- βραχυκύκλωσε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση συνάντησε απρόσμενη δυσκολία, απρόσμενο εμπόδιο και σταμάτησε να εξελίσσεται προσωρινά ή και οριστικά: «κι εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά βραχυκύκλωσε η δουλειά και μας έδεσε τα χέρια»·
- βρήκε στημένη δουλειά ή βρήκε δουλειά στημένη, βρήκε από κάποιον έτοιμη δουλειά, ιδίως εμπορική ή τεχνική: «αυτός είναι πολύ τυχερός, γιατί βρήκε στημένη δουλειά απ’ τον πατέρα του || κι εσύ, αν έβρισκες δουλειά στημένη, δε θα κουραζόσουν τόσο πολύ στη ζωή σου για να δημιουργήσεις αυτά που δημιούργησες»·
- βρήκε στρωμένη δουλειά ή βρήκε δουλειά στρωμένη, ανέλαβε κάποια επιχείρηση, ιδίως εμπορική εν ενεργεία, που εξελίσσεται ομαλά και από άποψη λειτουργίας και από άποψη κέρδους: «είναι τυχερός, γιατί βρήκε στρωμένη δουλειά απ’ την οικογένειά του || όποιος βρίσκει δουλειά στρωμένη, χωρίς να κοπιάσει ο ίδιος, μπορεί κι εύκολα να την καταστρέψει»·
- βρόμα η δουλειά! αρχίζουν να διαφαίνονται σοβαρές δυσκολίες, σοβαροί κίνδυνοι σε μια δουλειά, υπόθεση ή κατάσταση με τον τρόπο που ατή διαμορφώνεται: «αν αρχίσουν, όπως λένε, την ένορκη διοικητική εξέταση για να εντοπίσουν αυτόν που έβαλε χέρι στο ταμείο της επιχείρησης, βρόμα η δουλειά! || λένε πως θα γίνει πάλι υποτίμηση της δραχμής. -Βρόμα η δουλειά!»· βλ. και φρ. είναι βρόμα η δουλειά ·
- βρομά η δουλειά, η δουλειά, συνήθως ευκαιριακή, δεν είναι τίμια, δεν είναι νόμιμη, είναι παράνομη: «εγώ δεν παίρνω μέρος, γιατί βλέπω πως βρωμά η δουλειά»·
- βρόμικη δουλειά ή βρόμικες δουλειές, α. εργασία που διεκπεραιώνεται σε βρόμικο, σε ανθυγιεινό περιβάλλον: «το να ’σαι υπάλληλος καθαριότητας του δήμου είναι βρόμικη δουλειά». β. δουλειά, συνήθως ευκαιριακή, που δεν είναι τίμια, που δεν είναι νόμιμη, που είναι παράνομη: «εμένα βγάλε με απ’ έξω, γιατί δε μπλέκομαι σε βρόμικες δουλειές». γ. (στη γλώσσα της αργκό) η δολοφονία: «ξέρει έναν χάλια μάγκα που αναλαμβάνει τις βρόμικες δουλειές της πιάτσας»·
- βρόμισε η δουλειά, α. δουλειά που, ενώ γινόταν σε περιορισμένη κλίμακα, με τον καιρό άρχισαν να ασχολούνται με αυτήν όλο και περισσότεροι, οπότε έχασε το οικονομικό ενδιαφέρον που είχε πρώτα: «τώρα που βρόμισε η δουλειά, τώρα πήγε κι αυτός ν’ ανοίξει βιντεοκλάμπ». β. δουλειά ή ενέργεια που, ενώ γινόταν στα κρυφά, με μυστικότητα, διέρρευσε, ιδίως σε αυτόν ή σε αυτούς, που δεν ήθελα ή που δεν έπρεπε να τη μάθουν: «απ’ τη στιγμή που βρόμισε η δουλειά στον ανταγωνιστή μου, θα την παρατήσω και θ’ ασχοληθώ με άλλη». γ. δουλειά ή υπόθεση που, ενώ εξελισσόταν ομαλά, έπαψε να συμφέρουσα και επιτυχημένη: «απ’ τη στιγμή που βρόμισε η δουλειά που είχε, προσανατολίζεται ν’ ασχοληθεί με κάτι άλλο»·
- βρόμισε τη δουλειά, δουλειά ή ενέργεια που, ενώ γινόταν στα κρυφά, με μυστικότητα, κάποιος την πρόδωσε, ιδίως σε αυτόν ή σε αυτούς, που δεν ήθελα ή που δεν έπρεπε να τη μάθουν: «δεν ξέρω ποιος βρόμισε τη δουλειά στον ανταγωνιστή μου!»·
- γαμημένη δουλειά, α. δουλειά ή υπόθεση που έχει ή που παρουσιάζει συνέχεια μεγάλες δυσκολίες: «μπλέχτηκα πριν από καιρό με μια γαμημένη δουλειά και δεν μπορώ να ξεμπλέξω ακόμα». β. δουλειά που δεν παρουσιάζει πια κανένα ενδιαφέρον από άποψη κέρδους, είτε γιατί ασκείται από πολλούς είτε γιατί έχει εξαντλήσει ή δεν προσελκύει άλλο το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού: «μην ανοίξεις βιντεοκλάμπ, γιατί απ’ τον καιρό που δημιουργήθηκαν οι ιδιωτικές τηλεοράσεις είναι γαμημένη δουλειά, αφού ο κόσμος δεν ξέρει πια ποιο πρόγραμμα να πρωτοδιαλέξει»·
- γαμήσι δουλειά, βλ. φρ. είναι γαμήσι η δουλειά·
- γίνεται δουλειά, παρατηρείται σοβαρή, μεθοδευμένη προσπάθεια σε κάποιο χώρο με καλά αποτελέσματα: «τα τελευταία χρόνια, γίνεται δουλειά στο χώρο του κλασικού αθλητισμού || αυτό που θέλω να μου πεις είναι αν γίνεται σήμερα δουλειά στα ελληνικά πανεπιστήμια»· βλ. και φρ. γίνεται η δουλειά·
- γίνεται (έτσι) δουλειά! σοβαρή αμφισβήτηση για το αν μπορεί να πραγματοποιηθεί πρόοδος ή εξέλιξη με το συγκεκριμένο τρόπο ενέργειας, δράσης ή νοοτροπίας που ακολουθείται, ιδίως σε κάποιο εργασιακό χώρο: «τη μια ο ένας την κάνει κοπάνα, την άλλη ο άλλος παίρνει άδεια απ’ τη σημαία, άλλος δεν έρχεται καθόλου κι άλλος ό,τι ώρα θέλει έρχεται κι ό,τι ώρα θέλει φεύγει, ε, πες μου, σε παρακαλώ, γίνεται έτσι δουλειά! || μ’ όλο αυτό το απεργιακό κύμα που σαρώνει τον τελευταίο καιρό τον τόπο μας, πες μου, σε παρακαλώ, γίνεται δουλειά!»·
- γίνεται ή δε γίνεται η δουλειά; κατηγορηματική ερώτηση που απαιτεί κατηγορηματική απάντηση, για το αν μπορεί να πραγματοποιηθεί ή να διεκπεραιωθεί μια δουλειά ή μια υπόθεση: «θέλω να δεις καλά τα σχέδια και να μου πεις, γίνεται ή δε γίνεται η δουλειά; || θέλω να μ’ απαντήσεις ντόμπρα και σταράτα, γίνεται ή δε γίνεται η δουλειά να προωθήσεις την αίτηση που έκανα για τη δανειοδότησή μου;»·
- γίνεται η δουλειά, μπορεί να πραγματοποιηθεί ή να διεκπεραιωθεί μια δουλειά ή μια υπόθεση: «απ’ ό,τι βλέπω στα σχέδια, γίνεται η δουλειά || απ’ ότι ξέρω, γίνεται η δουλειά να βάλεις την αίτησή μου στο σωστό δρόμο»·
- γίνεται η δουλειά μου, η δουλειά μου, η εργασία μου, εξελίσσεται ομαλά, εξελίσσεται κανονικά: «έχω τόσο ευσυνείδητο προσωπικό, που, όσο καιρό και να λείψω απ’ το εργοστάσιο, γίνεται η δουλειά μου»·
- γκαγκάν δουλειά ή δουλειά γκαγκάν, βλ. φρ. η δουλειά είναι γκαγκάν·
- γκαντέμιασε η δουλειά, ενώ μια δουλειά ή μια υπόθεση εξελισσόταν ομαλά, άρχισαν να παρουσιάζονται αλλεπάλληλες ατυχίες και κινδυνεύει να περιέλθει σε αδιέξοδο ή και να αποτύχει οριστικά: «εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά κι είπα ν’ ανασάνω λίγο, ξαφνικά γκαντέμιασε η δουλειά κι έχασα την ηρεμία μου»·
- γκαντέμικη δουλειά, δουλειά ή υπόθεση που παρουσιάζει συνεχείς ατυχίες, συνεχείς δυσκολίες, και για το λόγο αυτό μας προξενεί ψυχική δυσφορία: «έμπλεξα με μια γκαντέμικη δουλειά, που μ’ έχει σπάσει τα νεύρα»·
- γκαραντί δουλειά, α. δουλειά, επιχείρηση ή υπόθεση που έχει εξασφαλισμένη επιτυχία, που είναι οργανωμένη πάνω σε στέρεες, σε εγγυημένες βάσεις: «βρήκε απ’ τον πατέρα του μια γκαραντί δουλειά κι έχει βάλει το καπέλο του στραβά». β. εργασία, ιδίως τεχνική, που είναι εγγυημένη: «κάνει γκαραντί δουλειά αυτός ο μηχανικός»·
- γούρνιασε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση, ενώ προχωρούσε ομαλά, έπαψε πια να εξελίσσεται, περιήλθε σε στασιμότητα: «ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά γούρνιασε η δουλειά κι έχω στα καλά καθούμενα σοβαρά προβλήματα». Από την εικόνα των τρεχούμενων νερών, που, όταν συγκεντρώνονται στη γούρνα, παραμένουν στάσιμα·
- γραφική δουλειά, βλ. συνηθέστ. δουλειά γραφείου·
- γρουσούζικη δουλειά, δουλειά ή υπόθεση που συναντάει συνέχεια ατυχίες, δυσκολίες, προβλήματα: «έμπλεξα με μια γρουσούζικη δουλειά και δεν ξέρω πότε θα ξεμπλέξω»·
- δε γίνεται έτσι δουλειά, κατηγορηματική διαπίστωση πως με το συγκεκριμένο τρόπο ενέργειας, δράσης ή νοοτροπίας που ακολουθείται, ιδίως σε κάποιο εργασιακό χώρο, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πρόοδος ή εξέλιξη: «εδώ μέσα κάνει ο καθένας του κεφαλιού του κι ό,τι ώρα θέλει έρχεται κι ό,τι ώρα θέλει φεύγει. Ε, λοιπόν, σε πληροφορώ, πως δε γίνεται έτσι δουλειά»·
- δε γίνεται έτσι η δουλειά, είναι λανθασμένος ο τρόπος που ακολουθείται για να εξελιχθεί ή να περατωθεί κάποια δουλειά ή κάποια υπόθεση: «αν θέλεις να τελειώσεις αυτό που άρχισες, άλλαξε τακτική, γιατί δε γίνεται έτσι η δουλειά»·
- δε σηκώνω κεφάλι απ’ τη δουλειά, α. έχω συνεχή, ασταμάτητη δουλειά: «απ’ το πρωί δε σήκωσα κεφάλι απ’ τη δουλειά». β. έχω το μυαλό μου συνέχεια στη δουλειά, δουλεύω εντατικά: «όταν αποφασίσει να δουλέψει, δε σηκώνει κεφάλι απ’ τη δουλειά»·
- δε σηκώνω κεφάλι απ’ τη δουλειά μου, είμαι απόλυτα προσηλωμένος στη δουλειά μου, στην εργασία μου και δεν ασχολούμαι με τίποτε άλλο ή δε με ενδιαφέρει τίποτε άλλο: «ο κόσμος να χαλάει, αυτός δε σηκώνει κεφάλι απ’ τη δουλειά του»·
- δε σταυρώνει σε δουλειά ή δε σταυρώνει σε μια δουλειά, αλλάζει συνεχώς θέση εργασίας, δεν μπορεί να εδραιωθεί σε μια θέση εργασίας: «είναι πολύ ανάποδος άνθρωπος, γι’ αυτό δε σταυρώνει σε μια δουλειά»·
- δε σταυρώνω δουλειά, δεν μπορώ να βρω, να αναλάβω κάποια εργασία, ιδίως ως τεχνίτης: «όλοι παίρνουν ένα σωρό δουλειές κι εγώ δε σταυρώνω δουλειά!»·
- δε στεριώνει σε δουλειά ή δε στεριώνει σε μια δουλειά, για διάφορους λόγους δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί, να μείνει για πολύ καιρό σε μια θέση εργασίας: «είναι τόσο άτυχος άνθρωπος, που δε στεριώνει σε δουλειά || είναι τόσο νευρικός άνθρωπος, που δε στεριώνει σε μια δουλειά»·
- δε χαμπαρίζει από δουλειά, βλ. φρ. είναι άσχετος από δουλειά·
- δε χαμπαρίζει στη δουλειά, δε λογαριάζει, δεν υπολογίζει τίποτα όταν κάποιος ή κάτι απειλεί τη δουλειά του: «μπορεί να είσαι φίλος του, αλλά, αν κάνεις πως πας να τον ανταγωνιστείς, θα σε λιώσει, γιατί δε χαμπαρίζει στη δουλειά»·
- δεν έγινε έτσι η δουλειά, βλ. φρ. δεν είναι έτσι η δουλειά·
- δεν είναι (η) δουλειά σου αυτό (αυτή) ή δεν είναι αυτό (αυτή) (η) δουλειά σου, να μη σε ενδιαφέρει, να μη σε απασχολεί το συγκεκριμένο θέμα, γιατί υπάρχουν άλλοι που ενδιαφέρονται ή που ασχολούνται με αυτό, γιατί είναι έξω από τις αρμοδιότητές σου: «μη σε απασχολεί η μεταφορά των εμπορευμάτων, γιατί δεν είναι δουλειά σου αυτή»·
- δεν είναι για δουλειά, λέγεται για άνθρωπο τεμπέλη, που δεν έχει καμιά διάθεση να εργαστεί: «του έχω δώσει ένα σωρό ευκαιρίες, αλλά δεν είναι για δουλειά ο άνθρωπος»·
- δεν είναι δική μου δουλειά ή δεν είναι δουλειά μου, α. αυτό για το οποίο γίνεται λόγος δεν είναι της αρμοδιότητάς μου: «δεν είναι δική μου δουλειά να ελέγχω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει απ’ το εργοστάσιο». β. δε με ενδιαφέρει η συγκεκριμένη υπόθεση ή περίπτωση, αδιαφορώ: «απ’ τη στιγμή που χωρίσαμε, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, δεν είναι δική μου δουλειά». Συνών. δεν είναι δική μου υπόθεση ή δεν είναι υπόθεσή μου / δεν είναι δικό μου ζήτημα ή δεν είναι ζήτημά μου / δεν είναι δικό μου θέμα ή δεν είναι θέμα μου / δεν είναι δικό μου καπέλο ή δεν είναι καπέλο μου / δεν είναι δικό μου πρόβλημα ή δεν είναι πρόβλημά μου / δεν είναι δικός μου λογαριασμός ή δεν είναι λογαριασμός μου·
- δεν είναι δουλειά αυτή! ή δεν είναι αυτή δουλειά! έκφραση αγανακτισμένου ή εκνευρισμένου ατόμου, που θέλει να θέσει τέρμα στις συνεχείς ενοχλήσεις κάποιου για εξυπηρέτηση, που θέλει να του επισημάνει τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά του ή που είναι ενοχλημένος από πράξη ή κατάσταση που την επαναλαμβάνει συστηματικά: «δεν είναι δουλειά αυτή να ’ρχεσαι κάθε λίγο και λιγάκι και να μου ζητάς δανεικά! || δεν είναι δουλειά αυτή να παρατάς κάθε τόσο την οικογένειά σου και να τρέχεις με τις σουρλουλούδες στα μπουζούκια! || δεν είναι δουλειά αυτή, κάθε μεσημέρι την ώρα που πάω να κοιμηθώ, να ’χεις το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α· βλ. και φρ. δουλειά είν’ αυτή(!)·
- δεν είναι δουλειά αυτή ή δεν είναι αυτή δουλειά, κατηγορηματική διαπίστωση της ασυδοσίας ή νοοτροπίας που επικρατεί σε κάποιο εργασιακό ιδίως χώρο και, κατ’ επέκταση, κατηγορηματική δήλωση για την έλλειψη σοβαρότητας ή κύρους της επιχείρησης. Συνήθως, μια τέτοια επιχείρηση χαρακτηρίζεται καφενείο, από το ότι πηγαίνει και φεύγει ο καθένας ό,τι ώρα θέλει, μπουρδέλο ή κωλοχανείο, για να καταδείξει την έλλειψη σοβαρότητας ή κύρους, ή και σκορποχώρι, για να δώσει την εικόνα της διάλυσης: «απ’ τη μέρα που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτό το εργοστάσιο, παρατήρησα πως ο καθένας ό,τι ώρα θέλει έρχεται κι ό,τι ώρα θέλει φεύγει. Ε, λοιπόν, σε πληροφορώ, δεν είναι δουλειά αυτή, αυτή ’ναι καφενείο (μπουρδέλο, κωλοχανείο, σκορποχώρι)». Πρβλ. λ.: όταν μπαίνουν στην καρδιά σου περισσότεροι από δύο, δεν είναι καρδιά είναι καφενείο (Λαϊκό τραγούδι)·
- δεν είναι δουλειά σου να..., α. δεν ταιριάζει, δεν αρμόζει στην επαγγελματική, οικονομική ή κοινωνική θέση σου να...: «δεν είναι δουλειά σου, κοτζάμ διευθυντής ν’ ασχολείσαι με τέτοιες μικροϋποθέσεις || δεν είναι δουλειά σου, κοτζάμ γιατρός να συναναστρέφεσαι με τους παρακατιανούς». β. δεν υπάρχει λόγος να ...: «δεν είναι δουλειά σου να ενδιαφέρεσαι γι’ αυτό το άτομο». γ. δεν είναι της αρμοδιότητάς σου να ...: «δεν είναι δουλειά σου ν’ ασχολείσαι μ’ αυτό το θέμα»·
- δεν είναι εντάξει η δουλειά, η δουλειά, ιδίως κατασκευαστική, δεν έγινε, δε φτιάχτηκε σωστά, έχει ή παρουσιάζει προβλήματα: «δεν έγινε εντάξει η δουλειά, γιατί με την πρώτη βροχή πλημμυρίζουμε»·
- δεν είναι έτσι η δουλειά, η υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος, δεν έγινε ή δεν εξελίχθηκε με τον συγκεκριμένο τρόπο που αναφέρεται: «βέβαια, μπορείς να λες την άποψή σου, αλλά δεν είναι έτσι η δουλειά». Συνών. δεν είναι έτσι τα πράγματα·
- δεν είναι της δουλειάς, δε γνωρίζει το αντικείμενο της συγκεκριμένης δουλειάς, είναι άσχετος με την υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος: «μην τον λαμβάνεις υπόψη σου, γιατί δεν είναι της δουλειάς ο άνθρωπος και δεν μπορεί να βοηθήσει || μη δίνεις βάση στα λόγια του, γιατί δεν είναι της δουλειάς»·
- δεν είναι τούτη δουλειά! βλ. φρ. δεν είναι δουλειά αυτή(!)·
- δεν είναι τούτη δουλειά, βλ. φρ. δεν είναι δουλειά αυτή·
- δεν είχε δουλειά να κάνει και βρήκε μαλλί να ξάνει, λέγεται για άτομο που ασχολείται επί πολύ καιρό με κάτι εντελώς αναποτελεσματικά: «τι έγινε με τον τάδε; Έστησε επιτέλους εκείνη την επιχείρηση που ονειρευόταν; -Δεν είχε  δουλειά να κάνει και βρήκε μαλλί να ξάνει». Από την εικόνα του ατόμου που κατεργάζεται το μαλλί για κλώσιμο, ασχολία δύσκολη και χρονοβόρα·
- δεν έχει καμιά δουλειά, το συγκεκριμένο άτομο ή η συγκεκριμένη υπόθεση δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που κουβεντιάζουμε: «μην μπερδεύεις και τον τάδε, γιατί δεν έχει καμιά δουλειά μ’ αυτή την υπόθεση || δεν έχει καμιά δουλειά η τιμιότητα όταν απειλείται το συμφέρον του». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ έχουνε μάθει να πονώ γι’ αυτό η καρδιά μου αντέχει, κι αν φύγεις ή μ’ απαρνηθείς, στη μάνα σου μην ορκιστείς, η μάνα στην αγάπη μας καμιά δουλειά δεν έχει
- δεν έχεις (καμιά) δουλειά εδώ, α. ο συγκεκριμένος χώρος δεν είναι η θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεσαι, δεν είναι ο χώρος, όπου μπορείς να ασκείς τις αρμοδιότητές σου: «ό,τι και να πεις, δε θα σ’ ακούσει κανένας, γιατί δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ». β. βρίσκεσαι σε περιβάλλον άσχετο με το επαγγελματικό, οικονομικό ή κοινωνικό σου επίπεδο: «δεν έχεις δουλειά εδώ, γιατί αυτό το κλαμπ είναι μόνο για τους βιομηχάνους»·
- δεν έχεις καμιά δουλειά να..., η συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι στη δικαιοδοσία σου, στην αρμοδιότητά σου: «δεν έχεις καμιά δουλειά ν’ ασχολείσαι μ’ αυτή την υπόθεση, αφού ξέρεις πως την έχει αναλάβει άλλος»· βλ. και φρ. δεν είναι δουλειά σου να(…)·
- δεν έχω δουλειά, είμαι άνεργος: «είναι πέντε μήνες τώρα που δεν έχω δουλειά»·
- δεν έχω καμιά δουλειά εγώ, α. είμαι τελείως αναρμόδιος: «δεν μπορώ να σας πω τη γνώμη μου, γιατί δεν έχω καμιά δουλειά εγώ με το θέμα που συζητάτε». β. δεν έχω καμιά σχέση με αυτό που συζητείται ή παρουσιάζεται, το αγνοώ τελείως: «δεν έχω καμιά δουλειά εγώ με τη ληστεία || δεν έχω καμιά δουλειά εγώ μ’ αυτό τ’ αυτοκίνητο»·
- δεν κάνεις καμιά δουλειά! βλ. συνηθέστ. δεν πα(ς) να κάνεις καμιά δουλειά(!)·
- δεν ξανάγινε τέτοια δουλειά! η υπόθεση ή η κατάσταση όπως έγινε ή όπως διαμορφώθηκε, δεν έχει προηγούμενο, δεν ξανάγινε ποτέ στο παρελθόν, είναι πρωτόγνωρη, δεν μπορεί να τη συλλάβει ανθρώπου νους: «έστειλε το γιο του στο νοσοκομείο απ’ το ξύλο, γιατί πήγε σινεμά χωρίς να τον ρωτήσει. -Δεν ξανάγινε τέτοια δουλειά! || τον έστειλε φυλακή, επειδή του χρωστούσε είκοσι χιλιάδες και δεν είχε να του τις δώσει. -Δεν ξανάγινε τέτοια δουλειά!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε ή το ε όχι·
- δεν πα(ς) να κάνεις καμιά δουλειά! α. έκφραση δυσφορίας σε άτομο που μας έχει γίνει φορτικό ή ενοχλητικό και έχει την έννοια επιτέλους άφησέ με ήσυχο, μη με ενοχλείς, μη με σκοτίζεις περισσότερο. β. επιθετική έκφραση σε άτομο που μας ζητάει απίθανα πράγματα ή που αντιλαμβανόμαστε πως επιδιώκει να μας εξαπατήσει: «θέλω να μου δώσεις τ’ αυτοκίνητό σου για ένα μήνα, γιατί το δικό μου το ’χω στο γκαράζ. -Δεν πα(ς) να κάνεις καμιά δουλειά! || αν μου δώσεις σήμερα εκατό χιλιάδες, θα σου δώσω σε μια βδομάδα πεντακόσιες. -Δεν πα(ς) να κάνεις καμιά δουλειά!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βρε, το μωρέ ή το ρε και κλείνει με το λέω ’γω, ενώ είναι και φορές που μετά το λέω ’γω ακούγεται και το να ησυχάσουμε ή το να τελειώνουμε. Η δουλειά που υπονοούμε να πάει να κάνει αυτός που μας ενοχλεί, είναι να υποστεί τη σεξουαλική πράξη·
- δεν πιάνεται στη δουλειά, είναι πολύ εργατικός: «όταν αρχίσει να δουλεύει δεν πιάνεται στη δουλειά»·βλ. και φρ. είναι άπιαστος στη δουλειά·
- δεν πιάνεται στη δουλειά του, είναι ασύγκριτος σε αυτό που καταγίνεται: «δεν τον αλλάζω με τίποτε αυτόν το μηχανικό, γιατί δεν πιάνεται στη δουλειά του»· βλ. και φρ. είναι άπιαστος στη δουλειά του·
- δεν τη βλέπω εντάξει τη δουλειά, βλ. φρ. δεν την καλοβλέπω τη δουλειά·
- δεν τη βρίσκω εντάξει τη δουλειά, βλ. φρ. δεν τη βλέπω εντάξει τη δουλειά·
- δεν την καλοβλέπω τη δουλειά, α. θεωρώ πως κάτι είναι ύποπτο ή επικίνδυνο σε μια δουλειά: «απ’ τη στιγμή που έκανε την εμφάνισή της η αστυνομία, δεν την καλοβλέπω τη δουλειά». β. έχω την εντύπωση πως κάποια δουλειά είναι ύποπτη ή παράνομη: «εγώ δεν παίρνω μέρος, γιατί δεν την καλοβλέπω τη δουλειά». γ. έχω την εντύπωση πως μια δουλειά ή επιχείρηση δεν εξελίσσεται ομαλά, πως υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει, να χρεοκοπήσει: «αν δεν βρεις κάποιον χρηματοδότη, δεν την καλοβλέπω τη δουλειά»·
- δική σου δουλειά, δε με ενδιαφέρει και ούτε μου πέφτει λόγος, γιατί, αυτό για το οποίο γίνεται λόγος, είναι προσωπικό σου ζήτημα, προσωπική σου υπόθεση: «ποιον απ’ τους δυο προτείνεις να πάρω στο γραφείο μου; -Δική σου δουλειά || ποιο κόμμα να ψηφίσω στις εκλογές; -Δική σου δουλειά». Συνών. δική σου υπόθεση / δικό σου ζήτημα / δικό σου θέμα / δικό σου καπέλο / δικό σου πρόβλημα / δικός σου λογαριασμός·
- δουλειά για γέλια, α. που είναι πάρα πολύ εύκολη, που είναι πανεύκολη: «μου ανέθεσε να κάνω μια δουλειά που είναι για γέλια». β. εργασία, ιδίως τεχνική, που είναι πολύ πρόχειρη, πολύ κακόγουστη, πολύ κακότεχνη: «λέγατε πως είναι καλός μπογιατζής, όμως μου ’κανε μια δουλειά για γέλια»·
- δουλειά για κλάματα, εργασία, ιδίως τεχνική, που είναι εντελώς πρόχειρη, κακόγουστη, κακότεχνη: «ήταν τόσο ανεύθυνος υδραυλικός, που μου ’κανε μια δουλειά για κλάματα»·
- δουλειά γραφείου, που διεκπεραιώνεται μέσα σε γραφείο και που συνήθως είναι γραφική: «δουλεύει σε μια εμπορική επιχείρηση και κάνει δουλειά γραφείου»·
- δουλειά δεν είχαμε, δουλειά βάλαμε στο κεφάλι μας, α. λέγεται στην περίπτωση που από δική μας υπαιτιότητα δημιουργούμε προβλήματα σε μας τους ίδιους. β. λέγεται με δυσφορία στην περίπτωση που κάποιος μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι ανεπιθύμητο ή εντελώς ανώφελο. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- δουλειά δεν είχαμε και δουλειά βρήκαμε, λέγεται με δυσφορία στην περίπτωση που κάποιος μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι ανεπιθύμητο ή εντελώς ανώφελο. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε, γαμούσε τα παιδιά του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, γαμάει τα παιδιά του, όταν κάποιος δεν έχει να κάνει κάτι συγκεκριμένο, κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο, τότε ασχολείται με διάφορες ανοησίες μόνο και μόνο για να περάσει την ώρα του, ή συμπεριφέρεται ανάρμοστα, απερίσκεπτα. Πρβλ.: αργία μήτηρ πάσης κακίας·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος, δουλειά βρήκε να κάνει, βλ. φρ. δουλειά δεν είχαμε, δουλειά βάλαμε στο κεφάλι μας·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, ζυγίζει τ’ αρχίδια του, βλ. φρ. δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, ξύνει τ’ αρχίδια του , βλ. φρ. δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του·
- δουλειά δεν είχε ο καλόγηρος και με τις μύγες πάλευε, βλ. συνηθέστ. δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του·
- δουλειά δεν είχε ο τεμπέλης και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή ο τεμπέλης δουλειά δεν είχε και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή όταν ο τεμπέλης δεν έχει δουλειά, ζυγίζει τ’ αρχίδια του, βλ. συνηθέστ. δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του·
- δουλειά δεν είχε ο τεμπέλης κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή ο τεμπέλης δουλειά δεν είχε κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή όταν ο τεμπέλης δε έχει δουλειά, ξύνει τ’ αρχίδια του, βλ. συνηθέστ. δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του·
- δουλειά δεν είχε το μουνί και μάθαινε τσαγκάρης, βλ. συνηθέστ. δουλειά δεν είχε ο διάβολος, γαμούσε τα παιδιά του·
- δουλειά είν’ αυτή! α. έντονη αμφισβήτηση για τη σοβαρότητα ή το κύρος κάποιας επιχείρησης: «απ’ τη μέρα που ήρθα σ’ αυτό το εργοστάσιο, παρατήρησα πως ο καθένας κάνει του κεφαλιού του. Δουλειά είν’ αυτή!». β. υποτιμητική έκφραση για κάποια δουλειά που τη θεωρούμε ανάξια λόγου, ασήμαντη: «γιατί δε θέλεις να προσληφθείς σ’ αυτό το εργοστάσιο; -Δουλειά είν’ αυτή!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άντε μωρέ. γ.έκφραση αγανακτισμένου ή εκνευρισμένου ατόμου, που θέλει να θέσει τέρμα στις συνεχείς ενοχλήσεις κάποιου για εξυπηρέτηση, που θέλει να του επισημάνει τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά του ή που είναι ενοχλημένος από πράξη ή κατάσταση που την επαναλαμβάνει συστηματικά: «δουλειά είν’ αυτή, να ’ρχεσαι κάθε λίγο και λιγάκι και να μου ζητάς δανεικά! || δουλειά είν’ αυτή, να παρατάς κάθε τόσο την οικογένειά σου και να τρέχεις με τις παρδαλές στα μπουζούκια! || δουλειά είν’ αυτή, να μη μ’ αφήνεις κάθε μεσημέρι να κοιμηθώ!». Πολλές φορές, πριν, και συνηθέστερα μετά τη φρ. ακούγεται και το όχι πες μου σε παρακαλώ·βλ. και φρ. δεν είναι δουλειά αυτή(!)·
- δουλειά είν’ αυτή ή βάσανο! η δουλειά, η εργασία ή η υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος, παρουσιάζει συνέχεια προβλήματα, δεν εξελίσσεται ομαλά, και για το λόγο αυτό πρέπει να βρισκόμαστε διαρκώς σε επαγρύπνηση: «τη μια μου λείπουν οι πρώτες ύλες,, την άλλη δεν επαρκούν οι εργάτες, πλάκωσαν κι από πάνω οι απεργίες, δουλειά είν’ αυτή ή βάσανο!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άντε μωρέ ή το ε όχι πες μου ή το ε πες μου ή το ε πες μου σε παρακαλώ·
- δουλειά κι άγιος ο Θεός, βλ. φρ. από δουλειά άλλο τίποτα·
- δουλειά κι αυτή! α. δουλειά ή απασχόληση, που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, που είναι ανιαρή, βαρετή: «η δουλειά του είναι να συνοδεύει κάθε πρωί απ’ το σπίτι στο σχολείο τα παιδιά του τάδε, κι όταν σχολνούν, να τα συνοδεύει πάλι μέχρι το σπίτι. -Δουλειά κι αυτή!». β. εργασία που παρουσιάζει ιδιαίτερες ή σπάνιες δυσκολίες και που δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένος να την κάνει ο καθένας: «η δουλειά του είναι να κατεβαίνει και να καθαρίζει τους βόθρους του δήμου. -Δουλειά κι αυτή!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βρε ή το μωρέ και πιο σπάνια το ρε·
- δουλειά με το κομμάτι, εργασία που αμείβεται ανάλογα με τον αριθμό παραγωγής του προϊόντος το οποίο παραδίδεται από τον εργαζόμενο στον εργοδότη: «δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο που δίνουν δουλειά με το κομμάτι». Το είδος αυτό της δουλειάς έγινε γνωστό από τους Έλληνες μετανάστες της Γερμανίας·
- δουλειά μια φορά! έκφραση θαυμασμού για επιχείρηση ή εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική: «είδες τι σύγχρονο εργοστάσιο; -Δουλειά μια φορά! || βλέπεις με πόση τέχνη είναι καμωμένο αυτό το δαχτυλίδι; -Δουλειά μια φορά!»· βλ. και φρ. δουλειά κι αυτή(!)·
- δουλειά μπασκλάς ή μπασκλάς δουλειά, δουλειά εμπορική ή τεχνική ανάξια λόγου, τιποτένια, κατωτέρας ποιότητας: «για να μη λέει με τι ασχολείται, σκέψου τι δουλειά μπασκλάς θα έχει || δε ξαναπάω σε κείνον τον μηχανικό, γιατί μου ’κανε πολύ μπασκλάς δουλειά»·
- δουλειά να ’ναι κι ό,τι να ’ναι, έκφραση απελπισμένου άνεργου, που δεν ενδιαφέρεται για το είδος ή την ποιότητα της δουλειάς, αρκεί να δουλέψει: «θα μπορείς να κατεβαίνεις και να καθαρίζεις τους βόθρους; -Δουλειά να ’ναι κι ό,τι να ’ναι». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μωρέ·
- δουλειά ρουτίνας, α. εργασία ή απασχόληση που επαναλαμβάνεται μονότονα, μηχανικά, δουλειά πληκτική, ανιαρή: «δεν μπορεί ν’ απασχοληθεί με δουλειά ρουτίνας, γιατί τον πιάνουν τα νεύρα». β. δουλειά που από άποψη διεκπεραίωσης ή συναλλαγής δεν παρουσιάζει εξάρσεις, αλλά ακολουθεί την καθημερινή πορεία της: «σήμερα η μέρα πέρασε ξεκούραστα, γιατί είχαμε δουλειά ρουτίνας»·
- δουλειά σου! βλ. φρ. κάνε δουλειά σου(!)·
- δουλειά σου και δουλειά μου! έκφραση δυσαρέσκειας για την ανάμιξη κάποιου σε θέματα που δεν ανήκουν στην αρμοδιότητά του: «επιτέλους, πάψε να ενδιαφέρεσαι για το τι κάνω. Δουλειά σου και δουλειά μου!»·
- δουλειά στο γόνα, βλ. φρ. δουλειά στο γόνατο·
- δουλειά στο γόνατο, δουλειά, ιδίως τεχνική, χειροτεχνική ή πνευματική, που έγινε βιαστικά, πρόχειρα, η προχειροδουλειά: «πώς να μη σου βάλει τις φωνές, αφού κάνει μπαμ από μακριά πως είναι δουλειά στο γόνατο». Από το ότι, οτιδήποτε παράγεται ή γράφεται πάνω στο γόνατο, υποδηλώνει προχειρότητα ή βιασύνη· βλ. και φρ. η δουλειά πάει γόνατο·
- δουλειά στο πόδι, βλ. φρ. δουλειά στο γόνατο·
- δουλειά τέλος, κατηγορηματική έκφραση με την οποία αναγγέλλει κάποιος εργοδότης πως όλες οι κενές θέσεις εργασίας συμπληρώθηκαν, κι επομένως δεν υπάρχει λόγος να περιμένουν άλλο·
- δουλειά τζάμι ή τζάμι δουλειά, τεχνική ιδίως εργασία, που είναι καθαρή, παστρική και που εντυπωσιάζει με την τελειότητά της: «επειδή μου ’φερε δουλειά τζάμι, τον πλήρωσα κι εγώ κάτι παραπάνω»·
- δουλειά της νύχτας ή δουλειές της νύχτας, α. ύποπτη, παράνομη δραστηριότητα: «δεν τον έχουν και σε πολύ εκτίμηση μέσα στη γειτονιά, γιατί ξέρουν πως είναι μπλεγμένος με δουλειές της νύχτας». β. επίσης ως δουλειά της νύχτας αναφέρεται και η απασχόληση σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, μπαρ, παμπ, η απασχόληση κάποιου σε θέση νυχτοφύλακα, γενικά η μόνιμη απασχόληση κάποιου κατά τη διάρκεια της νύχτας. γ. εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε χωρίς υπευθυνότητα, που έγινε βιαστικά, όπως όπως (ενν. πως αυτός που την έκανε, δούλευε μέσα στο σκοτάδι και δεν έβλεπε: «σου το ’πα χίλιες φορές πως, αν μου ξαναφέρεις δουλειά της νύχτας, δε θα τη δεχτώ». Πρβλ.: της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά·
- δουλειά της πλάκας ή της πλάκας δουλειά, α. εργασία που είναι πολύ εύκολη: «μου ανέθεσε μια δουλειά και την τέλειωσα μέσα σε μισή ώρα, γιατί ήταν δουλειά της πλάκας». β. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση ανάξια λόγου, ασήμαντη, επειδή δεν παρουσιάζει κανένα οικονομικό ενδιαφέρον, επειδή είναι ανοργάνωτη: «γιατί να ρίξω λεφτά σε μια δουλειά της πλάκας, αφού υπάρχουν άλλες που μπορώ να τα κονομήσω; || έχει μια δουλειά της πλάκας και μας παριστάνει το βιομήχανο». γ. (γενικά) πολύ πρόχειρη, πολύ κακότεχνη τεχνική εργασία: «πάνω στη βιασύνη του να τελειώσει γρήγορα, μου ’φερε της πλάκας δουλειά»·
- δουλειά το λέμε τώρα! ή δουλειά το λένε τώρα! ειρωνική έκφραση σε κάποιον που μας λέει ότι πρέπει να φύγει ή ότι δεν μπορεί να έρθει κάπου, γιατί έχει δουλειά. Το υπονοούμενο της φρ. είναι, ότι η δουλειά που προβάλλει ως δικαιολογία είναι ερωτική. Συνών. καφέ το λέμε τώρα(!)·
- δουλειά του διαβόλου ή δουλειές του διαβόλου, ενέργειες που επιφέρουν διχόνοιες, έριδες, που είναι καταστροφικές: «αφήστε τις γκρίνιες και τα μαλώματα, γιατί αυτά είναι δουλειές του διαβόλου»·
- δουλειά του καφενείου ή δουλειές του καφενείου, δουλειές που προγραμματίζονται ή που συμφωνούνται πάνω σε στιγμές ευφορίας ή ενθουσιασμού ή χάριν εντυπωσιασμού, που όμως δεν υπάρχει περίπτωση να πραγματοποιηθούν: «πώς να του ’χω εμπιστοσύνη, αφού είναι μόνο για δουλειές του καφενείου». Από την εικόνα των θαμώνων του καφενείου, που μιλούν με τις ώρες για χίλια δυο πράγματα και που τα ξεχνούν, από τη στιγμή που φεύγουν·
- δουλειά του κεφαλιού ή δουλειές του κεφαλιού, δουλειά ή ενέργεια απερίσκεπτη, επιπόλαιη, βιαστική και χωρίς προγραμματισμό: «δεν προκόβει κανείς στη ζωή του με βιασύνη και με δουλειές του κεφαλιού»·
- δουλειά του κώλου ή του κώλου δουλειά, α. δουλειά, επιχείρηση, ιδίως εμπορική, που δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον και από άποψη σοβαρότητας και από άποψη κέρδους, που είναι εντελώς ανάξια λόγου, τιποτένια: «δεν μπλέκεται ποτέ με δουλειές του κώλου». β. γενικά πολύ πρόχειρη, πολύ κακόγουστη τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία: «πάνω στη βιασύνη του να προλάβει τις προθεσμίες, μας έφερε του κώλου δουλειά»·
