Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
φτάνω

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

φτάνω κ. φθάνω, ρ. [<μσν. φτάνω <αρχ. φθάνω], φτάνω. 1. πετυχαίνω, πραγματοποιώ το σκοπό μου: «έφτασα εκεί που ήθελα». 2. πλησιάζω να φτάσω σε οργασμό, να εκσπερματώσω: «οι πιο πολλές γυναίκες φτάνουν αργά». 3. φτάνει, (απρόσ.) είναι αρκετό, αρκεί: «φτάνει, δε θέλω άλλο || φτάνει, μη μου βάζεις άλλο || φτάνει να θέλεις, κι όλα θα διορθωθούν». (Λαϊκό τραγούδι: δεν τα θέλει τα παλάτια, όλα τα περιφρονεί. μια μελαχρινή του φτάνει φίνος να γενεί κι άλλη μια ξανθούλα θέλει να την παντρευτεί). 4. φτάνει! δηλώνει πως εξαντλήθηκε η αντοχή μας ή η υπομονή μας, αρκετά: «φτάνει, δεν αντέχω άλλα βάσανα!». (Λαϊκό τραγούδι: φτάνει φτάνει φτάνει, η ζωή μου κύκλους κάνει). Συνήθως συνοδεύεται από το πια. 5. στο α΄ εν. πρόσ. του αορ. ως επιφών. έφτασα! έρχομαι αμέσως, πες ότι ήρθα: «έλα λίγο που σε θέλω. -Έφτασα!». 6. στο γ΄ εν. πρόσ. αορ. ως επιφών. έφτασε! δηλώνει μεγάλη προθυμία του ομιλητή να ικανοποιήσει την επιθυμία ή να εκτελέσει την παραγγελία κάποιου: «δώσε μου, σε παρακαλώ, δέκα χιλιάρικα. -Έφτασε! || φέρε μου, σε παρακαλώ, ένα ποτήρι νερό. -Έφτασε!». Σε περίπτωση γκαρσονιού, ακούγεται στον τύπο εφτασέι! με τονισμένο έντονα το ε και με μακρόσυρτη φωνή: «φέρε μου έναν βαρύ γλυκό. -Εφτασέι!». Συνών. αμεσώις! (Ακολουθούν 112 φρ.)·   
- αν δεν περισσεύει, δε φτάνει, βλ. λ. περισσεύω·
- απλώνω τα πόδια μου μέχρις εκεί που φτάνει το πάπλωμα, βλ. λ. πόδι·
- απλώνω τα χέρια μου εκεί που δε φτάνουν, βλ. λ. χέρι·
- δε μας εφτάναν τα μουνιά, μας ήρθαν κι απ’ την Πέργαμο, βλ. λ. μουνί·
- δε μας φτάναν τα δικά μας, μας ήρθαν κι απ’ την Πέργαμο, βλ. λ. δικός·
- δε φτάνει μια ζωή, βλ. λ. ζωή·
- δε φτάνει ούτε για ζήτω, βλ. λ. ζήτω·
- δε φτάνει ούτε για χαρτζιλίκι, βλ. λ. χαρτζιλίκι·
- δε φτάνει που…, λέγεται στην περίπτωση που σε κάτι κακό ή δυσάρεστο, προστίθεται και άλλο: «δε φτάνει που είναι μεθύστακας, είναι και χαρτοπαίχτης από πάνω || δε φτάνει που κάηκε το χωριό μας απ’ τις πυρκαγιές, μας το κατάστρεψε κι ο σεισμός»·
- δεν έφτασε δα η συντέλεια του κόσμου ή δεν έφτασε κι η συντέλεια του κόσμου, βλ. λ. συντέλεια·
- δεν έφτασε δα το τέλος του κόσμου ή δεν έφτασε και το τέλος του κόσμου,  βλ. λ. τέλος·
- δεν το φτάνει ο νους του ανθρώπου, βλ. λ. άνθρωπος·