- δουλειά του ποδαριού ή δουλειές του ποδαριού, δουλειά που δεν προϋποθέτει την ύπαρξη μόνιμης έδρας ή καταστήματος. Τέτοια δουλειά μπορεί να θεωρηθεί η δουλειά του μεσάζοντα, του πλανόδιου μικροπωλητή, του πλανόδιου λαχειοπώλη και διάφορες άλλες ευκαιριακές δουλειές: «πέρασε η εποχή που μπορούσε κανείς με δουλειές του ποδαριού να ζήσει οικογένεια»· βλ. και φρ. δουλειά στο πόδι ·
- δουλειές του σπιτιού, α. τα οικιακά: «αυτός έχει ένα εμπορικό και η γυναίκα του ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού». β. (γενικά) κάθε απασχόληση σχετική με το νοικοκυριό: «επειδή δουλεύουν και οι δυο, βοηθάει και ο άντρας στις δουλειές του σπιτιού, όταν γυρίζει απ’ τη δουλειά του»·
- δουλεύω μια δουλειά, τη σχεδιάζω, βρίσκομαι στο στάδιο της έρευνας ή της επεξεργασίας της: «είναι καιρός τώρα που δουλεύω μια δουλειά, αλλά δεν είμαι ακόμα έτοιμος να σας την ανακοινώσω»·
- δύσκολη δουλειά είναι! δεν είναι καθόλου δύσκολο ή απίθανο να συμβεί αυτό που λες: «βγαίνεις το πρωί μια χαρά απ’ το σπίτι σου και, μέχρι να πας στη στάση, έρχεται και σε κόβει ένα αυτοκίνητο. -Δύσκολη δουλειά είναι!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ, ενώ είναι και φορές που άλλοτε προτάσσεται και άλλοτε ακολουθεί το νομίζεις ·
- έγινε η δουλειά, επέβαλα τη σεξουαλική πράξη: «τι έγινε με την τάδε, την κατάφερες; -Έγινε η δουλειά»·
- έγινε κώλος η δουλειά ή η δουλειά έγινε κώλος, α. η υπόθεση ή η εμπορική επιχείρηση παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες από κακό υπολογισμό ή κακή διαχείριση, και υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει: «απ’ τη στιγμή που άρχισαν ν’ ανακατεύονται στο εργοστάσιο όλοι οι συγγενείς, έγινε κώλος η δουλειά». β. εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που είναι κακόγουστη, κακότεχνη: «βιάστηκε ο μηχανικός να μου παραδώσει τα σχέδια κι έγινε κώλος η δουλειά»·
- έγινε λάσπη η δουλειά ή η δουλειά έγινε λάσπη, βλ. φρ. έγινε κώλος η δουλειά·
- έγινε μαϊμού η δουλειά ή η δουλειά έγινε μαϊμού, την ανέλαβε κάποιος με μυστικές ή μη διαφανείς διαδικασίες, την ανέθεσαν σε κάποιον χωρίς να προηγηθεί δημόσιος διαγωνισμός, χατιρικά, γιατί είχε κάποιον γνωστό ή άλλη πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων: «πάψε να ενδιαφέρεσαι, φίλε μου, γιατί έγινε μαϊμού η δουλειά απ’ τον τάδε || μην προσπαθήσεις να πάρεις καμιά κρατική ανάθεση, γιατί όλες οι δουλειές γίνονται μαϊμού»·
- έγινε μαμούκαλα η δουλειά ή η δουλειά έγινε μαμούκαλα, βλ. συνηθέστ. έγινε κώλος η δουλειά·
- έγινε μαντάρα η δουλειά ή η δουλειά έγινε μαντάρα, βλ. φρ. έγινε μπάχαλο η δουλειά·
- έγινε μουνί η δουλειά ή η δουλειά έγινε μουνί, βλ. φρ. έγινε κώλος η δουλειά·
- έγινε μουνί καλλιγραφίας η δουλειά ή η δουλειά έγινε μουνί καλλιγραφίας, βλ. φρ. έγινε μουνί καπέλο η δουλειά·
- έγινε μουνί καπέλο η δουλειά ή η δουλειά έγινε μουνί καπέλο, α. η υπόθεση ή η εργασία παρουσιάζει πολύ σοβαρές δυσκολίες, είτε από κακό υπολογισμό είτε από κακή διαχείριση, και υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να αποτύχει εντελώς: «απ’ τη μέρα που άρχισαν να μπερδεύονται με το εργοστάσιο όλοι οι κληρονόμοι, έγινε μουνί καπέλο η δουλειά». β. εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε πολύ κακόγουστη, πολύ κακότεχνη: «βιαζόταν να προλάβει τις προθεσμίες που είχε δώσει κι η δουλειά έγινε μουνί καπέλο»·
- έγινε μπάχαλο η δουλειά ή η δουλειά έγινε μπάχαλο, η δουλειά, η επιχείρηση ή η υπόθεση αποδιοργανώθηκε εντελώς, παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα και βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας ή της αποτυχίας, χρεοκόπησε, απέτυχε οριστικά: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες έγινε μπάχαλο η δουλειά || λίγο έλειψα από τη θέση μου κι η δουλειά έγινε μπάχαλο!»·
- έγινε μπουρδέλο η δουλειά ή η δουλειά έγινε μπουρδέλο, βλ. φρ. έγινε μπάχαλο η δουλειά·
- έγινε μύλος η δουλειά ή η δουλειά έγινε μύλος, η δουλειά, η επιχείρηση ή η υπόθεση παρουσιάζει τέτοιο μπέρδεμα, που δεν μπορεί πια κανείς να βρει άκρη: «δεν υπήρχε κάποιος στην επιχείρηση να πάρει μια σωστή απόφαση κι έγινε μύλος η δουλειά || ο ένας ο  μάρτυρας έλεγε το μακρύ του, ο άλλος κατέθετε το κοντό του και στο τέλος η δουλειά έγινε μύλος»·
- έγινε νιανιά η δουλειά ή η δουλειά έγινε νιανιά, η δουλειά ή η υπόθεση ανακατεύτηκε τόσο πολύ, που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο αποτυχίας και δεν προσελκύει πια το ενδιαφέρον κανενός: «από καθαρά κακή διαχείριση έγινε νιανιά η δουλειά || έχουμε ανταλλάξει τόσο βαριές κουβέντες, που καλύτερα να χωρίσουμε, γιατί η δουλειά έγινε νιανιά κι είναι κρίμα να ταλαιπωρούμαστε». Από την εικόνα της βρεφικής τροφής, που είναι λιωμένη, ή από το φαγητό, που κάποιος το ανακάτωσε τόσο πολύ, που το έκανε σαν πολτό και δεν τρώγεται·
- έγινε πετρέλαιο η δουλειά ή η δουλειά έγινε πετρέλαιο, απέτυχε, χρεοκόπησε: «απ’ τη μέρα που άρχισαν οι απεργίες και οι καταλήψεις των δρόμων, έγινε πετρέλαιο η δουλειά, γιατί δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο || δεν ενδιαφέρομαι περισσότερο, γιατί η δουλειά έγινε πετρέλαιο»·
- έγινε σαν τα μούτρα σου η δουλειά ή η δουλειά έγινε σαν τα μούτρα σου, η εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, έγινε κακόγουστη, κακότεχνη: «απ’ τη στιγμή που βιαζόσουν, έγινε σαν τα μούτρα σου η δουλειά || τώρα που η δουλειά έγινε σαν τα μούτρα σου, παράτα την και ξεκίνα καμιά άλλη»·
- έγινε σαν τον κώλο σου η δουλειά ή η δουλειά έγινε σαν τον κώλο σου, βλ. φρ. έγινε σαν τα μούτρα σου η δουλειά·
- έγινε σκατά η δουλειά ή η δουλειά έγινε σκατά, βλ. φρ. έγινε κώλος η δουλειά·
- έγινε σούπα η δουλειά ή η δουλειά έγινε σούπα, α. διαδόθηκε πάρα πολύ, επήλθε κορεσμός και δεν παρουσιάζει πια κανένα ενδιαφέρον από άποψη κέρδους, γιατί ασχολούνται με αυτή πάρα πολλοί: «τώρα που έγινε σούπα η δουλειά, τώρα του ’ρθε η φαεινή ν’ ανοίξει βιντεοκλάμπ». Από το ότι η σούπα είναι ένα πάρα πολύ διαδομένο φαγητό. β. η δουλειά ή η υπόθεση αποδιοργανώθηκε εντελώς και, κατ’ επέκταση, απέτυχε: «είχε το μυαλό του συνέχεια στα γλέντια και τις διασκεδάσεις κι έγινε σούπα η δουλειά». Από το ότι η σούπα είναι ρευστή ως φαγητό·
- έγινε τουρλού η δουλειά ή η δουλειά έγινε τουρλού, η δουλειά ή η υπόθεση ανακατεύτηκε, μπερδεύτηκε τόσο πολύ, που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο αποτυχίας: «χίλιοι δυο μπερδεύτηκαν, ο ένας με το μακρύ του κι ο άλλος με το κοντό του, ώσπου έγινε τουρλού η δουλειά». Από την εικόνα του ομώνυμου φαγητού, που αποτελείται από μικρά κομμάτια διάφορων λαχανικών·
- έγινε τουρσί η δουλειά ή η δουλειά έγινε τουρσί, βλ. φρ. έγινε τουρλού η δουλειά·
- εδώ γίνεται η δουλειά, βλ. φρ. εδώ κολλάει η δουλειά·
- εδώ είναι δουλειά, επιθετική έκφραση σε άτομο που απασχολεί κάποιον υπάλληλο ή εργάτη στο χώρο της εργασίας του εν ώρα δουλειάς, να τον αφήσει απερίσπαστο στη δουλειά του: «αν έχετε να πείτε κάτι, να περιμένεις να τελειώσει τη βάρδια του και πάτε όπου θέλετε να μιλήσετε, γιατί εδώ είναι δουλειά». Πολλές φορές, ακολουθούν βρισιές όπως το, δεν είναι της μάνας σου το μουνί ή το δεν είναι της αδερφής σου ο κώλος ή το δεν είναι της γιαγιάς σου το καφεκούτι·
- εδώ είναι η δουλειά! ή εδώ είναι όλη η δουλειά! βλ. συνηθέστ. εδώ κολλάει η δουλειά(!)·
- εδώ είναι η δουλειά ή εδώ είναι όλη η δουλειά, σε αυτό ειδικά το συγκεκριμένο σημείο βρίσκεται η ουσία της δουλειάς, σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας, γιατί από αυτό εξαρτάται και η επιτυχία του όλου εγχειρήματός μας: «πρέπει να βρεθεί η εγγύηση για να πάρουμε το έργο, γιατί εδώ είναι όλη η δουλειά»· βλ. και φρ. εδώ κολλάει η δουλειά·
- εδώ κολλάει η δουλειά! ή εδώ κολλάει όλη η δουλειά! αυτό που μου λες δεν είναι σοβαρό εμπόδιο, ούτε είναι κάτι που δεν μπορεί να ξεπεραστεί, ώστε συνεχιστεί η δουλειά ή η υπόθεση: «απ’ τη μέρα που ήρθε ο νέος διευθυντής, καθυστερεί να υπογράψει την έγκριση του δανείου. -Σιγά το πράγμα, εδώ κολλάει η δουλειά!»·
- εδώ κολλάει η δουλειά ή εδώ κολλάει όλη η δουλειά, αυτό το συγκεκριμένο σημείο, αυτό το συγκεκριμένο άτομο, αυτός ο συγκεκριμένος λόγος είναι που εμποδίζει την εξέλιξη της υπόθεσης ή της εργασίας: «πρέπει να πείσουμε τον διευθυντή να εγκρίνει την επιχορήγηση, αν θέλουμε να συνεχίσουμε, γιατί εδώ κολλάει η δουλειά || πρέπει ν’ αλλάξεις μπουζί, γιατί εδώ κολλάει η δουλειά και δεν παίρνει μπρος τ’ αυτοκίνητο»· βλ. και φρ. εδώ είναι η δουλειά·
- είμαι κάργα από δουλειά, βλ. φρ. είμαι φίσκα από δουλειά· 
- είμαι πηγμένος στη δουλειά, βλ. φρ. είμαι πνιγμένος στη δουλειά·
- είμαι πνιγμένος στη δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά, έχω πάρα πολλές υποθέσεις να διεκπεραιώσω: «δε θα μπορέσω να ’ρθω μαζί σας στην εκδρομή, γιατί είμαι πνιγμένος στη δουλειά»·
- είμαι τίγκα από δουλειά, βλ. φρ. είμαι φίσκα από δουλειά·
- είμαι φίσκα από δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά: «την περίοδο των γιορτών ήμουν φίσκα από δουλειά»·
- είμαι φορτωμένος από δουλειά ή είμαι φορτωμένος με δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά, τεχνική ή κατασκευαστική, που πρέπει να την τελειώσω και να την παραδώσω, ή έχω να διεκπεραιώσω πολλή δουλειά, ιδίως γραφική: «χάθηκε απ’ την παρέα μας, γιατί είναι φορτωμένος από δουλειά και πρέπει να την παραδώσει || είμαι φορτωμένος με δουλειά και πρέπει να κάνω υπερωρίες στο γραφείο για να φύγει απ’ τα χέρια μου»·
- είμαστε τώρα για τέτοιες δουλειές; λέγεται για κάτι με το οποίο δεν μπορούμε να ασχοληθούμε τη στιγμή που μας το αναφέρουν, γιατί προέχει κάτι άλλο που είναι πιο σοβαρό ή επείγον: «πρέπει να κάνεις οπωσδήποτε επέκταση του εργοστασίου σου. -Είμαστε τώρα για τέτοιες δουλειές; Εδώ ψάχνω λεφτά για να πληρώσω το προσωπικό!»·
- είναι αετός στη δουλειά του, είναι ικανότατος, ιδίως στην τέχνη που ασκεί ως επάγγελμα: «δεν αλλάζω μηχανικό, γιατί σ’ αυτόν που πηγαίνω τ’ αυτοκίνητό μου είναι αετός στη δουλειά του»·
- είναι άπιαστος στη δουλειά, είναι ασυναγώνιστος στην εργατικότητα: «όταν αρχίζει να δουλεύει, είναι άπιαστος στη δουλειά»· βλ. και φρ. δεν πιάνεται στη δουλειά·
- είναι άπιαστος στη δουλειά του, είναι ασυναγώνιστος, ικανότατος σε μια δουλειά ή μια τέχνη που την ασκεί ως επάγγελμα: «είναι τόσο καλός μηχανικός, που είναι άπιαστος στη δουλειά του»·
- είναι άσος στη δουλειά του, είναι άριστος σε μια τέχνη που την ασκεί ως επάγγελμα: «βρήκα έναν ηλεκτρολόγο, που είναι άσος στη δουλειά του»· 
- είναι άσχετος από δουλειά, δεν έχει καλή σχέση με την εργασία, είναι τεμπέλης: «βρήκε έτοιμη περιουσία απ’ τον πατέρα του, γι’ αυτό είναι άσχετος από δουλειά»·
- είναι άσχετος με τη δουλειά, α. δεν έχει καμιά πείρα με τη συγκεκριμένη δουλειά που κουβεντιάζουμε: «δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε τη γνώμη του, γιατί είναι άσχετος με τη δουλειά». β. δεν έχει καμιά ανάμειξη με την υπόθεση, ιδίως παράνομη, που έγινε ή που κουβεντιάζουμε: «δεν υπάρχει λόγος να τον κατηγορούμε άδικα, γιατί είναι άσχετος με τη δουλειά»·
- είναι βλαστήμια η δουλειά ή η δουλειά είναι βλαστήμια, η εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, είναι πάρα πολύ δύσκολη, πάρα πολύ κουραστική (που, όταν δηλ. την κάνει αυτός που την έχει αναλάβει, βλαστημάει συνέχεια από τις δυσκολίες που παρουσιάζει ή από την κούραση που υφίσταται): «τη θεώρησα εύκολη, όταν την ανέλαβα, αλλά στην πορεία της ανακάλυψα πως είναι βλαστήμια η δουλειά»·
- είναι βρόμα η δουλειά ή η δουλειά είναι βρόμα, δεν είναι τίμια, είναι παράνομη, και ως εκ τούτου επιφέρει ποινικές κυρώσεις: «εγώ δεν παίρνω μέρος γιατί, απ’ ότι φαίνεται, η δουλειά είναι βρόμα»·
- είναι γαμήσι η δουλειά ή η δουλειά είναι γαμήσι, η εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, είναι μπερδεμένη και δύσκολη, με πολλά και συνεχιζόμενα: «όταν την ανέλαβα, είχα την εντύπωση πως ήταν εύκολη, αλλά στην πορεία αποδείχθηκε πως είναι γαμήσι η δουλειά»·
- είναι για πέταμα η δουλειά ή η δουλειά είναι για πέταμα, η εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, δεν είναι αποδεκτή, είναι απαράδεκτη: «ήταν μέσα στην προθεσμία που συμφωνήσαμε, αλλά είναι για πέταμα η δουλειά που μου έφερε»·
- είναι για τα σκουπίδια η δουλειά ή η δουλειά είναι για τα σκουπίδια, βλ. φρ. είναι για πέταμα η δουλειά·
- είναι διάβολος στη δουλειά του, είναι ικανότατος στη δουλειά του: «όχι μόνο είναι πολύ εργατικό παιδί, αλλά είναι και διάβολος στη δουλειά του»·
- είναι δική μου δουλειά, α. είναι της αρμοδιότητάς μου, είναι μέσα στα καθήκοντά μου: «ο έλεγχος της κάθε βάρδιας είναι δική μου δουλειά». β. είναι προσωπική μου υπόθεση: «είναι δική μου δουλειά πώς θα ενεργήσω για να βγω απ’ την κρίση». (Τραγούδι: και δουλειά δικιά μου και πολύ μαγκιά μου κι ας με τρώει χρόνια αυτός ο φόβος. Στου σκοινιού τη μέση κι όλοι λεν, θα πέσει μα ποτέ δεν πέφτει αυτός, ο Γιώργος).Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ., ακολουθεί για περισσότερη έμφαση το εντελώς ή το καθαρά·
- είναι δουλειά αυτή! βλ. φρ. δουλειά είναι αυτή(!)·
- είναι δουλειά (του τάδε), α. η πράξη για την οποία γίνεται λόγος, και που είναι κακή, επιβλαβής ή παράνομη, έγινε από τον τάδε: «η πρόκληση της πυρκαγιάς είναι δουλειά των εμπρηστών || η ληστεία είναι σίγουρα δουλειά του τάδε». β. η επιχείρηση για την οποία γίνεται λόγος, ανήκει στον τάδε: «όλο αυτό το συγκρότημα που βλέπεις, είναι δουλειά του τάδε». γ. είναι υποχρέωση ή καθήκον του τάδε: «οι παραγγελίες του εργοστασίου είναι δουλειά του τάδε»·
- είναι εξπέρ στη δουλειά του, είναι πολύ ειδικός, ιδίως στην τέχνη που εξασκεί ή στο επάγγελμά του: «στα υδραυλικά ο τάδε είναι εξπέρ στη δουλειά του || όσον αφορά στα μηχανολογικά, είναι εξπέρ στη δουλειά του»·
- είναι η καλύτερη δουλειά, έκφραση επιδοκιμασίας γι’ αυτό με το οποίο ασχολείται κάποιος και που τον συμφέρει ή του αρέσει: «να εισπράττεις κάθε μήνα τα νοίκια, είναι η καλύτερη δουλειά || να πηγαίνεις το πρωί να πίνεις τον καφέ σου σ’ ένα απ’ τα μπαράκια της παραλίας, είναι η καλύτερη δουλειά». (Τραγούδι: δώσ’ μου πολλά φιλιά, αμέτρητα τρελά κι εγώ βασίλισσα θα σ’ έχω στην καρδιά μου μην τσιγκουνεύεσαι, μόνο να σκέφτεσαι πως τα φιλιά είν’ η καλύτερη δουλειά)· 
- είναι καζίκι η δουλειά ή η δουλειά είναι καζίκι, βλ. φρ. είναι μανίκι η δουλειά·
- είναι κάλμα η δουλειά ή είναι κάλμα οι δουλειές, βλ. φρ. είναι σπασμένη η δουλειά·
- είναι καλμαρισμένη η δουλειά ή είναι καλμαρισμένες οι δουλειές, βλ. φρ. είναι σπασμένη η δουλειά·
- είναι λαμόγια η δουλειά ή η δουλειά είναι λαμόγια, είναι ύποπτη, παράνομη: «πρόσεχε να μην μπλέξεις, γιατί είναι λαμόγια η δουλειά || μόλις κατάλαβε πως η δουλειά είναι λαμόγια, διέλυσε το συνεταιρισμό»·
- είναι λεοντάρι στη δουλειά, δουλεύει σκληρά και ακούραστα. (Λαϊκό τραγούδι: είμ’ εργάτης τιμημένος , όπως όλ’ η εργατιά, και τεχνίτης ξακουσμένος, λεοντάρι στη δουλειά
- είναι λούκι η δουλειά ή η δουλειά είναι λούκι, η δουλειά ή η υπόθεση είναι τόσο δύσκολη, που, αν μπλέξει κανείς, δε θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα: «μην πάρεις μέρος, γιατί είναι λούκι η δουλειά»·
- είναι μανίκι η δουλειά ή η δουλειά είναι μανίκι, είναι πολύ δύσκολη, παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες: «νόμιζα πως ήταν εύκολη, όταν την ανέλαβα, αλλά στην πορεία κατάλαβα πως η δουλειά είναι μανίκι»·
- είναι οικογενειακή μας δουλειά, η υπόθεση ή η διένεξη είναι αποκλειστικά θέμα της οικογένειάς μας: «δε θέλω να μπερδεύεσαι, γιατί αυτό που μας απασχολεί είναι οικογενειακή μας δουλειά». Πολλές φορές, για περισσότερη έμφαση μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το καθαρά· βλ. και φρ. οικογενειακή δουλειά·
- είναι παιχνιδάκι (παιχνίδι) η δουλειά, ή η δουλειά είναι παιχνιδάκι (παιχνίδι), η δουλειά ή η υπόθεση γίνεται με μεγάλη ευκολία, είναι πανεύκολη: «θα σου την τελειώσω πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι σου υποσχέθηκα, γιατί είναι παιχνιδάκι η δουλειά || μόλις κατάλαβε πως η δουλειά είναι παιχνιδάκι, έκανε πώς και πώς για να την αναλάβει»·
- είναι παραμύθι η δουλειά ή η δουλειά είναι παραμύθι, α. αυτό που αναφέρεται ή προτείνεται είναι εντελώς ψέμα: «μην πιστεύεις πως θα σε βοηθήσει, γιατί είναι παραμύθι η δουλειά». β. η ενέργεια που γίνεται, έχει ως κύριο σκοπό την παραπλάνηση ή την εξαπάτηση κάποιου ή κάποιων: «μου ζητούσε να συνεταιριστούμε για να κάνουμε εισαγωγές, αλλά κατάλαβα πως όλη η δουλειά είναι παραμύθι και πως το μόνο που ήθελε ήταν να μου φάει τα λεφτά»·
- είναι πεθαμένη η δουλειά ή είναι πεθαμένες οι δουλειές, παρατηρείται ανυπαρξία εμπορικών συναλλαγών, υπάρχει πλήρης στασιμότητα στην αγορά, δε γίνεται καθόλου αλισβερίσι: «απ’ τη στιγμή που η μια απεργία διαδέχεται την άλλη, πώς να μην είναι πεθαμένες οι δουλειές!»·
- είναι πεθαμός η δουλειά ή η δουλειά είναι πεθαμός, είναι πολύ κουραστική, είναι εξαντλητική: «μόνο όποιος έχει δουλέψει στις οικοδομές, ξέρει πως είναι πεθαμός η δουλειά»·
- είναι πεσμένη η δουλειά ή είναι πεσμένες οι δουλειές, βλ. φρ. είναι σπασμένη η δουλειά·
- είναι σατανάς στη δουλειά του, βλ. φρ. είναι διάβολος στη δουλειά του·
- είναι σιγουρεμένη η δουλειά ή η δουλειά είναι σιγουρεμένη, α. η δουλειά ή η υπόθεση έχει εξασφαλισμένη επιτυχία: «είναι σιγουρεμένη η δουλειά, γι’ αυτό θα την αναλάβω || απ’ τη στιγμή που ανέλαβε ο τάδε δικηγόρος, είναι σιγουρεμένη η δουλειά». β. είναι σίγουρο ότι θα μας ανατεθεί: «δεν έχω καμιά ανησυχία, γιατί είναι σιγουρεμένη η δουλειά»·
- είναι σίγουρη δουλειά ή η δουλειά είναι σίγουρη, είναι δουλειά που δεν υπάρχει περίπτωση να αποτύχει και που θα αποδώσει οπωσδήποτε κέρδη: «ρίξε όσα λεφτά θέλεις σ’ αυτή τη δουλειά, γιατί είναι σίγουρη δουλειά || απ’ τη στιγμή που κατάλαβε πως είναι σίγουρη η δουλειά, δε δίστασε να βάλει τα λεφτά του»·
- είναι σκοτωμένη η δουλειά ή είναι σκοτωμένες οι δουλειές, βλ. φρ. είναι πεθαμένη η δουλειά·
- είναι σκυλί στη δουλειά,, δουλεύει ακούραστα: «ό,τι δουλειά και να του δώσεις δε λέει ποτέ όχι, γιατί είναι σκυλί στη δουλειά || δεν τον είδα ποτέ να κουράζεται, γιατί είναι σκυλί στη δουλειά»·
- είναι σκυλί στη δουλειά του, προσέχει πάρα πολύ τη δουλειά του, είναι πολύ αυστηρός σε θέματα που έχουν σχέση με η δουλειά του: «όταν έχει δουλειά, δε θέλει να τον ενοχλούν, γιατί είναι σκυλί στη δουλειά του». Από την εικόνα του σκυλιού-φύλακα·
- είναι σπασμένη η δουλειά ή είναι σπασμένες οι δουλειές, δεν παρουσιάζει ικανοποιητική εισπρακτική κίνηση, δε γίνονται πολλές συναλλαγές, αρκετό αλισβερίσι: «κάθε καλοκαίρι είναι σπασμένη η δουλειά || όταν είναι σπασμένες οι δουλειές, βρίσκει την ευκαιρία να κάνει κανένα ταξιδάκι»·
- είναι σπεσιαλίστας στη δουλειά του, είναι πολύ εξειδικευμένος στη δουλειά που κάνει, και για το λόγο αυτό φέρνει πάντα το σωστό αποτέλεσμα: «το αυτοκίνητό μου το πηγαίνω στον τάδε μηχανικό, γιατί είναι σπεσιαλίστας στη δουλειά του || αν θέλεις να βγάλεις το διαζύγιό σου με τις μικρότερες απώλειες, να προτιμήσεις τον τάδε δικηγόρο, γιατί είναι σπεσιαλίστας στη δουλειά του»·
- είναι στάνταρ δουλειά ή είναι δουλειά στάνταρ, η δουλειά για την οποία γίνεται λόγος, είναι σίγουρη, σταθερή: «μια θέση στο δημόσιο είναι στάνταρ δουλειά»·
- είναι στάνταρ η δουλειά ή η δουλειά είναι στάνταρ, είναι δουλειά που δεν έχει φόβο αποτυχίας, που σίγουρα θα αποφέρει κέρδος: «πρέπει να πάρεις κι εσύ μέρος στο συνεταιρισμό που σου πρότειναν, γιατί είναι στάνταρ η δουλειά || όταν καταλάβει πως η δουλειά είναι στάνταρ, δεν την αφήνει με τίποτα να του ξεφύγει»· βλ. και φρ. είναι στάνταρ δουλειά·
- είναι στημένη δουλειά ή είναι δουλειά στημένη, η δουλειά, ιδίως εμπορική ή τεχνική, είναι εν λειτουργία: «θα ρίξουμε λίγα λεφτουδάκια και θα πάρουμε πόντους, γιατί είναι στημένη δουλειά || μόνο αν είναι δουλειά στημένη, ενδιαφέρεται να πάρει κάποια μετοχή»· βλ. και φρ. είναι στημένη η δουλειά·
- είναι στημένη η δουλειά ή είναι η δουλειά στημένη, είναι προσχεδιασμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε να εκτεθεί, να αποτύχει ή να πάθει κακό κάποιος: «μην πάρεις μετοχές της τάδε εταιρείας, γιατί είναι στημένη η δουλειά και θα χάσεις τα λεφτά σου || μόλις κατάλαβε πως ήταν η δουλειά στημένη, τα μάζεψε και την κοπάνησε»· βλ. και φρ. είναι στημένη δουλειά·
- είναι στρωμένη δουλειά ή είναι δουλειά στρωμένη, η δουλειά, ιδίως εμπορική ή τεχνική, είναι εν λειτουργία και εξελίσσεται ομαλά και από άποψη λειτουργίας και από άποψη κέρδους: «θα πάρω μερικές μετοχές, γιατί είναι στρωμένη δουλειά και δεν έχω να φοβάμαι τίποτα || απ’ τη στιγμή που είναι δουλειά στρωμένη, σου συνιστώ ανεπιφύλακτα να πάρεις κι εσύ μερικές μετοχές»·    
- είναι τζόγος η δουλειά ή η δουλειά είναι τζόγος, δουλειά ή υπόθεση που η επιτυχία της εξαρτάται από την τύχη: «εγώ δε θα πάρω μέρος σ’ αυτό το συνεταιρισμό, γιατί βλέπω πως είναι τζόγος η δουλειά || όταν καταλάβει πως η δουλειά είναι τζόγος, τα μαζεύει και φεύγει»·
- είναι της δουλειάς, α. συμμετέχει στη δουλειά που πραγματοποιείται ή συζητείται, συνήθως ύποπτη ή παράνομη ή ανήκει στον ίδιο παράνομο κύκλο: «μίλα ελεύθερα μπροστά του, γιατί ο τύπος είναι της δουλειάς». β. είναι γνώστης ή κατέχει τη δουλειά ή την τέχνη που συζητείται: «αν θέλεις, να ρωτήσουμε και τον τάδε που είναι της δουλειάς»·
- είναι της δουλειάς μου, ανήκει στη δούλεψή μου, στην επιχείρησή μου, στο εργατικό ή υπαλληλικό μου προσωπικό: «όποιος είναι της δουλειάς μου, μπορεί να περάσει χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις»·
- είναι τρέλα δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με πολλή τέχνη και πολύ μεράκι και που ικανοποιεί απόλυτα: «είναι τρέλα δουλειά αυτή που μου ’κανε ο μηχανικός που μου σύστησες»· βλ. και φρ. είναι τρέλα η δουλειά·
- είναι τρέλα η δουλειά ή η δουλειά είναι τρέλα, α. εγχείρημα παράτολμο, επικίνδυνο: «μην επιχειρήσεις να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι, γιατί είναι τρέλα η δουλειά». β. επικρατεί μεγάλη φασαρία, ιδίως από αθρόα προσέλευση πελατών: «κάθε Σάββατο στο σούπερ μάρκετ που δουλεύω η δουλειά είναι τρέλα»· βλ. και φρ. είναι τρέλα δουλειά·
- είναι τσακάλι στη δουλειά, δουλεύει ακούραστα: «αυτός ο άνθρωπος δε θα πεινάσει ποτέ, γιατί είναι τσακάλι στη δουλειά»·
- είναι τσακάλι στη δουλειά του, είναι ικανότατος στη δουλειά που κάνει: «σε μηχανολογικά θέματα δεν μπορεί κανείς να τον ξεγελάσει, γιατί είναι τσακάλι στη δουλειά του»·  
- είναι τσιβί η δουλειά ή η δουλειά είναι τσιβί, βλ. φρ. είναι καζίκι η δουλειά·
- είναι τυφλοσούρτης η δουλειά ή η δουλειά είναι τυφλοσούρτης, εργασία, ιδίως τεχνική, που γίνεται μηχανικά και χωρίς κόπο: «τελείωσα στο άψε σβήσε αυτό που μου ανέθεσε να κάνω, γιατί η δουλειά ήταν τυφλοσούρτης || όταν η δουλειά είναι τυφλοσούρτης, τελειώνει στο τάκα τάκα»·
- είναι ψώνιο δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με πολλή τέχνη και πολύ μεράκι και που ικανοποιεί απόλυτα: «στην τάδε γκαλερί παρουσιάζει τα τελευταία του έργα, που είναι ψώνιο δουλειά»·
- είναι ψώνιο με τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. έχει ψώνιο με τη δουλειά·
- είναι ψώνιο με τη δουλειά του, βλ. συνηθέστ. έχει ψώνιο με τη δουλειά του·
- έκανα κώλο τη δουλειά, α. η δουλειά από κακό υπολογισμό ή από κακή διαχείρισή μου, παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες και υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει: «ακολούθησα τις συμβουλές του τάδε κι έκανα κώλο τη δουλειά». β. έκανα κακόγουστη, κακότεχνη δουλειά, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική: «βιάστηκα να τελειώσω τα σχέδια της οικοδομής κι έκανα  κώλο τη δουλειά»·
- έκανα λάσπη τη δουλειά, βλ. φρ. έκανα κώλο τη δουλειά·
- έκανα μαϊμού τη δουλειά, την ανέλαβα με μυστικές ή μη διαφανείς διαδικασίες, μου την ανέθεσαν, χωρίς να προηγηθεί δημόσιος διαγωνισμός ή χατιρικά, γιατί είχα κάποιον γνωστό ή κάποια άλλη πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων: «είχα ένα γνωστό βουλευτή κι έκανα μαϊμού τη δουλειά»·
- έκανα μαμούκαλα τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. έκανα κώλο τη δουλειά·
- έκανα μαντάρα τη δουλειά, βλ. φρ. έκανα μπάχαλο τη δουλειά·
- έκανα μουνί καλλιγραφίας τη δουλειά, βλ. φρ. έκανα μουνί καπέλο τη δουλειά·
- έκανα μουνί καπέλο τη δουλειά, α. από κακό υπολογισμό ή από κακή διαχείρισή μου, παρουσιάζει πολύ σοβαρές δυσκολίες και υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει εντελώς: «κάποια στιγμή το ’ριξα στα γλέντια και στις διασκεδάσεις κι έκανα μουνί καπέλο τη δουλειά». β. έκανα πολύ κακότεχνη, πολύ κακόγουστη δουλειά, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική: «βιαζόμουν να τελειώσω τα σχέδια της οικοδομής κι έκανα μουνί καπέλο τη δουλειά»·
- έκανα μουνί τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. έκανα κώλο τη δουλειά·
- έκανα μπάχαλο τη δουλειά, αποδιοργάνωσα τελείως μια δουλειά ή μια υπόθεση, την μπέρδεψα τόσο, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να αποτύχει, ή τη χρεοκόπησα: «είχα το μυαλό μου όλο στα γλέντια κι έκανα μπάχαλο τη δουλειά»·
- έκανα μπουρδέλο τη δουλειά, βλ. φρ. έκανα μπάχαλο τη δουλειά·
- έκανα μύλο τη δουλειά, αναστάτωσα, μπέρδεψα μια δουλειά, επιχείρηση ή υπόθεση σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορεί πια κανείς να βρει άκρη: «τον τελευταίο καιρό είχα συνέχεια το νου μου στα γλέντια και τις διασκεδάσεις κι έκανα μύλο τη δουλειά || θέλησα να μεσολαβήσω για να συμβιβαστούν, αλλά από κακό χειρισμό έκανα μύλο τη δουλειά και τώρα βρίσκονται στα δικαστήρια»·
- έκανα νιανιά τη δουλειά, την έφερα σε τέτοια κατάσταση, που δεν παρουσιάζει πια κανένα ενδιαφέρον, που να είναι πια άχρηστη, αποτυχημένη: «θέλησα να χρησιμοποιήσω νέες μεθόδους κι έκανα νιανιά τη δουλειά»·
- έκανα σαν τα μούτρα μου τη δουλειά, έκανα κακόγουστη, κακότεχνη δουλειά, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική: «βιάστηκα να παραδώσω τα σχέδια στον πελάτη μου κι έκανα σαν τα μούτρα μου τη δουλειά»·
- έκανα σαν τον κώλο μου τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. έκανα σαν τα μούτρα μου τη δουλειά·
- έκανα σκατά τη δουλειά, βλ. φρ. έκανα κώλο τη δουλειά·
- έκανα σούπα τη δουλειά, την αποδιοργάνωσα τόσο, που δεν παρουσιάζει πια κανένα ενδιαφέρον και, κατ’ επέκταση, τη χάλασα, την κατέστρεψα: «θέλησα να εφαρμόσω νέες μέθοδες στην επιχείρηση κι έκανα σούπα τη δουλειά·
- έκανα τουρλού τη δουλειά, μπέρδεψα τόσο πολύ μια δουλειά ή μια υπόθεση, που κινδυνεύει ν’ αποτύχει: «δεν ξαναπιάστηκα με παρόμοια κατασκευή κι έκανα τουρλού τη δουλειά || δεν ήμουν γνώστης της υπόθεσης κι έκανα τουρλού τη δουλειά»·
- έκανα τουρσί τη δουλειά, βλ. φρ. έκανα τουρλού τη δουλειά·
- έκατσε η δουλειά ή έκατσαν οι δουλειές, βλ. φρ. κάθισε η δουλειά·
- έκλεισαν οι δουλειές ή έκλεισε η δουλειά, ενώ εξελισσόταν ομαλά η εμπορική κίνηση, για κάποιο λόγο παρουσιάζει κάμψη ή πλήρη στασιμότητα: «τον τελευταίο καιρό, με τις αλλεπάλληλες απεργίες που γίνονται, έκλεισαν οι δουλειές»·
- έκλεισε η δουλειά, α. συμφωνήθηκε: «μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις έκλεισε η δουλειά». β. χρεοκόπησε ή για διάφορους λόγους έπαψε να υπάρχει: «πράγματι, υπήρχε στη γωνιά ένα εμπορικό, αλλά είναι μήνες τώρα που έκλεισε η δουλειά, γιατί αυτός που την είχε, ήθελε να κάνει μεγάλη ζωή || όντως, υπήρχε ένα ψιλικατζίδικο απέναντι απ’ το περίπτερο, αλλά έκλεισε η δουλειά, γιατί αυτός που την είχε, βγήκε στη σύνταξη»·
- έκοψαν οι δουλειές ή έκοψε η δουλειά, βλ. φρ. έσπασαν οι δουλειές·
- έμεινε πίσω η δουλειά ή η δουλειά έμεινε πίσω, α. η δουλειά, τεχνική ή κατασκευαστική, για διάφορους λόγους καθυστέρησε να προχωρήσει με ικανοποιητικό ρυθμό: «έκαναν απεργία οι εργάτες του κι έμεινε πίσω η δουλειά || καθυστέρησαν να του στείλουν τα υλικά που παράγγειλε κι έμεινε πίσω η δουλειά». β. για διάφορους λόγους η υπόθεση καθυστέρησε να διεκπεραιωθεί: «έλειπε ο διευθυντής, που ήταν να υπογράψει την έγκριση του δανείου μου, κι έμεινε πίσω η δουλειά»·
- ενός λεπτού δουλειά, χίλια χρόνια ανεμελιά, λέγεται στην περίπτωση που, ενώ μπορούμε να επιδιορθώσουμε ή να επισκευάσουμε κάτι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και να ξεγνοιάσουμε μια και καλή από αυτό, εντούτοις, το αφήνουμε και μας ταλαιπωρεί, χωρίς να επεμβαίνουμε: «είχα μήνες το καζανάκι στο μπάνιο με διαρροή και μας εκνεύριζε με το θόρυβο που έκανε, ώσπου φώναξα έναν υδραυλικό και μέσα σε δυο τρία λεπτά το επιδιόρθωσε κι ησύχασα. -Ενός λεπτού δουλειά, χίλια χρόνια ανεμελιά»· 
- εξωτερικές δουλειές ή εξωτερική δουλειά, απασχόληση εκτός του χώρου της επιχείρησης, ιδίως εκτός του χώρου κάποιου γραφείου: «έχω προσλάβει στο γραφείο κι έναν νεαρό για τις εξωτερικές δουλειές»·
- έπαθα μια δουλειά που ήταν όλη δική μου, μου συνέβη κάτι πολύ επιζήμιο·
- έπεσαν οι δουλειές ή έπεσε η δουλειά, βλ. συνηθέστ. έσπασαν οι δουλειές·
- έπεσε δουλειά, παρατηρείται αυξημένη εμπορική κίνηση ή άλλη εμπορική συναλλαγή, γίνεται ικανοποιητικό αλισβερίσι: «το καλοκαίρι με τους τουρίστες έπεσε δουλειά»·
- έπεσε δουλειά με το τσουβάλι, παρατηρείται πολύ έντονη και συνεχής εμπορική κίνηση ή άλλη εμπορική συναλλαγή, γίνεται πολύ ικανοποιητικό αλισβερίσι: «κατά τη διάρκεια των γιορτών έπεσε δουλειά με το τσουβάλι»·
- έπεσε έξω η δουλειά ή η δουλειά έπεσε έξω, χρεοκόπησε είτε από έλλειψη συναλλαγών είτε από κακή οργάνωση είτε από κακό χειρισμό: «έπεσε έξω η δουλειά, γιατί, μόλις την ξεκίνησε, άρχισαν οι απεργίες και οι καταλήψεις των δρόμων || η δουλειά έπεσε έξω, γιατί ο καθένας απ’ τους συνεταίρους, έκανε του κεφαλιού του!»·
- έσπασαν οι δουλειές ή έσπασε η δουλειά, παρατηρείται κάμψη της εμπορικής κίνησης ή άλλης εμπορικής συναλλαγής: «τον τελευταίο καιρό, με όλη αυτή την κοινωνική αναταραχή που υπάρχει, έσπασε η δουλειά»·
- έτσι την είδα τη δουλειά ή έτσι την έχω δει τη δουλειά, βλ. φρ. έτσι την έκοψα τη δουλειά·
- έτσι την έκοψα τη δουλειά ή έτσι την έχω κόψει τη δουλειά, έτσι υπολογίζω, υποθέτω πως πρέπει να είναι η υπόθεση ή η κατάσταση για την οποία γίνεται λόγος: «πολλά μαλώματα, πολλές γκρίνιες, να δεις πως θα πάνε για χωρισμό, γιατί έτσι την έχω κόψει τη δουλειά». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εγώ ή το εγώ πάντως·
- ευκαιριακή δουλειά, απασχόληση ή δουλειά που δεν είναι μόνιμη, συστηματική, αλλά που γίνεται, όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία: «του ’τυχε μια ευκαιριακή δουλειά και τρέχει να την τελειώσει»·
- εύκολη δουλειά είναι! λέγεται με ειρωνική διάθεση και δηλώνει ότι η υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος, δεν είναι καθόλου εύκολη: «για να συνεχιστεί η δουλειά, χρειάζονται επειγόντως δέκα εκατομμύρια. -Εύκολη δουλειά είναι!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ και άλλοτε η φρ. κλείνει με το νομίζεις, ενώ υπάρχουν και φορές που της φρ. προτάσσεται το εμ και κλείνει ταυτόχρονα με το νομίζεις·
- έφυγε η δουλειά απ’ τα χέρια μου ή έφυγε απ’ τα χέρια μου η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση δε βρίσκεται πια υπό τον έλεγχό μου, δε βρίσκεται πια στη δικαιοδοσία μου: «πρέπει ν’ αποταθείτε στο τάδε γραφείο, γιατί έφυγε απ’ τα χέρια μου η δουλειά»·
- έχει ακόμα δουλειά ή έχει δουλειά ακόμα, α. εξακολουθεί να μη διαθέτει ελεύθερο χρόνο, εξακολουθεί να είναι απασχολημένος: «δε θα ’ρθει μαζί μας, γιατί έχει ακόμα δουλειά». β. (ιδίως για τεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο) βλ. φρ. θέλει ακόμα δουλειά·
- έχει δουλειές με λοφίο, βλ. συνηθέστ. έχει δουλειές με φούντες·
- έχει δουλειές με φούντες, α. έχει συνεχή, ασταμάτητη δουλειά: «άνοιξε ένα φαστφουντάδικο στην καρδιά της αγοράς κι έχει δουλειές με φούντες». β. (ειρωνικά) δημιούργησε διάφορες ενοχλητικές υποθέσεις ή καταστάσεις με κακές συνέπειες σε βάρος του: «τον έμπλεξε ένας απατεώνας σε μια βρομοδουλειά κι έχει τώρα δουλειές με φούντες, γιατί κάθε τόσο τον καλούν στην αστυνομία». γ. έχει διάφορες πιεστικές υποθέσεις, που πρέπει οπωσδήποτε να τακτοποιηθούν: «παντρεύει σε δυο μήνες την κόρη του κι έχει δουλειές με φούντες για να προλάβει να στήσει το σπιτικό της»·
- έχει καλή δουλειά, έχει δουλειά που αποδίδει, που αφήνει κέρδος: «ζει άνετα με την οικογένειά του, γιατί έχει καλή δουλειά»·
- έχει κόζι η δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) υπάρχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας, έχει προϋποθέσεις που, αν τις εκμεταλλευτούμε σωστά, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας: «εγώ θα πάρω μέρος, γιατί βλέπω πως έχει κόζι η δουλειά»·
- έχει μέλλον ακόμα αυτή η δουλειά, μπορεί για μεγάλο ακόμα χρονικό διάστημα να αποφέρει κέρδη: «χαζός είμαι να την κλείσω, αφού έχει μέλλον ακόμα αυτή η δουλειά»·
- έχει μέλλον ακόμα η δουλειά, πρέπει να περάσει ακόμα καιρός για να περατωθεί ή για να δώσει καρπούς: «μη σκέφτεσαι από τώρα κέρδη, γιατί έχει μέλλον ακόμα η δουλειά»·
- έχει μέλλον η δουλειά ή η δουλειά έχει μέλλον, μπορεί να μην αποδίδει αρκετά τώρα, που βρίσκεται ακόμη στο αρχικό της στάδιο, αλλά μελλοντικά προβλέπεται να είναι πολύ κερδοφόρα: «θα στείλω το γιο μου να μάθει κομπιούτερ, γιατί έχει μέλλον η δουλειά || μόλις καταλάβει πως η δουλειά έχει μέλλον, δε διστάζει να ρίξει ένα ποσό, γιατί έχει την υπομονή να περιμένει»·
- έχει ρίσκο η δουλειά ή η δουλειά έχει ρίσκο, δεν είναι βέβαιη η επιτυχία της, μπορεί να πετύχει, αλλά μπορεί και να αποτύχει: «σε προειδοποιώ πως έχει ρίσκο η δουλειά που σκέφτεσαι να κάνεις και να μη λες ύστερα πως δε σε προειδοποίησα || παρόλο που η συγκεκριμένη δουλειά έχει ρίσκο, αποφάσισε να την κάνει»·
- έχει σιγουρεμένη δουλειά ή έχει δουλειά σιγουρεμένη, έχει σταθερή θέση εργασίας ή σταθερή πελατεία: «κατάφερε ο πατέρας του και τον έβαλε στο δημόσιο κι έτσι έχει σιγουρεμένη δουλειά || βρήκε έτοιμο μαγαζί απ’ τον πατέρα του κι έχει δουλειά σιγουρεμένη»·
- έχει σίγουρη δουλειά ή έχει δουλειά σίγουρη, έχει μόνιμη θέση εργασίας: «απ’ τη στιγμή που είναι στο δημόσιο, έχει σίγουρη δουλειά»·
- έχει σκαμπανεβάσματα η δουλειά ή η δουλειά έχει σκαμπανεβάσματα, α. η δουλειά, ιδίως εμπορική, δεν έχει μια σταθερή κίνηση, γιατί άλλοτε παρατηρείται πολλή δουλειά, άλλοτε λίγη και άλλοτε καθόλου: «δεν ξέρει πόσο προσωπικό να κρατήσει, γιατί έχει σκαμπανεβάσματα η δουλειά». β. η δουλειά, ιδίως εμπορική, έχει επιτυχίες και αποτυχίες, παρουσιάζει κέρδη και ζημίες: «όταν η δουλειά έχει σκαμπανεβάσματα, πρέπει να ’χεις πάντα ένα χρηματικό απόθεμα για κάποια δύσκολη στιγμή»· βλ. και φρ. σκαμπανεβάζει η δουλειά·
- έχει σταθερή δουλειά ή έχει δουλειά σταθερή, έχει μόνιμη θέση εργασίας και δεν υπάρχει φόβος να απολυθεί ή έχει συνεχή δουλειά, συνεχή πελατεία, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να τη χάσει: «ο κάθε δημόσιος υπάλληλος έχει σταθερή δουλειά και δε φοβάται τι θα ξημερώσει αύριο || έστησε ένα φαστφουντάδικο στο κέντρο της αγοράς κι έχει δουλειά σταθερή»·
- έχει στάνταρ δουλειά ή έχει δουλειά στάνταρ, α. έχει σίγουρη, σταθερή θέση εργασίας: «απ’ τη στιγμή που είναι στο δημόσιο έχει στάνταρ δουλειά». β. έχει σταθερή δουλειά από άποψη πελατείας: «κάθε μήνα κόβει καλά λεφτά, γιατί έχει δουλειά στάνταρ»·
- έχει στημένη δουλειά ή έχει δουλειά στημένη, έχει κάποια εμπορική ή τεχνική επιχείρηση που βρίσκεται από καιρό εν ενεργεία: «είναι χαρούμενος, γιατί η κόρη του βρήκε ένα καλό παιδί, που έχει και στημένη δουλειά || απ’ τη στιγμή που έχει δουλειά στημένη, μπορεί ν’ αρχίσει να σκέφτεται και το γάμο»·
- έχει στρωμένη δουλειά ή έχει δουλειά στρωμένη, έχει κάποια εμπορική ή τεχνική επιχείρηση που εξελίσσεται ομαλά, χωρίς δυσκολίες ή δυσλειτουργίες: «αυτόν να μην τον λυπάσαι, γιατί έχει στρωμένη δουλειά κι έχει βάλει το καπέλο του στραβά || είναι ο πιο ήρεμος της παρέας μας, γιατί έχει δουλειά στρωμένη κι όλα πηγαίνουν μια χαρά»·
- έχει τρέλα δουλειά, βλ. συνηθέστ. έχει ψώνιο δουλειά·
- έχει τρέλα με τη δουλειά ή έχει με τη δουλειά τρέλα, βλ. συνηθέστ. έχει ψώνιο με τη δουλειά·
- έχει τρέλα με τη δουλειά του ή έχει με τη δουλειά του τρέλα, βλ. συνηθέστ. έχει ψώνιο με τη δουλειά του·
- έχει φαΐ η δουλειά, βλ. φρ. έχει ψωμί η δουλειά·
- έχει ψαχνό η δουλειά, βλ. συνηθέστ. έχει ψωμί η δουλειά·
- έχει ψητό η δουλειά, βλ. φρ. έχει ψωμί η δουλειά·
- έχει ψωμί η δουλειά, η δουλειά παρουσιάζει έντονο οικονομικό ενδιαφέρον, είναι πολύ κερδοφόρα: «θέλω να πάρω κι εγώ μέρος σ’ αυτόν το συνεταιρισμό, γιατί βλέπω πως έχει ψωμί η δουλειά·
- έχει ψώνιο δουλειά, α. έχει υπερβολική δουλειά: «έχει ένα μπαράκι σ’ ένα νησί και κάθε καλοκαίρι έχει ψώνιο δουλειά». β. ασκεί επάγγελμα που θεωρείται προνομιούχο, που λόγω του ενδιαφέροντός του, ιδίως του οικονομικού, επιθυμεί ο καθένας: «ο τάδε έχει ψώνιο δουλειά κι όχι σαν κι εσένα, που σέρνεσαι όλη μέρα μέσ’ στο δρόμο για ένα ξεροκόμματο!»·
- έχει ψώνιο με τη δουλειά ή έχει με τη δουλειά ψώνιο, είναι πολύ εργατικός, είναι λάτρης της εργασίας: «είναι το πέμπτο καλοκαίρι που δεν παίρνει άδεια, γιατί έχει ψώνιο με τη δουλειά και δε θέλει να κάθεται || βρήκα έναν υπάλληλο, που έχει με τη δουλειά ψώνιο και δουλεύει για δέκα»·
- έχει ψώνιο με τη δουλειά του ή έχει με τη δουλειά του ψώνιο, είναι πολύ αφοσιωμένος στη δουλειά του, αγαπάει πολύ τη δουλειά με την οποία ασχολείται: «κάθεται μέχρι αργά στο μαγαζί του κι όλο κάτι κάνει, γιατί έχει ψώνιο με τη δουλειά του || ανοίγει το μαγαζί του πρωί πρωί και το κλείνει αργά το βράδυ, γιατί έχει με τη δουλειά του ψώνιο»·
- έχω δουλειά, δεν έχω λεύτερο χρόνο, δεν έχω διαθέσιμο καιρό, είμαι απασχολημένος: «δεν μπορώ να ’ρθω να σε βοηθήσω, γιατί έχω δουλειά»·
- έχω δουλειά με το τσουβάλι, έχω συνεχή, υπερβολική δουλειά: «την περίοδο των γιορτών είχα δουλειά με το τσουβάλι»·
- έχω δουλειά του σκοτωμού, έχω εξαντλητική, εξοντωτική δουλειά: «όλα τα μαγαζιά κάθονταν κι εγώ είχα δουλειά του σκοτωμού»·
- έχω κάργα δουλειά, βλ. φρ. είμαι κάργα από δουλειά·
- έχω νορμάλ δουλειά, α. έχω δουλειά κανονική, φυσιολογική, χωρίς εξάρσεις ή σκαμπανεβάσματα: «δεν ξέρω αν οι άλλοι δουλεύουν πολύ ή λίγο, εγώ πάντως έχω νορμάλ δουλειά». β. ασχολούμαι με κάποια δουλειά που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες: «είμαι στο λογιστήριο μιας επιχείρησης κι έχω νορμάλ δουλειά»·
- έχω σερί δουλειά, έχω συνεχή δουλειά, χωρίς διακοπές: «μετά τη διαφήμιση που έκανα στην τηλεόραση, έχω σερί δουλειά»·
- έχω στα σκαριά μια δουλειά, σχεδιάζω, καταστρώνω, προετοιμάζω μια δουλειά: «έχω στα σκαριά μια δουλειά και θα σου την αποκαλύψω μόλις την ετοιμάσω»·
- έχω τίγκα δουλειά, βλ. φρ. είμαι τίγκα από δουλειά·
- έχω τρελή δουλειά ή έχω τρελές δουλειές, έχω πάρα πολύ δουλειά: «νοίκιασα ένα μπαράκι στο τάδε νησί και κάθε καλοκαίρι έχω τρελή δουλειά»·
- έχω τρομερή δουλειά, βλ. φρ. έχω τρελή δουλειά·
- έχω φίσκα δουλειά, βλ. φρ. είμαι φίσκα από δουλειά·
- έχω φοβερή δουλειά, βλ. φρ. έχω τρελή δουλειά·
- ζάβωσε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση έπαψε να εξελίσσεται ομαλά, έχει προβλήματα: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες που γίνονται καθημερινά, ζάβωσε η δουλειά || άλλα συμβούλεψαν το μάρτυρα να πει στη δίκη, άλλα είπε αυτός κι έτσι ζάβωσε η δουλειά»·
- ζορίζομαι απ’ τη δουλειά, έχω τόσο πολλή δουλειά, που δυσκολεύομαι να τη φέρω σε πέρας: «πήρε κι άλλους υπαλλήλους, γιατί ζορίζεται απ’ τη δουλειά»·
- ζορίζομαι στη δουλειά (μου), αντιμετωπίζω οικονομικές ή άλλες δυσκολίες: «δεν  μπορώ να σου δώσω ούτε δραχμή, γιατί τον τελευταίο καιρό ζορίζομαι στη δουλειά μου»·
- ζόρικη δουλειά, α. δουλειά που παρουσιάζει δυσκολίες κατά την εξέλιξη ή τη διεκπεραίωσή της: «μπλέχτηκα σε μια ζόρικη δουλειά και δεν μπορώ να ξεμπλέξω». β. δουλειά που παρουσιάζει έντονο οικονομικό ενδιαφέρον, που θεωρείται προνομιούχα ή που μας ταιριάζει πολύ: «μπλέχτηκα σε μια ζόρικη δουλειά και νομίζω πως θα τα κονομήσω καλά || αυτές είναι ζόρικες δουλειές, κι όχι σαν τη δική σου, που τραβιέσαι απ’ τ’ άγρια χαράματα μέσα στους δρόμους»·
- ζουμερή δουλειά, δουλειά ή υπόθεση με σημαντικό κέρδος ή όφελος: «είχε καιρό ν’ ασχοληθεί με παρόμοια ζουμερή δουλειά κι έπεσε με τα μούτρα να την τελειώσει»·
- ζυγιάζω τη δουλειά, μελετώ προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά μιας δουλειάς ή μιας υπόθεσης, πριν την αναλάβω: «δεν κάνει ποτέ καμιά ενέργεια, αν δε ζυγιάσει πρώτα καλά τη δουλειά»·
- η δουλειά γίνεται για να..., η συγκεκριμένη ενέργεια έχει ως κύριο στόχο, στοχεύει σε...: «όλη η δουλειά γίνεται για να ευαισθητοποιήσουμε τις πλατιές μάζες»·
- η δουλειά δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο, όταν γνωρίζουμε την τεχνική με την οποία μπορούμε να φέρουμε σε αίσιο τέλος μια δουλειά ή μια υπόθεση, τότε δεν κοπιάζουμε πολύ και κερδίζουμε περισσότερα: «πάψε να ταλαιπωρείσαι και βρες το κουμπί της δουλειάς για να την τελειώσεις γρήγορα, γιατί η δουλειά δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο»·
- η δουλειά δεν είναι ντροπή ή η δουλειά ντροπή δεν έχει, καμιά τίμια δουλειά δε θίγει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου: «δεν ντρέπομαι να κάνω καμιά τίμια δουλειά, γιατί η δουλειά ντροπή δεν έχει»·
- η δουλειά έγινε αβαβά ή έγινε αβαβά η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση ξέφυγε από τη σοβαρότητα που παρουσίαζε και εξελίχθηκε σε ατέλειωτο κουβεντολόι, είναι μόνο για να γίνεται κουβέντα και όχι πράξη: «απ’ τη στιγμή που μπερδεύτηκαν ένα σωρό άνθρωποι, ο καθένας με το μακρύ του και το κοντό του, η δουλειά έγινε αβαβά || απ’ τη στιγμή που έγινε αβαβά η δουλειά, εγώ καλύτερα να φεύγω, γιατί έχω κι άλλες ασχολίες»·
- η δουλειά είναι αβαβά ή είναι αβαβά η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά έγινε αβαβά·
- η δουλειά είναι για τα πανηγύρια ή είναι για τα πανηγύρια η δουλειά, η δουλειά, ιδίως κατασκευαστική ή τεχνική, είναι πολύ κακόγουστη, πολύ κακότεχνη:  «η δουλειά είναι για τα πανηγύρια, γι’ αυτό αρνούμαι να την παραλάβω || δεν ξαναπάω σ’ αυτόν το μηχανικό, γιατί είναι για τα πανηγύρια η δουλειά που μου παρέδωσε»· βλ. και φρ. πανηγυρ(ι)τζίδικη δουλειά·
- η δουλειά είναι γκαγκάν ή είναι γκαγκάν η δουλειά, η δουλειά, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, είναι εξαιρετική: «είμαι πολύ ευχαριστημένος μαζί σου, γιατί η δουλειά που μου ’φερες, είναι γκαγκάν || απ’ τη στιγμή που είναι γκαγκάν η δουλειά που μου παρέδωσες, θα σε πληρώσω και κάτι παραπάνω απ’ αυτά που συμφωνήσαμε»· βλ. και λ. γκαγκάν·
- η δουλειά είναι να..., ο κύριος στόχος μιας ενέργειάς μας αποβλέπει σε…: «η δουλειά είναι να τα κονομήσουμε, γι’ αυτό άσε τις μεγάλες ιδέες || η δουλειά είναι να βάλουμε και τον τάδε στο κόλπο, γιατί ξέρει όλα τα κατατόπια»·
- η δουλειά είναι οκέι ή είναι οκέι η δουλειά, α. η δουλειά ή η υπόθεση, εξελίχθηκε με επιτυχία, έφτασε σε αίσιο τέλος: «δε θέλω να στενοχωριέσαι άλλο, γιατί η δουλειά είναι οκέι || είναι οκέι η δουλειά ή θα ’χουμε πάλι φασαρίες!». β. η εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, έγινε πάνω στις σωστές προδιαγραφές: «όταν η δουλειά που μου φέρνουν είναι οκέι, τότε κι εγώ πληρώνω κάτι παραπάνω || για έλεγξε, είναι οκέι η δουλειά ή μήπως θα ’χουμε τίποτα παρατράγουδα;». γ. η δουλειά ή η υπόθεση δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα από άποψη νομιμότητας: «μπορείς να συνεταιριστείς μαζί του, γιατί η δουλεία είναι όκει || μόνο αν είναι οκέι η δουλειά, θα μπω συνεταίρος, γιατί δε θέλω μπλεξίματα με τις αστυνομίες»·
- η δουλειά είναι παλούκι ή είναι παλούκι η δουλειά, η δουλειά, ιδίως κατασκευαστική ή τεχνική, παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες: «στην αρχή μου φάνηκε εύκολη, αλλά στην πορεία κατάλαβα πως η δουλειά είναι παλούκι || όταν είναι παλούκι η δουλειά, βάζει όλες του τις δυνάμεις για να ξεπεράσει κάθε δυσκολία»·
- η δουλειά θέλει στρωμένο κώλο, απαιτεί αφοσίωση στο έργο και εργατικότητα: «έχεις αναλάβει μεγάλη ευθύνη, γιατί αυτή η δουλειά θέλει στρωμένο κώλο»·
- η δουλειά κάνει νερά ή κάνει νερά η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση αρχίζει να μην πηγαίνει καλά, η εξέλιξή της δεν είναι πια ομαλή, εμφανίζονται απειλητικά εμπόδια ή προβλήματα και υπάρχει φόβος να αποτύχει: «πολύ φοβάμαι τον τελευταίο καιρό, γιατί μ’ όλες αυτές τις απεργίες η δουλειά κάνει νερά || όταν κάνει νερά η δουλειά, συγκεντρώνεται απάνω της για να βρει τρόπο να τη διορθώσει». Από την εικόνα της βάρκας που, όταν έχει ρωγμές, βάζει νερά και κινδυνεύει να βουλιάξει·
- η δουλειά μου ’ρχεται δεξιά ή οι δουλειές μου ’ρχονται δεξιά, γενικά οι επαγγελματικές μου υποθέσεις μου έρχονται ευνοϊκά: «τον τελευταίο καιρό, χτύπα ξύλο, οι δουλειές μου ’ρχονται δεξιά»·
- η δουλειά να σου ’ρθει δεξιά ή οι δουλειές να σου ’ρθουν δεξιά, ευχή για την ευόδωση των εργασιών ή των υποθέσεων κάποιου·
- η δουλειά πάει άσφαλτο ή πάει άσφαλτο η δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται εύκολα, γρήγορα και με επιτυχία: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου ο τάδε διευθυντής, η δουλειά πάει άσφαλτο || όταν έχεις τέτοιον διευθυντή στο τιμόνι του εργοστασίου, πάει άσφαλτο η δουλειά». Από την εικόνα του αυτοκινήτου, που κινείται με σιγουριά και άνεση σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο από ό,τι σε χωματόδρομο·
- η δουλειά πάει για φούντο ή πάει για φούντο η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται πολύ άσχημα, προδιαγράφεται ο καταποντισμός της, η χρεοκοπία της: «αν εξακολουθήσει να δουλεύει με τον ίδιο τρόπο, με μαθηματική ακρίβεια η δουλειά πάει για φούντο || με τέτοια μεγάλη ζωή που κάνει, πάει για φούντο η δουλειά»·
- η δουλειά πάει γόνα ή πάει γόνα η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει γόνατο·
- η δουλειά πάει γόνατο ή πάει γόνατο η δουλειά, η δουλειά είναι ασταμάτητη και προοδεύει, εξελίσσεται συνεχώς: «απ’ τη μέρα που άνοιξε το μαγαζί του, η δουλειά πάει γόνατο || είναι μέσα στη χαρά του, γιατί τον τελευταίο καιρό πάει γόνατο η δουλειά». Από την εικόνα του ατόμου που, καθώς εξυπηρετεί συνεχώς πολλούς πελάτες, το είδος που εμπορεύεται τελειώνει αμέσως και, καθώς μεταφέρει αδιάκοπα νέο εμπόρευμα από την αποθήκη του, βαρυφορτώνεται τόσο, που κατά τη μεταφορά χρησιμοποιεί και τα γόνατά του για να μην του πέσει· βλ. και φρ. δουλειά στο γόνατο·
- η δουλειά πάει κατά διαβόλου ή πάει κατά διαβόλου η δουλειά, η δουλειά βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας ή χρεοκόπησε ήδη: «είναι μέσα στη στενοχώρια του, γιατί μ’ αυτή την πετρελαϊκή κρίση η δουλειά πάει κατά διαβόλου || έπρεπε να προσέξεις, πριν συμβεί το κακό, αλλά από τη στιγμή που πάει κατά διαβόλου η δουλειά, κοίτα να βρεις ν’ ασχοληθείς με κάτι άλλο»·
- η δουλειά πάει κορδέλα ή πάει κορδέλα η δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται χωρίς εμπόδια και με ασταμάτητο ρυθμό: «στην αρχή είχα μερικά προβλήματα, αλλά τώρα η δουλειά πάει κορδέλα || κάθε φορά που πάει κορδέλα η δουλειά, γελάνε και τα μουστάκια του». Από την εικόνα της βιομηχανικής κορδέλας που δουλεύει ασταμάτητα·
- η δουλειά πάει κορδόνι ή πάει κορδόνι η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει κορδέλα·
- η δουλειά πάει κουπί ή πάει κουπί η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση έχει ομαλή και απρόσκοπτη εξέλιξη: «απ’ την ημέρα που ανέλαβε ο γιος του τη διεύθυνση του εργοστασίου, η δουλειά πάει κουπί || μην τυχόν, τώρα που πάει κουπί η δουλειά, μου αρχίσεις κι εσύ τη μεγάλη ζωή, γιατί όσο δύσκολο είναι να χτίσεις, τόσο εύκολο είναι να γκρεμίσεις». Από την εικόνα των κωπηλατών αθλητικής λέμβου, που κωπηλατούν ρυθμικά·
- η δουλειά πάει με τα τέσσερα ή πάει με τα τέσσερα η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση δεν εξελίσσεται κανονικά, ομαλά, φυσιολογικά, παρουσιάζει σοβαρές καθυστερήσεις: «μου ’τυχαν χίλιες δυο απρόβλεπτες δυσκολίες, γι’ αυτό η δουλειά πάει με τα τέσσερα || κάθε φορά που πάει με τα τέσσερα η δουλειά, δε μιλιέται». Από την εικόνα του νηπίου που, καθώς μπουσουλάει, προχωράει αργά και προβληματικά·
- η δουλειά πάει μια χαρά ή πάει μια χαρά η δουλειά, η δουλειά, εμπορική, τεχνική ή κατασκευαστική, εξελίσσεται ικανοποιητικά και ομαλά: «δόξα τω Θεώ, τον τελευταίο καιρό η δουλειά πάει μια χαρά || έχει βρει έναν σπουδαίο μηχανικό και πάει μια χαρά η δουλειά»·
- η δουλειά πάει μπροστά ή πάει μπροστά η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται ικανοποιητικά, ευνοϊκά: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε ο τάδε την επιχείρηση, η δουλειά πάει μπροστά || αν πάει μπροστά η δουλειά, θα έχετε όλοι σας και το ανάλογο πριμ»·
- η δουλειά πάει νορμάλ ή πάει νορμάλ η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται κανονικά, φυσιολογικά: «δεν έχω κανένα πρόβλημα, γιατί η δουλειά πάει νορμάλ || μια και πάει νορμάλ η δουλειά, εγώ θα μπορέσω να κάνω ένα ταξιδάκι»·
- η δουλειά πάει πρίμα ή πάει πρίμα η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται γρήγορα και ευνοϊκά: «στην αρχή είχα κάτι δυσκολίες, αλλά τώρα η δουλειά πάει πρίμα || σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που προέκυψαν, έχω την εντύπωση πως στο εφετείο πάει πρίμα η δουλειά». Από την εικόνα του ιστιοφόρου, που έχει πρίμα τον άνεμο και κινείται γρήγορα·
- η δουλειά πάει ραβάνι ή πάει ραβάνι η δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται σύμφωνα με την επιθυμία μου: «δεν έχω κανένα παράπονο, γιατί η δουλειά πάει ραβάνι || γιατί να μην είναι χαρούμενος, απ’ τη στιγμή που πάει ραβάνι η δουλειά!»·
- η δουλειά πάει ρολόι ή πάει ρολόι η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται ικανοποιητικά, χωρίς εμπόδια: «όταν υπάρχει κοινωνική ησυχία, η δουλειά πάει ρολόι || πώς να πάει ρολόι η δουλειά, ρε παιδάκι μου, μ’ όλη αυτή την κοινωνική αναταραχή που υπάρχει;»·
- η δουλειά πάει σαν τη χελώνα ή πάει σαν τη χελώνα η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει σαν τον κάβουρα·
- η δουλειά πάει σαν τον κάβουρα ή πάει σαν τον κάβουρα η δουλειά, η δουλειά, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, ή η υπόθεση καθυστερεί υπερβολικά ή εξελίσσεται πάρα πολύ αργά: «είχες πει πως θα τελείωνες την άλλη εβδομάδα, αλλά εγώ βλέπω πως η δουλειά πάει σαν τον κάβουρα και θα τον φάμε κι αυτόν το μήνα || είναι μέσα στα νεύρα του, γιατί πάει σαν τον κάβουρα η δουλειά και δε θα προλάβει να την παραδώσει στην ημερομηνία που υποσχέθηκε». Από την εικόνα του κάβουρα, που είναι πολύ αργοκίνητος·
- η δουλειά πάει σε μάκρος ή πάει σε μάκρος η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση παρατείνεται, χρονοτριβεί υπερβολικά ή αποκαλύπτεται πιο δύσκολη ή πιο περίπλοκη από ό,τι στην αρχή φανταζόμασταν: «πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας, γιατί η δουλειά πάει σε μάκρος και θα πληρώσουμε ποινική ρήτρα || απ’ ότι βλέπω, πάει σε μάκρος η δουλειά και δεν προβλέπεται να ξεμπερδέψουμε εύκολα»·
- η δουλειά πάει σερί ή πάει σερί η δουλειά, η εργασία, τεχνική ή παραγωγική, συνεχίζεται, εξελίσσεται ομαλά και χωρίς διαλείμματα: «όταν η δουλειά πάει σερί, είναι μέσ’ στη χαρά του || έχω βρει μια πατέντα και πάει σερί η δουλειά»·
- η δουλειά πάει σημειωτόν ή πάει σημειωτόν η δουλειά, η δουλειά, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, ή η υπόθεση παρουσιάζει στασιμότητα ή, αν εξελίσσεται, εξελίσσεται πάρα πολύ αργά: «απ’ τη στιγμή που δεν υπάρχουν νέα κονδύλια, η δουλειά πάει σημειωτόν || δεν ήρθαν ακόμη να καταθέσουν τρεις μάρτυρες και πάει σημειωτόν η δουλειά»·
- η δουλειά πάει στρωτά ή πάει στρωτά η δουλειά, η δουλειά, εμπορική ή κατασκευαστική, εξελίσσεται ομαλά, κανονικά: «δεν είχαμε προβλήματα, γιατί η δουλειά πάει στρωτά || απ’ τη στιγμή που πάει στρωτά η δουλειά, μη φοβάσαι τίποτα»·
- η δουλειά πήγε αμόντε ή πήγε αμόντε η δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) η επιχείρηση απέτυχε, χάλασε, δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια που καταβλήθηκε: «σκοτώθηκε να στήσει αυτή την επιχείρηση, αλλά από έναν κακό χειρισμό η δουλειά πήγε αμόντε || τον πούλησε ο χρηματοδότης του και πήγε αμόντε η δουλειά»·
- η δουλειά πήγε πίσω ή πήγε πίσω η δουλειά, η δουλειά, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, ή η υπόθεση καθυστερεί για κάποιο λόγο και δεν εξελίσσεται, παρουσιάζει στασιμότητα: «πέσαμε πάνω στις απεργίες κι η δουλειά πήγε πίσω || για ένα διάστημα δεν είχα μόνιμους εργάτες, γι’ αυτό πήγε πίσω η δουλειά»·
- η δουλειά πήγε στραβά ή πήγε στραβά η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση δεν εξελίχθηκε ομαλά, όπως αναμενόταν: «από ένα κακό χειρισμό η δουλειά πήγε στραβά και τώρα τραβάει τα μαλλιά του || δεν μπορώ να καταλάβω τι έφταιξε και πήγε στραβά η δουλειά»·
- η δουλειά πήγε στράφι ή πήγε στράφι η δουλειά, απότυχε εντελώς, καταστράφηκε: «απ’ τη στιγμή που είχε το μυαλό του συνέχεια στα γλέντια και τα ξενύχτια, η δουλειά πήγε στράφι || τη μέρα που τελείωνα άρχισαν οι πλημμύρες και πήγε στράφι η δουλειά»·
- η δουλειά πήγε τζάμπα (και βερεσέ) ή πήγε τζάμπα (και βερεσέ) η δουλειά, α. η εργασία δεν απέδωσε κανένα κέρδος, κανένα όφελος, έγινε μάταια: «η δουλειά πήγε τζάμπα και βερεσέ, γιατί ο τύπος που μου την είχε αναθέσει την κοπάνησε στο εξωτερικό || τόση προσπάθεια να τελειώσω στην ώρα μου και πήγε τζάμπα και βερεσέ η δουλειά». β. (γενικά) η προσπάθεια δεν απέδωσε: «όλοι θελήσαμε να τον συμβουλέψουμε, αλλά πήγε τζάμπα και βερεσέ η δουλειά, γιατί αυτός έκανε πάλι του κεφαλιού του»·
- η δουλειά πήρε το δρόμο της ή πήρε το δρόμο της η δουλειά, μετά τις αρχικές δυσκολίες ή προσπάθειες η δουλειά, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, ή η υπόθεση εξελίσσεται κανονικά: «στην αρχή δυσκολεύτηκα μέχρι να τη στρώσω, αλλά τώρα η δουλειά πήρε το δρόμο της || απ’ τη στιγμή που πήρε το δρόμο της η δουλειά, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα»·
- η δουλειά προχωράει σαν τη χελώνα ή προχωράει σαν τη χελώνα η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει σαν τον κάβουρα·
- η δουλειά προχωράει σαν τον κάβουρα ή προχωράει σαν τον κάβουρα η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει σαν τον κάβουρα·
- η δουλειά σηκώνει νερό ή σηκώνει νερό η δουλειά, α. η δουλειά ή η υπόθεση μπορεί να αποβεί περισσότερο κερδοφόρα από ό,τι περιμέναμε: «η προσωπική μου γνώμη είναι να μην τα παρατήσουμε τώρα, γιατί, όπως βλέπω, η δουλειά σηκώνει νερό || μόλις αντιλήφθηκε πως σηκώνει νερό η δουλειά, έκανε σαν τρελός να πάρει κι αυτός μέρος». Από την εικόνα του οινοπαραγωγού, που βάζει νερό στο κρασί ή σε άλλο ποτό για να αυξήσει την ποσότητά του και να κερδίσει περισσότερα χρήματα. β. η δουλειά  ή η υπόθεση χρειάζεται περισσότερη σκέψη, περισσότερη συζήτηση για τη λήψη μιας απόφασης: «νομίζω πως πρέπει να ξανακουβεντιάσουμε όλα τα δεδομένα, γιατί η δουλειά σηκώνει νερό || πρέπει να εξαντλήσουμε όλες τις περιπτώσεις, γιατί, απ’ ό,τι βλέπω, σηκώνει νερό η δουλειά». γ. η υπόθεση έφτασε σε επικίνδυνο στάδιο, σε επικίνδυνο σημείο, η υπόθεση πρέπει να ξεκαθαρίσει με δυναμικό τρόπο: «απ’ τη στιγμή που σου ’βρισε τη μάνα, σηκώνει νερό η δουλειά». Από την εικόνα του πελάτη που κατάλαβε πως πίνει νερωμένο κρασί και αντιδρά δυναμικά·
- η δουλειά τέλος, η εργασία περατώθηκε: «αφεντικό, ώρα να με πληρώσεις, γιατί η δουλειά τέλος»· βλ. και φρ. δουλειά τέλος·
- η δουλειά τρέχει απ’ τα μπατζάκια του ή τρέχει απ’ τα μπατζάκια του η δουλειά, α. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, έχει υπερβολική, ασταμάτητη δουλειά: «χάθηκε απ’ την πιάτσα, γιατί τον τελευταίο καιρό η δουλειά τρέχει απ’ τα μπατζάκια του». β. λέγεται και με ειρωνική διάθεση, εννοώντας το εντελώς αντίθετο: «ο τάδε έχει πολύ δουλειά. -Δε βλέπεις, τρέχει απ’ τα μπατζάκια του η δουλειά, γι’ αυτό είναι όλη μέρα στο καφενείο!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μμμ! ή το ναι μωρέ·
- η καλή δουλειά αργεί να γίνει, συνήθως ως έκφραση δικαιολογίας κάποιου, που καθυστερεί να τελειώσει την εργασία που του έχουμε αναθέσει: «μην παραπονιέσαι που καθυστερώ, γιατί η καλή δουλειά αργεί να γίνει». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α·
- η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη, παρατήρηση που απευθύνεται σε άτομο που δουλεύει εξοντωτικά, και έχει την έννοια πως αυτό, μπορεί να αποβεί σε βάρος της υγείας του: «έτσι όπως δουλεύεις δεν κάνεις καλά, γιατί η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη»·
- η πρώτη μου δουλειά είναι να…, η πρώτη μου επιδίωξη, η πρώτη μου φροντίδα, η προτεραιότητα που δίνω είναι να…: «μόλις παίρνω το μισθό μου, η πρώτη μου δουλειά είναι να πληρώσω τα χρέη μου || όταν πάω σε μια μεγάλη πόλη, η πρώτη μου δουλειά είναι να επισκεφθώ το μουσείο της»·
- θα πάει μακριά η δουλειά; θα συνεχιστεί για πολύ ακόμη αυτή η αφόρητη κατάσταση; αυτή η ενοχλητική υπόθεση(;): «θα πάει μακριά η δουλειά μ’ αυτή την γκρίνια σου;». Συνών. θα πάει μακριά η βαλίτσα; / θα πάει πολύ μακριά(;) ·
- θα τη βρούμε τη δουλειά, θα βρούμε τρόπο να συνεννοηθούμε, να συμφωνήσουμε στο θέμα που μας απασχολεί: «αν υπάρχει καλή πρόθεση, θα τη βρούμε τη δουλειά, αλλιώς, όσο και να κουβεντιάζουμε, δε θα βγάλουμε άκρη». (Λαϊκό τραγούδι: τη δουλειά θα τη βρούμε, τη δουλειά θα τη βρούμε και ξανά δε θα πούμε πώς πετούν τα πουλιά
- θανατερή δουλειά, βλ. φρ. θανατηφόρα δουλειά·
- θανατηφόρα δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που είναι εξαιρετική: «μου παρέδωσε μια τόσο θανατηφόρα δουλειά, που φιλοτιμήθηκα και του ’δωσα παραπάνω απ’ όσα συμφωνήσαμε»·
- θέλει ακόμα δουλειά ή θέλει δουλειά ακόμα, η εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, χρειάζεται επιπλέον επεξεργασία: «δεν μπορώ να σου παραδώσω τη μακέτα, γιατί θέλει ακόμα δουλειά || δεν μπορώ να παρουσιάσω τον πίνακα, γιατί θέλει ακόμα δουλειά». Πρβλ.: για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ (από το Άξιον εστί του Οδ. Ελύτη)·
- θέλει τέμπο η δουλειά ή η δουλειά θέλει τέμπο, η δουλειά για να έχει επιτυχία, αίσιο τέλος, πρέπει να γίνεται με ρυθμό, με σύστημα: «για να γίνει καλή η δουλειά, θέλει τέμπο»·
- θέλει τσακαλίκι η δουλειά ή η δουλειά θέλει τσακαλίκι, για να πετύχει μια δουλειά, απαιτείται επίμονο κυνηγητό και συνεχής εγρήγορση: «δεν πρέπει να επαναπαύεσαι στιγμή, γιατί μέχρι το τέλος θέλει τσακαλίκι η δουλειά για να πετύχει»·
- καβάφικη δουλειά ή καβάφικες δουλειές, εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική που είναι κακότεχνη, κακοφτιαγμένη: «πήγα τ’ αυτοκίνητό μου στον τάδε μηχανικό, αλλά δε θα το ξαναπάω, γιατί μου ’κανε καβάφικη δουλειά || για να γίνει καλή η δουλειά θα μου δώσεις τα λεφτά που σου ζητάω, γιατί εγώ δε θέλω να ’χω σχέση με καβάφικες δουλειές»·