- δεν τον φτάνει κανείς (κανένας σε κάτι), είναι ασυναγώνιστος, αξεπέραστος σε μια τέχνη ή σε κάτι καλό ή κακό: «είναι τόσο καλός μηχανικός, που δεν τον φτάνει κανείς || δεν τον φτάνει κανείς στο τρέξιμο || είναι τόσο απατεώνας, που δεν τον φτάνει κανένας || δεν τον φτάνει κανείς στα μαθηματικά»·  
- δεν τον φτάνεις ούτε στο μικρό του το νύχι, βλ. λ. νύχι·
- δεν τον φτάνεις ούτε στο νυχάκι του ή δεν τον φτάνεις ούτε στο μικρό του το νυχάκι, βλ. λ. νυχάκι·
- δεν τον φτάνεις ούτε στο δαχτυλάκι του ή δεν τον φτάνεις ούτε στο μικρό του το δαχτυλάκι, βλ. λ. δαχτυλάκι·
- εδώ που φτάσαμε, εδώ·
- εδώ φτάσαμε! βλ. λ. εδώ·
- είναι κοντό το χέρι του να φτάσει και σε μένα, βλ. λ. χέρι·
- εκεί που φτάσαμε, βλ. λ. εκεί·
- εκεί φτάσαμε! βλ. λ. εκεί·
- έφτασα στο νυν και αεί, βλ. λ. αεί·
- έφτασα στο μηδέν, βλ. λ. μηδέν·
- έφτασα στο μη παρέκει, βλ. λ. παρέκει·
- έφτασα στο τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- έφτασα στο μη χέσω! βλ. λ. χέζω·
- έφτασαν στο Θεό, βλ. λ. Θεός·
- έφτασαν τα πόδια στην πλάτη του, βλ. λ. πόδι·
- έφτασαν τα πόδια στον ώμο του, βλ. λ. ώμος·
- έφτασε η μεγάλη ώρα, βλ. λ. ώρα·
- έφτασε η Τετραδίτσα, πέρασε η βδομαδίτσα, βλ. λ. Τετράδη·
- έφτασε η ψυχή στο στόμα, βλ. λ. ψυχή·
- έφτασε η ώρα, βλ. λ. ώρα·
- έφτασε η ώρα μου, βλ. λ. ώρα·
- έφτασε η ώρα σας! βλ. λ. ώρα·
- έφτασε η ώρα της αλήθειας, βλ. λ. ώρα·
- έφτασε η ώρα του, βλ. λ. ώρα·
- έφτασε να…, κατάντησε να…: «κάποτε είχε πολλά λεφτά, αλλά έμπλεξε με τη χαρτοπαιξία κι έφτασε να μην έχει να φάει»· βλ. και φρ. φτάνει να(…)·
- έφτασε ο κόμπος στο χτένι, βλ. λ. κόμπος·
- έφτασε στ’ αφτιά μου, βλ. λ. αφτί·
- έφτασε στα πρόθυρα…, βλ. λ. πρόθυρα·
- έφτασε στη βρύση και δεν ήπιε νερό, βλ. λ. νερό·
- έφτασε στην πηγή και δεν ήπιε νερό, βλ. λ. νερό·
- έφτασε το μαχαίρι στο κόκαλο, βλ. λ. μαχαίρι·
- έφτασε ψηλά, βλ. λ. ψηλός·
- η μύτη του φτάνει στον ουρανό, βλ. λ. μύτη·
- θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού ή θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα, βλ. λ. λαγός·
- καλύτερα να περισσεύει παρά να μη φτάνει, βλ. λ. περισσεύω·
- κάνω ό,τι φτάσει, βλ. λ. κάνω·
- κώλος που κλάνει, γιατρός δε φτάνει, βλ. λ. κώλος·
- λέει ό,τι φτάσει, βλ. λ. λέω·
- μέχρις εκεί έφτασε η χάρη του! βλ. λ. χάρη·
- μέχρις εκεί που φτάνει το μάτι σου, βλ. λ. μάτι·
- μέχρις εκεί φτάνει το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- μόλις που έφτασε, βλ. λ. μόλις·
- μονό δε φτάνει, διπλό περισσεύει, βλ. λ. μονός·
- να  μη φτάσεις να δεις ανθρώπου μέρα, βλ. λ. άνθρωπος·
- να μη φτάσεις να δεις άσπρη μέρα, βλ. λ. μέρα·
- να μη φτάσεις να δεις Θεού πρόσωπο, βλ. λ. Θεός·
- να μη φτάσεις να δεις χαΐρι και προκοπή, βλ. λ. χαΐρι·
- όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, βλ. λ. αλεπού·
- όσο που φτάνει το μάτι σου, βλ. λ. μάτι·
- όταν καίγεται το σπίτι του διπλανού, η φωτιά θα φτάσει και στο δικό σου, βλ. λ. σπίτι·
- πάτησε στ’ αβγό κι έφτασε τον ουρανό, βλ. λ. αβγό·
- που αγάλια αγάλια περπατεί, μακριά μπορεί να φτάσει, βλ. λ. αγάλια·
- ρούφα κι έφτασε! βλ. λ. ρουφώ·
- σαν να μη μας έφταναν όλα τ’ άλλα ή σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, βλ. λ. όλος·
- το μαχαίρι έφτασε μέχρι (ως) το κόκαλο, βλ. λ. μαχαίρι·
- τον φτάνω, τον προφταίνω, τον προλαβαίνω: «είχε φύγει λίγο πιο μπροστά από μένα, αλλά τον έφτασα στην τρίτη στροφή»·
- τον φτάνω στο αμάν, βλ. λ. αμάν·
- τον φτάνω στο αμήν, βλ. λ. αμήν·
- τόσο φτάνει το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- τρέχει και δε φτάνει, βλ. λ. τρέχω·
- φτάνει δε φτάνει, α. είναι αμφίβολο αν έχει το κατάλληλο μήκος για να συνδέσει δυο αντικείμενα: «το καλώδιο φτάνει δε φτάνει μέχρι το άλλο σπίτι για να πάρουμε ηλεκτρικό ρεύμα». β. είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει να φτάσει στον προορισμό του: «δεν έχει αρκετή βενζίνα κι επειδή οι βενζινοπώλες έχουν απεργία, φτάνει δε φτάνει ο τάδε στην πόλη του»·   
- φτάνει και περισσεύει, επαρκεί απόλυτα, είναι υπεραρκετό: «μη μου βάζεις άλλο φαγητό, γιατί φτάνει και περισσεύει αυτό που μου ’βαλες || δε θέλω άλλο χαρτζιλίκι, γιατί φτάνει και περισσεύει αυτό που μου ’δωσες»·
- φτάνει να…, αρκεί να…: «θα κάνω ό,τι θέλεις για σένα, φτάνει να μ’ αγαπάς || θα σου κάνω όλα τα χατίρια, φτάνει να είσαι φρόνιμη». (Λαϊκό τραγούδι: δε με συγκινούν αγάπες, φτάνει να καλοπερνώ· κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου)· βλ. και φρ. έφτασε να(…)·
- φτάνει να κουνήσει το δαχτυλάκι του ή φτάνει να κουνήσει το μικρό του το δαχτυλάκι, βλ. λ. δαχτυλάκι·
- φτάνει που…, αρκεί που…: «φτάνει που ήρθε, γι’ αυτό μην το μαλώνεις το παιδί». (Λαϊκό τραγούδι: μεροδούλι μεροφάι φτάνει που θα μ’ αγαπάει
- φτάνω δεύτερος, βλ. λ. δεύτερος·
- φτάνω δεύτερος και καταϊδρωμένος, βλ. λ. καταϊδρωμένος·
- φτάνω μέχρι (ως) το τέλος (κάτι), βλ. λ. τέλος·