- καζάντισε απ’ τη δουλειά, αποκόμισε σοβαρά κέρδη από τη δουλειά του, από την εργασία του, πλούτισε, έκανε μεγάλη περιουσία: «τόσα χρόνια στα ξένα, καζάντισε απ’ τη δουλειά»·
- καθαρή δουλειά ή καθαρές δουλειές, βλ. συνηθέστ. παστρική δουλειά·
- καθαρίζω απ’ τη δουλειά (μου), α. κερδίζω από τη δουλειά μου, από την εργασία μου: «εγώ καθαρίζω απ’ τη δουλειά μου μέχρι και πεντακόσιες χιλιάδες το μήνα». β. τελειώνω, σχολνώ από τη δουλειά μου: «δεν μπορώ να σε συναντήσω πιο νωρίς απ’ τις τρεις, γιατί εκείνη την ώρα καθαρίζω απ’ τη δουλειά»·
- καθαρίζω τη δουλειά, α. τη φέρω σε πέρας, την ολοκληρώνω: «μπορώ να καθαρίσω τη δουλειά μέσα σε δυο μήνες». β. αναλαμβάνω ως ειδικός ή ως μεσάζοντας να τη φέρω σε πέρας, να τη διεκπεραιώσω: «μόνο ο τάδε μπορεί να σου καθαρίσει τη δουλειά»·
- καθάρισε η δουλειά, α. η δουλειά, ιδίως εμπορική, απέτυχε, χρεοκόπησε: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες καθάρισε η δουλειά». β. η υπόθεση που εκκρεμούσε τακτοποιήθηκε: «τώρα που καθάρισε η δουλειά και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μπορούμε να ξαναγίνουμε φίλοι»·
- κάθε δουλειά θέλει το κολάι της, κάθε δουλειά ή υπόθεση έχει τον ιδιαίτερο τρόπο για να γίνει εύκολα, γρήγορα και σωστά: «πώς τα κατάφερες, ρε θηρίο, και τέλειωσες μια τόση περίπλοκη δουλειά; -Κάθε δουλειά θέλει το κολάι της»·
- κάθισε η δουλειά ή κάθισαν οι δουλειές, παρατηρείται κάμψη της εμπορικής κίνησης: «μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων κάθισαν οι δουλειές»·
- καθιστική δουλειά, που ο εργαζόμενος είναι αναγκασμένος να τη διεκπεραιώνει καθιστός και ως τέτοια αναφέρεται συνήθως η δουλειά που διεκπεραιώνεται σε γραφείο: «επειδή κάνει καθιστική δουλειά, αποφάσισε να περπατάει κάθε απόγευμα δυο χιλιόμετρα για άσκηση»·
- και γαμώ τη δουλειά! α. έκφραση θαυμασμού για τη σοβαρότητα ή την οικονομική ευρωστία που παρουσιάζει μια δουλειά ή μια επιχείρηση: «βρήκε μια θέση στο τάδε εργοστάσιο, που είναι και γαμώ τη δουλειά!». β. έκφραση θαυμασμού για την αρτιότητα ή την πληρότητα που παρουσιάζει μια τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία: «μου παρέδωσε τα σχέδια της οικοδομής, που ήταν και γαμώ τη δουλειά!»·
- καϊμάκι δουλειά, βλ. συνηθέστ. καϊμακλίδικη δουλειά·
- καϊμακλίδικη δουλειά ή καϊμακλίδικες δουλειές, α. εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με πολύ τέχνη και μεράκι: «βέβαια, καθυστέρησε λίγο, αλλά στο τέλος μου ’φερε καϊμακλίδικη δουλειά». β. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση που αποφέρει σπουδαίο κέρδος: «βρήκε απ’ τον πατέρα του μια καϊμακλίδικη δουλειά και δεν έχει κανένα πρόβλημα στη ζωή του»·
- καλαμπουρτζίδικη δουλειά, βλ. συνηθέστ. αστεία δουλειά·
- καλή δουλειά! ή καλές δουλειές! ευχή για πετυχημένη και κερδοφόρα εξέλιξη των εργασιών νεοσύστατης επιχείρησης ή εμπορικού καταστήματος·
- καλή δουλειά βρήκαμε! βλ. φρ. δεν είναι δουλειά αυτή(!)·
- καλή δουλειά κι αυτή! βλ. φρ. δεν είναι δουλειά αυτή(!)·
- καλλιτεχνική δουλειά, α. εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε με μεράκι και ευαισθησία: «ο εργολάβος μου παρέδωσε καλλιτεχνική δουλειά». β. κατασκευή, ιδίως χειροποίητη, που διακρίνεται για την πολύ λεπτή και καλαίσθητη εργασία της: «της έκανε δώρο μια χρυσή καρφίτσα, που είχε πολύ καλλιτεχνική δουλειά επάνω της». γ. δουλειά, εργασία, που είναι σχετική με τις καλές τέχνες (γραφιστική || διακοσμητική || χορευτική || εικαστική || θεατρική || κινηματογραφική || λογοτεχνική || μουσική || τυπογραφική δουλειά)·
- κάνε δουλειά σου! α. (συμβουλευτικά, προτρεπτικά ή απειλητικά) μην ενδιαφέρεσαι, φύγε, απομακρύνσου, ξεκουμπίσου: «πάμε να δούμε, ρε παιδιά, γιατί μαζεύτηκε εκεί τόσος κόσμος; -Κάνε δουλειά σου! || ποιοι μαλώνουν, ρε φίλε, εκεί κάτω; -Κάνε δουλειά σου!». Συνών. πάνε δουλειά σου! ή πάνε στη δουλειά σου(!). β. ειρωνική έκφραση σε άτομο που μας πάτησε ή μας έσπρωξε βίαια, χωρίς βέβαια να το θέλει, και μας ζητά συγνώμη Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται της φρ. και άλλοτε κλείνει τη φρ. το ρε ή το βρε ή το μωρέ· βλ. και φρ. κάνε τη δουλειά σου(!)·
- κάνε καμιά δουλειά, (ειρωνικά ή προκλητικά) φύγε, απομακρύνσου, ξεκουμπίσου, μη με ενοχλείς. Η δουλειά που υπονοείται να κάνει αυτός στον οποίο απευθυνόμαστε είναι να υποστεί τη σεξουαλική πράξη. Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται της φρ. και άλλοτε κλείνει τη φρ. το ρε ή το βρε και πιο σπάνια το μωρέ·
- κάνε τη δουλειά σου! προτρεπτική έκφραση σε άτομο που το πετυχαίνουμε να ασχολείται με κάτι, ιδίως  επιλήψιμο, να μη διακόψει να κάνει αυτό με το οποίο ασχολείται και να συνεχίσει ανεπηρέαστο. (Λαϊκό τραγούδι: οι μπάτσοι μας μπλοκάρανε, ρε Μάνθο, μας τη σκάσανε. Κάντε μάγκες τη δουλειά σας μη χαλάτε την καρδιά σας).Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται και πιο  σπάνια κλείνει τη φρ. το ρε ή το βρε ή το μωρέ· βλ. και φρ. κάνε δουλειά σου(!)·
- κάνει δουλειά, α. είναι ικανός με αυτό που ασχολείται: «πηγαίνω τ’ αυτοκίνητό μου πάντα στον ίδιο μηχανικό, γιατί κάνει δουλειά». β. παράγει ικανοποιητική εργασία, ικανοποιητικό έργο: «είναι απ’ τους λίγους εργάτες του εργοστασίου σ’ αυτόν τον τομέα, που κάνει δουλειά χωρίς να τον ζορίζει κανείς». γ. (για πράγματα, εργαλεία ή μηχανήματα) βλ. φρ. κάνει τη δουλειά του και κάνω δουλειά·
- κάνει δουλειά μπασκλάς ή κάνει μπασκλάς δουλειά, δεν είναι καθόλου καλός στη δουλειά που κάνει, κάνει δουλειά κατώτερης ποιότητας: «δεν εμπιστεύεται κανένας αυτόν το μηχανικό, γιατί κάνει δουλειά μπασκλάς || μην του εμπιστευτείς το παραμικρό, γιατί κάνει μπασκλάς δουλειά»·
- κάνει δουλειά ρουτίνας, απασχολείται σε εργασία μονότονη, μηχανική, πληκτική, που δεν παρουσιάζει εξάρσεις, αλλά ακολουθεί την καθημερινή πορεία της: «θέλει ν’ αλλάξει δουλειά, γιατί εκεί όπου εργάζεται κάνει δουλειά ρουτίνας κι έχουν σπάσει τα νεύρα του»·
- κάνει δουλειά στο γόνατο, δεν είναι καλός τεχνίτης ή καλλιτέχνης και κάνει δουλειά βιαστική και πρόχειρη, προχειροδουλειά: «δεν τον εμπιστεύεται κανένας, γιατί κάνει δουλειά στο γόνατο || αν εξακολουθήσεις να κάνεις δουλειά στο γόνατο, στο τέλος δε θα σε υπολήπτεται κανείς ως συγγραφέα». Από το ότι, οτιδήποτε παράγεται ή γράφεται στο γόνατο, δηλώνει προχειρότητα ή βιασύνη·
- κάνει δουλειά στο πόδι, βλ. φρ. κάνει δουλειά στο γόνατο·
- κάνει δουλειά της πλάκας ή κάνει της πλάκας δουλειά, κάνει δουλειά πρόχειρη και κακότεχνη: «δεν πιστεύω να σπούδασε πουθενά την ηλεκτρολογία, γιατί κάνει δουλειά της πλάκας || απ’ τη στιγμή που κάνει της πλάκας δουλειά, δεν είναι καθόλου περίεργο που έμεινε άνεργος»·
- κάνει δουλειά του κώλου ή κάνει του κώλου δουλειά, α. ασχολείται με δουλειά που δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον από άποψη σοβαρότητας ή κέρδους, ασχολείται με δουλειά εντελώς ανάξια λόγου: «δεν έχει πει ποτέ σε κανέναν το αντικείμενο της εργασίας του κι όλοι υποθέτουμε πως κάνει δουλειά του κώλου». β. είναι κακός τεχνίτης, κακός καλλιτέχνης: «δεν ξαναπαίρνω τον τάδε υδραυλικό, γιατί κάνει δουλειά του κώλου || θέλησε να πρωτοτυπήσει πάνω στην πίστα κι έκανε του κώλου δουλειά»·
- κάνει δουλειά του ποδαριού ή κάνει δουλειές του ποδαριού, ασχολείται με δουλειά που δεν προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μόνιμης έδρας ή καταστήματος: «μπορεί να μην έμαθε κάποια τέχνη, αλλά κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού και τα κονομάει μια χαρά». Τέτοια δουλειά μπορεί να θεωρηθεί η δουλειά του μεσάζοντα, του πλανόδιου μικροπωλητή, του πλανόδιου λαχειοπώλη, καθώς και διάφορες άλλες ευκαιριακές δουλειές· βλ. και φρ. κάνει δουλειά στο πόδι·
- κάνει μισές δουλειές, αφήνει συνήθως στη μέση τις δουλειές με τις οποίες καταπιάνεται ή κάνει μια δουλειά με βιασύνη, και για το λόγο αυτό δεν την κάνει καλά, δεν την κάνει όπως πρέπει να γίνει: «δε σου συνιστώ αυτόν το μηχανικό, γιατί κάνει μισές δουλειές κι ύστερα θα ’χεις τρεξίματα»·
- κάνει τη δουλειά του (της), α. (για πράγματα εργαλεία ή μηχανήματα) εξυπηρετεί αυτόν που το χειρίζεται: «έχω ένα παλιό αυτοκίνητο, αλλά κάνει τη δουλειά του, γιατί με πηγαίνει όπου θέλω || έχω μια ξυριστική μηχανή που δεν είναι γνωστής φίρμας, αλλά κάνει τη δουλειά της, γιατί ξυρίζομαι μια χαρά || δεν είναι κανένα σπουδαίο πολύφωτο, αλλά κάνει τη δουλειά του». β. εξυπηρετεί αυτόν που το χρειάζεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και ας μην είναι το ιδανικό μέσο: «βολεύεσαι μ’ αυτή την τανάλια να καρφώσεις το καρφί στον τοίχο; -Κάνει τη δουλειά της»· βλ. και φρ. κάνω τη δουλειά μου·
- κάνει σκυλίσια δουλειά, βλ. συνηθέστ. ρίχνει σκυλίσια δουλειά·
- κάνει τη δουλειά μου ή μου κάνει τη δουλειά, (για πρόσωπα, εργαλεία ή μηχανήματα) είναι κατάλληλος για το λόγο που τον θέλω: «δεν είναι πολύ έξυπνος υπάλληλος, αλλά κάνει τη δουλειά μου || σε βολεύει αυτό το κατσαβίδι για να ξεβιδώσεις τη βίδα; -Κάνει τη δουλειά μου»· 
- κάνω αθόρυβα τη δουλειά μου ή κάνω αθόρυβα τις δουλειές μου, βλ. συνηθέστ. κάνω κρυφά τη δουλειά μου·
- κάνω αμάν για δουλειά ή κάνω αμάν αμάν για δουλειά ή κάνω αμάν κι αμάν για δουλειά, βλ. συνηθέστ. κάνω κρα για δουλειά·
- κάνω δουλειά ή κάνω δουλειές, α. συναλλάσσομαι: «κάθε μέρα κάνω δουλειά μ’ ένα σωρό κόσμο». β. συνεργάζομαι: «μ’ αυτόν τον άνθρωπο κάνω δουλειές εδώ και δυο χρόνια». γ. έχω αρκετά έσοδα, κέρδη από τη δουλειά που κάνω: «δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, πάντως εγώ κάνω δουλειά όλο το χρόνο κι έτσι ζω άνετα»· βλ. και φρ. κάνει δουλειά·
- κάνω δουλειά του κεφαλιού μου ή κάνω δουλειές του κεφαλιού μου, ενεργώ χωρίς να συμβουλεύομαι κανέναν, ενεργώ απερίσκεπτα, επιπόλαια, βιαστικά και χωρίς προγραμματισμό: «ρώτα πρώτα και κανέναν που ξέρει, ρε παιδάκι μου, και μην κάνεις δουλειές του κεφαλιού σου!»·
- κάνω κρα για δουλειά, ποθώ, λαχταρώ, επιδιώκω μετά μανίας να βρω εργασία: «δυο μήνες τώρα κάνω κρα για δουλειά, αλλά, όποια πόρτα κι αν χτύπησα, έμεινε κλειστή»·
- κάνω κρυφά τη δουλειά μου ή κάνω κρυφά τις δουλειές μου, α. ενεργώ με μυστικότητα: «δεν ξέρει κανείς με τι ασχολείται, γιατί κάνει κρυφά τις δουλειές του». β. δε γνωρίζει κανένας τις ερωτικές μου δραστηριότητες: «όταν πρόκειται για γυναικοδουλειά, κάνω κρυφά τη δουλειά μου, γιατί είμαι και παντρεμένος άνθρωπος». (Λαϊκό τραγούδι: μπάρμπα Θωμά, μπάρμπα Θωμά, που κάνεις τις δουλειές κρυφά
- κάνω μια χαρά τη δουλειά μου, α. δουλεύω με ευχαρίστηση, με προθυμία τη δουλειά που κάνω: «βρίσκομαι σε ευχάριστο εργασιακό περιβάλλον κι έτσι κάνω μια χαρά τη δουλειά μου». β. (για εργαλεία ή μηχανήματα) με εξυπηρετεί απόλυτα: «μ’ αυτόν τον κόφτη κάνω μια χαρά τη δουλειά μου»·
- κάνω μουλωχτά τη δουλειά μου ή κάνω μουλωχτά τις δουλειές μου, βλ. συνηθέστ. κάνω κρυφά τη δουλειά μου·
- κάνω να για δουλειά, βλ. συνηθέστ. κάνω κρα για δουλειά·
- κάνω τη βρόμικη δουλειά (για λογαριασμό κάποιου), αναλαμβάνω να φέρω σε πέρας για λογαριασμό κάποιου κάποια παράνομη δουλειά ή υπόθεση, ιδίως να σκοτώσω κάποιον: «έχει έναν αδίστακτο παλιάνθρωπο για να κάνει τις βρόμικες δουλειές του»·
- κάνω τη δουλειά μου, α. βρίσκω τον τρόπο ή το μέσο να προωθήσω ή να διεκπεραιώσω μια υπόθεσή μου, βρίσκω τον τρόπο ή το μέσο να εξυπηρετηθώ: «όταν χρειάζεται, πάντα βρίσκω  τρόπο να κάνω τη δουλειά μου». β. δεν ενδιαφέρομαι για τίποτα εκτός από τη δουλειά μου: «ο κόσμος να χαλάει, εγώ κάνω τη δουλειά μου». γ. επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «της υποσχόταν χίλια δυο και μόλις έκανε τη δουλειά του την παράτησε τη φουκαριάρα». δ. αφοδεύω, χέζω: «πάω λίγο μέχρι την τουαλέτα να κάνω τη δουλειά μου»· βλ. και φρ. κάνει τη δουλειά του·
- κάνω τη δουλειά μου όπως την ξέρω, α. είμαι γραφειοκράτης στην υπηρεσία μου: «ό,τι και να μου υποσχεθείτε, θα κάνω τη δουλειά μου όπως την ξέρω». β. δεν αποδέχομαι εύκολα αλλαγές, νεωτερισμούς στον τρόπο εργασίας μου, ακολουθώ το δικό μου, συνήθως παραδοσιακό, τρόπο, δεν ανέχομαι παρεμβάσεις στο αντικείμενο της εργασίας μου: «θα κάνω τη δουλειά μου όπως την ξέρω, κι αν δε σ’ αρέσει, όταν τελειώσω, να πας σε άλλο μάστορα». Πολλές φορές, μετά το όπως ακούγεται το εγώ·
- κάνω τρελή δουλειά ή κάνω τρελές δουλειές, βλ. φρ. έχω τρελή δουλειά·
- κάνω χρυσή δουλειά ή κάνω χρυσές δουλειές, αποκομίζω πολλά κέρδη από κάποια δουλειά ή δραστηριότητά μου: «έχει ένα φαστφουντάδικο στο κέντρο της αγοράς και κάνει χρυσές δουλειές || είναι μεσάζων σε διάφορες αγοραπωλησίες και κάνει χρυσές δουλειές»·
- καπακλίδικη δουλειά ή καπακλίδικες δουλειές, βλ. φρ. καϊμακλίδικη δουλειά·
- κατεβαίνω στη δουλειά (μου), πηγαίνω να εργαστώ στο χώρο εργασίας μου (κατάστημα, γραφείο) κάποια καθορισμένη ώρα: «κάθε μέρα κατεβαίνω στη δουλειά μου στις οχτώ». Το ρ. κατεβαίνω, επειδή τα πιο πολλά γραφεία και καταστήματα βρίσκονται συνήθως στο κέντρο της πόλης και οι κατοικίες περιμετρικά του·
- κερατένια δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική, ή υπόθεση που παρουσιάζει πολλές δυσκολίες ή που διεκπεραιώνεται με μεγάλη δυσκολία: «μπλέχτηκα με μια κερατένια δουλειά και τόσον καιρό δεν μπορώ να ξεμπλέξω»·
- κλείνω δουλειές, είμαι μεσάζοντας, ιδίως σε θέματα αγοραπωλησίας: «είναι μάνα να κλείνει δουλειές»·
- κλείνω (μια, τη) δουλειά, διαπραγματεύομαι, προσπαθώ να συμφωνήσω μια δουλειά, μια εργασία, προσπαθώ να πετύχω μια συμφωνία: «απ’ το πρωί είναι κλεισμένος στο γραφείο του και κλείνει μια δουλειά με κάποιον»·
- κλείνω τη δουλειά μου, α. θεωρώ ασύμφορη την επιχείρησή μου και αναστέλλω τη λειτουργία της: «αφού δεν υπήρχε προοπτική εξέλιξης, έκλεισα κι εγώ τη δουλειά μου». β. χρεοκοπώ την επιχείρησή μου: «με τόσα έξοδα που έκανε, πώς να μην κλείσει τη δουλειά του!». γ. διακόπτω στο κατάστημα μου την ημερήσια συναλλαγή με το καταναλωτικό κοινό, ιδίως σύμφωνα με το καθιερωμένο ωράριο της αγοράς: «κάθε μέρα κλείνω τη δουλειά μου στις πέντε τ’ απόγευμα»·
- κόβομαι στη δουλειά, εργάζομαι πολύ σκληρά, έχω πάρα πολλή δουλειά και κουράζομαι υπερβολικά: «δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, εγώ πάντως όλο το χρόνο κόβομαι στη δουλειά, γι’ αυτό κι έχω μεγάλη ανάγκη από διακοπές»·
- κοίτα δουλειά σου! ή κοίτα τη δουλειά σου! βλ. συνηθέστ. κάνε δουλειά σου! (Λαϊκό τραγούδι: τη δουλειά σας να κοιτάτε και για τ’ άλλα μη ρωτάτε
- κοιτάζω τη δουλειά μου, α. δεν ενδιαφέρομαι, δεν ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις: «δε με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι, γιατί εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου». β. είμαι προσηλωμένος σε αυτό που κάνω: «ο κόσμος να χαλάει, αυτός κοιτάζει τη δουλειά του». γ. είμαι γραφειοκρατικός στην εργασία μου, ενεργώ σύμφωνα με τους κανονισμούς: «δεν του αλλάζεις μυαλά, αυτός κοιτάζει τη δουλειά του, ό,τι και να του τάξεις»·
- κόλλησε η δουλειά, η υπόθεση ή η εργασία αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό εμπόδιο ή δυσκολία, που δεν επιτρέπει την εξέλιξή της: «κόλλησε η δουλειά, γιατί λείπει ο διευθυντής για να υπογράψει τις προσλήψεις || απ’ τη στιγμή που έκαναν κατάληψη το εργοστάσιο, κόλλησε η δουλειά»·
- κόλλησε η δουλειά ή κόλλησαν οι δουλειές, παρατηρείται εμπορική απραξία στην αγορά: «απ’ τη στιγμή που δεν κυκλοφορεί χρήμα, κόλλησαν οι δουλειές»·
- κολομπαρεμένη δουλειά ή κολομπαρεμένες δουλειές, δουλειά που έχασε το οικονομικό ενδιαφέρον που είχε προηγουμένως, γιατί, ενώ γινόταν σε περιορισμένη κλίμακα, με τον καιρό άρχισαν να ασχολούνται όλο και περισσότεροι με αυτή: «μη μπλέκεσαι με τα μπαράκια, γιατί είναι κολομπαρεμένη δουλειά»·
- κολομπαρίστικη δουλειά ή κολομπαρίστικες δουλειές, επιχείρηση χωρίς καμιά σοβαρότητα ή κύρος, ασήμαντη, τιποτένια: «έχει μια κολομπαρίστικη δουλειά και περνιέται για βιομήχανος»·
- κομπιναδόρικη δουλειά ή κομπιναδόρικες δουλειές, δουλειά ή επιχείρηση παράνομη και με μικρή χρονική διάρκεια: «είναι τίμιος άνθρωπος και δεν ασχολείται με κομπιναδόρικες δουλειές || όσοι μπλέχτηκαν με κομπιναδόρικες δουλειές, αργά ή γρήγορα έπεσαν στα χέρια της αστυνομίας»·
- κονομημένη δουλειά, εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση που βρίσκεται σε άριστη οικονομική κατάσταση: «δεν έχει την ανάγκη κανενός, γιατί ο πατέρας του, πριν πεθάνει, του άφησε μια κονομημένη δουλειά»·
- κοντρολαρισμένη δουλειά, που ελέγχεται απόλυτα και, κατά συνέπεια, που εξελίσσεται ικανοποιητικά: «αν σου προτείνει συνεταιρισμό καν’ τον με  κλειστά τα μάτια, γιατί έχει κοντρολαρισμένη δουλειά»·
- κόπηκε η δουλειά ή κόπηκαν οι δουλειές, παρατηρείται κάμψη της εμπορικής κίνησης ή άλλης εμπορικής συναλλαγής: «μόλις πέρασαν οι γιορτές, κόπηκαν οι δουλειές»·
- κουκούτσι δουλειά, πλήρης εμπορική απραξία: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες κουκούτσι δουλειά την τελευταία βδομάδα»·
- κουραστική δουλειά, α. εργασία που δημιουργεί σωματική ή πνευματική κούραση: «είναι κουραστική δουλειά να ’σαι οικοδόμος || είναι κουραστική δουλειά η συγγραφή ενός βιβλίου». β. ενοχλητική πράξη που επαναλαμβάνεται συστηματικά: «σα να ’γινε κουραστική δουλειά, κάθε λίγο και λιγάκι να ’ρχεσαι και να μου ζητάς δανεικά. Δε νομίζεις; || κατάντησε κουραστική δουλειά, κάθε μεσημέρι να ’χεις το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών και να μη μ’ αφήνεις να κοιμηθώ»·
- κουτσαίνει η δουλειά, παρουσιάζει προβλήματα, η εξέλιξή της δεν είναι ομαλή: «μόλις τέλειωσαν τα χρήματα, άρχισε να κουτσαίνει η δουλειά»·
- κυλάει η δουλειά, εξελίσσεται ομαλά: «όταν όλα δουλεύουν ρολόι, πώς να μην κυλάει η δουλειά;»·
- λάσκαρε η δουλειά ή λάσκαραν οι δουλειές, παρατηρείται κάμψη της εμπορικής κίνησης η άλλης εμπορικής συναλλαγής: «μόλις έφυγαν οι τουρίστες απ’ το νησί, λάσκαρε η δουλειά»·
- λασκάρω απ’ τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. ξελασκάρω απ’ τη δουλειά·
- λάσπη η δουλειά, βλ. συνηθέστ. λάσπωσε η δουλειά·
- λάσπωσε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση περιήλθε σε πλήρη στασιμότητα και κινδυνεύει να αποτύχει, να χρεοκοπήσει: «με τόσες απεργίες που γίνονται κάθε μέρα, λάσπωσε η δουλειά». Από την εικόνα της λάσπης που λόγω της σύνθεσής της βρίσκεται σε πλήρη ακινησία·
- λαστιχάρει η δουλειά, παίρνει διάρκεια για κάποιο λόγο: «κάθε φορά που λείπω απ’ το εργοτάξιο, λαστιχάρει η δουλειά || είχαμε ένα σοβαρό πρόβλημα, γι’ αυτό εδώ και μερικές μέρες λαστιχάρει η δουλειά»·
- λοβιτουρατζίδικη δουλειά ή λοβιτουρατζίδικες δουλειές, δουλειά που δεν είναι τίμια, που δεν είναι έντιμη, που γίνεται με αθέμιτα μέσα, ή ενέργεια που γίνεται παρασκηνιακά με σκοπό το κέρδος: «μόλις ανέλαβε τις προμήθειες του εργοστασίου, άρχισε τις λοβιτουρατζίδικες δουλειές || ό,τι θα γίνεται ή θα λέγεται, θα ’ναι φανερά, γιατί δε μ’ αρέσουν οι λοβιτουρατζίδικες δουλειές»·
- μάγκικη δουλειά ή μάγκικες δουλειές, βλ. φρ. μαγκιόρικη δουλειά·
- μαγκιόρικη δουλειά ή μαγκιόρικες δουλειές, α. επιχείρηση πάνω σε σωστές προδιαγραφές και σε ευχάριστο περιβάλλον: «είναι πολύ χαρούμενος, γιατί βρήκε θέση σε μια μαγκιόρικη δουλειά». β. εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, που έγινε με τέχνη και μεράκι: «ο μηχανικός μου ’κανε πολύ μαγκιόρικη δουλειά»·
- μαθαίνω τα μυστικά της δουλειάς, με τη συνεχή ενασχόληση και την πάροδο του χρόνου αποκτώ τις ιδιαίτερες γνώσεις που χρειάζονται για τη σωστή και επωφελή άσκηση της δουλειάς μου, της τέχνης μου, του επαγγέλματός μου: «αν δε μάθω πρώτα καλά τα μυστικά της δουλειάς, δεν έχω σκοπό ν’ αναλάβω το παραμικρό»·
- μαλακισμένη δουλειά ή μαλακισμένες δουλειές, α. δουλειά εμπορική ή βιομηχανική χωρίς την παραμικρή σοβαρότητα, χωρίς το παραμικρό οικονομικό ενδιαφέρον: «έχει μια μαλακισμένη δουλειά και νομίζει πως είναι ο Ωνάσης || δεν έχω διάθεση να χάνω τον καιρό μου σε μαλακισμένες δουλειές». β. τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία πολύ πρόχειρη, πολύ κακότεχνη, απαράδεκτη: «έχεις την εντύπωση πως θα παραλάβω μια τόσο μαλακισμένη δουλειά;». γ. υπόθεση που προκαλεί έντονη θλίψη ή αγανάκτηση: «σαν δεν ντρέπεστε λίγο, δυο αδέρφια και να μαλώνετε σαν τα προγόνια! Για αφήστε αυτές τις μαλακισμένες δουλειές και δώστε τα χέρια να μονοιάσετε!»·
- μαμούκαλα δουλειά! βλ. συνηθέστ. σκατά δουλειά(!)·
- μανουρατζίδικη δουλειά ή μανουρατζίδικες δουλειές, α. τεχνική ιδίως εργασία που προκαλεί θόρυβο, φασαρία: «έχω δίπλα στο σπίτι μου ένα συνεργείο αυτοκινήτων και δε σου λέω τίποτα, πολύ μανουρατζίδικη δουλειά!». β. εμπορική δουλειά που έχει σχέση με πολύ κόσμο: «κάθε βράδυ έχω ένα κεφάλι καζάνι, γιατί δουλεύω σ’ ένα σούπερ μάρκετ και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μανουρατζίδικη δουλειά είναι!». γ. χειροτεχνική ιδίως εργασία που είναι πολύ δύσκολη, γιατί απαιτούνται πολύ λεπτοί χειρισμοί: «η δουλειά του ρολογά είναι πολύ μανουρατζίδικη δουλειά»·
- μανούριασε η δουλειά, α. στη δουλειά ή στην υπόθεση παρατηρείται έντονη διχόνοια ή γκρίνια: «σκέφτομαι να πάρω το ποσοστό μου και να φύγω, γιατί μανούριασε η δουλειά || δεν πατάω το πόδι μου στην παρέα, γιατί τον τελευταίο καιρό μανούριασε η δουλειά κι ο ένας βρίζει τον άλλον». β. στη δουλειά παρατηρούνται μεγάλα εμπόδια, μεγάλες δυσκολίες: «ενώ μέχρι τώρα πήγαινε μια χαρά, δεν ξέρω γιατί, ξαφνικά, μανούριασε η δουλειά»·
- μάπα δουλειά, τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία πολύ πρόχειρη, πολύ κακότεχνη, που είναι για πέταμα: «τον είχα προειδοποιήσει πως, αν μου ξανάφερνε μάπα δουλειά, δε θα την παραλάμβανα»·
- ματζίριασε η δουλειά ή ματζίριασαν οι δουλειές, παρατηρείται πολύ φτωχική εμπορική κίνηση: «με τόσες απεργίες που γίνονται τον τελευταίο καιρό, ματζίριασε η δουλειά || μετά τις γιορτές ματζίριασαν οι δουλειές»·
- ματζίρικη δουλειά ή ματζίρικες δουλειές, α. τεχνική εργασία χωρίς διόλου φαντασία και με έντονη φτωχική κατασκευή: «του ’δωσα όλα τα στοιχεία κι όλες τις δυνατότητες για μια σωστή εργασία κι αυτός είτε από άγνοια είτε από τσιγκουνιά, μου ’κανε την πιο ματζίρικη δουλειά». β. επιχείρηση που από άποψη υποδομής ή οικονομικής προοπτικής δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον, που φυτοζωεί: «αν είναι να στήσουμε μια μοντέρνα επιχείρηση, τότε ευχαρίστως να συνεταιριστούμε, αλλιώς, δεν έχω διάθεση να μπερδευτώ με ματζίρικες δουλειές»·
- μαφιόζικη δουλειά ή μαφιόζικες δουλειές, δουλειά που γίνεται με ύποπτο, παράνομο τρόπο, παράνομη δουλειά: «δεν μπλέκομαι σε μαφιόζικες δουλειές κι έτσι έχω το κεφάλι μου ήσυχο»·
- με καβάλησε η δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά, που δεν προλαβαίνω να τη διεκπεραιώσω: «δεν μπορώ να πάρω άλλες παραγγελίες, γιατί ήδη με καβάλησε η δουλειά και δουλεύω και τα βράδια»·
- με πήρε από κάτω η δουλειά, α. έχω τόσο πολλή δουλειά, που δεν προλαβαίνω να τη διεκπεραιώσω: «έχω τόσες πολλές παραγγελίες, που με πήρε από κάτω η δουλειά». β. πελάγωσα, τα έχασα, δεν ήξερα τι να πω και τι να κάνω: «μόλις την πλησίασα και ήταν να της μιλήσω, με πήρε από κάτω η δουλειά και δεν μπορούσα ν’ ανοίξω το στόμα μου»·
- με πλάκωσε η δουλειά, βλ. συνηθέστ. με καβάλησε η δουλειά·
- με πορδές δε γίνονται δουλειές ή με πορδές δουλειές δε γίνονται ή με πορδές δε γίνονται οι δουλειές ή με πορδές οι δουλειές δε γίνονται, α. όταν λείπουν τα οικονομικά μέσα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με επιτυχία κάποιο έργο: «θέλησε να στήσει ολόκληρη εξαγωγική εταιρεία χωρίς δραχμή και βέβαια απέτυχε, σαν να μην ήξερε ο χαζός πως με πορδές δε γίνονται δουλειές». β. για να φτάσει κανείς στην επιτυχία, απαιτείται συνεχής προσπάθεια και κόπος: «δεν άνοιξε βιβλίο και κόπηκε πάλι στις εξετάσεις, γιατί με πορδές δουλειές δε γίνονται». Συνών. με πορδές δε βάφονται αβγά·
- με σταμάτησαν απ’ τη δουλειά, με απέλυσαν: «επειδή είχε πρόβλημα η επιχείρηση, με σταμάτησαν απ’ τη δουλειά»·
- μεγάλη δουλειά είναι! δεν είναι καθόλου δύσκολο ή απίθανο να συμβεί αυτό που λες: «όπως έγινε σήμερα η ζωή, βγαίνεις για να πας στη δουλειά σου και με το πρώτο βήμα που κάνεις σκάει μια μπόμπα δίπλα σου και σε κάνει κομμάτια. -Μεγάλη δουλειά είναι!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ, ενώ είναι και φορές που άλλοτε προτάσσεται και άλλοτε ακολουθεί της φρ. το νομίζεις ·
- μεγάλη δουλειά! α. αμφισβήτηση με ειρωνική διάθεση για τη δυσκολία ή την ιδιαιτερότητα που ισχυρίζεται κάποιος πως παρουσιάζει μια εργασία ή μια υπόθεση: «ξέρεις πόσο δύσκολο πράγμα είναι να μεταφέρεις αυτό το μπαούλο στον έκτο όροφο! -Μεγάλη δουλειά! || ξέρεις πόσο δύσκολο πράγμα είναι να διοργανώσεις μια εκδρομή! -Μεγάλη δουλειά!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι, μωρέ ή το σιγά, μωρέ και άλλες φορές η φρ. κλείνει με το μωρέ. β.πολύ δύσκολη υπόθεση, πολύ δύσκολη περίπτωση: «μέσα σε μια βδομάδα έχασε όλη του την περιουσία που τη μάζευε ολόκληρη ζωή. -Μεγάλη δουλειά!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το πω πω·
- μεγάλη δουλειά, α. περιστασιακή, πρόσκαιρη επιχείρηση, ιδίως παράνομη, με μεγάλα κέρδη: «ετοιμάζει από καιρό μια μεγάλη δουλειά, που, αν πετύχει, θα τρελαθεί στο τάλιρο». Συνών. μεγάλο κόλπο. β.εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση με ευρύ κύκλο εμπορικών ή άλλων συναλλαγών: «είναι τόσο μεγάλη δουλειά, που επηρεάζει σημαντικά όλη την αγορά»·
- μεγαλώνω τη δουλειά μου, την επεκτείνω: «ψάχνει να βρει συνεταίρο για να μεγαλώσει τη δουλειά του»·
- μεγάλωσε η δουλειά του! ή μεγάλωσαν οι δουλειές του! λέγεται ειρωνικά για κάποιον που μετά από κάποια πρόσκαιρη επιτυχία του συμπεριφέρεται σαν να είναι σπουδαίος, που μεγαλοπιάνεται: «απ’ τη μέρα που του ’πεσε το λαχείο, μεγάλωσε η δουλειά του και δε μας χαιρετάει! || απ’ τη μέρα που τον έδειξαν στην τηλεόραση, μεγάλωσαν οι δουλειές του και δε μας μιλάει!»·
- μερακλίδικη δουλειά ή μερακλίδικες δουλειές, τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία με γούστο και μεράκι: «πήγα τ’ αυτοκίνητο στο τάδε συνεργείο και μου ’καναν πολύ μερακλίδικη δουλειά || πολύ χαίρομαι όταν παραλαμβάνω μερακλίδικες δουλειές»·
- μεσοβέζικη δουλειά ή μεσοβέζικες δουλειές, υπόθεση που παρουσιάζεται μια με τον έναν τρόπο και μια με άλλον διαφορετικό, υπόθεση που δεν παρουσιάζεται με ειλικρίνεια: «ξεκαθάρισε επιτέλους τη θέση σου και άσε αυτές τις μεσοβέζικες δουλειές»·
- μετράω τη δουλειά, τη μελετώ, την υπολογίζω με προσοχή: «αν δε μετρήσει πρώτα καλά τη δουλειά, δεν αποφασίζει να την αναλάβει»·
- μην την ψάχνεις τη δουλειά, α. μην τη σκέφτεσαι, μην την εξετάζεις, γιατί η δουλειά ή η υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος, είναι αυτονόητη: «απ’ τη στιγμή που υπάρχουν αυτές οι διαβεβαιώσεις απ’ την τράπεζα, έλα να υπογράψουμε και μην την ψάχνεις τη δουλειά», δηλ. είναι σίγουρο πως θα πετύχει η δουλειά. β. μην ασχολείσαι, μην εξετάζεις κάτι για το οποίο δε θα μπορέσεις να βγάλεις νόημα ή άκρη: «όλοι προεκλογικά υπόσχονται τα μύρια όσα κι όταν έρχονται στην εξουσία, κάνουν εντελώς τ’ αντίθετα, γι’ αυτό σου λέω, μην την ψάχνεις τη δουλειά»·
- μην την ψειρίζεις τη δουλειά, (για τεχνικές, καλλιτεχνικές ή κατασκευαστικές εργασίες) μην την καθυστερείς λεπτολογώντας την: «παράδωσέ μου, επιτέλους, αυτό το βιβλίο και μην την ψειρίζεις τη δουλειά || έλα, ρε παιδάκι μου, τελείωνε μ’ αυτή την κατασκευή και μην την ψειρίζεις τη δουλειά». Συνήθως, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το άλλο ή το περισσότερο· βλ. και φρ. μην την ψάχνεις τη δουλειά·    
- μίζερη δουλειά ή μίζερες δουλειές, α. φτωχή εμπορική δουλειά χωρίς προοπτική εξέλιξης: «έχει μια μίζερη δουλειά, που όπου να ’ναι, θα κλείσει». β. κατασκευή που έγινε με πολύ ευτελή υλικά: «από καθαρή τσιγκουνιά έκανε μίζερη δουλειά»·
- μιζέριασε η δουλειά, έχασε το εμπορικό της ενδιαφέρον, γιατί δεν υπάρχει αγοραστική κίνηση: «με τις συνεχιζόμενες απεργίες των τραπεζών μιζέριασε η δουλειά, γιατί ο κόσμος δεν έχει μετρητά»·
- μονταρισμένη δουλειά, επιχείρηση που δουλεύει απρόσκοπτα, γιατί είναι στημένη πάνω σε σωστές προδιαγραφές, πάνω σε γερές βάσεις: «έχει τόσο μονταρισμένη δουλειά, που, και να λείψει ένα διάστημα, όλα δουλεύουν ρολόι»·
- μοντάρω μια δουλειά, α. οργανώνω μια δουλειά, μια επιχείρηση: «ξέρω ότι εδώ και καιρό μοντάρει μια δουλειά, αλλά τι ακριβώς, θα σε γελάσω». β. οργανώνω ευκαιριακή επιχείρηση, ιδίως παράνομη: «μοντάρει καιρό μια καινούρια δουλειά, που, αν πετύχει, θα τρελαθεί στο τάλιρο»· βλ. και φρ. μοντάρω τη δουλειά ·
- μοντάρω τη δουλειά, συναρμολογώ κάποιο μηχάνημα που το είχα διαλύσει στα επιμέρους του τμήματα: «αφού πρώτα διέλυσα τη μηχανή και διόρθωσα τη βλάβη, θ’ αρχίσω αύριο να μοντάρω πάλι τη δουλειά»· βλ κ. φρ. μοντάρω μια δουλειά·
- μου άνοιξε δουλειά ή μου άνοιξε δουλειές, μου δημιούργησε δύσκολο πρόβλημα, δυσάρεστη κατάσταση: «του ξέφυγε το μυστικό που του εμπιστεύτηκα για τον τάδε και μου άνοιξε δουλειές ο ηλίθιος»·
- μου άρπαξε μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά ή μου άρπαξε τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια, βλ. φρ. μου ’φαγε μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά·
- μου πήρε μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά ή μου πήρε τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια, βλ. φρ. μου ’φαγε μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά·