- φτάνω μέχρι (ως) το τέρμα (κάτι) ή φτάνω στο τέρμα (κάτι), βλ. λ.τέρμα·
- φτάνω στα άκρα, βλ. λ. άκρο·
- φτάνω στα γράδα μου, βλ. λ. γράδα·
- φτάνω στα δικαστήρια, βλ. λ. δικαστήριο·
- φτάνω στα καράτια μου, βλ. λ. καράτι·
- φτάνω στα κέφια ή φτάνω στα κέφια μου ή φτάνω στο κέφι ή φτάνω στο κέφι μου, βλ. λ. κέφι·
- φτάνω στα όριά μου, βλ. λ. όριο·
- φτάνω στα όρια της αντοχής μου (της υπομονής μου), βλ. λ. όριο·
- φτάνω στα τελικά, βλ. λ. τελικός·
- φτάνω στα χρόνια (κάποιου), βλ. λ. χρόνος·
- φτάνω στην άκρη, βλ. λ. άκρη·
- φτάνω στην κορυφή, βλ. λ. κορυφή·
- φτάνω στην πράξη, βλ. λ. πράξη·
- φτάνω στην ώρα μου, βλ. λ. ώρα·
- φτάνω στο αμάν, βλ. λ. αμάν·
- φτάνω στο αμήν, βλ. λ. αμήν·
- φτάνω στο απροχώρητο, βλ. λ. απροχώρητο·
- φτάνω στο ζερό, βλ. λ. ζερό·
- φτάνω στο νυν και αεί, βλ. λ. νυν και αεί·
- φτάνω στο σημείο να…, βλ. λ. σημείο·
- φτάνω στο τσίμα τσίμα, βλ. λ. τσίμα·
- φτάνω στο χείλος της αβύσσου, βλ. λ. χείλος·
- φτάνω στο χείλος της καταστροφής, βλ. λ. χείλος·
- φτάνω στο χείλος του γκρεμού, βλ. λ. χείλος·
- φτάνω στο χείλος του τάφου, βλ. λ. χείλος·
- φτάνω στον πάτο, βλ. λ. πάτος·
- φτάνω στον τελικό, βλ. λ. τελικός·
- φτάνω στου διαβόλου τη μάνα, βλ. λ. διάβολος·
- ως εκεί έφτασε η χάρη του! βλ. λ. χάρη·
- ως εκεί που φτάνει το μάτι σου, βλ. λ. μάτι·
- ως εκεί φτάνει το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- ωσότου το νερό φτάσει στη δεξαμενή, ο βάτραχος ψοφάει, βλ. λ. βάτραχος.

αβγό

αβγό κ. αυγό, το, ουσ. [από τη συνεκφορά τά ωά> ταουά> ταουγά> τ’ αβγά> τ’ αβγό], το αβγό. 1. ξύλινο αντικείμενο σε σχήμα αβγού που χρησιμοποιείται για το μαντάρισμα των καλτσών: «παλιότερα η κάθε νοικοκυρά είχε στα σύνεργά της κι ένα αβγό για το μαντάρισμα των καλτσών της οικογένειας». 2α. (στη γλώσσα της αργκό) αυτός που δεν έχει καθόλου χρήματα, ο απένταρος, ο άφραγκος: «μας κάνει το λεφτά αλλ’ απ’ ό,τι ξέρω είναι αβγό ο τύπος». Από το ότι, το τσόφλι του αβγού δεν καλύπτεται από μαλλί, το οποίο μαλλί, ερμηνεύεται ως χρήμα. β. νεαρός πελάτης που κάθεται σ’ ένα μπαρ χωρίς να παραγγέλνει τίποτα να πιει: «ένα αβγό να μας έρθει ακόμα σαν και του λόγου του και το κλείσαμε το μαγαζί». 3. ως επιφών. αβγά! επιφών. αμφισβήτησης για κάτι που μας λένε ή για κάτι που μας αναφέρουν ως σπουδαίο: «αβγά, που θα σου δώσει τόσα λεφτά και μάλιστα χωρίς απόδειξη!». 4. στον πληθ. τα αβγά, τα αρχίδια: «έφαγε μια κλοτσιά στ’ αβγά του κι έπεσε κάτω αναίσθητος». Για συνών. βλ. λ. αρχίδι. Μεγεθ. αβγουλάρα, η. Υποκορ. αβγουλάκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 66 φρ.)·
- αβγά μάτια, α. αβγά που τηγανίστηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη σπάσει ο κρόκος τους: «για βραδινό έφαγα δυο αβγά μάτια». β. γυναικεία στήθη που είναι πεσμένα και πλακουτσωτά, που είναι, δηλαδή, σαν τηγανητά αβγά μέσα στο πιάτο: «έχει όμορφο πρόσωπο, αλλά τα βυζιά της είναι σαν αβγά μάτια»·
- αβγά μελάτα, αβγά βρασμένα μέχρι το σημείο ώστε να μη στερεοποιηθεί το περιεχόμενό του: «κάθε πρωί τρώει δυο αβγά μελάτα»· βλ. και λ. μελάτος·
- αβγά μελάτα! έκφραση αμφισβήτησης στα λεγόμενα κάποιου: «έμαθα πως θα ’ρθει κι η τάδε στο χορό. -Αβγά μελάτα!». Πολλές φορές, μετά την επιφωνηματική φρ. επαναλαμβάνεται από τον αμφισβητία και το ρ. της φρ. που του ανακοινώνεται: «έμαθα πως θα ’ρθει κι η τάδε στο χορό. -Αβγά μελάτα θα ’ρθει!», ενώ είναι και φορές που ο αμφισβητίας επαναλαμβάνει όλη το φρ. που του ανακοινώνεται: «έμαθα πως θα ’ρθει κι η τάδε στο χορό. -Αβγά μελάτα πως θα ’ρθει κι η τάδε στο χορό!». Για συνών. βλ. λ. αρχίδι (4)· 
- αβγά σου καθαρίζουν; ειρωνική παρατήρηση σε άτομο που γελάει χωρίς λόγο: «τι γελάς, ρε χαμένε, αβγά σου καθαρίζουν;»·
- αβγό ημέρας, το αβγό που γέννησε η κότα τη μέρα που κουβεντιάζουμε, και κατ’ επέκταση που είναι πολύ φρέσκο: «θέλω να μου δώσεις έξι αβγά ημέρας». Πρβλ.: έμπλαστρα πάρτε από μένα ευλογημένα και φτηνά, ένα κοτόπουλο το ένα ή φρέσκα αυγά σημερινά (Λαϊκό τραγούδι)·
- αβγό να πάρεις απ’ αυτόν, κρόκο δε βρίσκεις μέσα, βλ. λ. κρόκος·
- αγκυλώθηκε η βασιλοπούλα απ’ τ’ αβγό, βλ. λ. βασιλόπουλο·
- ακόμη δε βγήκε απ’ τ’ αβγό του, λέγεται ειρωνικά ή υποτιμητικά για άτομο που, χωρίς να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις στη ζωή ή σε ένα επάγγελμα ή μια τέχνη λόγω μικρής ηλικίας, θέλει ή προσπαθεί να συμβουλέψει άλλους, που είναι και μεγαλύτεροί του αλλά και πολύ πιο έμπειροι από αυτό: «ακόμη δε βγήκε απ’ το αβγό του και θέλει να μας κάνει και το δάσκαλο!». Για συνών. βλ. φρ. ακόμη δε βρήκε απ’ το καβούκι του, λ. καβούκι·
- ακόμη δεν έσκασε απ’ τ’ αβγό του, βλ. φρ. ακόμη δε βγήκε απ’ τ’ αβγό του·
- βγάζω αβγό, δυσκολεύομαι πολύ να τελειώσω μια δουλειά, μια εργασία, ταλαιπωρούμαι πάρα πολύ: «μέχρι να παραδώσω αυτή τη δουλειά, έβγαλα αβγό». Από την προσπάθεια που καταβάλλει η κότα, όταν γεννάει το αβγό.