- μου την έκανε τη δουλειά, α. μου προξένησε ζημιά, ιδίως χωρίς να το περιμένω, με  ξεγέλασε, με εξαπάτησε: «του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη, αλλά μου την έκανε τη δουλειά και μ’ άδειασε το ταμείο». β. (και για τα δυο φύλα) με απάτησε, με κεράτωσε: «εγώ της είχα απόλυτη εμπιστοσύνη κι αυτή μου την έκανε τη δουλειά μ’ ένα φίλο μου»·
- μου την έφτιαξε τη δουλειά, βλ. φρ. μου την έκανε τη δουλειά·
- μου την έχουν στημένη τη δουλειά ή μου την έχουν τη δουλειά στημένη, τα έχουν προσχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να εκτεθώ ή να αποτύχω: «δε θα πάρω μέρος στο μειοδοτικό διαγωνισμό, γιατί ξέρω πως μου την έχουν στημένη τη δουλειά || απ’ τη στιγμή που κατάλαβες πως σου την έχουν τη δουλειά στημένη, είναι καλύτερα να μην πας στο μειοδοτικό διαγωνισμό»·
- μου ’φαγε μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά ή μου ’φαγε τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια, ενήργησε με τέτοιο τρόπο, ιδίως αθέμιτο, που ενώ ήταν σίγουρο πως θα αναλάμβανα εγώ τη δουλειά, την ανέλαβε αυτός: «τα ’κανε πλακάκια με τον διευθυντή και μου ’φαγε τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια»·
- μου χάλασε τη δουλειά, έγινε αίτιος αποτυχίας σε κάποια επαγγελματική μου διαπραγμάτευση, σε κάποια ερωτική μου επιδίωξη ή σχέση: «πήγε και μαρτύρησε στον υποψήφιο συνεταίρο μου πως έχω λερωμένο ποινικό μητρώο και μου χάλασε τη δουλειά || πήγε και κάρφωσε στην γκόμενά μου πως είμαι παντρεμένος και μου χάλασε τη δουλειά, γιατί μετά απ’ αυτό με διαβολόστειλε η γυναίκα»·
- μου(ν)τζούρικη δουλειά, εργασία μηχανουργείου ή συνεργείου αυτοκινήτων, επειδή, όσοι εργάζονται εκεί, λόγω της μουτζούρας λερώνουν τα ρούχα και τα χέρια τους: «αν δε μάθεις γράμματα, θα σε στείλω να μάθεις καμιά μουτζούρικη δουλειά»·
- μουλωχτή δουλειά ή μουλωχτές δουλειές, δουλειά που γίνεται αθόρυβα ή στα κρυφά,  ιδίως σε στενό κύκλο ανθρώπων: «είναι υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα, αλλά ασχολείται και μ’ άλλες μουλωχτές δουλειές»· βλ. και φρ. κάνω μουλωχτά τη δουλειά μου ·
- μούχλιασε η δουλειά, α. εμπορική επιχείρηση που βρίσκεται σε πλήρη στασιμότητα μεγάλο χρονικό διάστημα και είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας: «δεν τον νοιάζει κι αν μούχλιασε η δουλειά, γιατί έχει ένα σωρό ακίνητα». β. η υπόθεση έχασε πια εντελώς το ενδιαφέρον της: «τώρα που ξύπνησες, μούχλιασε η δουλειά, γιατί αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με κάτι άλλο»·
- μπάζει η δουλειά, η δουλειά παρουσιάζει έντονα προβλήματα: «πρέπει να βρούμε κάποιον να μας χρηματοδοτήσει, γιατί μπάζει η δουλειά». Από την εικόνα της βάρκας που μπάζει νερά και κινδυνεύει να βουλιάξει ή από την εικόνα του παραθύρου που μπάζει αέρα και δημιουργεί προβλήματα·
- μπαίνω στα μυστικά της δουλειάς, βλ. φρ. μαθαίνω τα μυστικά της δουλειάς·
- μπαμπάτσικη δουλειά ή μπαμπάτσικες δουλειές, επιχείρηση πολύ κερδοφόρα, επιχείρηση με ευρύ κύκλο εργασιών: «η χαρά του είναι που θ’ αφήσει στα παιδιά του μια μπαμπάτσικη δουλειά»·
- μπαμπέσικη δουλειά ή μπαμπέσικες δουλειές, ενέργεια ύπουλη, χτύπημα πισώπλατο: «έπρεπε να το φανταστώ ποιος ενέργησε μ’ αυτόν τον ύπουλο τρόπο, γιατί αυτός είναι μαθημένος στις μπαμπέσικες δουλειές»·
- μπάνικη δουλειά ή μπάνικες δουλειές, α. επιχείρηση εντυπωσιακή σε υποδομή και κέρδη: «βρήκε απ’ τον πατέρα του μπάνικη δουλειά και δεν έχει ανάγκη από κανέναν || ασχολείται μόνο με μπάνικες δουλειές». β. τεχνική, κατασκευαστική ή καλλιτεχνική εργασία που έγινε με τέχνη: «ο μηχανικός έκανε μπάνικη δουλειά || ο ζωγράφος έκανε μπάνικη δουλειά»·
- μπασταρδεμένη δουλειά ή μπασταρδεμένες δουλειές, α. μπερδεμένη υπόθεση, νόθα κατάσταση: «ήταν τόσο μπασταρδεμένη δουλειά, που έπεσαν δέκα δικηγόροι να την ξεδιαλύνουν». β. δουλειά που έχασε το οικονομικό ενδιαφέρον που είχε προηγουμένως, γιατί, ενώ γινόταν σε περιορισμένη κλίμακα, με τον καιρό άρχισαν να ασχολούνται όλο και περισσότεροι με αυτήν: «ξέχνα το μπαράκι, είναι μπασταρδεμένη δουλειά, δε βλέπεις που σε κάθε γειτονιά υπάρχουν από κάνα δυο τρία;»·
- μπαστάρδεψε η δουλειά ή μπαστάρδεψαν οι δουλειές, δεν παρουσιάζει πια κανένα οικονομικό ενδιαφέρον, ψεύτισε, στην αγορά παρατηρείται εμπορική απραξία: «τώρα που μπαστάρδεψε η δουλειά, τώρα ενδιαφέρθηκε κι αυτός ν’ ασχοληθεί με τα βιντεοκλάμπ || τον τελευταίο καιρό μπαστάρδεψαν οι δουλειές, γιατί, με την ακρίβεια που παρατηρείται, δεν υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον»·
- μπαστάρδικη δουλειά ή μπαστάρδικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. μπασταρδεμένη δουλειά·
- μπατάκικη δουλειά ή μπατάκικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. μπαταξίδικη δουλειά·
- μπατάλικη δουλειά ή μπατάλικες δουλειές, εργασία, ιδίως τεχνική, που είναι χοντροκομμένη, χωρίς γούστο και χάρη: «του ’δωσα την ευκαιρία να προβληθεί με τη δουλειά που του ανέθεσα κι αυτός έκανε μπατάλικη δουλειά»·
- μπαταξίδικη δουλειά ή μπαταξίδικες δουλειές, εμπορική επιχείρηση χωρίς καμιά φερεγγυότητα: «δεν τον πιστώνει κανείς μέσα στην αγορά, γιατί έχει μπαταξίδικη δουλειά και κάθε τόσο μας δημιουργεί προβλήματα»·
- μπατάρισε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση απέτυχε εντελώς, χρεοκόπησε: «μετά από τόση γκρίνια που έπεσε στους συνεταίρους, μπατάρισε η δουλειά». Από την εικόνα της βάρκας που, όταν βάζει νερό ή είναι φορτωμένη, γέρνει, μπατάρει·
- μπατιρημένη δουλειά, που δεν αποδίδει το παραμικρό οικονομικό κέρδος: «πήγε και μπήκε συνέταιρος ο βλάκας σε μια μπατιρημένη δουλειά κι έχασε τα λεφτά του». Πρβλ.: μπατιρημένο κουρείο Σάββατο βράδυ χωρίς δουλειά (Ντ. Χριστιανόπουλος)·
- μπατίρισε η δουλειά, χρεοκόπησε: «έκανε στάση πληρωμών, γιατί μπατίρισε η δουλειά που είχε»·
- μπελαλίδικη δουλειά ή μπελαλίδικες δουλειές, δουλειά που παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, μεγάλους μπελάδες, ως προς την πραγματοποίηση ή τη διεκπεραίωσή της και, για το λόγο αυτό, δυσάρεστη: «επειδή δε μιλάω, όλες τις μπελαλίδικες δουλειές τις φορτώνουν επάνω μου»·
- μπερδεμένη δουλειά ή μπερδεμένες δουλειές, α. δουλειά ή η υπόθεση που είναι περιπλεγμένη, που παρουσιάζει δυσκολίες λόγω κακών χειρισμών, ή είναι γενικά πολυσύνθετη: «είναι τόσο μπερδεμένη δουλειά, που πρέπει να προσλάβει τρεις λογιστές για να βγάλουν άκρη». β. δουλειά ή επιχείρηση ύποπτη, που δεν παρουσιάζει διαφάνεια στους χειρισμούς της: «δεν παίρνω μέρος σε μπερδεμένες δουλειές, γι’ αυτό έχω το κούτελό μου καθαρό στην αγορά»·
- μπερδεύω τη δουλειά, δημιουργώ λανθασμένη εντύπωση για κάποιον ή για κάτι: «πώς μπέρδεψες τη δουλειά, ρε παιδάκι μου, και δεν κατάλαβες ότι έδιωχνες τον καλύτερό σου υπάλληλο;»· βλ. και φρ. μπουρδουκλώνω τη δουλειά·
- μπερεκετλίδικη δουλειά ή μπερεκετλίδικες δουλειές, επιχείρηση που αποφέρει ικανοποιητικό κέρδος: «έχει μια μπερεκετλίδικη δουλειά κι έχει βάλει το καπέλο του στραβά»·
- μπερμπάντικη δουλειά ή μπερμπάντικες δουλειές, η ενασχόληση με τα ερωτικά, το μπλέξιμο σε γυναικοδουλειές, η μπερμπαντοδουλειά: «αν και είναι παντρεμένος, μπερδεύεται κάθε τόσο σε μπερμπάντικες δουλειές»·
- μπιτ δουλειά, βλ. συνηθέστ. κουκούτσι δουλειά·
- μπλόκαρε η δουλειά ή μπλοκάρισε η δουλειά, ενώ εξελισσόταν ή διεκπεραιωνόταν ομαλά, ξαφνικά, για απρόβλεπτους λόγους ή αιτίες, περιήλθε σε πλήρη στασιμότητα: «μπλόκαρε η δουλειά, γιατί έχουμε διακοπή ρεύματος || μπλοκάρισε η δουλειά, γιατί οι απεργοί έκαναν κατάληψη στο εργοστάσιο»·
- μπορεί να γίνει έτσι δουλειά! βλ. συνηθέστ. γίνεται (έτσι) δουλειά(!)·
- μπουρδουκλώνω τη δουλειά, α. δημιουργώ επίτηδες σύγχυση σε μια δουλειά ή σε μια υπόθεση για προσωπικό μου όφελος: «από εδώ είχε, από εκεί είχε, την μπουρδούκλωσε τη δουλειά και βγήκε λάδι». β. καλύπτω κρυφά μια αταξία ή παρατυπία: «αν θέλεις εσύ, μπορείς να μπουρδουκλώσεις τη δουλειά για να μη μάθει τίποτα ο διευθυντής»·
- μπουρδούκλωσε η δουλειά, ενώ εξελισσόταν ομαλά η δουλειά, συνάντησε ξαφνικά εμπόδια και έπαψε να εξελίσσεται: «του ’φυγαν απροειδοποίητα πέντε εργάτες και μπουρδούκλωσε η δουλειά, γιατί του έλειπαν χέρια για να τη συνεχίσει»·
- μυγιάζομαι τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. ψυλλιάζομαι τη δουλειά·
- μυρίζομαι τη δουλειά, βλ. φρ. ψυλλιάζομαι τη δουλειά·
- μυστήρια δουλειά! α. έκφραση απορίας για τις επιπλοκές που παρουσιάζει μια δουλειά ή μια υπόθεση, τις οποίες παρά τις έντονες προσπάθειές μας, δεν μπορούμε να εντοπίσουμε: «εδώ και δυο βδομάδες έφαγα τα λυσσιακά μου να βρω πού υπάρχει το πρόβλημα και δεν μπορώ να βρω τίποτα. -Μυστήρια δουλειά!». β. έκφραση απορίας για το είδος εργασιών κάποιας επιχείρησης ή για τη φύση μιας υπόθεσης που παραμένουν άγνωστες: «έχει πέντε γραφεία μ’ ένα σωρό υπαλλήλους, αλλά κανείς δεν ξέρει με τι ακριβώς ασχολείται. -Μυστήρια δουλειά!»·
- μυστήρια δουλειά ή μυστήριες δουλειές, α. δουλειά ύποπτη, σκοτεινή, παράνομη: «έχει μια μυστήρια δουλειά και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με τι ασχολείται || δεν μπλέκεται με μυστήριες δουλειές, γιατί λατρεύει τη διαφάνεια». β. δουλειά εντελώς ασυνήθιστη, που δεν μπορεί κανείς εύκολα να τη χαρακτηρίσει ή να την κατατάξει σε ένα κύκλο: «κάνει μια μυστήρια δουλειά, που δεν μπορώ να στην εξηγήσω, ξέρω όμως ότι κερδίζει πολλά»·
- να δουλειά! κοροϊδευτική έκφραση σε κάποιον που, ενώ του είχαμε υποσχεθεί κάποια θέση εργασίας ή την ανάθεση κάποιας δουλειάς, στο τέλος για κάποιο λόγο αθετήσαμε την υπόσχεσή μας: «αφού με κατηγόρησες, να δουλειά!». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία κατά την οποία επιδεικνύουμε τον αντίχειρά μας ανάμεσα στο δείκτη και το μεγάλο δάχτυλο προς το πρόσωπο του συνομιλητή μας ή από χειρονομία κατά την οποία η χούφτα πιάνει τα αρχίδια μας και τα προβάλλει προς το μέρος του συνομιλητή μας·
- να κοιτάς τη δουλειά σου! προτρεπτική ή απειλητική έκφραση σε κάποιον που αναμειγνύεται απρόσκλητος σε μια υπόθεση: «να μη σ’ ενδιαφέρει τι θα κάνουμε και να κοιτάς τη δουλειά σου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εσύ και είναι φορές που κλείνει με το ορίστε μας(!)·
- νααα, δουλειά! έκφραση θαυμασμού για την ύπαρξη έντονης εμπορικής κίνησης ή συναλλαγής: «εσείς δεν ξέρω τι κάνετε, αλλά αυτός, νααα δουλειά!». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία με την οποία τα δάχτυλα του χεριού ενώνονται επανειλημμένα στις άκρες τους προς το πρόσωπο του συνομιλητή μας·
 - νάκα δουλειά ή νάκατα δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) δεν έχει, δεν υπάρχει δουλειά: «αφού άργησες να ’ρθεις, νάκα δουλειά, γιατί πρόλαβαν και την πήραν άλλοι»·
- ναυάγησε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση απέτυχε τελείως, ματαιώθηκε: «ήταν να συνεργαστούμε, αλλά την τελευταία στιγμή ναυάγησε η δουλειά, γιατί δεν τα βρήκαμε στα ποσοστά»·
- ναυαγώ τη δουλειά, γίνομαι αίτιος της αποτυχίας ή της καταστροφής μιας δουλειάς ή μιας υπόθεσης: «όσες φορές του έχουν αναθέσει κάτι, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ναυαγεί τη δουλειά»·
- νέκρωσε η δουλειά ή νέκρωσαν οι δουλειές, υπάρχει πλήρης στασιμότητα εμπορικών συναλλαγών: «υπάρχει τέτοια ακρίβεια στην αγορά, που νέκρωσαν οι δουλειές»·
- νεταρισμένη δουλειά, που είναι τελειωμένη, διεκπεραιωμένη: «η δουλειά είναι νεταρισμένη και μπορείς να την παραλάβεις ό,τι ώρα θέλεις»·
- νετάρω απ’ τη δουλειά, τελειώνω, σχολνώ: «τι ώρα νετάρεις απ’ τη δουλειά για να περάσω να σε πάρω;»·
- νετάρω μια δουλειά ή νετάρω τη δουλειά, α. διεκπεραιώνω μια υπόθεση ως μεσάζων: «μόλις νετάρω τη δουλειά ενός φίλου μου, θ’ ασχοληθώ και με τη δική σου υπόθεση». β. φέρω σε πέρας μια εργασία: «σε μια βδομάδα νετάρω μια δουλειά που την είχα αρχίσει πριν από πολύ καιρό»·
- νοικοκυρεμένη δουλειά ή νοικοκυρεμένες δουλειές, α. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση που διακρίνεται από τάξη και συνέπεια: «έχει μια νοικοκυρεμένη δουλειά, που τη ζηλεύουν πολλοί». β. ενέργεια που τη διακρίνει τιμιότητα, σύνεση, διαφάνεια: «θα κουβεντιάσουμε όλες τις λεπτομέρειες πριν αποφασίσουμε, γιατί μ’ αρέσουν νοικοκυρεμένες δουλειές»·
- νοικοκυρίστικη δουλειά ή νοικοκυρίστικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. νοικοκυρεμένη δουλειά·
- νταραβερτζίδικη δουλειά ή νταραβερτζίδικες δουλειές, δουλειά ή υπόθεση που παρουσιάζει πολλές δυσκολίες, που βάζει σε μπελάδες, σε τρεξίματα αυτόν ή αυτούς που ασχολούνται με αυτή: «έχω μπλέξει σε μια νταραβερτζίδικη δουλειά και γυρνάω κάθε βράδυ στο σπίτι μου μ’ ένα κεφάλι καζάνι || αποφεύγει τις νταραβερτζίδικες δουλειές, όπως ο διάβολος το λιβάνι»·
- ντιπ δουλειά, βλ. συνηθέστ. κουκούτσι δουλειά·
- ξαμολιέμαι για δουλειά (ενν. να βρω), αρχίζω συστηματικά να ψάχνω να βρω εργασία: «απ’ τη μέρα που έκλεισε το εργοστάσιο όπου δούλευε, ξαμολήθηκε για δουλειά»·
- ξεζούμισε η δουλειά, εξάντλησε κάθε οικονομικό ενδιαφέρον που είχε: «απ’ τη στιγμή που ξεζούμισε η δουλειά που έκανε, προσανατολίζεται ν’ ασχοληθεί με κάτι άλλο»·
- ξεζούμισε τη δουλειά, την εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο, ώσπου έφτασε στο σημείο να μην αποδίδει άλλο: «απ’ τη στιγμή που ξεζούμισε τη δουλειά που είχε, βρήκε ένα κορόιδο και του την πάσαρε»·
- ξεζουμίζομαι στη δουλειά, βλ. φρ. ξελιγώνομαι στη δουλειά·
- ξεθεώνομαι στη δουλειά, βλ. φρ. ξεκωλώνομαι στη δουλειά·
- ξεκαθαρίζω μια δουλειά ή ξεκαθαρίζω τη δουλειά, εξιχνιάζω μια σκοτεινή ή παράνομη υπόθεση: «η αστυνομία δεν ξεκαθάρισε ακόμα τη δουλειά σχετικά με τη ληστεία της τράπεζας»·
- ξεκούρντιστη δουλειά, εμπορική ιδίως επιχείρηση που αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα λόγω κακού συντονισμού: «λογικό να γίνεται αλαλούμ σε μια τόσο ξεκούρντιστη δουλειά!»·
- ξεκωλώνομαι στη δουλειά, καταπονούμαι, εξαντλούμαι από υπερβολική ή πολύ κοπιαστική εργασία: «όλη τη μέρα σήμερα ξεκωλώθηκα στη δουλειά»·
- ξελασκάρω απ’ τη δουλειά, χαλαρώνω, παύω να έχω εντατική δουλειά και, κατ’ επέκταση, ελευθερώνομαι, τελειώνω από τη δουλειά μου: «μόλις ξελασκάρω απ’ τη δουλειά που έχω, θα πιάσω τη δική σου παραγγελία || λογαριάζω να ξελασκάρω απ’ τη δουλειά κατά τις πέντε το απόγευμα και θα περάσω τότε να τα πούμε»·
- ξελιγώνομαι στη δουλειά, εξαντλούμαι τελείως από τη δουλειά με την οποία ασχολούμαι: «έχω βάλει σκοπό να μαζέψω κάτι λεφτά και ξελιγώνομαι στη δουλειά»·
- ξεμπερδεύω απ’ τη δουλειά, βλ. φρ. ξελασκάρω απ’ τη δουλειά·
- ξεμπλέκω απ’ τη δουλειά, βλ. φρ. ξελασκάρω απ’ τη δουλειά·
- ξεμπλόκαρε η δουλειά ή ξεμπλοκάρισε η δουλειά, μετά από προσωρινή στασιμότητα, που προήλθε από απρόβλεπτους ιδίως λόγους ή παράγοντες, άρχισε πάλι να εξελίσσεται ομαλά: «αφού λύθηκε η κατάληψη του εργοστασίου, ξεμπλοκάρισε η δουλειά κι άρχισε κανονικά η αποστολή των εμπορευμάτων»·
- ξεπατώνομαι στη δουλειά, βλ. φρ. ξεκωλώνομαι στη δουλειά·
- ξεσκεπάζω τη δουλειά, αποκαλύπτω κάποια δουλειά ή υπόθεση, ιδίως παράνομη: «μετά από έρευνες που έκανε, ξεσκέπασε τη δουλειά με τα πλαστά τιμολόγια»·
- ξεσκίζομαι στη δουλειά, έχω υπερβολική δουλειά: «όταν έρχονται οι γιορτές των Χριστουγέννων, ξεσκίζομαι στη δουλειά»· βλ. και φρ. ξεκωλώνομαι στη δουλειά·
- ξεσκίζω στη δουλειά, βλ. φρ. ξεσκίζομαι στη δουλειά·
- ξεφορτώνομαι τη δουλειά, α. εγκαταλείπω ανειλημμένη εργασία ή υποχρέωση για διάφορους λόγους: «πρέπει να ξεφορτωθώ αυτή τη δουλειά, γιατί βλέπω πως δεν μπορώ πια να τη φέρω σε πέρας». β. αρχίζω σταδιακά να τη διεκπεραιώνω: «απ’ τη στιγμή που έβαλε το κεφάλι του κάτω, άρχισε σιγά σιγά να ξεφορτώνεται τη δουλειά»·
- ξεφουρνίζω τη δουλειά, αποκαλύπτω εργασία που γινόταν κρυφά, προδίδω κάτι που ήταν μυστικό: «για να μάθουν τόσο γρήγορα με τι ασχολούμαστε, σίγουρα κάποιος από μας τους ξεφούρνισε τη δουλειά || είχα μια γκόμενα κι αυτός ο ηλίθιος πήγε και ξεφούρνισε τη δουλειά στη γυναίκα μου»·
- ξεφούσκωσε η δουλειά, α. μετά από περίοδο έντονης εμπορικής κίνησης επήλθε φυσιολογική κάμψη: «αμέσως μετά από τις γιορτές των Χριστουγέννων ξεφούσκωσε η δουλειά». β. υπόθεση που είχε συζητηθεί ή διαφημιστεί έντονα, αποδείχτηκε χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο: «μετά από τόσο ντόρο που έγινε απ’ την κυβέρνηση για την αύξηση των μισθών και των συντάξεων, στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή ξεφούσκωσε η δουλειά, γιατί οι αυξήσεις που δόθηκαν μόλις που πλησιάζουν το ένα τοις εκατό»·
- ξέφτισε η δουλειά, βλ. συνηθέστ. ξεφούσκωσε η δουλειά·
- ξέφυγε η δουλειά απ’ τα χέρια μου ή ξέφυγε απ’ τα χέρια μου η δουλειά, για κάποιο λόγο δεν μπορώ να την ελέγξω: «ενώ δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ξαφνικά ξέφυγε η δουλειά απ’ τα χέρια μου, χωρίς να το καταλάβω!»·
- ο γάιδαρος κάνει όλη τη δουλειά κι ο αγωγιάτης παίρνει τα λεφτά, λέγεται στην περίπτωση που άλλος κουράζεται για την επίτευξη ενός έργου και άλλος επωφελείται·
- ο Εβραίος, όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του βιβλία ή ο Εβραίος, όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του κιτάπια ή ο  Εβραίος, όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του τεφτέρια ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του βιβλία ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του κιτάπια ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του τεφτέρια, λέγεται στην περίπτωση που, όταν κάποιος έχει αναδουλειές, επανέρχεται σε παλιούς οικονομικούς λογαριασμούς, που δεν έχουν ακόμα τακτοποιηθεί ή που μπορεί και να έχουν ξεχαστεί. Συνών. ο Εβραίος σαν φτωχάνει (φτωχύνει), τα παλιά τεφτέρια πιάνει / ο μουφλούζης αν μουφλουζέψει, τα παλιά τεφτέρια ανοίγει·
- ο καθένας στη δουλειά του και ο βλάχος στα τυριά του, ο καθένας πρέπει να ασχολείται με αυτό που ξέρει να κάνει: «από μικρός ασχολούμαι μόνο με πράγματα που ξέρω, γιατί ο καθένας στη δουλειά του και ο βλάχος στα τυριά του». Από το ότι ο βλάχος ως κτηνοτρόφος είναι δεινός στην παρασκευή τυριού·
- ο λύκος έχει το σβέρκο του χοντρό, γιατί κάνει μόνος του τη δουλειά του, πετυχαίνει στη δουλειά του αυτός που έχει μάθει να την κάνει μόνος του: «δεν επιδίωξε ποτέ συνεταιρισμό με κανέναν, γιατί ο λύκος έχει το σβέρκο του χοντρό, γιατί κάνει μόνος του τη δουλειά του»·
- οι δουλειές μου πάνε άσχημα ή πάνε άσχημα οι δουλειές μου, οι δουλειές μου ή οι υποθέσεις μου εξελίσσονται αρνητικά: «είμαι πολύ στενοχωρημένος, γιατί οι δουλειές μου πάνε άσχημα κι οι υποχρεώσεις τρέχουν || τον τελευταίο καιρό γενικά πάνε άσχημα οι δουλειές μου»·
- οικογενειακή δουλειά, επιχείρηση που είναι κατανεμημένη στα μέλη κάποιας οικογένειας, δουλειά που διεκπεραιώνεται από τα μέλη κάποιας οικογένειας: «δε θέλουν κανέναν συνέταιρο, γιατί θέλουν να την κρατήσουν οικογενειακή δουλειά»· βλ. και φρ. είναι οικογενειακή μας δουλειά·
- όμορφη δουλειά, εργασία κατασκευαστική, ιδίως χειροποίητη που έγινε με τέχνη και μεράκι: «για δες πόση όμορφη δουλειά έχει αυτή το δαχτυλίδι!»·
- όποιος αφήνει το έργο του κι άλλες δουλειές γυρεύει, ο διάβολος στον κώλο του φασούλια μαγειρεύει, είναι επικίνδυνο να αφήνει κάποιος στη μέση τη δουλειά με την οποία καταπιάνεται και να ψάχνει για νέες δουλειές: «τέλειωσε πρώτα τη δουλειά που έχεις αρχίσει κι ύστερα ψάξε γι’ άλλη, γιατί όποιος αφήνει το έργο του κι άλλες δουλειές γυρεύει, ο διάβολος στον κώλο του φασούλια μαγειρεύει». Από το ότι, τα φασόλια, επειδή είναι βαρύ φαγητό, δημιουργεί σε πολλούς ανθρώπους προβλήματα·
- όποιος κοιτάζει τη δουλειά του, καλοζεί τη φαμελιά του, η οικογένεια του εργατικού ανθρώπου ζει χωρίς άγχος και στερήσεις: «απ’ τη στιγμή που απόκτησες οικογένεια, να ’χεις το νου σου συνέχεια στη δουλειά, γιατί, όποιος κοιτάζει τη δουλειά του, καλοζεί τη φαμελιά του»·
- πάγαινε στη δουλειά σου! (ειρωνικά ή απειλητικά) μην ενδιαφέρεσαι, φύγε, ξεκουμπίσου, απομακρύνσου: «τι έγινε δω, ρε φίλε, κι είναι τόσος κόσμος μαζεμένος; -Πάγαινε στη δουλειά σου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ρε άι·
- πάει η δουλειά, α. η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται κανονικά: «αφού δεν έχω συναντήσει μέχρι τώρα κανένα πρόβλημα, πώς να μην πάει η δουλειά;». β. απέτυχε, καταστράφηκε, χρεοκόπησε: «από ένα κακό χειρισμό πάει η δουλειά»·
- πάει μακριά η δουλειά, λέγεται με δυσφορία για δουλειά ή υπόθεση, που συνεχίζεται αδικαιολόγητα για μεγάλο χρονικό διάστημα: «πάει μακριά η δουλειά, ρε παιδιά, μ’ αυτόν το θόρυβο και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε». Συνών. πάει μακριά η βαλίτσα / πάει πολύ μακριά·
- παζαρτζίδικη δουλειά ή παζαρτζίδικες δουλειές, α. δουλειά ασήμαντη, χωρίς σοβαρότητα, ανάξια λόγου: «ξεκίνησε από μια παζαρτζίδικη δουλειά και τώρα έγινε μεγάλος και τρανός». Αναφορά στο μικροπωλητή που γυρίζει στα παζάρια για να πουλήσει το εμπόρευμά του. β. (γενικά) ατελείωτες διαπραγματεύσεις για την αγοραπωλησία, για την επίτευξη κάποιας συμφωνίας: «θα διαβάσουμε το συμφωνητικό και θα το υπογράψουμε την ίδια ώρα, γιατί δε μ’ αρέσουν οι παζαρτζίδικες δουλειές»·
- παιδί για όλες τις δουλειές, μικρός ή ανεξαρτήτου ηλικίας άτομο που σε ένα εργασιακό χώρο ή σε μια παρέα χρησιμοποιείται από τους άλλους για διάφορα θελήματα: «αν σου τέλειωσαν τα τσιγάρα, έχουμε στο γραφείο ένα παιδί για όλες τις δουλειές και μπορεί να πάει να σου πάρει»·
- παίρνει μάκρος η δουλειά ή παίρνει σε μάκρος η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει σε μάκρος·
- παίρνω απάνω μου τη δουλειά ή παίρνω τη δουλειά απάνω μου, α. αναλαμβάνω να την επιβλέπω, να τη συνεχίσω ή να τη φέρω σε πέρας: «όσο καιρό θα λείπεις, θα πάρω απάνω μου τη δουλειά». β. επωμίζομαι τις ευθύνες ή τις κυρώσεις μιας υπόθεσης: «πες του να μη φοβάται, γιατί παίρνω τη δουλειά απάνω μου»·
- παίρνω δουλειά στο σπίτι, α. λόγω φόρτου εργασίας ή πίεσης χρόνου τμήμα της δουλειάς μου, ιδίως γραφικής, τη μεταφέρω και τη διεκπεραιώνω στο σπίτι: «έχει πέσει πολλή δουλειά στο γραφείο και για να προλάβω, παίρνω πολλές φορές δουλειά στο σπίτι». β. (ειρωνικά) λέγεται και στην περίπτωση που κάποιος μεταφέρει στο σπίτι του τα προβλήματα της δουλειάς του και με τη στάση του τα μεταδίδει και στην οικογένειά του: «μα τι έχεις και μου μιλάς απότομα; -Έχω διάφορα προβλήματα με τη δουλειά μου. -Μα εσύ, μέχρι τώρα, δεν έπαιρνες δουλειά στο σπίτι!»·
- παίρνω κάβο τη δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) βλ. συνηθέστ. παίρνω πρέφα τη δουλειά·
- παίρνω πρέφα τη δουλειά, (στη γλώσσα της αργκό) αντιλαμβάνομαι, εννοώ, κατανοώ κάποια υπόθεση, ιδίως πριν αυτή αποβεί σε βάρος μου: «ήθελαν να μου φάνε τα λεφτά με διάφορες υποσχέσεις, αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή πήρα πρέφα τη δουλειά και τους διαβολόστειλα»·
- παίρνω στραβά τη δουλειά, α. την ξεκινώ πάνω σε λανθασμένες βάσεις ή προδιαγραφές: «θα πρέπει να πήρα στραβά τη δουλειά για να σκαλώσει έτσι απότομα». β. παρεξηγώ τις καλές προθέσεις ή ενέργειες κάποιου: «ό,τι κι αν είπα κι ό,τι κι αν έκανα, ήταν μόνο και μόνο για το καλό σου, εσύ όμως πήρες στραβά τη δουλειά»·
- παίρνω τη δουλειά στα χέρια μου, αναλαμβάνω να διευθύνω ή να διεκπεραιώσω μια δουλειά ή μια υπόθεση: «απ’ τη μέρα που πήρε τη δουλειά στα χέρια του ο τάδε, όλα μέσα στο εργοστάσιο δουλεύουν ρολόι || μόλις πήρα τη δουλειά στα χέρια μου, τακτοποίησα κάθε εκκρεμότητα»·   
- παλεύεται η δουλειά, υπάρχει ακόμη προοπτική για ένα καλό αποτέλεσμα σε μια δουλειά ή υπόθεση, δε χάθηκε οριστικά: «μην απογοητεύεσαι από τη ζημιά που έγινε, γιατί παλεύεται η δουλειά»·
- παλεύω τη δουλειά, αγωνίζομαι, προσπαθώ να τη φέρω σε πέρας: «έχω διάφορα προβλήματα, αλλά παλεύω τη δουλειά και θα σου την παραδώσω τη μέρα που σου υποσχέθηκα»·
- πάνε δουλειά σου! ή πάνε στη δουλειά σου! (συμβουλευτικά, προτρεπτικά ή απειλητικά) μην ενδιαφέρεσαι, φύγε, απομακρύνσου, ξεκουμπίσου: «άσε με στην ησυχία μου και πάνε στη δουλειά σου!»(Λαϊκό τραγούδι: και του δώσαν τα πανιά του για να πάει στη δουλειά του, με το ξένο του το σόι τον περίδρομο να τρώει). Συνών. κάνε δουλειά σου! (α)·
- πανηγυρ(ι)τζίδικη δουλειά ή πανηγυρ(ι)τζίδικες δουλειές, δουλειά ασήμαντη, ανάξια λόγου, τιποτένια, ιδίως δουλειά πρόχειρη και ευκαιριακή: «ένας άνθρωπος του δικού του οικονομικού επιπέδου δεν μπερδεύεται ποτέ σε πανηγυρτζίδικες δουλειές». Από την εικόνα του μικροπωλητή, που γυρίζει σε διάφορα πανηγύρια για να πουλήσει το εμπόρευμά του· βλ. και φρ. η δουλειά είναι για τα πανηγύρια·
- πάνω στο φόρτε της δουλειάς, κατά τη στιγμή ή κατά την περίοδο που μια δουλειά ή μια υπόθεση βρίσκεται στο κρίσιμο για την ολοκλήρωσή της σημείο ή στο πιο αποδοτικό σημείο της, τότε που υπάρχει μεγάλη ένταση, κίνηση, πάρε δώσε: «πέρασε κατά τις δώδεκα απ’ το μαγαζί, αλλά ήμουν πάνω στο φόρτε της δουλειάς και του ’πα να ’ρθει το βράδυ απ’ το σπίτι να τα πούμε σαν άνθρωποι»·
- παπατζίδικη δουλειά ή παπατζίδικες δουλειές, δουλειά ύποπτη, παράνομη: «ένας έντιμος άνθρωπος δεν μπλέκεται ποτέ με παπατζίδικες δουλειές»· βλ. και λ. παπατζής·
- παράγινε η δουλειά! έκφραση αγανακτισμένου ή εκνευρισμένου ατόμου, που θέλει να θέσει τέρμα στις συνεχείς ενοχλήσεις κάποιου για εξυπηρέτηση, ή που θέλει να του επισημάνει τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά του: «παράγινε η δουλειά να καλύπτω τις κοπάνες σου! || παράγινε η δουλειά να παρατάς κάθε τόσο την οικογένειά σου και να τρέχεις με τις παρδαλές στα μπουζούκια!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α ·
- παραμιλώ απ’ τη δουλειά, έχω τόσο πολλή δουλειά, που τα έχω χάσει, που δεν ξέρω τι μου γίνεται: «σ’ όλη την περίοδο των γιορτών παραμιλούσα απ’ τη δουλειά»·
- πασαλίδικη δουλειά ή πασαλίδικες δουλειές, δουλειά που γίνεται ή διεκπεραιώνεται πολύ ξεκούραστα και μέσα σε ευχάριστο περιβάλλον: «τον βλέπεις πάντα ευδιάθετο και ξεκούραστο, γιατί δουλεύει σε μια πασαλίδικη δουλειά». Αναφορά στην άνετη ζωή του πασά·
- πασάρω τη δουλειά, α. μεταβιβάζω μια δουλειά ή μια υπόθεση, την παραχωρώ για διάφορους λόγους σε κάποιον άλλον: «όταν τα βρίσκει μπαστούνια, πασάρει τη δουλειά σ’ άλλον || όταν είναι πολύ απασχολημένος, πασάρει τη δουλειά σ’ άλλον». β. αναθέτω εργασία σε κάποιον με όχι διαφανείς διαδικασίες, αναθέτω εργασία χατιρικά σε κάποιον: «είχε κάποιο φίλο βουλευτή που του πάσαρε τη δουλειά»·
- παστρική δουλειά ή παστρικές δουλειές, α. δουλειά ή υπόθεση που συζητιέται ή συμφωνείται με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα και δεν παρουσιάζει δυσάρεστες εκπλήξεις ή υπαναχωρήσεις κατά την εξέλιξή της, καθαρή δουλειά: «αυτό που μ’ αρέσει σ’ αυτόν τον άνθρωπο, είναι που θέλει να κάνει πάντα παστρικές δουλειές». (Λαϊκό τραγούδι: παστρικές δουλειές δεν φτιάνεις, άλλα μου λες κι άλλα μου κάνεις, μου τη σκας κι αλλού γυρίζεις κι αποδώ δε χαμπαρίζεις). β. επιχείρηση  που παρουσιάζεται καθαρή και νοικοκυρεμένη: «δουλεύει σε μια παστρική δουλειά». γ. δουλειά που είναι τίμια: «δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, γιατί είναι παστρική δουλειά». δ. δουλειά που διεκπεραιώνεται σε άνετο, υγιεινό και ευπρεπισμένο περιβάλλον: «οι τραπεζικοί έχουν απ’ τις πιο παστρικές δουλειές». ε. τεχνική εργασία που προτείνεται ή παραδίδεται σε κάποιον με μεθοδικότητα και με όλες τις σωστές προδιαγραφές: «χρόνια είχαν να μου παρουσιάσουν τόσο παστρική δουλειά»·
- πατώ δουλειά ή πατώ σκληρή δουλειά, εργάζομαι πολύ εντατικά, πολύ σκληρά: «όλη τη μέρα πατάει σκληρή δουλειά, γιατί έχει να θρέψει πέντε στόματα»·
- πάτωσε η δουλειά, η δουλειά, εμπορική ή τεχνική, δεν παρουσιάζει καμιά εξέλιξη, βρίσκεται σε στασιμότητα: «απ’ τη μια οι απεργίες, απ’ την άλλη οι καταλήψεις, ήρθε και πάτωσε η δουλειά»·
- πεθαίνω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. σκοτώνομαι στη δουλειά·
- πεθαμενατζίδικη δουλειά ή πεθαμενατζίδικες δουλειές, α. δουλειά που είναι επιφορτισμένη με την ταφή των νεκρών, το γραφείο κηδειών ή το γραφείο τελετών, όπως καθιερώθηκε να λέγεται από τη δεκαετία του 1960: «έχει μια πεθαμενατζίδικη δουλειά, κι εδώ ταιριάζει απόλυτα αυτό που λένε, ο θάνατός σου η ζωή μου». β. επιχείρηση χωρίς διόλου προοπτική κέρδους ή εξέλιξης, που βρίσκεται σε πλήρη απραξία, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας: «έχει μια πεθαμενατζίδικη δουλειά κι έχει ταράξει τον κόσμο στα δανεικά». γ. βαρετή δουλειά, που δεν απαιτεί ενεργητικότητα, ευελιξία: «τι περιμένεις από άνθρωπο που έκανε τόσα χρόνια πεθαμενατζίδικη δουλειά, μπορεί να προκόψει στην αγορά;»·
- περπατά η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται ομαλά, κανονικά: «όταν υπάρχει εργασιακή και κοινωνική ηρεμία περπατά η δουλειά»·
- πεταμένη δουλειά, α. εργασία που έγινε άσκοπα ή που έγινε πολύ κακότεχνη: «τόση κούραση για πεταμένη δουλειά || τι πεταμένη δουλειά είναι αυτή που μου ’κανες;». β. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση εντελώς ασήμαντη, εντελώς ανάξια λόγου: «έχει μια πεταμένη δουλειά και μας κάνει το βιομήχανο»·
- πέφτει σκληρή δουλειά, βλ. φρ. πέφτει σκυλίσια δουλειά·
- πέφτει σκυλίσια δουλειά, συνήθως η εργασία είναι πολύ σκληρή, γίνεται μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες: «δε μένει κανείς για πολύ καιρό σ’ αυτό το εργοστάσιο, γιατί πέφτει σκυλίσια δουλειά»·
- πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά, αρχίζω να δουλεύω εντατικά, αφοσιώνομαι στη δουλειά: «μόλις απολύθηκε απ’ το στρατό, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για να ξεκουράσει τον πατέρα του»·