- βρήκε την κότα που (του) γεννάει τα χρυσά (τ’) αβγά ή βρήκε την κότα που (του) κάνει τα χρυσά (τ’) αβγά, βλ. λ. κότα·
- για το γαμπρό κι ο κόκορας γεννά αβγό, βλ. λ. γαμπρός·
- δε γίνεται ομελέτα, χωρίς να σπάσεις αβγά, βλ. λ. ομελέτα·
- δεν κουρεύουμε αβγά, μιλάμε σοβαρά, σοβαρολογούμε, δεν αστειευόμαστε, δεν είμαστε παιδιά: «όταν μιλάς, θα λες συγκεκριμένα πράγματα, γιατί δεν κουρεύουμε αβγά». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το εδώ. Για συνών. βλ. φρ. δεν παίζουμε τις κουμπάρες, λ. κουμπάρα·
- είναι σαν την κότα και τ’ αβγό, βλ. λ. κότα·
- εμείς τι κάνουμε, αβγά κουρεύουμε; γιατί υποτιμάς την ειδικότητά μας, την τέχνη μας, τη δουλειά μας ή την εμπειρίας μας, από τη στιγμή που δεν είμαστε καθόλου άσχετοι με τη δουλειά ή την υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος(;): «ποιος σου ’πε πως δεν μπορώ να διορθώσω τ’ αυτοκίνητό σου; Εμείς τι κάνουμε, αβγά κουρεύουμε;». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το καλά και μετά το ρ. της φρ. κάνουμε, ακολουθεί το εδώ ή το δηλαδή. Για συνών. βλ. φρ. εμείς τι κάνουμε, τις κουμπάρες παίζουμε; λ. κουμπάρα·
- ζεσταίνουν τ’ αβγό του φιδιού, βλ. λ. φίδι·
- η κότα έκανε τ’ αβγό ή τ’ αβγό την κότα; βλ. λ. κότα·  
- η κότα έκανε τ’ αβγό και το αβγό την κότα, βλ. λ. κότα·
- ήρθε τ’ αβγό στον κώλο του, βλ. φρ. του ’ρθε τ’ αβγό στον κώλο·
- θα μας κάνει το χρυσό αβγό ή θα μας κάνει το χρυσό τ’ αβγό, λέγεται ειρωνικά για κάποιον που τον περιποιούμαστε πολύ ενώ κατά βάθος ξέρουμε, ή υποπτευόμαστε, πως οι περιποιήσεις μας αυτές δε θα έχουν και το ανάλογο αντίκρισμα: «γιατί του κάνεις όλα τα χατίρια, δεν μπορώ να καταλάβω! -Θα μας κάνει το χρυσό αβγό». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- καθαρίζω σαν αβγό, α. χάνω όλα μου τα χρήματα, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο ή άλλο τυχερό παιχνίδι: «παίζαμε όλο το βράδυ και το πρωί είχα καθαρίσει σαν αβγό». β. χάνω μια υπόθεση λόγω ανωτερότητας του αντιπάλου μου: «μόλις πήρε και ο τάδε μέρος στον πλειστηριασμό, καθάρισα σαν αβγό». γ. νικιέμαι από κάποιον με ευκολία, υποκύπτω χωρίς σπουδαία αντίσταση: «μόλις τον άρπαξε ο άλλος στα χέρια του, καθάρισε σαν αβγό». Από την εικόνα του βρασμένου αβγού που αποβάλλει κανείς με μεγάλη ευκολία το τσόφλι που το περιβάλλει·
- κάθε πράγμα στον καιρό του κι αβγά κόκκινα το Πάσχα, κάθε πράγμα πρέπει να γίνεται στον καιρό του, στην ώρα του, στην κατάλληλη στιγμή: «τώρα γέρασα πια και δεν είμαι για επιχειρήσεις, γιατί κάθε πράγμα στον καιρό του κι αβγά κόκκινα το Πάσχα». Συνών. κάθε πράγμα στη σειρά του / κάθε πράγμα στην ώρα του / κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο / καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια / κότα πίτα το Γενάρη, κόκορας τον Αλωνάρη / το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι / τώρα στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα·
- κάθομαι στ’ αβγά μου, α. συμμορφώνομαι, υποτάσσομαι: «μόλις του ’βαλε ο άλλος τις φωνές, κάθισε στ’ αβγά του ο δικός σου». β. παύω να ενεργώ δυναμικά, ησυχάζω, ηρεμώ: «μόλις αντιλήφτηκε πως ο άλλος ήταν πιο δυνατός, άφησε τις παλικαριές και κάθισε στ’ αβγά του». γ. δεν ανακατεύομαι σε υποθέσεις άλλων: «απ’ τη στιγμή που δε ζήτησαν τη γνώμη μου, κάθισα στ’ αβγά μου». Από την εικόνα του ατόμου που, όταν κάθεται έχει από κάτω του τα αρχίδια του·