- πέφτω με το κεφάλι στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά·
- πέφτω μονός διπλός στη δουλειά, επιστρατεύω όλες μου τις δυνάμεις για να τελειώσω μια δουλειά: «είχε μια ποινική ρήτρα κι έπεσε μονός διπλός στη δουλειά για να την παραδώσει στην ημερομηνία που έπρεπε»·
- πήγε αμόντε η δουλειά, έγινε άδικα, ανώφελα: «τόσος κόπος για να την τελειώσω και πήγε αμόντε η δουλειά»·
- πηδιέμαι στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. σκοτώνομαι στη δουλειά·
- πήζω απ’ τη δουλειά ή πήζω στη δουλειά, δουλεύω τόσο πολύ, έχω τόσο πολλή δουλειά, που μου προκαλεί ψυχική δυσφορία: «έχω τέτοια δουλειά, που το μισό χρόνο κάθομαι, αλλά τον άλλο μισό πήζω στη δουλειά»·
- πιάνω δουλειά, α. βρίσκω θέση εργασίας, αρχίζω να εργάζομαι: «είχε ένα γνωστό στο υπουργείο κι έπιασε δουλειά ως δασοφύλακας». β. ξεκινάω την ημερήσια εργασία μου: «κάθε μέρα πιάνω δουλειά στις εφτά το πρωί»·
- πιασάδικη δουλειά ή πιασάδικες δουλειές, βλ. φρ. πιασάρικη δουλειά·
- πιασάρικη δουλειά ή πιασάρικες δουλειές, α. δουλειά που σίγουρα θα αποφέρει κέρδος: «ασχολείται μόνο με πιασάρικες δουλειές». β. δουλειά, ιδίως θέση εργασίας στο δημόσιο, όπου αυτός που την κατέχει είναι εκτεθειμένος στη δωροδοκία: «είναι σε μια πιασάρικη δουλειά στο υπουργείο συγκοινωνιών και μέσα σε δυο χρόνια έχει χτίσει ολόκληρη βίλα»·
- πλακώνομαι στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά·
- πλακώνω τη δουλειά, ασχολούμαι μαζί της εντατικά: «μόλις πλάκωσα τη δουλειά, μέσα σε λίγες ώρες την είχα τελειώσει»·
- πλάκωσε δουλειά, α. παρατηρείται ιδιαίτερα αυξημένη εμπορική κίνηση: «σε μια περίοδο που κανονικά θα ’πρεπε να χτυπάμε μύγες, πλάκωσε δουλειά». β. παρατηρείται αιφνίδια αυξημένη προσέλευση πελατών σ’ ένα εμπορικό κατάστημα; «όλο το πρωί δεν είχε πατήσει άνθρωπος στο μαγαζί, προς το μεσημέρι όμως πλάκωσε δουλειά»·
- πληκτική δουλειά, βλ. φρ. ανιαρή δουλειά·
- πνίγεται στη δουλειά! ή πνίγηκε στη δουλειά! βλ. συνηθέστ. σκοτώνεται στη δουλειά(!)·
- πνίγομαι στη δουλειά, έχω υπερβολική δουλειά: «κάθε καλοκαίρι που έρχονται οι τουρίστες στο νησί, πνίγομαι στη δουλειά»·
- ποδαράτη δουλειά ή ποδαράτες δουλειές, βλ. φρ. δουλειά στο πόδι·
- πού γίνεται η δουλειά! ποιο είναι το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο παρουσιάζεται η δυσκολία, το εμπόδιο στη δουλειά ή στην υπόθεση που μου αναφέρεις: «μου μιλάς τόση ώρα για δυσκολίες και προβλήματα και δε μου ’πες ακόμα πού συγκεκριμένα γίνεται η δουλειά!»·
- πού θα πάει αυτή η δουλειά; έκφραση αγανακτισμένου ή εκνευρισμένου ατόμου, που θέλει να θέσει τέρμα στις συνεχείς ενοχλήσεις κάποιου για εξυπηρέτηση, που θέλει να του επισημάνει τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά του ή που είναι ενοχλημένος από πράξη ή κατάσταση που επαναλαμβάνεται από κάποιον συστηματικά: «πού θα πάει αυτή η δουλειά, να ’ρχεσαι κάθε λίγο και λιγάκι και να μου ζητάς δανεικά; || πού θα πάει αυτή η δουλειά, να παρατάς κάθε τόσο την οικογένειά σου και να τριγυρνάς με τις παρδαλές στα μπουζούκια; || πού θα πάει αυτή η δουλειά, κάθε μεσημέρι, την ώρα που θέλω να κοιμηθώ, να ’χεις το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το δε μου λες. Συνών. πού θα πάει αυτή η κατάσταση; / πού θα πάει αυτός ο χαβάς; / πού θα πάει η βαλίτσα(;)·        
- πού την πας τη δουλειά! ποιος είναι ο σκοπός σου, τι επιδιώκεις, μέχρι πού είσαι διατεθειμένος να φτάσεις: «πού την πας τη δουλειά και συμπεριφέρεσαι ξαφνικά με τόσο απαράδεκτο τρόπο!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται και άλλοτε ακολουθεί το μπορείς να μου πεις·
- πούστικη δουλειά ή πούστικες δουλειές, α. εργασία ή υπόθεση που παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες και για το λόγο αυτό, δεν είναι επιθυμητή από κανέναν: «μπλέχτηκα χωρίς να το καταλάβω με μια πούστικη δουλειά και τόσο καιρό δεν μπορώ να ξεμπλέξω». β. δουλειά ή υπόθεση που δε διακρίνεται για τη διαφάνειά της: «αν θέλεις να κάνουμε συνεταιρισμό, θα τα βάλουμε όλα επί τάπητος, γιατί δε μ’ αρέσουν οι πούστικες δουλειές». γ. υπόθεση ή κατάσταση που ενδέχεται να είναι επικίνδυνη, να εκθέσει δημοσίως αυτόν που συμμετέχει: «δεν μπλέκομαι σε πούστικες δουλειές, γιατί θέλω να ’χω το κεφάλι μου ήσυχο || δεν μπερδεύομαι με πούστικες δουλειές, γιατί έχω κακιά πείρα». δ. ύπουλη συμπεριφορά: «είμαστε χρόνια φίλοι και δεν περίμενα από σένα τέτοια πούστικη δουλειά»·
- πουτανιάρικη δουλειά ή πουτανιάρικες δουλειές, δουλειά που είναι στημένη με έξυπνο, με εντυπωσιακό τρόπο, που προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού, άσχετα αν αξίζει ή όχι: «είναι μάνα στο να στήνει πουτανιάρικες δουλειές»·
- πουτανίστικη δουλειά ή πουτανίστικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. πούστικη δουλειά·
- πρόκοψε η δουλειά, εξελίχθηκε με επιτυχία, πέτυχε απόλυτα και αποδίδει οικονομικά: «έβαλε όλα τα δυνατά του κι όλες τις γνώσεις του, ώσπου στο τέλος πρόκοψε η δουλειά»· βλ. και φρ. την πρόκοψε τη δουλειά(!)·
- πρόκοψε στη δουλειά, πέτυχε οικονομικά ή επαγγελματικά: «απ’ τη στιγμή που άφησε τις κακές παρέες, πρόκοψε στη δουλειά»·
- πρόλαβα στο τσακ τη δουλειά, πρόλαβα λίγο πριν πραγματοποιηθεί κάτι τελεσίδικα, ιδίως κάτι κακό: «του την είχαν στημένη να υπογράψει ένα συμβόλαιο που δεν τον συνέφερε καθόλου, αλλά ευτυχώς πρόλαβα στο τσακ τη δουλειά και γλίτωσε ο άνθρωπος»·
- πρόλαβα στο τσαφ τη δουλειά, βλ. φρ. πρόλαβα στο τσακ τη δουλειά·
- προσεγμένη δουλειά ή προσεγμένες δουλειές, τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία που έγινε με φροντίδα, προσοχή και υπευθυνότητα: «κάθε φορά που έχω πρόβλημα στ’ αυτοκίνητό μου, το πηγαίνω στον τάδε μηχανικό γιατί κάνει προσεγμένη δουλειά»·
- πρόσεχε μην πάθεις τη δουλειά ή πρόσεχε μην πάθεις καμιά δουλειά ή πρόσεχε μην την πάθεις τη δουλειά, προτροπή σε κάποιον να είναι προσεκτικός σε κάποια ενέργειά του, για να μην πάθει κάποια σοβαρή ζημιά: «τον τελευταίο καιρό βλέπω πως κάνεις παρέα με κάτι αλήτες, γι’ αυτό, πρόσεχε μην πάθεις καμιά δουλειά». Το υπονοούμενο στην προκειμένη περίπτωση είναι να προσέχει να ην υποστεί τη σεξουαλική πράξη·
- προσωπική δουλειά, επιχείρηση ή υπόθεση που ανήκει σε ένα μόνο άτομο ή αναφέρεται στην ιδιωτική του ζωή: «όλο αυτό το συγκρότημα είναι προσωπική δουλειά του τάδε || έχει μάθει να μη μπλέκεται στις προσωπικές δουλειές των άλλων»·
- προσωπική σου δουλειά, βλ. λ. δική σου δουλειά·
- πρόχειρη δουλειά ή πρόχειρες δουλειές, α. τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία που γίνεται βιαστικά και χωρίς σκέψη, η προχειροδουλειά: «διέκοψα κάθε συνεργασία μαζί του, γιατί μου παρέδιδε συνέχεια πρόχειρες δουλειές». β. δουλειά εμπορική ή τεχνική, που δεν αποσκοπεί στο κέρδος, αλλά στην προσωπική απασχόληση: «απ’ τον καιρό που βγήκε στη σύνταξη έστησε μια πρόχειρη δουλειά για να περνάει την ώρα του»·
- προχωράει η δουλειά, εξελίσσεται ομαλά, εξελίσσεται κανονικά, οδεύει προς το τέρμα της: «παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, προχωράει η δουλειά || παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζω με τους εργάτες, προχωράει η δουλειά»·
- προχωρώ τη δουλειά, τη διεκπεραιώνω ομαλά, κανονικά: «παρά τη χρηματική στενότητα που αντιμετωπίζω, προχωρώ τη δουλειά, μη στενοχωριέσαι»·
- πώς πάει η δουλειά; ή πώς πάν’ οι δουλειές; ερώτηση ενδιαφέροντος από κάποιον για την πορεία της δουλειάς μας, των εργασιών μας. (Λαϊκό τραγούδι: γεια σας φίλοι, τι χαμπάρια, δε μου λέτε πώς περνάτε, πώς πηγαίνουν οι δουλειές σας, με τη φτώχεια πώς τα πάτε;
- πώς τη βλέπεις τη δουλειά; λέγεται με επιθετική διάθεση σε κάποιον που μας συμπεριφέρεται προκλητικά: «πώς τη βλέπεις τη δουλειά; Αν θέλεις να πλακωθούμε στο ξύλο, πολύ ευχαρίστως»·
- πώς την είδες τη δουλειά; α. τι νομίζεις, τι φαντάζεσαι, ποια είναι η γνώμη σου για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή για τη συγκεκριμένη υπόθεση(;): «για πες μου εσύ που τον ξέρεις, απ’ αυτά που είπε πώς την είδες τη δουλειά, θα με βοηθήσει; || εσύ που τους ξέρεις καλά, πώς την είδες τη δουλειά; Θα ξαναγαπήσουν ή το πηγαίνουν για χωρισμό;». β. λέγεται και με απειλητική διάθεση σε κάποιον που μας συμπεριφέρεται επιθετικά: «πώς την είδες τη δουλειά, νομίζεις πως σε φοβάμαι;»·
- πώς την ψάχνεις τη δουλειά; βλ. φρ. πώς τη βλέπεις τη δουλειά(;)·  
- ράβε ξύλωνε, δουλειά να μη σου λείπει, λέγεται γι’ αυτούς που επανέρχονται μάταια στην ίδια ασχολία·
- ραχατλίδικη δουλειά ή ραχατλίδικες δουλειές, δουλειά που γίνεται με απεριόριστη άνεση, που διεκπεραιώνεται χωρίς καθόλου βιασύνη ή χωρίς καθόλου πίεση: «κάθε βράδυ μας έρχεται ξεκούραστος, γιατί δουλεύει σε μια ραχατλίδικη δουλειά»·
- ρέβω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. σκοτώνομαι στη δουλειά·
- ρεγουλαρισμένη δουλειά, επιχείρηση που λειτουργεί ομαλά, χωρίς προβλήματα, που λειτουργεί απρόσκοπτα, ή εργασία σχεδιασμένη πάνω σε σωστές βάσεις και γι’ αυτό αποτελεσματική, αποδοτική, σταθερή: «όποτε θέλει, ταξιδεύει στο εξωτερικό, γιατί έχει μια ρεγουλαρισμένη δουλειά και δε φοβάται μήπως του δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα»·
- ρισκάρω τη δουλειά, τη διακινδυνεύω με κάποιο παράτολμο εγχείρημά μου: «οι  καιροί είναι δύσκολοι, γι’ αυτό δε ρισκάρω τη δουλειά με νέα ανοίγματα στην αγορά»·
- ρίχνει σκυλίσια δουλειά, δουλεύει πολύ σκληρά, δουλεύει μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες: «όλη τη μέρα ρίχνει σκυλίσια δουλειά στα λατομεία για να θρέψει την οικογένειά του»·
- ρίχνομαι με τα μούτρα στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά·
- ρίχνω δουλειά ή ρίχνω σκληρή δουλειά, βλ. φρ. πατώ δουλειά·
- ρίχνω έξω τη δουλειά ή ρίχνω τη δουλειά έξω, τη χρεοκοπώ: «είχε συνέχεια το μυαλό του στα γλέντια και στις διασκεδάσεις κι έριξε έξω τη δουλειά»·
- ρίχνω λεφτά στη δουλειά, επενδύω χρήματα σε μια εργασία ή επιχείρηση: «αν δεν έριχνε λεφτά στη δουλειά ο φίλος του, θα χρεοκοπούσε»·
- ρίχνω όλο το βάρος μου στη δουλειά, ενεργοποιούμαι συστηματικά και εντατικά στη δουλειά: «πρέπει να μαζέψω ορισμένα χρήματα για το γάμο της κόρης μου, γι’ αυτό έριξα όλο το βάρος μου στη δουλειά»·
- ρίχνω πίσω τη δουλειά, την αναβάλλω, την καθυστερώ: «επειδή δεν του πλήρωσαν την προκαταβολή που συμφώνησαν, έριξε πίσω τη δουλειά»·
- ρολάρει η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση εξελίσσεται αργά, αλλά ομαλά: «στην αρχή είχε πολλά προβλήματα, αλλά τώρα άρχισε να ρολάρει η δουλειά»·
- ρουτινιάρικη δουλειά ή ρουτινιάρικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. δουλειά ρουτίνας·
- ρουφιάνα δουλειά, βλ. συνηθέστ. πούστικη δουλειά·
- σακατεύομαι στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. σκοτώνομαι στη δουλειά·
- σακουλεύομαι τη δουλειά, βλ. συνηθέστ. παίρνω πρέφα τη δουλειά·
- σαματατζίδικη δουλειά ή σαματατζίδικες δουλειές, α. δουλειά ή εργασία που κατά την εκτέλεσή της προκαλεί μεγάλο θόρυβο ή φασαρία: «έχω δίπλα στο σπίτι μου ένα μηχανουργείο και δεν μπορείς να φανταστείς τι τραβάω, γιατί δεν υπάρχει πιο σαματατζίδικη δουλειά!». β. δουλειά, ιδίως εμπορική, που έχει να κάνει με πολύ κόσμο: «αν δουλέψεις κι εσύ σε σούπερ μάρκετ, θα καταλάβεις πόσο σαματατζίδικη δουλειά είναι, ιδίως το Σάββατο»·
- σε δουλειά να βρισκόμαστε, α. ανώφελη απασχόληση, που δεν είναι αναγκαία, αλλά που γίνεται μόνο και μόνο να σκοτώνει κανείς την ώρα του: «άρχισα να βάφω πάλι τα κάγκελα της αυλής μου, σε δουλειά να βρισκόμαστε». β. λόγια, κουβεντολόι χωρίς ουσία, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, που γίνεται μόνο και μόνο για να περνάει η ώρα: «απορείς κι εσύ τι λέμε τόση ώρα, σε δουλειά να βρισκόμαστε». γ. λέγεται με δυσφορία στην περίπτωση που κάποιος υποχρεώνεται να κάνει κάτι που του είναι ανεπιθύμητο ή που το κρίνει ανώφελο: «μ’ έβαλε να ελέγξω για τρίτη φορά τα τιμολόγια, σε δουλειά να βρισκόμαστε». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το να ή το έτσι ή το μόνο και μόνο. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- σιγά στη δουλειά! ή σιγά τη δουλειά! βλ. φρ. σπουδαία δουλειά(!)·
- σιγουρεύω τη δουλειά, εξασφαλίζω μια δουλειά ή μια υπόθεση από τυχόν κινδύνους: «πριν υπογράψω το συμβόλαιο, το δίνω πρώτα στο δικηγόρο μου να το ελέγξει για να σιγουρέψω τη δουλειά»·
- σκάλωσε η δουλειά, ενώ εξελισσόταν ομαλά, συνάντησε κάποιο εμπόδιο ή κάποια δυσκολία κι έπαψε να εξελίσσεται προσωρινά: «με τις συνεχιζόμενες απεργίες μου λείπουν πολλοί εργάτες, γι’ αυτό σκάλωσε η δουλειά»·
- σκαμπανεβάζει η δουλειά, η δουλειά, ιδίως εμπορική, δεν έχει σταθερή εμπορική κίνηση, άλλοτε παρατηρείται αυξημένη εμπορική κίνηση και άλλοτε όχι: «δεν μπορώ να υπολογίσω σωστά τις παραγγελίες που πρέπει να κάνω, γιατί τον τελευταίο καιρό σκαμπανεβάζει η δουλειά»·
- σκάρτη δουλειά, εργασία τεχνική ή κατασκευαστική που έγινε με προχειρότητα και για το λόγο αυτό είναι ελαττωματική: «αν έβλεπες τα σχέδια, ακόμη κι εσύ που είσαι άσχετος θα καταλάβαινες πόσο σκάρτη δουλειά είχε κάνει»·
- σκαρφίζομαι μια δουλειά, επινοώ, εφευρίσκω μια δουλειά: «κάθε τόσο σκαρφίζεται  και μια δουλειά για να τα κονομήσει»·
- σκαρώνω μια δουλειά, οργανώνω μια ευκαιριακή επιχείρηση, ιδίως παράνομη: «έμαθα πως ο τάδε σκαρώνει μια δουλειά, που έχει καλή κονόμα».(Λαϊκό τραγούδι: δυο κουτσαβάκια πιάσανε στο καπηλειό του Ντάλα, γιατί σκαρώσανε δουλειές αχ, και πράματα μεγάλα)· βλ. και φρ. του σκαρώνω μια δουλειά ·
- σκατά δουλειά! ήταν ψέμα πως υπάρχει δουλειά, πως υπάρχει εργασία, ήταν ψεύτικη η υπόσχεση ή η διάδοση πως θα δοθούν θέσεις εργασίας: «η κυβέρνηση υποσχέθηκε νέες θέσεις εργασίας, αλλά μέχρι τώρα σκατά  δουλειά! || ήθελε να τα φτιάξει με την αδερφή μου και μου υποσχόταν μια θέση στο εργοστάσιό του, αλλά, όταν έφαγε απ’ αυτή τη χυλόπιτα, εγώ σκατά δουλειά!»·
- σκατατζίδικη δουλειά, δουλειά σχετική με τις εκκενώσεις βόθρων: «αφού γέμισε ο βόθρος του σπιτιού σου, θα βρεις κάποιον που έχει σκατατζίδικη δουλειά για να στον αδειάσει»·
- σκατένια δουλειά, α. εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε με ευτελή υλικά και, κατ’ επέκταση, πρόχειρα: «αν μου ξαναφέρεις τέτοια σκατένια δουλειά, θα στη φέρω στη μάπα». β. δουλειά, ιδίως τεχνική, που μας δημιουργεί πολλά δυσάρεστα προβλήματα: «έχει μπλέξει με μια σκατένια δουλειά και τραβάει τα μαλλιά του»·
- σκατιάρικη δουλειά, επιχείρηση ασήμαντη, ανάξια λόγου, τιποτένια: «έχει κι αυτός μια σκατιάρικη δουλειά και φαντάζεται πως είναι βιομήχανος»·
- σκάτωσε η δουλειά, περιήλθε σε στασιμότητα και κατ’ επέκταση, απέτυχε: «δεν είχε το νου του στην επιχείρηση, γι’ αυτό σκάτωσε η δουλειά»·
- σκεπάζω τη δουλειά, αποσιωπώ, συγκαλύπτω ένοχη, επιλήψιμη ή παράνομη πράξη: «είναι τελευταία φορά που σκεπάζω τη δουλειά, γιατί στο εξής θα αναφέρω στη διεύθυνση κάθε παράβασή σου»·
- σκίζομαι στη δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά: «έχω ένα μπαράκι στο τάδε νησί και κάθε καλοκαίρι σκίζομαι στη δουλειά»·
- σκιτζίδικη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε χωρίς τέχνη, που έγινε με προχειρότητα, με αδεξιότητα: «δεν ξαναπατάω σ’ αυτόν το μηχανικό, γιατί μου κάνει συνέχεια σκιτζίδικη δουλειά»·
- σκληρή δουλειά, εργασία κοπιαστική, επίπονη: «είναι πολύ σκληρή δουλειά να δουλεύεις στα νταμάρια»·
- σκόνταψε η δουλειά, η δουλειά, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, συνάντησε κάποιο εμπόδιο, κάποια δυσκολία κι έπαψε προσωρινά  να εξελίσσεται: «θα ξεκινούσα αύριο με τα συνεργεία, αλλά σκόνταψε η δουλειά στην πολεοδομία»·
- σκόρπισε η δουλειά, η δουλειά, ιδίως εμπορική, απέτυχε εντελώς, διαλύθηκε, χρεοκόπησε: «απ’ τη στιγμή που είχε το μυαλό του όλο στα γλέντια, σκόρπισε η δουλειά»·
- σκοτεινή δουλειά ή σκοτεινές δουλειές, εργασία ή υπόθεση ύποπτη, παράνομη: «κάνει σκοτεινές δουλειές και κανένας δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι || απ’ τη στιγμή που έχει επέμβει ο εισαγγελέας, θα πρέπει να είναι πολύ σκοτεινή δουλειά»·
- σκοτώνεται στη δουλειά! ή σκοτώθηκε στη δουλειά! ειρωνική έκφραση αμφισβήτησης σε άτομο που υποστηρίζει πως, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, έχει πολύ δουλειά ή εργάζεται πάρα πολύ σκληρά: «ο τάδε δουλεύει απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. -Σκοτώνεται στη δουλειά! Εγώ, πάντως, τον βλέπω συνέχεια αραχτό στο μπαράκι». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι μωρέ ή το σιγά μωρέ ή το ναι ρε ή το σιγά ρε·
- σκοτωμένη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, που ανέλαβε να τη φέρει κάποιος σε πέρας έναντι μηδαμινής αμοιβής, έναντι ελάχιστου κέρδους: «πήρα μια σκοτωμένη δουλειά, μόνο και μόνο για να μην κάθεται το προσωπικό μου»·
- σκοτώνομαι στη δουλειά, κουράζομαι υπερβολικά στην τεχνική ή εμπορική δουλειά που κάνω, καταβάλλομαι, καταπονούμαι, είτε γιατί είναι πολύ κοπιαστική είτε γιατί υπάρχει τόση κίνηση, που εργάζομαι συνεχώς, γενικά εργάζομαι εξαντλητικά: «δουλεύει σ’ ένα σούπερ μάρκετ κι όλη τη βδομάδα σκοτώνεται στη δουλειά || απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ σκοτώνεται στη δουλειά, γιατί θέλει να ξεχρεώσει ένα διαμερισματάκι που αγόρασε»·
- σκυλίσια δουλειά, πολύ σκληρή δουλειά, που γίνεται μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες: «όποιος δε δούλεψε λιμενεργάτης, δεν μπορεί να καταλάβει τι πάει να πει σκυλίσια δουλειά»·
- σουτάρισε η δουλειά, απέτυχε, χρεοκόπησε: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες που γίνονται, σουτάρισε η δουλειά»·
- σπάτσα η δουλειά, τέλειωσε η δουλειά, διεκπεραιώθηκε η υπόθεση: «τι έγινε με κείνο που σου ’χα αναθέσει; -Σπάτσα η δουλειά». Το σπάτσα, συγκοπή του ρ. σπατσάρω·
- σπατσάρω απ’ τη δουλειά, τελειώνω από τη δουλειά όπου εργάζομαι, σχολνώ: «θα ’ρθω να σε βρω κατά τις τέσσερις που σπατσάρω απ’ τη δουλειά»·
- σπατσάρω τη δουλειά, τελειώνω, περατώνω, διεκπεραιώνω μια εργασία ή μια υπόθεση: «σε δυο βδομάδες υπολογίζω να σπατσάρω τη δουλειά»·
- σπάω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. σκοτώνομαι στη δουλειά·
- σπέσιαλ δουλειά, α. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση οργανωμένη πάνω σε σωστές προδιαγραφές, η οποία αμείβει ικανοποιητικά όλους όσοι απασχολούνται σε αυτή: «είμαι πολύ ευχαριστημένος, γιατί δουλεύω σε μια σπέσιαλ δουλειά». β. εργασία, ιδίως τεχνική, που εντυπωσιάζει με την πληρότητα ή την αρτιότητά της, που είναι γενικά αποδεκτή: «μου παρέδωσε μια πολύ σπέσιαλ δουλειά»·
- σπιτικές δουλειές, βλ. φρ. δουλειές του σπιτιού·
- σπουδαία δουλειά! λέγεται στην περίπτωση που θεωρούμε κάτι εντελώς ασήμαντο ή που αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα ή τη δυσκολία που μας αναφέρει κάποιος πως παρουσιάζει κάποια δουλειά ή κάποια υπόθεση: «αγόρασε κι αυτός αυτοκίνητο και σπουδαία δουλειά! || ξέρεις τι δύσκολη δουλειά που είναι να κουμαντάρεις ολόκληρο περίπτερο; -Σπουδαία δουλειά! || ξέρεις τι δύσκολη δουλειά που ήταν να τους τα συμβιβάσω; -Σπουδαία δουλειά!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι, μωρέ ή το σιγά, μωρέ κι άλλες φορές η φρ. κλείνει με το μωρέ ή με το ρε. Συνών. σιγά στη δουλειά! ή σιγά τη δουλειά! / σιγά στο πράγμα! ή σιγά το πράγμα! / σιγά τ’ αβγά! (α) / σιγά τα λάχανα! / σιγά τα ωά! / σιγά τον πολυέλαιο! / σπουδαία τα λάχανα / σπουδαίο πράγμα! ή σπουδαίο το πράγμα(!)·
- σπουδαία δουλειά, βλ. συνηθέστ. σπέσιαλ δουλειά·
- σταμάτησε η δουλειά, έπαψε να προοδεύει, να εξελίσσεται, βρίσκεται σε στασιμότητα για διάφορους λόγους: «απ’ τη στιγμή που δεν υπάρχουν λεφτά σταμάτησε η δουλειά || μετά την κατάληψη του εργοστασίου απ’ τους εργάτες, σταμάτησε η δουλειά»·
- σταματώ απ’ τη δουλειά, διακόπτω την εργασία μου μετά από τη συμπλήρωση του εργασιακού ωραρίου: «κάθε μέρα σταματώ απ’ τη δουλειά μου στις τέσσερις τ’ απόγευμα»·
- σταματώ τη δουλειά, για διάφορους λόγους διακόπτω προσωρινά την εργασία που έχω αναλάβει: «επειδή δε μου ’δινε λεφτά ν’ αγοράσω τα υλικά, σταμάτησα τη δουλειά και θα τη συνεχίσω αργότερα»·
- σταντάρω τη δουλειά, α. επιβεβαιώνω τους όρους συμφωνίας της, τη σιγουρεύω: «αν δε σταντάρω πρώτα τη δουλειά, δεν αρχίζω καμιά εργασία». β. υπολογίζω προσεχτικά τις δυσκολίες ή τις ιδιαιτερότητες που τυχόν έχει: «έχει μαζέψει τους συμβούλους του και σταντάρει τη δουλειά που του έχουν προτείνει»·
- στενάχωρη δουλειά, δουλειά ή εργασία που προκαλεί στενοχώρια: «οπωσδήποτε η δουλειά σ’ ένα γραφείο κηδειών είναι στενάχωρη δουλειά»·
- στήνω μια δουλειά, βλ. φρ. μοντάρω μια δουλειά· βλ. και φρ. του στήνω μια δουλειά·
- στραβώνομαι απ’ τη δουλειά ή στραβώνομαι στη δουλειά, ασχολούμαι με εργασία, ιδίως χειροτεχνική, που απαιτεί πολύ λεπτούς χειρισμούς, ή ασχολούμαι με εργασία κάτω από όχι ικανοποιητικό φωτισμό, πράγμα που δημιουργεί σοβαρή κούραση στα μάτια μου: «είναι μοδίστρα και όλη μέρα στραβώνεται στη δουλειά || στραβώθηκα απ’ τη δουλειά που κάνω, γιατί στο τούνελ που δουλεύω χρησιμοποιούμε για φωτισμό γκαζόλαμπες»·
- στράβωσε η δουλειά, ενώ εξελισσόταν ομαλά, συνάντησε κάποιο εμπόδιο και άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα: «πώς να μη στραβώσει η δουλειά μ’ όλες αυτές τις απεργίες που γίνονται κάθε μέρα!»·
- στριμώχνομαι στη δουλειά, αναγκάζομαι να δουλέψω εντατικά ή δουλεύω εντατικά: «επειδή είχε πολλές παραγγελίες, στριμώχτηκε στη δουλειά για να προλάβει να τις παραδώσει όλες || δουλεύει σ’ ένα σούπερ μάρκετ και ειδικά κάθε Σάββατο στριμώχνεται στη δουλειά»·
- στριμώχνομαι στη δουλειά μου, αντιμετωπίζω προβλήματα, ιδίως οικονομικά: «μην του ζητήσεις δανεικά, γιατί, απ’ ότι ξέρω, τον τελευταίο καιρό στριμώχνεται στη δουλειά του»·
- στρωμένη δουλειά, βλ. φρ. βρήκε στρωμένη δουλειά·
- στρώνομαι στη δουλειά, αρχίζω να δουλεύω ή να ασχολούμαι με κάτι συστηματικά και μεθοδικά: «στρώθηκε στη δουλειά για να ξεχρεώσει τ’ αυτοκίνητο που πήρε || μόλις απολύθηκε απ’ το στρατό, στρώθηκε στη δουλειά για ν’ αγοράσει αυτοκίνητο»·
- στρώνω τη δουλειά, κάνω τις ενδεδειγμένες ενέργειες για να φέρω μια δουλειά ή μια επιχείρηση σε ομαλή εξέλιξη ή λειτουργία: «επειδή είναι ειδικός στην οργάνωση επιχειρήσεων, του ανέθεσαν να στρώσει τη δουλειά»·
- στρώνω τον κώλο μου στη δουλειά, βλ. φρ. στρώνομαι στη δουλειά·
- στρωτή δουλειά, εμπορική κυρίως επιχείρηση που εξελίσσεται ομαλά, κανονικά: «αλίμονο από μας, γιατί αυτός έχει στρωτή δουλειά και δεν έχει σκοτούρες στο κεφάλι του»·
- συγκεντρώνομαι στη δουλειά, αφοσιώνομαι απερίσπαστος στη δουλειά που κάνω: «όταν συγκεντρώνεται στη δουλειά, δε σηκώνει κεφάλι, ο κόσμος να χαλάσει!»·
- συμμαζεμένη δουλειά, βλ. φρ. νοικοκυρεμένη δουλειά·
- σωστή δουλειά ή σωστές δουλειές, α. επιχείρηση ή εργασία, ιδίως τεχνική, που έγινε με τις σωστές προδιαγραφές: «μπορεί να μην είναι μεγάλη επιχείρηση, αλλά είναι σωστή δουλειά || τώρα μάλιστα, μου ’κανες σωστή δουλειά, κι όχι όπως την άλλη φορά, που ήταν για πέταμα ». β. δουλειά ή υπόθεση που συζητήθηκε ή συμφωνήθηκε με ειλικρίνεια και με διαφανείς διαδικασίες: «αν θέλεις να συνεργαστούμε, θα κάνουμε σωστές δουλειές για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο»·
- τα καταφέρνω στη δουλειά, καταφέρνω και αντεπεξέρχομαι στις απαιτήσεις της δουλειάς με την οποία ασχολούμαι: «παρόλο που είναι καινούριος, τα καταφέρνει στη δουλειά». Πολλές φορές, για περισσότερη έμφαση μετά το ρ. ακολουθεί το μια χαρά και πιο σπάνια η φρ. κλείνει με το μια χαρά ·
- τα μυστικά της δουλειάς, η γνώση γύρω από μια δουλειά, τέχνη ή επάγγελμα, που δεν πρέπει να γίνεται γνωστή, ιδίως στους ανταγωνιστές: «δε θα σου πω πώς ακριβώς το κάνω, γιατί είναι τα μυστικά της δουλειάς»·
- τα ρούχα της δουλειάς, τα ρούχα που φορούν οι εργάτες, οι μηχανικοί αυτοκινήτων και άλλοι που ασχολούνται σε χειρονακτικές εργασίες: «τα ρούχα της δουλειάς του ήταν γεμάτα λάσπες || τα ρούχα της δουλειάς του ήταν γεμάτα λάδια». (Λαϊκό τραγούδι: δε θαμπώνομαι, χρυσάφια κι αν φοράς, κι ας με βλέπεις με τα ρούχα της δουλειάς, ας είν’ καλά τα μπράτσα μου, η λεβεντιά, τα νιάτα μου
- τα στάνταρ της δουλειάς, τα σταθερά, τα σίγουρα, τα συνηθισμένα που χρειάζονται σε μια δουλειά ή εργασία: «δεν μπορώ να σου βγάλω κοστολόγιο, αν δεν έχω τα στάνταρ της δουλειάς»·
- τα τυχερά της δουλειάς, διάφορα επιπλέον ωφελήματα κάποιου από τη δουλειά του, το επάγγελμά του, ιδίως αυτά που έχουν σχέση με τη γυναίκα ή τα ερωτικά: «δουλεύει σ’ ένα ξενοδοχείο και κάθε τόσο βγάζει καινούρια γκόμενα. Τα τυχερά της δουλειάς, βλέπεις». Συνών. τα τυχερά του επαγγέλματος·
- τέλεια δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή κατασκευαστική, που έγινε με τέχνη, όρεξη και μεράκι: «αυτός ο μηχανικός σου παραδίδει πάντοτε τέλεια δουλειά»·
- τελειωμένη δουλειά, υπόθεση που συμφωνήθηκε, που διεκπεραιώθηκε ή που είναι σίγουρο πως θα ολοκληρωθεί: «αφού είναι τελειωμένη δουλειά, ας δώσουμε τα χέρια || απ’ αυτή τη στιγμή δε θέλω να στενοχωριέσαι και πες πως είναι τελειωμένη δουλειά αυτό που σ’ ενδιαφέρει»·
- τελμάτωσε η δουλειά, περιήλθε σε αδιέξοδο, σε στασιμότητα: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες τελμάτωσε η δουλειά»·
- τεμπέλικη δουλειά, δουλειά ξεκούραστη και χωρίς ευθύνες: «ένα κομματόσκυλο του κερατά ήταν και το κόμμα τον έβαλε σ’ αυτή την τεμπέλικη δουλειά, για να εξαργυρώσει τις αφίσες που είχε κολλήσει μέχρι τώρα»·
- τεχνητή δουλειά, υπόθεση που διαμορφώθηκε επιτήδεια, έξυπνα, με σκοπό να εξαπατήσει κάποιον: «όλος αυτός ο θόρυβος για την υποτίμηση δήθεν της δραχμής είναι τεχνητή δουλειά των κερδοσκόπων»·
- τεχνική δουλειά, α. εργασία, ιδίως κατασκευαστική ή επιδιορθωτική, που έγινε με μεράκι και τέχνη: «ο μηχανικός έκανε τεχνική δουλειά στο τρακαρισμένο αυτοκίνητο». β. δουλειά που διεκπεραιώνεται από τεχνικό γραφείο: «ανέθεσε την τεχνική δουλειά σ’ ένα αρχιτεκτονικό γραφείο κι αυτός ανέλαβε όλες τις άλλες»·
- τζάμπα δουλειά, που έγινε χωρίς να αποφέρει κάποιο κέρδος ή όφελος, που έγινε μάταια ή που έγινε δωρεάν: «εγώ δεν κάνω ποτέ τζάμπα δουλειά»·
- τζαμπατζίδικη δουλειά ή τζαμπατζίδικες δουλειές, βλ. φρ. τζάμπα δουλειά·
- τζαναμπέτικη δουλειά ή τζαναμπέτικες δουλειές, εργασία, τεχνική ή κατασκευαστική, ή υπόθεση που έχει ή δημιουργεί πολλά προβλήματα, πολλές δυσκολίες: «έμπλεξα με μια τζαναμπέτικη δουλειά και δεν ξέρω πώς και πότε θα την τελειώσω»·
- τζίφος η δουλειά, (γενικά) η υπόθεση ή η δουλειά απέτυχε: «μας είχε υποσχεθεί πως θα έβαζε την υπογραφή του για να πάρουμε το δάνειο, αλλά την τελευταία στιγμή μετάνιωσε και τζίφος η δουλειά»·
- τη βρήκαμε τη δουλειά! βλ. συνηθέστ. δεν είναι δουλειά αυτή(!)·
- τη μάθαμε τη δουλειά! βλ. συνηθέστ. δεν είναι δουλειά αυτή(!)·
- τη σκαπούλαρε απ’ τη δουλειά ή τη σκαπουλάρισε απ’ τη δουλειά, έφυγε χωρίς άδεια από τη δουλειά του: «έχει προβλήματα με τ’ αφεντικό του, γιατί χτες τη σκαπούλαρε απ’ τη δουλειά και τον πήρε χαμπάρι»·
- τη σκαπούλαρε τη δουλειά ή τη σκαπουλάρισε τη δουλειά, α. γλίτωσε από κάποιο κίνδυνο: «έπεσε με τ’ αυτοκίνητό του σ’ ένα χαντάκι, αλλά τη σκαπούλαρε τη δουλειά με μερικές γρατζουνιές». β. γλίτωσε από κάποια ανεπιθύμητη εργασία που ήθελε να του αναθέσει κάποιος: «ήθελε ο διευθυντής να του δώσει να ενημερώσει το βιβλίο ταμείου, αλλά τη σκαπούλαρε τη δουλειά, γιατί αναβλήθηκε ο έλεγχος»·
- τη σκάτωσα τη δουλειά, την οδήγησα σε αποτυχία, σε χρεοκοπία: «επιχείρησα να εφαρμόσω νέες μεθόδους και τη σκάτωσα τη δουλειά»·
- την έκανα λαμόγια απ’ τη δουλειά, δεν πήγα, την έκανα κοπάνα: «την Κυριακή το βράδυ έγινα τύφλα στο μεθύσι, γι’ αυτό τη Δευτέρα την έκανα λαμόγια απ’ τη  δουλειά»·
- την έκανα λαμόγια τη δουλειά, ανέλαβα μια εργασία με όχι διαφανείς διαδικασίες: «είχα ένα φίλο βουλευτή και την έκανα λαμόγια τη δουλειά»·
- (την) έκλεισα τη δουλειά, α. τη συμφώνησα: «μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις την έκλεισα τη δουλειά». β. τη χρεοκόπησα: «είχα πολύ κακή διαχείριση, γι’ αυτό την έκλεισα τη δουλειά». γ. έθεσα εκτός λειτουργίας μια επιχείρηση, ανέστειλα οριστικά τη λειτουργία μιας επιχείρησης: «απ’ τη στιγμή που δεν παρουσίαζε το παραμικρό κέρδος, την έκλεισα τη δουλειά»·
- την έπαθε τη δουλειά, α. εξαπατήθηκε, ξεγελάστηκε: «δεν άκουγε τις συμβουλές μου να μη συνεταιριστεί μ’ αυτόν τον απατεώνα και την έπαθε τη δουλειά». β. (για γυναίκες) υπέστη τη σεξουαλική πράξη: «πίστεψε πως την αγαπούσε κι ένα βράδυ την έπαθε τη δουλειά»·
- την έψησα τη δουλειά, πέτυχα να την αναλάβω: «έκανα σκληρές διαπραγματεύσεις αλλά στο τέλος την έψησα τη δουλειά»·
- την έψησαν τη δουλειά, συμφώνησαν μια δουλειά ή μια υπόθεση στα κρυφά, χωρίς διαφανείς διαδικασίες: «μην ενδιαφέρεσαι άλλο για κείνη την εργολαβία, γιατί την έψησαν τη δουλειά οι κομματικοί παρατρεχάμενοι»·
- την κάνει τη δουλειά, (και για τα δυο φύλα) δέχεται να υποστεί τη σεξουαλική πράξη: «απ’ ό,τι ξέρω, την κάνει τη δουλειά από μικρό παιδί»·
- την κάνει τη δουλειά του (της), βλ. φρ. κάνει τη δουλειά του (της)·
- την κάνει τη δουλειά χαμαλίκι, κάνει μια δουλειά παρά τη θέλησή του, χωρίς όρεξη, σαν να κάνει αγγαρεία: «όταν του βάζουν να κάνει κάτι με το ζόρι, την κάνει τη δουλειά χαμαλίκι»·
- την πήδηξα τη δουλειά, γλίτωσα από κάποιον κίνδυνο που είχε διαγραφεί: «το φορτηγό ερχόταν ίσια επάνω μου, αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή έκανα ένα ζιγκ ζαγκ και την πήδηξα τη δουλειά»·
- την πρόκοψε τη δουλειά! (ειρωνικά) την οδήγησε σε αποτυχία, σε χρεοκοπία: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε ο τάδε τη διεύθυνση του εργοστασίου, την πρόκοψε τη δουλειά! || μια φορά είπα κι εγώ να του αναθέσω μια υπόθεση και την πρόκοψε τη δουλειά!»·
- την τρέχω τη δουλειά, δουλεύω εντατικά για να τελειώσω: «επειδή πλησιάζει η προθεσμία παράδοσης, την τρέχω τη δουλειά»·
- την τσίτωσε τη δουλειά, πέθανε, σκοτώθηκε: «έπεσε με τ’ αυτοκίνητο του πάνω σ’ ένα τοίχο και την τσίτωσε τη δουλειά»·
- την τσόλιασε τη δουλειά, κουκούλωσε, σκέπασε μια δουλειά ή μια υπόθεση που ήταν παράνομη: «τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω να κλέβει, αλλά την τσόλιασε τη δουλειά ο θείος του ο βουλευτής και τη γλίτωσε»·
- της τη σκάρωσα τη δουλειά, (για γυναίκες) βλ. συνηθέστ. της την έκανα τη δουλειά·
- της την έκανα τη δουλειά, (για γυναίκες) την ξεγέλασα και κατάφερα να της επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «από δω την είχα, από κει την είχα, στο τέλος της την έκανα τη δουλειά»·
- της την έφτιαξα τη δουλειά, (για γυναίκες) βλ. συνηθέστ. της την έκανα τη δουλειά·
- τι δουλειά είν’ αυτή! ή τι δουλειά κι αυτή! βλ. συνηθέστ. δουλειά είν’ αυτή(!)·
- τι δουλειά έχει! ή τι δουλειά έχει να κάνει! δεν υπάρχει απολύτως καμιά σχέση: «τι δουλειά έχει να κάνει αυτό που λέω ’γω μ’ αυτό που λες εσύ!»·
- τι δουλειά έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο; ή τι δουλειά έχει να κάνει ο φάντης με το ρετσινόλαδο; λέγεται στην περίπτωση που πάμε να συγκρίνουμε μεταξύ τους δυο εντελώς ανόμοια πράγματα·
- τι δουλειά έχεις εδώ; ποιος είναι ο λόγος της παρουσίας σου σε αυτό το χώρο που βρισκόμαστε; Όταν λέγεται υπό τύπον ελέγχου, πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το για πες μου·
- τι δουλειά έχεις μ’ αυτόν; τι είδους δοσοληψίες έχεις μαζί του, ποιος είναι ο λόγος που τον συναναστρέφεσαι; Λέγεται συνήθως με επιθετική ή επιτιμητική διάθεση: «τι δουλειά έχεις μ’ αυτόν που δεν έχει ούτε κοινωνική ούτε επαγγελματική σχέση μαζί σου;»·
- τι δουλειά έχεις να..., βλ. φρ. δεν είναι δουλειά σου να(...)·
- τι δουλειά έχω εγώ, βλ. συνηθέστ. δεν έχω καμιά δουλειά εγώ·
- τι δουλειά κάνεις; ποιες είναι οι επαγγελματικές σου δραστηριότητες, ποιο είναι το επάγγελμα που ασκείς(;): «εγώ είμαι δικηγόρος, εσύ τι δουλειά κάνεις;»·
- τι δουλειά κι αυτή! βλ. συνηθέστ. δουλειά κι αυτή(!)·
- τινάζω τη δουλειά στον αέρα, α. χρεοκοπώ μια επιχείρηση: «με τα ανοίγματα που έκανε, τίναξε τη δουλειά στον αέρα». β. φέρνω σε αδιέξοδο μια υπόθεση, γίνομαι αιτία να διαλυθεί μια συμφωνία: «είχε παράλογες απαιτήσεις και τίναξε τη δουλειά στον αέρα»·
- το ρίχνω στη δουλειά, ασχολούμαι εντατικά με τη δουλειά, με την εργασία: «αποφάσισε ν’ αγοράσει αυτοκίνητο και το ’ριξε στη δουλειά»· βλ. και φρ. τον ρίχνω στη δουλειά ·
- το στρώνω στη δουλειά, βλ. φρ. το ρίχνω στη δουλειά·
- τον αλαλιάζω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον βάζω σε μια δουλειά, μεσολαβώ για να βρει εργασία ή τον διορίζω σε κάποια θέση εργασίας: «μόλις απολυθεί ο γιος σου απ’ το στρατό, έχω τον τρόπο να τον βάλω σε μια δουλειά»·
- τον έχω πνιγμένο στη δουλειά, βλ. φρ. τον πνίγω στη δουλειά·
- τον ζουρλαίνω στη δουλειά,, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον ζώνω στη δουλειά, τον εξαναγκάζω, τον υποχρεώνω να εργαστεί: «μόλις απολύθηκε απ’ το στρατό, ο πατέρας του τον έζωσε στη δουλειά»·
- τον κόβω απ’ τη δουλειά, τον απολύω: «επειδή όλη μέρα έκανε κοπάνα, τον έκοψα κι εγώ απ’ τη δουλειά»· βλ. και φρ. του κόβω τη δουλειά·
- τον κόβω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον ματώνω στη δουλειά,  βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον ξεθεώνω στη δουλειά,, βλ. φρ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον ξεκάνω στη δουλειά,  βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον ξεσκίζω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·    
- τον ξετινάζω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·   
- τον πεθαίνω στη δουλειά, τον υποχρεώνω να εργάζεται πολύ σκληρά, εξοντωτικά: «απ’ τη μέρα που απολύθηκε απ’ το στρατό, ο πατέρας του τον πέθανε στη δουλειά»·
- τον πήδηξα στη δουλειά, του ανέθεσα τόσο δύσκολη ή τόσο κοπιαστική εργασία, που τον εξάντλησα: «σε σένα μπορεί να μην είχε όρεξη να δουλέψει, αλλά μόλις ήρθε στο πόστο μου, τον πήδηξα στη δουλειά»·
- τον πλακώνω στη δουλειά, βλ. φρ. τον πνίγω στη δουλειά·
- τον πνίγω στη δουλειά, του δίνω πάρα πολλή δουλειά είτε ως φίλος ή πελάτης είτε ως εργοδότης: «επειδή παραπονιόταν πως είχε κεσάτια, τον έπνιξα στη δουλειά || τον έπνιξε στη δουλειά τ’ αφεντικό και δεν μπορούσε να φύγει, αν δε την τελείωνε»·
- τον ρίχνω στη δουλειά, τον ξεγελώ, τον εξαπατώ, ιδίως σε κάποια συμφωνία: «πήγε μεθυσμένος να υπογράψει τα συμβόλαια κι ο άλλος τον έριξε στη δουλειά»· βλ. και φρ. το ρίχνω στη δουλειά·
- τον σακατεύω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ.  τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον σαπίζω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ.  τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον σκοτώνω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον σταματώ απ’ τη δουλειά μου, τον παύω, τον απολύω: «έκανε συνέχεια κοπάνα, γι’ αυτό τον σταμάτησα απ’ τη δουλειά»·
- τον στέλνω στη δουλειά του, (ειρωνικά) τον διώχνω, τον απομακρύνω, αφού προηγουμένως τον έχω ξεγελάσει, τον εξαπάτησα: «του ’φαγαν όλα τα λεφτά στα ζάρια κι ύστερα τον έστειλαν στη δουλειά του». (Λαϊκό τραγούδι: άιντε, του καημένου του Σωτήρη άιντε, του τη σκάσαν στο γεφύρι, και του πήραν τα λεφτά του και τον στείλαν στη δουλειά του
- τον στριμώχνω στη δουλειά, τον αναγκάζω, τον υποχρεώνω να δουλέψει: «μόλις απολύθηκε απ’ το στρατό, ο πατέρας του τον στρίμωξε στη δουλειά»·
- τον στρώνω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον στριμώχνω στη δουλειά·
- τον ταράζω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον τεζάρω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον τρελαίνω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον τρόμαξε  η δουλειά, είναι εξαιρετικά εργατικός, είναι πολύ δουλευταράς: «απ’ τη στιγμή που αποφάσισε να δουλέψει, τον τρόμαξε η δουλειά»·
- τον τσακίζω στη δουλειά, βλ. συνηθέστ.  τον πεθαίνω στη δουλειά·
- τον φοβήθηκε η δουλειά, βλ. φρ. τον τρόμαξε  η δουλειά·
- τον φορτώνω με δουλειά ή του φορτώνω δουλειά, δίνω σε κάποιον να διεκπεραιώσει πολλή εργασία, ιδίως τεχνική είτε ως πελάτης είτε ως εργοδότης: «επειδή κλαιγόταν πως δεν είχε δουλειά, τον φόρτωσα με δουλειά για δυο μήνες»· βλ. και φρ. του φορτώνω τη δουλειά·
- του αλλάζω τα πετρέλαια στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του αλλάζω τα πρέκια στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του αλλάζω τα ράμματα στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά, τον υποχρεώνω να εργάζεται πολύ σκληρά, τον εξουθενώνω στη δουλειά: «απ’ τη μέρα που τον πήρα βοηθό μου, του άλλαξα τα φώτα στη δουλειά»·
- του αλλάζω την πίστη στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του αλλάζω τον αδόξαστο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του αλλάζω τον αντίθεο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του αλλάζω τον αντίχριστο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του άρπαξα μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά ή του άρπαξα τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια, βλ. φρ. του ’φαγα μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά·
- του βγάζω την Παναγία στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του βγάζω την πίστη στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του βγάζω την ψυχή στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του βγάζω τον αδόξαστο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του βγάζω τον αντίθεο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του βγάζω τον αντίχριστο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του βγάζω το Χριστό στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του γαμώ τη μάνα στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του γαμώ την πίστη στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του γαμώ τον αδόξαστο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του γαμώ τον Ανανία στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του γαμώ τον αντίθεο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του γαμώ τον αντίχριστο στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. του αλλάζω τα φώτα στη δουλειά·
- του ’κανα τη δουλειά ή του την έκανα τη δουλειά, τον ξεγέλασα, τον εξαπάτησα: «αφού πήγαινε να μου κάνει τον πονηρό, του την έκανα κι εγώ τη δουλειά και θα με θυμάται χρόνια»· βλ. και φρ. της την έκανα τη δουλειά·
- του καταφέρνω μια δουλειά, βλ. συνηθέστ. του σκαρώνω μια δουλειά·
- του κόβω τη δουλειά, α. του αφαιρώ, του παίρνω μέρος από τη δουλειά του, ιδίως ως ανταγωνιστής: «απ’ τη μέρα που έριξε κι ο άλλος παρόμοιο είδος στην αγορά, του ’κοψε τη δουλειά». β. εμποδίζω την ομαλή εξέλιξη της εργασίας κάποιου: «κάθε φορά που βάζει το καροτσάκι του μπροστά στη βιτρίνα του τάδε, οι πελάτες δεν μπορούν να δουν το εμπόρευμα και του κόβει τη δουλειά»·
- του παίζω μια δουλειά, βλ. συνηθέστ. του σκαρώνω μια δουλειά·
- του πατώ μια δουλειά, βλ. συνηθέστ. του σκαρώνω μια δουλειά·
- του πάω πίσω τη δουλειά, βλ. φρ. του ρίχνω πίσω τη δουλειά·
- του πήρα μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά ή του πήρα τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια, βλ. φρ. του ’φαγα μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά·
- του ρίχνω πίσω τη δουλειά, καθυστερώ τη δουλειά που μου είχε παραγγείλει κάποιος: «επειδή δε μου πλήρωσε τη δεύτερη δόση, του ’ριξα πίσω τη δουλειά»·
- του σκαρώνω μια δουλειά, δημιουργώ φάρσα ή δυσάρεστη κατάσταση σε βάρος του: «του σκάρωσαν μια δουλειά, που γέλασε μαζί του και το παρδαλό κατσίκι»·
- του σκάρωσα τη δουλειά ή του τη σκάρωσα τη δουλειά, τον κορόιδεψα, τον ξεγέλασα, τον εξαπάτησα: «αφού ήθελε να μου κάνει τον έξυπνο, του τη σκάρωσα τη δουλειά με τον τρόπο μου και τώρα το φυσάει και δεν κρυώνει»·
- του στήνω μια δουλειά, βλ. συνηθέστ. του σκαρώνω μια δουλειά·
- του τελειώνω τη δουλειά, μεσολαβώ για να διεκπεραιωθεί κάποια υπόθεσή του: «μόλις του τελειώσω τη δουλειά που του υποσχέθηκα, θ’ ασχοληθώ και με το δικό σου πρόβλημα»·
- του την έκανα τη δουλειά, τον ξεγέλασα, τον εξαπάτησα, του δημιούργησα πρόβλημα: «ήθελε να περνιέται πιο μάγκας από μένα, μέχρι που του την έκανα τη δουλειά και τώρα, όταν με βλέπει, αλλάζει δρόμο || αφού πάντα με κατηγορεί, του την έκανα τη δουλειά και τον κάρφωσα στο διευθυντή για τις κοπάνες που κάνει»·
- του ’φαγα μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά ή του ’φαγα τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια, ενώ ήταν εντελώς σίγουρος πως θα την αναλάβει την, ανέλαβα εγώ: «την τελευταία στιγμή κι ενώ δεν το περίμενε, μειοδότησα και του ’φαγα μέσ’ απ’ τα χέρια τη δουλειά»·
- του ’φαγα τη δουλειά, ενώ ήταν να την αναλάβει, την ανέλαβα εγώ: «ήμουν πιο συγκροτημένος απ’ τον ανταγωνιστή μου, γι’ αυτό και του ’φαγα τη δουλειά»·
- του ’φτιαξα τη δουλειά ή του την έφτιαξα τη δουλειά, βλ. φρ. του ’κανα τη δουλειά·
- του φορτώνω τη δουλειά, α. τον ενοχοποιώ για παράνομη πράξη, χωρίς να είναι ο ίδιος υπεύθυνος: «έπρεπε να καλύψουν στα γρήγορα τη ζημιά, γι’ αυτό βρήκαν τον κακομοίρη τον υπάλληλο και του φόρτωσαν τη δουλειά, κι έτσι βγήκαν αυτοί λάδι». β. αναθέτω σε κάποιον να διεκπεραιώσει τη δουλειά που έχω: «το ’χει βρει ο δικός σου το κόλπο, φορτώνει τη δουλειά στη γυναίκα του κι αυτός γυρνάει και το παίζει γκόμενος»·
- του φτιάχνω μια δουλειά, βλ. φρ. του σκαρώνω μια δουλειά·
- τράβα δουλειά σου! ή τράβα στη δουλειά σου! (απειλητικά) φύγε από δω, ξεκουμπίσου.(Λαϊκό τραγούδι: άντε, τράβα στη δουλειά σου, να μην έβρεις τον μπελά σου, και αν είσαι παλικάρι, τράβα κάνε μου τη χάρη
- τραβάει σε μάκρος η δουλειά, βλ. φρ. η δουλειά πάει σε μάκρος·
- τραβάει σκυλίσια δουλειά, βλ. φρ. ρίχνει σκυλίσια δουλειά·
- τραβιέμαι απ’ τη δουλειά, α. παύω να συμμετέχω, αποχωρώ: «εμένα μη με υπολογίζετε, γιατί τραβιέμαι απ’ τη δουλειά». β. (γενικά) βγαίνω στη σύνταξη: «είναι δυο χρόνια τώρα που τραβήχτηκε απ’ τη δουλειά»·
- τραβιέμαι με μια δουλειά, αγωνίζομαι να φέρω σε πέρας μια εργασία ή μια υπόθεση, που μου παρουσιάζει συνεχώς προβλήματα ή δυσκολίες: «εδώ και τρεις μήνες τραβιέμαι με μια δουλειά και δεν μπορώ ακόμα να την τελειώσω»·
- τραβώ για τη δουλειά μου ή τραβώ στη δουλειά μου, πηγαίνω στη δουλειά μου: «σηκώθηκε πολύ πρωί και τράβηξε για τη δουλειά του». (Λαϊκό τραγούδι: παιχνιδιάρα μου, τρελαίνομαι, ζαλίζομαι, με τα νάζια σου, ξανθιά, πώς ξεμυαλίζομαι σαν τραβώ για τη δουλειά μου κάνουν στράκες τα μυαλά μου
- τρελαίνομαι με τη δουλειά, είμαι πολύ εργατικός, δε λέω ποτέ όχι, όταν πρόκειται για δουλειά: «ότι δουλειά και να κάνω, δεν κουράζομαι καθόλου, γιατί τρελαίνομαι με τη δουλειά»·
- τρελαίνομαι στη δουλειά, έχω ασταμάτητη δουλειά, τόσο, που δεν ξέρω τι μου γίνεται: «κάθε καλοκαίρι στο νησί, με τους τουρίστες που έρχονται, τρελαίνομαι στη δουλειά»·
- τρέναρε η δουλειά ή τρενάρισε η δουλειά, η δουλειά, τεχνική ή κατασκευαστική, ή η υπόθεση καθυστέρησε για κάποιο λόγο ανεξάρτητο από τη θέλησή μας: «είχα δυο τρεις απανωτές απεργίες, γι’ αυτό τρενάρισε η δουλειά»·
- τρενάρω τη δουλειά, την καθυστερώ σκόπιμα: «αφού δε με πληρώνει τις δόσεις που συμφωνήσαμε, τρενάρω κι εγώ τη δουλειά»·
- τρέχει η δουλειά, α. εξελίσσεται γρήγορα χωρίς προβλήματα ή εμπόδια: «παρά την κοινωνική αναταραχή που υπήρξε τους τελευταίους μήνες, έτρεξε η δουλειά και την τελείωσα στην ώρα της». β. υπάρχει ικανοποιητική δουλειά, γίνεται ικανοποιητικό αλισβερίσι: «μετά από μια προσωρινή κάμψη άρχισε πάλι να τρέχει η δουλειά»·
- τρίφτηκε στη δουλειά, γνωρίζει τα μυστικά μιας εργασίας, γιατί ασχολείται με αυτή πολύ καιρό: «του έχω μεγάλη εμπιστοσύνη και του αναθέτω συνέχεια τα δύσκολα, γιατί τρίφτηκε στη δουλειά από μικρός»·
- τρομερή δουλειά, βλ. φρ. φοβερή δουλειά·
- τρυπώνω σε μια δουλειά, βρίσκω τον τρόπο να βρω θέση εργασίας, βολεύομαι σε μια δουλειά: «μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε και τρύπωσε σε μια δουλειά»·
- τσακίζομαι στη δουλειά, βλ. συνηθέστ. σκοτώνομαι στη δουλειά·
- τσάκισε η δουλειά, ενώ μια δουλειά ή μια υπόθεση εξελισσόταν ομαλά, αντιμετωπίζει στη συνέχεια τόσο σοβαρές δυσκολίες, που κινδυνεύει να αποτύχει: «ενώ ήταν έτοιμος να υπογράψει το συμβόλαιο, κάποιος του σφύριξε για τις παγίδες που έκρυβε, κι έτσι τσάκισε η δουλειά, γιατί θέλησε να το ξανασκεφτεί»·
- τσακίσου στη δουλειά! (προτρεπτικά ή απειλητικά) πήγαινε να δουλέψεις, γύρνα στη θέση εργασίας σου. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μπρος κι άλλες φορές μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το γρήγορα·
- τσαπατσούλικη δουλειά ή τσαπατσούλικες δουλειές, α. τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία που έγινε πολύ βιαστικά, με μεγάλη προχειρότητα: «πάνω στη βιασύνη του να τελειώσει, μου ’κανε πολύ τσαπατσούλικη δουλειά». β. ενέργεια που χαρακτηρίζεται από βιασύνη και προχειρότητα: «πάνω στον ενθουσιασμό του κάνει τσαπατσούλικες δουλειές»·
- τσιρικιτζίδικη δουλειά ή τσιρικιτζίδικες δουλειές, ψιλοδουλειές, μικροδουλειές νόμιμες ή παράνομες: «είναι σοβαρός επιχειρηματίας και δεν καταπιάνεται με τσιρικιτζίδικες δουλειές»·
- τσίφτικη δουλειά ή τσίφτικες δουλειές, εργασία, ιδίως κατασκευαστική, που έγινε με τέχνη και μεράκι, ή εμπορική επιχείρηση που αποδίδει ικανοποιητικά: «έχω γνωρίσει ένα μηχανικό που κάνει πολύ τσίφτικη δουλειά»·
- τσορμπατζίδικη δουλειά ή τσορμπατζίδικες δουλειές, εμπορική επιχείρηση ή εμπορική συναλλαγή που αποφέρει μεγάλο κέρδος: «ασχολείται μόνο με τσορμπατζίδικες δουλειές»·
- τσουλάει η δουλειά, η δουλειά, εμπορική, τεχνική ή κατασκευαστική εξελίσσεται, αργά αλλά ομαλά: «πιο καλά να τσουλάει η δουλειά παρά να μην ξέρεις τι σου γίνεται»·
- φάβα η δουλειά, εργασία που δε μας δόθηκε, ενώ μας την είχε υποσχεθεί κάποιος: «είχα έτοιμο συνεργείο για ν’ αρχίσει να δουλεύει, όμως την τελευταία στιγμή αποδείχθηκε φάβα η δουλειά»·
- φαλίρισε η δουλειά, χρεοκόπησε: «με τις απανωτές απεργίες τον τελευταίο καιρό, φαλίρισε η δουλειά»·
- φαλίρω τη δουλειά, τη χρεοκοπώ: «είχε το μυαλό του συνέχεια στις διασκεδάσεις και φαλίρισε τη δουλειά»·
- φασαριόζικη δουλειά ή φασαριόζικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. φασαρτζίδικη δουλειά·
- φασαρτζίδικη δουλειά ή φασαρτζίδικες δουλειές, που κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής της δημιουργεί φασαρία ή θόρυβο ή που εξαιτίας της δημιουργείται θόρυβος ή παρατηρείται αναστάτωση: «δουλεύει σ’ ένα μηχανουργείο και κάθε μέρα είναι με πονοκέφαλο, γιατί είναι πολύ φασαρτζίδικη δουλειά»·
- φιάσκο η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση απέτυχε παταγωδώς, χρεοκόπησε: «ξεκίνησα με τις καλύτερες προϋποθέσεις, αλλά στην πορεία συνάντησα τόσο απρόσμενες δυσκολίες, που στο τέλος φιάσκο η δουλειά»·
- φλομώνω στη δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά, ζαλίζομαι από την πολλή δουλειά: «στην περίοδο των γιορτών, φλόμωσα στη δουλειά»·
- φλούδα η δουλειά, η προσπάθεια ή η υπόθεση δεν είχε αίσιο τέλος: «θέλησα να μεσολαβήσω για να τους μονοιάσω, αλλά φλούδα η δουλειά, γιατί κι οι δυο τους είναι αγύριστα κεφάλια || είπα να μαζέψω όλους τους παλιόφιλους να θυμηθούμε τα παλιά, αλλά φλούδα η δουλειά, γιατί ο καθένας είχε τα προβλήματά του»·
- φοβερή δουλειά, εργασία τεχνική ή κατασκευαστική, δουλειά εμπορική ή άλλη επιχείρηση που είναι μεγάλη και ισχυρή τόσο από άποψη υποδομής όσο και από άποψη κέρδους: «του άφησε ο πατέρας του μια φοβερή δουλειά, που, ό,τι και να γίνει, δεν πρόκειται να χρεοκοπήσει»·
- φόρτσα δουλειά, δουλειά εντατική και κουραστική: «όλη τη βδομάδα είχαμε φόρτσα δουλειά»·
- φορτσάρω τη δουλειά, αρχίζω να την προχωρώ εντατικά: «αναγκάστηκε να φορτσάρει τη δουλειά τελευταία στιγμή, γιατί το ’χε ρίξει πολύ έξω και θα καθυστερούσε»·
- φορτώνομαι δουλειά ή φορτώνομαι με δουλειά, αναλαμβάνω να φέρω σε πέρας πολλές διαφορετικές εργασίες, ιδίως τεχνικές: «δε φορτώνομαι άλλη δουλειά, γιατί θέλω να τελειώσω πρώτα αυτές που έχω αναλάβει»·
- φορτώνομαι τη δουλειά, α. αναλαμβάνω να τη φέρω σε πέρας: «κάθε φορά που σταυρώνει τα χέρια, φορτώνομαι τη δουλειά για να μην εκτεθεί». β. ενοχοποιούμαι ή δέχομαι να ενοχοποιηθώ: «για να μην τον διώξουν απ’ το εργοστάσιο για το λάθος που έκανε, φορτώθηκα τη δουλειά, μια κι είχα τη συμπάθεια του διευθυντή μας»·
- φορτώνω τη δουλειά στον κόκορα, δεν ασχολούμαι με τη δουλειά που έχω αναλάβει να φέρω σε πέρας, τεμπελιάζω: «δεν ξέρω τι να υποθέσω μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί τη μια φορτώνει τη δουλειά στον κόκορα και την άλλη πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά»·
- φουλάρω από δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά: «το καλοκαίρι που έρχονται οι τουρίστες στο νησί, φουλάρω από δουλειά»·
- φουντάρω τη δουλειά, ρίχνω έξω μια επιχείρηση, τη χρεοκοπώ: «φουντάρισε τη δουλειά, γιατί είχε συνέχεια το μυαλό του στα γλέντια και τις διασκεδάσεις»·
- φουριόζικη δουλειά ή φουριόζικες δουλειές, οτιδήποτε γίνεται με φούρια, με πίεση, με βιασύνη: «όλες οι φουριόζικες δουλειές παρουσιάζουν προβλήματα»·
- φράκαρα από δουλειά ή φρακάρισα από δουλειά, έχω πάρα πολλή δουλειά, που δυσκολεύομαι να τη διεκπεραιώσω: «τις γιορτές είχε τέτοια κίνηση, που φράκαρα από δουλειά»·
- φράκαρε η δουλειά ή φρακάρισε η δουλειά, σταμάτησε να εξελίσσεται λόγω κάποιου εμποδίου: «μου έφυγαν απροειδοποίητα πέντε εργάτες και φράκαρε η δουλειά μέχρι να βρω αντικαταστάτες»·
- φρέναρε η δουλειά ή φρενάρισε η δουλειά, σταμάτησε να υπάρχει δουλειά ή να εξελίσσεται, ή άρχισε να επιβραδύνει: «μετά τις γιορτές φρενάρισε η δουλειά || οι εργάτες έκαναν επίσχεση εργασίας και φρενάρισε η δουλειά»·
- φτουράει η δουλειά, εξελίσσεται γοργά, έχει επιτυχία: «έχω οικογενειακά προβλήματα, αλλά ευτυχώς που φτουράει η δουλειά και ξεχνιέμαι»·
- χαβαλέ δουλειά, βλ. συνηθέστ. χαβαλετζίδικη δουλειά·
- χαβαλεδίστικη δουλειά ή χαβαλεδίστικες δουλειές, βλ. συνηθέστ. χαβαλετζίδικη δουλειά·
- χαβαλετζίδικη δουλειά ή χαβαλετζίδικες δουλειές, α. εργασία που δεν ευχαριστεί αυτόν που την κάνει, γιατί δεν αποφέρει σπουδαίο κέρδος, και για το λόγο αυτό την κάνει χωρίς όρεξη, ή τη διακόπτει με την πρώτη ευκαιρία: «είμαι μπλεγμένος με μια χαβαλετζίδικη δουλειά, που μετάνιωσα την ώρα και τη στιγμή που την ανέλαβα». β. εργασία που γίνεται από κάποιον μόνο και μόνο για να περνάει την ώρα του: «όταν δεν έχω κάτι σπουδαίο να κάνω, έχω μια χαβαλετζίδικη δουλειά για να περνάω την ώρα μου»·
- χαζοβιόλικη δουλειά ή χαζοβιόλικες δουλειές, δουλειά ή εργασία ανάξια λόγου, ιδίως  τεχνική, που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, που έγινε όπως όπως: «έχει μια χαζοβιόλικη δουλειά και παριστάνει το βιομήχανο || μου ’κανε μια χαζοβιόλικη δουλειά, που του την έφερα στο κεφάλι»·
- χαιρέτα μας τη δουλειά ή χαιρέτα την τη δουλειά, τώρα που ενδιαφέρθηκες να ασχοληθείς με αυτή την εργασία ή με αυτή την υπόθεση, είναι πλέον αργά, γιατί ή την έχουν αναθέσει σε άλλον ή έχει χάσει πια το ενδιαφέρον που είχε πρώτα: «τώρα που ξύπνησες, χαιρέτα μας τη δουλειά, γιατί την πήρε άλλος»·
- χαϊρλίδικη δουλειά ή χαϊρλίδικες δουλειές, α. επιχείρηση που παρέχει τη δυνατότητα για κέρδος: «άμα τη δουλέψεις σωστά, θα βγάλεις καλά λεφτά, γιατί είναι χαϊρλίδικη δουλειά». β. λέγεται και σαν ευχή για την ευόδωση των εργασιών κάποιας νεοσύστατης επιχείρησης. Στη δεύτερη περίπτωση πολλές φορές, προτάσσεται της φρ. το άντε ή το άιντε·
- χάλασε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση που βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, απέτυχε να φτάσει σε αίσιο τέλος: «την τελευταία στιγμή αναίρεσε όλες τις υποσχέσεις του και χάλασε η δουλειά»·
- χαλώ τη δουλειά μου, την αποδιοργανώνω, τη χρεοκοπώ: «το ’ριξε στα γλέντια και τις διασκεδάσεις και χάλασε τη δουλειά του»·
- χαμαλίδικη δουλειά, βλ. συνηθέστ. χαμαλίστικη δουλειά·
- χαμάλικη δουλειά, βλ. συνηθέστ. χαμαλίστικη δουλειά·
- χαμαλίστικη δουλειά, α. εργασία, ιδίως χειρονακτική, που λόγω της φύσεώς της δεν είναι επιθυμητή από κανέναν: «επειδή δε μιλάω, μου αναθέτουν όλες τις χαμαλίστικες δουλειές». β. υπόθεση που, για να διεκπεραιωθεί, απαιτείται συνεχής απασχόληση, χωρίς να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, βαρετή και κοπιαστική δουλειά: «μου ανέθεσε μια χαμαλίστικη δουλειά κι έχω τρελαθεί στο τρέξιμο για να του την τελειώσω»·
- χάνομαι στη δουλειά, έχω πάρα πολύ δουλειά, δεν ξέρω με ποια εργασία από αυτές που έχω αναλάβει πρέπει να πρωτοασχοληθώ: «τον τελευταίο καιρό έκοψε απ’ την παρέα, γιατί χάνεται στη δουλειά»·
- χαντούμικη δουλειά ή χαντούμικες δουλειές, που δεν αποφέρει το παραμικρό κέρδος, επιχείρηση εντελώς ανάξια λόγου, τιποτένια: «έχει μια χαντούμικη δουλειά κι είναι αποφασισμένος να την κλείσει || δεν μπλέκεται με χαντούμικες δουλειές, γιατί δε θέλει να χάνει τον καιρό του»·
- χάνω μέσ’ απ’ τα χέρια μου τη δουλειά ή χάνω τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια μου, α. ενώ ήταν σίγουρο πως θα αναλάμβανα μια εργασία, για κάποιο λόγο την ανέθεσαν σε άλλον: «καθυστέρησα δέκα λεπτά να συναντήσω τον διευθυντή κι έχασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου τη δουλειά». β. ενώ ήμουν ο κύριος μέτοχος σε κάποια επιχείρηση, για διάφορους λόγους έχασα το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών ή και ολόκληρη την επιχείρηση: «έπαιρνε συνέχεια δανεικά, κι όταν έφτασε καιρός να τα γυρίσει πίσω, έχασε μέσ’ απ’ τα χέρια του τη δουλειά για να τους ξοφλήσει»·
- χάνω τη δουλειά μου, απολύομαι: «επέβαλαν πολιτική λιτότητας στο εργοστάσιο που δούλευα κι έχασα τη δουλειά μου με τις απολύσεις που έκαναν»·
- χαράμι δουλειά ή χαράμικη δουλειά, εργασία που δεν απέδωσε οικονομικό όφελος, που έγινε μάταια, που πήγε στο βρόντο: «κάθε φορά που κάνει χαράμικη δουλειά, τα βάζει μ’ όλο τον κόσμο»·
- χαραμτζίδικη δουλειά ή χαραμτζίδικες δουλειές, υπόθεση που δε συζητείται με ειλικρίνεια, που κρύβει δολιότητα, που περιέχει κίνδυνο απάτης: «θα τα μιλήσουμε, θα τα συμφωνήσουμε και θα τα υπογράψουμε, γιατί δε μ’ αρέσουν χαραμτζίδικες δουλειές»·
- χάρμα δουλειά, εργασία, α. δουλειά τεχνική ή καλλιτεχνική που έγινε με φαντασία και μεράκι, που γενικά γίνεται αποδεκτή με θαυμασμό: «τον προτιμάει πολύς κόσμος, γιατί κάνει χάρμα δουλειά». β. εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση που χαρακτηρίζεται για την εύρυθμη λειτουργία της, την τιμιότητα και τη συνέπειά της: «είναι πολύ τυχερός, γιατί ο πατέρας του του άφησε μια χάρμα δουλειά || ήταν καιρό άνεργος, αλλά τελικά, ο τυχερός, βρήκε θέση σε μια χάρμα δουλειά»·
- χασομέρι δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική, που λόγω της ιδιορρυθμίας της δεν εξελίσσεται με γοργό ρυθμό: «αμάν, Θεούλη μου, τι χασομέρι δουλειά είναι αυτή με την οποία μπλέχτηκα!»·
- χέζομαι στη δουλειά, έχω υπερβολική δουλειά: «δεν προλαβαίνει να ’ρθει  στην παρέα μας, γιατί τον τελευταίο καιρό χέζεται στη δουλειά»·
- χέστηκε η δουλειά, η δουλειά ή η υπόθεση, που βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, απέτυχε να συμφωνηθεί: «τη στιγμή που ήταν να υπογράψουμε τα συμβόλαια, έθεσε καινούριους όρους και χέστηκε η δουλειά || τη μέρα που πήγε να περάσουν βέρες, ζήτησε προίκα ακόμα ένα διαμέρισμα και χέστηκε η δουλειά»·
- χοντρή δουλειά, δουλειά νόμιμη ή παράνομη που αποφέρει πολλά κέρδη: «έμπλεξε με μια χοντρή δουλειά και χέστηκε στο τάλιρο || ετοιμάζει μια χοντρή δουλειά»·
- χτυπημένη δουλειά, δουλειά ή επάγγελμα που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον από άποψη κέρδους, γιατί χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από άλλους ή γιατί υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός: «μην ανοίγεις βιντεοκλάπ, γιατί είναι χτυπημένη δουλειά»·
- χωλαίνει η δουλειά, α. η εργασία, ιδίως τεχνική, δεν προχωράει, δεν εξελίσσεται κανονικά: «με τόσες απανωτές απεργίες άρχισε να χωλαίνει η δουλειά». β. εμπορική επιχείρηση που δε λειτουργεί κανονικά, που υπολειτουργεί: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε ο τάδε την επιχείρηση, χωλαίνει η δουλειά». Από την εικόνα του χωλού ανθρώπου, που κουτσαίνει·
- ψεύτικη δουλειά, εργασία, ιδίως τεχνική ή καλλιτεχνική, που έγινε με ευτελή υλικά ή που έγινε με μεγάλη προχειρότητα και δεν παρουσιάζει καμιά στερεότητα: «μου ’κανε ψεύτικη δουλειά ο υδραυλικός και μέσα σ’ ένα χρόνο έβαλα πάλι μαστόρους»·
- ψεύτισε η δουλειά, δεν παρουσιάζει οικονομικό ενδιαφέρον: «κάποτε είχε βιντεοκλάμπ και κέρδιζε καλά λεφτά, αλλά τον τελευταίο καιρό ψεύτισε η δουλειά»·
- ψήνω τη δουλειά ή ψήνω μια δουλειά ή την ψήνω τη δουλειά, α. προσπαθώ να πείσω κάποιον για κάτι με σκοπό να τον εξαπατήσω: «να δεις πως την ψήνει τη δουλειά και πως στο τέλος θα τον βάλει στο χέρι». β. προετοιμάζω κάποια δουλειά: «ψήνει μια δουλειά, αλλά κανείς δεν ξέρει τι». γ. (και για τα δυο φύλα) με διάφορες ενέργειες προσπαθώ να δημιουργήσω ερωτικό δεσμό: «ξέρει να ψήνει τη δουλειά και να δεις πως στο τέλος θα τα φτιάξει μαζί της»·
- ψιλή δουλειά, κατασκευή, ιδίως χειροποίητη, που διακρίνεται για την υπομονετική και καλαίσθητη εργασία της και που πολλές φορές παρουσιάζει καλλιτεχνικό ενδιαφέρον ή και καλλιτεχνική αξία: «αγόρασα ακριβά το δαχτυλίδι, αλλά έχει επάνω του πολύ ψιλή δουλειά»·
- ψιλικατζίδικη δουλειά ή ψιλικατζίδικες δουλειές, δουλειά που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον από άποψη κέρδους, δουλειά ανάξια λόγου, ασήμαντη: «ένας μεγαλοεργολάβος δεν μπερδεύεται με ψιλικατζίδικες δουλειές». Από το επάγγελμα του ψιλικατζή που εμπορεύεται πράγματα ασήμαντης αξίας, τα ψιλικά·
- ψοφάει στη δουλειά, έχει πάρα πολύ δουλειά και για το λόγο αυτό κουράζεται πάρα πολύ: «τις τελευταίες μέρες ξέκοψε απ’ την παρέα, γιατί ψοφάει στη δουλειά»·
- ψυλλιάζομαι τη δουλειά, α. προαισθάνομαι, προβλέπω, υποπτεύομαι ιδίως κάτι που υπάρχει κίνδυνος να αποβεί σε βάρος μου: «καλά που ψυλλιάστηκα τη δουλειά πως είναι απατεώνας και δε συνεταιρίστηκα μαζί του || ευτυχώς ψυλλιάστηκα τη δουλειά πως θα γίνει φασαρία και την κοπανήσαμε». β. ανακαλύπτω, καταλαβαίνω: «καλά που ψυλλιάστηκα τη δουλειά πως είναι καρφί κι έτσι, κάθε φορά που έρχεται στην παρέα μας, αλλάζουμε κουβέντα»·
- ψώνιο δουλειά! έκφραση θαυμασμού για τεχνική ή καλλιτεχνική εργασία, που έγινε με μεγάλη τέχνη, ευαισθησία και μεράκι, και είναι γενικά αποδεκτή από όλους: «μπορεί ν’ άργησε να τελειώσει, αλλά έκανε ψώνιο δουλειά!»·
- ωραία δουλειά! έκφραση με την οποία αμφισβητούμε το θαυμασμό που δείχνει κάποιος για μια δουλειά ή μια υπόθεση: «δεν υπάρχει πιο ωραίο απ’ το να κάθεσαι και να ελέγχεις ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει απ’ το εργοστάσιο. -Ωραία δουλειά!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το σιγά μωρέ ή το σιγά ρε και άλλες φορές, η φρ. κλείνει με το μωρέ ή το ρε.

είδα

είδα, ρ. [αόρ. του ρ. βλέπω], είδα. 1. κατάλαβα, συνειδητοποίησα: «μόνο όταν το εξέτασα προσεκτικά, είδα πως δεν έχει μέλλον η ιστορία μας || μόλις είδα πως ήθελαν να μου φάνε τα λεφτά, προσποιήθηκα οικονομικές δυσχέρειες και δεν πήρα μέρος στη δουλειά». 2. στο β΄ πρόσ. σε ερωτηματικό τύπο είδες; εντέλει η εξέλιξη των πραγμάτων με επιβεβαίωσε, έγιναν ή αποδείχτηκαν όπως τα υποστήριζα, ενώ εσύ είχες διαφορετική γνώμη: «έπρεπε να σ’ ακούσω, γιατί είχες δίκιο. -Είδες;». Πολλές φορές, συνοδεύεται από χειρονομία με το δείκτη να ακουμπάει στο σημείο του κροτάφου, για να υπενθυμίσουμε στο συνομιλητή μας όλα αυτά που του λέγαμε ή που υποστηρίζαμε· βλ. και λ. βλέπω. (Ακολουθούν 200 φρ.)·
- ακόμη δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε ή ακόμη δεν τον είδαμε, Γιάννη τον βαφτίσαμε,  βλ. λ. Γιάννης·
- άκου να δεις! ή άκουσε να δεις! βλ. λ. ακούω·
- άναψε το κερί, να δεις το λυχνάρι, βλ. λ. λυχνάρι·
- άνθρωπος του έλα να δεις, βλ. λ. άνθρωπος·
- αυτό θα το δούμε, βλ. λ. αυτός·
- για δε(ς)! ή (για) δες εκεί! α. έκφραση θαυμασμού: «για δες πώς πρόκοψε αυτός ο άνθρωπος!». β. έκφραση απορίας: «για δες πώς τη βγάζουν μερικοί χωρίς να δουλεύουν!». γ. επίκληση της προσοχής κάποιου, τονισμός κάποιου σημείου της φράσης μου: «συμφωνώ με την άποψή σου αλλά, για δες, όταν με ρωτήσουν στα ίσα τι συνέβη, τι θα τους απαντήσω;»·
- για δε(ς) αν κουνιούνται οι βάρκες ή για πάνε να δεις αν κουνιούνται οι βάρκες ή δεν πα(ς) να δεις αν κουνιούνται οι βάρκες; ή πάνε να δεις αν κουνιούνται οι βάρκες, βλ. λ. βάρκα·
- για δε(ς) απ’ τη γωνία αν έρχομαι ή για πάνε να δεις απ’ τη γωνία αν έρχομαι ή δεν πα(ς) να δεις απ’ τη γωνία αν έρχομαι; ή πάνε να δεις απ’ τη γωνία αν έρχομαι, βλ. λ. γωνία·
- για δε(ς) έν’ αρχίδι! βλ. λ. αρχίδι·
- για δε(ς) κάτι πράματα! βλ. λ. πρά(γ)μα·
- για δε(ς) μούρη να θέλει και... ή για δε(ς) μούρη που θέλει και..., βλ. λ. μούρη·
- για δε(ς) πράματα! ή δες πράματα! βλ. φρ. πρά(γ)μα·
- για δε(ς) ρε πούστη! ή για δε(ς) ρε πούστη μου! βλ. λ. πούστης·
- για δε(ς) τι γίνεται στον κόσμο! βλ. λ. κόσμος·
- για κοίτα να δεις! ή για κοίταξε να δεις! βλ. λ. κοιτάζω·
- για να δεις! απειλητική έκφραση σε ενοχλητικό άτομο: «για να δεις, δε σταματάς τη μουρμούρα!». Το για τονισμένο. Συνών. για να σου πω(!)·
- για να δεις, α. για να επιβεβαιωθείς, για να το επιβεβαιώσεις: «έλα για να δεις κι εσύ ότι είναι χαλασμένο». β. έκφραση με την οποία επιζητούμε την επιβεβαίωση του συνομιλητή μας για τη στάση που κρατήσαμε απέναντι σε κάποιον ή σε κάτι, ή για τις διάφορες απόψεις που εκφέραμε για κάποιον ή για κάτι: «παρ’ όλο που αυτός δε μου φέρθηκε καλά, εγώ με την πρώτη ευκαιρία τον βοήθησα, για να δεις || δεν ήταν σόι άνθρωπος, γιατί, ό,τι κουβεντιάζαμε, πήγαινε και τα κάρφωνε στην ασφάλεια, για να δεις». Στη δεύτερη περίπτωση συνήθως η φρ. κλείνει με το δηλαδή·
- για να δεις ποιος είμ’ εγώ, βλ. λ. εγώ·
- για να δούμε! ή για να δούμε τι θα δούμε! έκφραση με την οποία δηλώνουμε στάση αναμονής, περιμένοντας την εξέλιξη κάποιας υπόθεσης ή κατάστασης, που έχουμε άγνοια πώς θα εξελιχθεί ή που υποπτευόμαστε πώς θα εξελιχθεί. Συνήθως το για τονισμένο·
- δέστε πράμα που σαλεύει και το μουστερή γυρεύει! βλ. λ. πρά(γ)μα·
- να δούμε τι θα δουν ακόμα τα μάτια μας! βλ. λ. μάτι·
- δε θέλω να τον δω ούτε ζωγραφιστό, βλ. λ. ζωγραφιστός·
- δε θέλω να τον δω στα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- δε σηκώνει τα μάτια του (της) να δει άνθρωπο, βλ. λ. μάτι·
- δε σηκώνει τα μάτια του (της) να με δει, βλ. λ. μάτι·
- δεν είδα απ’ το χέρι του ούτ’ ένα ποτήρι νερό, βλ. λ. χέρι·
- δεν είδα καλό από κανέναν, βλ. λ. καλός·
- δεν είδα μια καλή μέρα, βλ. λ. μέρα·
- δεν έχω μάτια να τον δω, βλ. λ. μάτι·
- δεν έχω πρόσωπο να δω τον κόσμο, βλ. λ. πρόσωπο·
- δεν πα(ς) να σε δει κανένας (κάνας) γιατρός! βλ. λ. γιατρός·
- δεν το ’χω δει ούτε ζωγραφιστό, βλ. λ. ζωγραφιστός·
- δεν τον είδε μάτι, βλ. λ. μάτι·
- δες με μ’ ένα μάτι να σε δω με δυο, βλ. λ. μάτι·
- δες τε πράμα που σαλεύει και το μουστερή γυρεύει! βλ. λ. πράγμα·
- έγινε το έλα να δεις, α. δημιουργήθηκε πολύ ευχάριστη κατάσταση, επικράτησε εκρηκτικό κέφι: «μόλις άρχισαν να παίζουν τα μπουζούκια, έγινε το έλα να δεις απ’ τα σπασίματα μέσα στο μαγαζί». β. δημιουργήθηκε μεγάλη αναταραχή, μεγάλη φασαρία: «όταν οι δυο παρέες πιάστηκαν στα χέρια, έγινε το έλα να δεις μέσα στο μαγαζί». γ. παρατηρήθηκε έντονη αναστάτωση από μεγάλη κοσμοσυρροή: «κατά τη διάρκεια των γιορτών έγινε το έλα να δεις στα μαγαζιά». Για συνών. βλ. φρ. έγινε της κακομοίρας, λ. κακομοίρης·
- εγώ να δεις! έκφραση απελπισμένου σε άτομο που παραπονιέται για κάτι κακό που του συμβαίνει, και έχει την έννοια πως βρίσκεται σε χειρότερη θέση, σε χειρότερη κατάσταση από αυτό, ή έκφραση κάποιου που αναφέρει σε κάποιο άτομο τη μεγάλη του ευφορία ή το μεγάλο πάθος που έχει για κάποιον ή για κάτι και έχει την έννοια πως αυτό το έχει περισσότερο: «βρίσκομαι σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση. -Εγώ να δεις! || είμαι πολύ χαρούμενος. -Εγώ να δεις! || πολύ τη γουστάρω αυτή τη γυναίκα. -Εγώ να δεις!». (Λαϊκό τραγούδι: μου λες πως μεθάς και λες πως ζητάς στο σώμα μου θέλεις να μπεις, εγώ να δεις
- είδ’ ο τρελός το μεθυσμένο και φοβήθηκε, βλ. λ. τρελός·
- είδα αστεράκια, βλ. λ. αστεράκι·
- είδα αστράκια, βλ. λ. αστράκια·
- είδα άσχημο όνειρο, βλ. λ. όνειρο·
- είδα κακό όνειρο, βλ. λ. όνειρο·
- είδα καλό (από κάποιον), βλ. λ. καλός·
- είδα κι απόειδα, εξάντλησα κάθε περιθώριο, κάθε δυνατό μέσο, έχασα όλη την υπομονή μου, απελπίστηκα: «προσπάθησα να τον συμμορφώσω, ώσπου είδα κι απόειδα και τον παράτησα στην τύχη του»·
- είδα κι είδα, είδα πάρα πολλά θαυμαστά και απίθανα πράγματα: «τόσα χρόνια που γυρνούσα στον κόσμο είδα κι είδα, που θα μπορώ να μιλώ συνέχεια»·
- είδα κι είδα, αλλά γύφτο παπά δεν είδα, βλ. λ. γύφτος·
- είδα κι έπαθα, α. προσπάθησα με κάθε τρόπο, προσπάθησα με όλα τα μέσα που διέθετα και με όλες μου τις δυνάμεις: «είδα κι έπαθα να τον βολέψω σε μια θέση στο δημόσιο». β. κουράστηκα, ταλαιπωρήθηκα υπερβολικά: «είδα κι έπαθα μέχρι να τελειώσω αυτή τη δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: είδα κι έπαθα κυρά μου, να σε φέρω στα νερά μου
- είδα πεταλούδες, βλ. λ. πεταλούδα·
- είδα πουλάκια, βλ. λ. πουλάκι·
- είδα στ’ όνειρό μου ότι…, βλ. λ. όνειρο·
- είδα στον ύπνο μου, βλ. λ. ύπνος·
- είδα τη Δευτέρα Παρουσία, βλ. λ. Δευτέρα Παρουσία·
- είδα τη ζωή να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. ζωή·
- είδα την κηδεία μου, βλ. λ. κηδεία·
- είδα την κόλαση, βλ. λ. κόλαση·
- είδα την υγειά μου, βλ. λ. υγειά·
- είδα της γιαγιάς μου το καφεκούτι, βλ. λ. καφεκούτι·
- είδα της γιαγιάς μου το μουνί, βλ. λ. μουνί·
- είδα της γιαγιάς μου το πράμα, βλ. λ. πράμα·
- είδα της μάνας μου το μουνί, βλ. λ. μουνί·
- είδα της μάνας μου το πράμα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- είδα το διάβολό μου, βλ. λ. διάβολος·
- είδα το μνήμα μου, βλ. λ. μνήμα·
- είδα το φως, βλ. λ. φως·
- είδα το φως μου, βλ. λ. φως·
- είδα το φως της ζωής, βλ. λ. φως·
- είδα το φως της ημέρας, βλ. λ. φως·
- είδα το Χριστό καμπόη, βλ. λ. Χριστός·
- είδα το Χριστό φαντάρο, βλ. λ. Χριστός·
- είδα τον άγγελό μου, βλ. λ. άγγελος·
- είδα τον ουρανό με τ’ άστρα, βλ. λ. ουρανός·
- είδα τον ουρανό σφοντύλι, βλ. λ. ουρανός·
- είδα του κώλου μου την τρύπα, βλ. λ. κώλος·
- είδα φως, βλ. λ. φως·
- είδα φως και μέρα, βλ. λ. φως·
- είδα φως και μπήκα, βλ. λ. φως·
- είδα φως κι ανέβηκα, βλ. λ. φως·
- είδαμε τα καζάντια σου! βλ. λ. καζάντι·
- είδαν πολλά τα μάτια μου ή έχουν δει πολλά τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασ’ η καρδιά του, βλ. λ. γύφτος·
- είδε ο τρελός το μεθυσμένο και φοβήθηκε, βλ. λ. τρελός·
- είδε το φως ή είδε το φως της ημέρας, βλ. λ. φως·
- είδε το φως της δημοσιότητας, βλ. λ. δημοσιότητα·
- είδε τυρί στον πούτσο του και θέλει ν’ ανοίξει στρούγκα ή είδε τυρί στον πούτσο του και θέλει ν’ ανοίξει τυροπωλείο, βλ. λ. τυρί·
- είδε χαρά στα σκέλια της, βλ. λ. χαρά·
- είδε χαρά στο μουνί της, βλ. λ. χαρά·
- είδες εκεί! έκφραση έκπληξης ή απορίας για κάτι που δεν περιμέναμε να γίνει ή να μας συμβεί: «είδες εκεί τι πήγε και μας σκάρωσε στα καλά καθούμενα ο απατεώνας! || είδες εκεί τι έπαθα!»·
- είδες καλά; βλ. λ. καλός·
- είδες φαΐ, κάτσε, είδες ξύλο, φύγε, βλ. λ. φαΐ·
- έλα να δεις και μην κάτσεις ή έλα να δεις και μην πάρεις, βλ. λ. έλα·
- έλα να δούμε ποιος είναι ποιος, βλ. λ. ποιος·
- εσύ να δεις! επιθετική έκφραση σε άτομο που μας κατηγορεί για κάποιο ελάττωμα, και έχει την έννοια πως το άτομο αυτό έχει σε μεγαλύτερο βαθμό το ίδιο ελάττωμα: «είσαι μεγάλος τσιγκούνης. -Εσύ να δεις! || είσαι πολύ γκρινιάρης. -Εσύ να δεις! || είσαι μεγάλος απατεώνας. -Εσύ να δεις!»·
- έτσι την είδα τη δουλειά ή έτσι την έχω δει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- έχουν δει πολλά τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- έχω δει πολλά ή είδα πολλά, βλ. λ. πολύς·
- θα γίνει το έλα να δεις, α. προειδοποιητική ή απειλητική έκφραση σε κάποιον ότι θα ενεργήσουμε πολύ σκληρά σε βάρος του, αν συμπεριφερθεί με τρόπο που δε μας είναι αρεστός ή επιθυμητός: «αν εξακολουθήσεις να κάνεις φασαρία, θα γίνει το έλα να δεις». (Λαϊκό τραγούδι: θα γίνει το έλα να δεις, αν μάθω πως γίναμε τρεις).β. θα δημιουργηθεί πολύ ευχάριστη κατάσταση, θα επικρατήσει εκρηκτικό κέφι: «θα πάω κι εγώ στο πάρτι του τάδε, γιατί, απ’ ό,τι έμαθα, θα γίνει το έλα να δεις». Για συνών. βλ. φρ. θα γίνει της κακομοίρας, λ. κακομοίρης·
- θα δεις ή θα δούμε ή θα το δεις ή θα το δούμε, α. η εξέλιξη των πραγμάτων θα αποδείξει ότι έχω δίκιο ή ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν, όπως εγώ υποστηρίζω: «νομίζεις ότι τα πράγματα θα γίνουν έτσι όπως το λες; -Θα δούμε». (Λαϊκό τραγούδι: θα τη βρούμε τη λύση παιδί μου, θα τη βρούμε τη λύση κι εμείς, θα τη βρούμε τη λύση παιδί μου, θα τη βρούμε τη λύση θα δεις).β. έκφραση που αφήνει σαν υπονοούμενο σε κάποιον πως θα ξεκαθαρίσουμε δυναμικά τους λογαριασμούς μας: «ξαναπές κάτι άσχημο για μένα και θα δούμε»· βλ. και φρ. αυτό θα το δούμε και θα δω·
- θα δεις κι απ’ το χέρι της κι ένα ποτήρι νερό, βλ. λ. χέρι·
- θα δεις ποιος είμ’ εγώ, βλ. λ. εγώ·
- θα δεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα δεις πόσα απίδια παίρνει ο σάκος, βλ. λ. απίδι·
- θα δεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα, βλ. λ. αλφαβήτα·
- θα δεις πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα, βλ. λ. κουμπί·
- θα δεις πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού ή θα δεις πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα, βλ. λ. λαγός·
- θα δεις πώς το τρίβουν το πιπέρι, βλ. λ. πιπέρι·
- θα δεις τη γλύκα, βλ. λ. γλύκα·
- θα δεις τι εστί βερίκοκο, βλ. λ. βερίκοκο·
- θα δεις τι έχεις να πάθεις! ή θα δεις τι θα πάθεις! απειλητική έκφραση σε κάποιον, για το κακό που πρόκειται να του συμβεί, ιδίως από εμάς τους ίδιους: «να δεις τι έχεις να πάθεις, αν ξαναπιάσεις τ’ όνομά μου στο στόμα σου!»·
- θα δεις τι θα σου κάνω! δηλώνει απειλή για τιμωρία, ιδίως με ξυλοδαρμό: «αν ενοχλήσεις ξανά την αδερφή μου, θα δεις τι θα σου κάνω!»·
- θα δεις τι σε περιμένει! η απειλή για τιμωρία με ξυλοδαρμό. Στην περίπτωση αυτή απευθύνεται, τις πιο πολλές φορές, σε οικείο πρόσωπο, σε πρόσωπο της οικογένειάς μας, χωρίς να αποκλείει βέβαια και έναν ξένο: «αν έρθεις ξανά μεθυσμένος στο σπίτι, θα δεις τι σε περιμένει!»·
- θα δούμε τον κώλο σου! βλ. λ. κώλος·
- θα δω ή θα δούμε, έκφραση αδιαφορίας για κάποιο πρόβλημα που δεν μπορούμε να βρούνε τη λύση του, και για το λόγο αυτό το μεταθέτουμε στο μέλλον, ή έκφραση με την οποία δηλώνουμε πως θα ενεργήσουμε χωρίς προδιαγεγραμμένο σχέδιο, αλλά ανάλογα με αυτό που θα μας προκύψει: «πώς θα πληρώσεις τους υπαλλήλους σου μ’ αυτή την αναδουλειά που υπάρχει; -Θα δω || πώς θα στείλεις τις παραγγελίες των πελατών σου, αν κάνουν απεργία οι φορτηγατζήδες; -Θα δούμε». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έλα μωρέ. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του· βλ. και φρ. θα το δω και θα το δούμε·
- θα μας δει κι ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- θα πηδήσω, πατέρα, θα το δω, παιδί μου, βλ. λ. παιδί·
- θα το δούμε, α. επιθετική έκφραση εναντίον κάποιου που μας απειλεί με ένα οποιονδήποτε τρόπο: «κάτσε φρόνιμα, γιατί θα σε πλακώσω στο ξύλο. -Θα το δούμε». β. επιθετική έκφραση με την οποία αμφισβητούμε σοβαρά τη σιγουριά κάποιου πως θα μπορέσει να πραγματοποιήσει το σκοπό του, γιατί θα μας βρει αντιμέτωπους: «ό,τι και να κάνεις, εγώ θα την πάρω αυτή τη δουλειά και θα τα κονομήσω. -Θα το δούμε». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του· 
- θα το δω ή θα το δούμε, θα το σκεφτώ, θα το μελετήσω αν τελικά προβώ σε κάποια ενέργεια, μπορεί ναι, μπορεί και όχι: «θα μπορέσεις να με βοηθήσεις; -Θα το δω». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του· βλ. και φρ. θα δω και θα το δούμε·
- Θεέ μου, Θεέ μου, που δε σ’ είδα ποτέ μου, βλ. λ. Θεός·
- κάνε παιδί να δεις καλό ή κάνε παιδιά να δεις καλό, βλ. λ. παιδί·
- κάνε παιδί να δεις χαΐρι ή κάνε παιδιά να δεις χαΐρι, βλ. λ. παιδί·
- κάτσε να δεις, κάθομαι·
- … κι ας μη δω στον ήλιο μοίρα, βλ. λ. μοίρα·
- κοίτα να δεις ή κοίταξε να δεις, βλ. λ. κοιτώ·
- με τι μάτια να τον δω, βλ. λ. μάτι·
- μη με δει κανένα μάτι, βλ. λ. μάτι·
- μην είδατε τον Παναή, βλ. λ. Παναής·
- μην τον είδες ή μην τον είδατε ή μην τον είδατε μην τον απαντήσατε, έφυγε ξαφνικά και γρήγορα, ιδίως από ντροπή ή από φόβο ή γιατί προέβη σε κάποια αθέμιτη ή παράνομη ενέργεια ή πράξη: «μόλις έμαθε πως θα ’ρχόταν ο τάδε που ήταν μαλωμένος μαζί του, μάζεψε τα πράγματά του και μην τον είδατε || πήρε όλα τα λεφτά απ’ το ταμείο και μην τον είδατε μην τον απαντήσατε». (Λαϊκό τραγούδι: κυρ-τζίτζικα εβάψαμε με φούμο δυο αχτίδες. Τα χέρια μας εκάψαμε κι οι άλλοι, μην τους είδες
- να δεις που…, έκφραση με την οποία ενισχύουμε κάποιο φόβο μας ή κάποια σκέψη μας που ακολουθεί: «να δεις, που ήρθε μόνο και μόνο για να δημιουργήσει φασαρία || να δεις που, αν ενεργήσεις μ’ αυτό τον τρόπο, θα πάνε όλα μια χαρά»· 
- να δεις την υγειά σου, βλ. λ. υγεία·
- να δούμε η μέρα τι θα βγάλει ή να δούμε το θα βγάλει η μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να δούμε πώς θα κάτσει η μπίλια, βλ. λ. μπίλια·
- να δούμε τι θ’ ακούσουμε ακόμα! βλ. λ. ακούω·
- να δούμε τι θα δουν ακόμα τα μάτια μας! ή να δούμε τι θα δουν τα μάτια μας ακόμα! βλ. λ. μάτι·
- να δούμε τι ψάρια θα πιάσουμε, βλ. λ. ψάρι·
- να δούμε τι ψάρια πιάσαμε, βλ. λ. ψάρι·
- … να δουν τα μάτια σου! βλ. λ. μάτι·
- να δω ή να δούμε ή να το δω ή να το δούμε, βλ. φρ. θα δω·
- να κι αν μ’ είδανε, κι αν δε μ’ είδανε ή να κι αν μ’ είδανε, να κι αν δε μ’ είδανε, τέλεια αδιαφορία για το αν έγινα αντιληπτός κάπου. (Δημοτικό τραγούδι: να κι αν μ’ είδανε κι αν δε μ’ είδανε ’γω δε νοιάζουμαι κι ούτε σκιάζουμαι, είμαι η Κανελιά και με δυο φιλιά κάρβουνο κάνω το Λια). Πολλές φορές, η φρ. συνοδεύεται από παράλληλη χειρονομία με την παλάμη να πέφτει κάθετα δείχνοντας το μέρος των αχαμνών. Παρόμοια χειρονομία παρατηρείται και από τη γυναίκα·
- να λείψουν τα πιπέρια σου, να δω την προκοπή σου, βλ. λ. πιπέρι·
- να μη δεις άσπρη μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να μη δεις καλό, βλ. λ. καλός·
- να μη δεις χαΐρι, βλ. λ. χαΐρι·
- να μη δεις χαΐρι και προκοπή, βλ. λ. χαΐρι·
- να μη δεις χαρά στα σκέλια σου, βλ. λ. χαρά·
- να μη δεις χαρά στο μουνί σου, βλ. λ. χαρά·
- να μη δω χαρά στα σκέλια μου, βλ. λ. χαρά·
- να μη δω χαρά στο μουνί μου, βλ. λ. χαρά·
- να μη με δει το βάσκανο και το κακό το μάτι! βλ. λ. μάτι·
- να μη σε δει το βάσκανο και το κακό το μάτι! βλ. λ. μάτι·
- να μη σε δουν τα μάτια μου! βλ. λ. μάτι·
- να μη σώσεις να δεις άσπρη μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να μη σώσεις να δεις χαΐρι και προκοπή, βλ. λ. χαΐρι·
- να μη φτάσεις να δεις ανθρώπου μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να μη φτάσεις να δεις άσπρη μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να μη φτάσεις να δεις Θεού πρόσωπο, βλ. λ. Θεός·
- να μη φτάσεις να δεις χαΐρι και προκοπή, βλ. λ. χαΐρι·
- να το δω και να μην το πιστέψω! έκφραση απορίας, ιδίως αμφισβήτησης, για κάτι που μας λένε: «εντέλει, ο τάδε άφησε τις αλητείες κι έγινε πολύ καλό παιδί. -Να το δω και να μην το πιστέψω!»·
- να το δω και να πεθάνω ή να το δω κι ας πεθάνω, βλ. λ. πεθαίνω·
- να το δω το πράμα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- να τον δεις και να τον λυπηθείς, βρίσκεται σε αξιοθρήνητη κατάσταση: «μετά τη χρεοκοπία του, είναι να τον δεις και να τον λυπηθείς»·
- ο διάβολος είδε τη γυναίκα και παραμέρισε, βλ. λ. διάβολος· 
- όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε, βλ. λ. κύριος·
- όπως το δει κανείς, ανάλογα πώς θα το αξιολογήσει κανείς: «εσύ δε θα τον έδερνες αν σου φερόταν με αυτόν τον τρόπο; -Όπως το δει κανείς». Συνών. όπως το πάρει κανείς·
- ούτε διάκο σ’ είδαμε ούτε πρωτοσύγκελλο, και δεσπότης έγινες; βλ. λ. δεσπότης·
- ούτε το διάβολο να δεις ούτε το σταυρό σου να κάνεις, βλ. λ. διάβολος·
- περιμένω να δω, βλ. λ. περιμένω·
- ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! βλ. λ. Θεός·
- πού είσαι, μάνα μου, να δεις το γιο σου! βλ. λ. γιος·
- πού είσαι μάνα να με δεις! βλ. λ. μάνα·
- πού σε είδα, πού σε ξέρω ή πού σε ξέρω, πού σε είδα, λέγεται για τους αχάριστους, που αδιαφορούν ή προσποιούνται πως δε γνωρίζουν τους ευεργέτες τους, ή για φίλους, που για κάποιο λόγο, άγνωστο σε μας, ξέκοψαν από την παρέα μας: «όταν είχε ανάγκη, όλο σε μένα ερχόταν για βοήθεια και, τώρα που βολεύτηκε, πού σε είδα, πού σε ξέρω || μέχρι προχτές κάναμε παρέα και ξαφνικά πού σε ξέρω, πού σε είδα». (Λαϊκό τραγούδι: όλοι σου κάνουν τον καλό μόνο για το συμφέρον κι όταν σε βρει μια συμφορά… πού σε είδα, πού σε ξέρω // τι να σε κάνω αφού πια δε σ’ αγαπώ; πάει χαμένη, σου το λέω, κάθε ελπίδα· τώρα σαν όλες τις γυναίκες σε κοιτώ και δε θυμάμαι πού σε ξέρω, πού σε είδα
- πού το ’δες αυτό γραμμένο; βλ. λ. γραμμένος·
- πώς την είδες; ή πώς την έχεις δει; (στη νεοαργκό) ποιος νομίζεις, ποιος φαντάζεσαι πως είσαι και ενεργείς με αυτόν τον απαράδεκτο ή προκλητικό τρόπο(;): «πώς την είδες και ζητάς απ’ τον άνθρωπο να φύγει στα καλά καθούμενα;». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το δηλαδή ή το καλά. Συνών. πώς την άκουσες(;)·
- πώς την είδες τη δουλειά; βλ. λ. δουλειά·
- σαν δεις καράβι στο βουνό, μουνί είν’ η αιτία, βλ. λ. καράβι·
- στ’  όνειρό σου το είδες; βλ. λ. όνειρο·
- στάσου και θα δεις, βλ. λ. στέκομαι·
- στάσου να δεις, βλ. λ. στέκομαι·
- τα είδα όλα, α. έχω αμέτρητες εμπειρίες στη ζωή μου: «εμένα μη μου κάνεις τον έξυπνο, γιατί στην ηλικία που είμαι τα είδα όλα». β. (στη νεοαργκό) ευχαριστήθηκα πάρα πολύ, ήρθα σε μεγάλο κέφι: «περάσαμε τόσο ωραία, φιλαράκι μου, στα μπουζούκια χτες βράδυ με την παρέα μου, που τα είδα όλα». γ. (στη νεοαργκό) ένιωσα, αισθάνθηκα οδυνηρή έκπληξη: «τον πέτυχα τη στιγμή που φιλούσε τη γυναίκα του φίλου του και τα είδα όλα, κολλητέ μου!». δ. (στη νεοαργκό) φοβήθηκα, τρόμαξα, κινδύνεψα θανάσιμα: «μόλις αντιλήφθηκα το φορτηγό να ’ρχεται κατά πάνω μου, τα είδα όλα, δικέ μου!». Από το ότι επικρατεί η εντύπωση πως, τη στιγμή που πρόκειται να πεθάνει ο άνθρωπος, περνάει μπροστά από τα μάτια του με κινηματογραφική ταχύτητα όλη του η ζωή·
- τα είδα τα χαΐρια σου! ή τα είδαμε τα χαΐρια σου! βλ. λ. χαΐρι·
- τα είδες; ή το είδες; εντέλει η εξέλιξη των πραγμάτων με επιβεβαίωσε, έγιναν ή αποδείχτηκαν όπως τα υποστήριζα, ενώ εσύ είχες διαφορετική γνώμη: «έπρεπε να σ’ ακούσω, γιατί είχες δίκιο. -Το είδες;». Πολλές φορές, η φρ. συνοδεύεται από χειρονομία με το δείκτη να έρχεται και να ακουμπάει στο σημείο του κροτάφου, θέλοντας να υπενθυμίσουμε στο συνομιλητή μας όλα αυτά που του λέγαμε ή που υποστηρίζαμε·
- την είδα, α. (στη νεοαργκό) το αντιλήφθηκα, το εννόησα, το πήρα είδηση, κατάλαβα κάτι που μπορούσε να αποβεί σε βάρος μου: «καλά που την είδα πως ήταν απατεώνας και δεν έκανα τη δουλειά μαζί του». β. (στη νεοαργκό) μου άρεσε πάρα πολύ, χάρηκα πάρα πολύ, πέρασα πάρα πολύ ωραία, πάρα πολύ ευχάριστα: «πολύ την είδα στα μπουζούκια χτες βράδυ». γ. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) επηρεάστηκα από το χασίσι που κάπνισα ή από τη χρήση άλλου ναρκωτικού: «μόλις τράβηξα δυο ρουφηξιές απ’ το τσιγαράκι, την είδα». Συνών. μου την έδωσε / την άκουσα (γ) / την κατάλαβα (β)·
- την είδα ανάποδα, βλ. λ. ανάποδος·
- την είδα στραβά, βλ. λ. στραβός·
- την είδαμε την προκοπή σου! ή τις είδαμε τις προκοπές σου! βλ. λ. προκοπή·
- την είδαμε την προκοπή του! ή τις είδαμε τις προκοπές του! βλ. λ. προκοπή·
- την είδε ή την έχει δει, (στη νεοαργκό) θεωρεί, νομίζει, φαντάζεται πως είναι κάποιος σπουδαίος: «την έχει δει πολύ γκόμενα || την έχει δει πολύ γκόμενος || είναι στο πρώτο έτος της Ιατρικής και την έχει δει γιατρός»· 
- την είδε καλογριά, βλ. λ. καλογριά·
- την είδε κάπως ή την έχει δει κάπως, βλ. λ. κάπως·
- τι άλλο θα δούμε ακόμα! βλ. λ. ακόμα·
- τι είδες; α. τι κατάλαβες(;): «τι είδες που ξενύχτισες στα μπουζούκια;». β. τι κέρδισες(;): «τι είδες που με κατηγόρησες στον προϊστάμενό μου;». Στην περίπτωση που η απάντηση είναι καταφατική δίνεται με το είδα·
- τι θα δουν ακόμα τα μάτια μας! βλ. λ. μάτι·
- το ’δα ’γω τ’ όνειρο! ή το ’χα δει ’γω τ’ όνειρο! βλ. λ. όνειρο·
- το ’δα το έργο ή το ’χω το δει το έργο, βλ. λ. έργο·
- το είδα με τα μάτια μου ή το είδα με τα ίδια μου τα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- το είδα στα χαρτιά, βλ. λ. χαρτί·
- το είδα στο φλιτζάνι, βλ. λ. φλιτζάνι·
- το είδα στον καφέ, βλ. λ. καφές·
- το είδα στον ύπνο μου, βλ. λ. ύπνος·
- το είδα το χαΐρι σου! ή το είδαμε το χαΐρι σου! βλ. λ. χαΐρι·
- το είδε στα χαρτιά, βλ. λ. χαρτί·
- το είδε στο φλιτζάνι, βλ. λ. φλιτζάνι·
- το είδε στον καφέ, βλ. λ. καφές·
- το έλα να δεις, βλ. λ. έλα·
- τον είδα εξ αποστάσεως, βλ. λ. απόσταση·
- τον είδα με τα μάτια μου ή τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, βλ. λ. μάτι.

είπα

είπα, ρ. [αόρ. του ρ. λέγω], είπα. 1. σκέφτηκα, αποφάσισα. (Λαϊκό τραγούδι: ν’ αναστενάξω ήθελα φοβούμαι μην ποθάνω, γιατί άλλη μια αναστέναξα κι είπα το νου μου χάνω // κάτω στον Πειραιά, στο μουράγιο, είπα να σκοτωθώμα τον άγιο). 2. στην προστακτ. πες, υπόθεσε. (Λαϊκό τραγούδι: μια γυναίκα πες πως πέρασε, χάδια και φιλιά σε κέρασε). 3. ως επιφών. είπα! τραγουδιστικό επιφών. της Μαρίκας Νίνου· βλ. και λ. λέω. (Ακολουθούν 251 φρ.)·
- άκου να σου πω! ή άκουσε να σου πω! βλ. λ. ακούω·
- άλλο να σου πω κι άλλο να ακούσεις, βλ. λ. άλλος·
- απ’ το πες πες, βλ. φρ. απ’ το λέγε λέγε, λ. λέω·
- απόψε θα τα πούμε όλα, βλ. φρ. εδώ θα τα πούμε όλα·
- αρκεί που το ’πες, βλ. λ. αρκεί·
- ας πει ό,τι θέλει ή ας πει ό,τι θέλει να πει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας πει·
- ας πούμε, α. ας υποθέσουμε: «ας πούμε πως έρχεται αυτή τη στιγμή και σου ζητάει εξηγήσεις ο αδερφός της γκόμενάς σου. Τι θα κάνεις;». β. λέγεται στην περίπτωση που προτείνουμε κάτι σε κάποιον: «πού να τρέχουμε βραδιάτικα; -Ας πούμε στα μπουζούκια». γ. παραδείγματος χάρη: «παίρνουμε τρία ποτά και τα αναμειγνύουμε, ας πούμε, ούζο, ουίσκι και βότκα. Ξέρετε τι θα προκύψει; Χειροβομβίδα!». δ. επαναλαμβάνεται συχνά πυκνά από κάποιον σε μια διήγησή του: «όπως ερχόμουν, ήρθα ας πούμε φάτσα κάρτα με τον ανταγωνιστή μου και ας πούμε συμφωνήσαμε να πουλάμε στην ίδια τιμή τα εμπορεύματά μας, γιατί ας πούμε συμφέρει και στους δυο μας»·
- ας πούμε πως… ή ας πούμε ότι…, βλ. φρ. πες πως(…)·
- άσε να σε χέσουνε κι αν σε πλύνουν, πες μου το, βλ. λ. πλένω·
- αυτά είπε ο καράς και τίναξε τα πέταλα ο φουκαράς, βλ. λ. καράς·
- αυτά μας τα ’παν κι άλλοι, έκφραση που λέγεται με ειρωνική διάθεση σε άτομο που προσπαθεί να δικαιολογηθεί για κάποιο ατόπημά του ή για να μας πείσει για κάτι, που θα αποβεί προς όφελός του: «εμένα μη μου λες πως άργησες, επειδή είχε πολλή κίνηση στο δρόμο, γιατί αυτά μας τα ’παν κι άλλοι, όταν αργούσαν στη δουλειά τους || είσαι γελασμένος, αν νομίζεις πως πιστεύω όλα όσα μ’ αραδιάζεις για επιτυχίες και κέρδη, γιατί αυτά μας τα ’παν κι άλλοι, που ήθελαν μα με βάλουν στο χέρι»· βλ. και φρ. μας τα ’παν άλλοι·
- αυτό θα πει ατυχία! βλ. λ. ατυχία·
- αυτό θα πει τύχη! βλ. λ. τύχη·
- αυτό να μου πεις! βλ. λ. αυτός·
- γαμιέσαι κόρη μ’, χαίρεσαι, στη γέννα θα τα πούμε, βλ. λ. γέννα·
- για να πούμε και του στραβού το δίκιο, βλ. λ. δίκιο·
- για να πω τη μαύρη αλήθεια ή για να πούμε τη μαύρη αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- για να πω την αλήθεια ή για να πούμε την αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- για να πω την αμαρτία μου, βλ. λ. αμαρτία·
- για να πω την καθαρή αλήθεια ή για να πούμε την καθαρή αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- για να πω την πάσα αλήθεια ή για να πούμε την πάσα αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- για να πω την πικρή αλήθεια ή για να πούμε την πικρή αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- για να σου πω! απειλητική έκφραση σε ενοχλητικό άτομο: «για να σου πω, δε σταματάς, επιτέλους, αυτή την γκρίνια!». Το για τονισμένο. Συνών. για να δεις(!)·
- δε θα πει τίποτα! βλ. φρ. δε λες τίποτα! βλ. λ. λέω·
- δε θα πεις λέξη, βλ. λ. λέξη· 
- δε μας τα ’πες αυτά! έκφραση απορίας, έκπληξης ή δυσφορίας στην πρόταση κάποιου η οποία κλείνει μια συζήτηση που, ανάλογα, τη θεωρούμε συμφέρουσα, εποικοδομητική ή απαράδεκτη: «μόλις τελειώσει η δουλειά, ο καθένας απ’ τους εργάτες θα πάρει πριμ κι από ένα σεβαστό ποσό. -Δε μας τα ’πες αυτά! || μόλις τελειώσει η δουλειά, όλοι οι εργάτες θ’ απολυθούν. -Δε μας τα ’πες αυτά!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το α·
- δε σ’ είπαμε και καμπούρη! βλ. λ. καμπούρης·
- δε χρειάζεται να πω πως… ή δε χρειάζεται να πω ότι…, βλ. λ. χρειάζομαι·
- δε χρωστάει να πει καλή κουβέντα σε κανέναν, βλ. λ. κουβέντα·
- δε χρωστάει να πει καλό λόγο σε κανέναν, βλ. λ. λόγος·
- δείξε μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι, βλ. λ. φίλος·
- δεν είπα ακόμη την τελευταία κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- δεν είπα ακόμη την τελευταία λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δεν είπα ακόμη τον τελευταίο λόγο, βλ. λ. λόγος·
- δεν είπα γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν είπε αχ ή δεν πρόλαβε να πει αχ, βλ. λ. αχ·
- δεν είπε γρυ ή δεν πρόλαβε να πει γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν είπε κιχ ή δεν πρόλαβε να πει κιχ, βλ. λ. κιχ·
- δεν είπε κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- δεν είπε λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δεν είπε όλα τα γράμματα (ενν. ο παπάς, ο ψάλτης), βλ. λ. γράμμα·
- δεν είπες να…, δε θέλησες, δεν αποφάσισες: «δεν είπες να περάσεις μια φορά απ’ το γραφείο μου, να κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας». (Λαϊκό τραγούδι: άπονη ζωή μας