- και δέκα αβγά Τουρκίας, δε με νοιάζει καθόλου, δε δίνω δεκάρα, αδιαφορώ τελείως: «για ό,τι αφορά εσένα και τη δουλειά σου, και δέκα αβγά Τουρκίας»·
- κάτσε κότα μου στ’ αβγά σου, για να βγούνε τα πουλιά σου, βλ. λ. κότα·
- κάτσε στ’ αβγά σου! συμβουλευτική ή απειλητική προτροπή σε κάποιον να μην αναμειχθεί σε κάποια υπόθεση που παρουσιάζεται έκρυθμη ή ύποπτη: «πάμε να δούμε γιατί μαλώνουν. -Κάτσε στ’ αβγά σου! || πάμε να δούμε γιατί μαζεύτηκε τόσος κόσμος -Κάτσε στ’ αβγά σου!». Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται της φρ. και άλλοτε ακολουθεί το ρε ή το βρε ή το μωρέ·
- κόκκινο αβγό, το λαμπριάτικο, το πασχαλινό αβγό: «είχαμε όλοι το κόκκινο αβγό στην τσέπη μας που το τσουγκρίσαμε μετά το Χριστός Ανέστη που έψαλλε ο παπάς»·
- κουρεύει τ’ αβγό, είναι υπερβολικά τσιγκούνης: «πώς να μην κάνει περιουσία αυτός ο άνθρωπος, αφού κουρεύει τ’ αβγό!»·
- λες και τ’ αβγά τ’ αλωνίζουν, λέγεται επιτιμητικά για κάποιον που μας ζητάει συνεχώς λεφτά ή που μας ζητάει κάποιο υπέρογκο ποσό χωρίς να υπολογίζει τον κόπο που χρειάζεται για να αποκτηθούν αυτά: «απ’ τη μέρα που τον γνώρισα, είναι όλο στο δώσε και στο δώσε, λες και τ’ αβγά τ’ αλωνίζουν»·
- με πορδές δε βάφονται αβγά ή με πορδές αβγά δε βάφονται ή με πορδές δε βάφονται τ’ αβγά ή με πορδές τ’ αβγά δε βάφονται, α. όταν δεν υπάρχουν τα οικονομικά μέσα, δεν μπορεί να επιτευχθεί με επιτυχία κάποιο έργο: «μη μου λες πως θα στήσεις ολόκληρη επιχείρηση χωρίς φράγκο, γιατί με πορδές δε βάφονται τ’ αβγά». β. για να φτάσει κανείς στην επιτυχία, χρειάζεται συνεχής προσπάθεια και κόπος: «όλο το καλοκαίρι γυρνούσε στις αμμουδιές και φυσικά δεν πήρε το πτυχίο του, αφού με πορδές δε βάφονται τ’ αβγά».Συνών. με πορδές δε γίνονται δουλειές·
- με ψευτιές δε βάφονται αβγά ή με ψευτιές αβγά δε βάφονται ή με ψευτιές δε βάφονται τ’ αβγά ή με ψευτιές τ’ αβγά δε βάφονται, βλ. φρ. με πορδές δε βάφονται αβγά·
- μένω αβγό, (στη γλώσσα της αργκό) α. μένω χωρίς χρήματα, ξοδεύω όλα τα χρήματά μου: «δώσε στον ένα δανεικά, δώσε στον άλλον δανεικά, στο τέλος έμεινα αβγό». β. χάνω όλα τα χρήματά μου στο χαρτοπαίγνιο: «στην αρχή είχα καλό φύλο και κέρδιζα, όμως στο τέλος γύρισε το φύλο κι έμεινα αβγό»·
- μου πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια, μου πήραν, μου κέρδισαν όλα μου τα χρήματα, δε μου  άφησαν ούτε δραχμή: «έπαιξα χαρτιά με κάτι χαρτοκλέφτες και μου πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια || μόλις μου ’τυχε το λαχείο, πέσανε πάνω μου όλοι οι συγγενείς και μου πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια»·
- μου πήραν τ’ αβγά και τα πασχάλια, βλ. φρ. μου πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια·
- μου ’ρθε τ’ αβγό στον κώλο, ενεργώ βιαστικά την τελευταία στιγμή, γιατί υπάρχει κίνδυνος να χάσω μια δουλειά ή μια υπόθεση που είχα παραμελήσει ή είχα αδιαφορήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα ή γιατί υπάρχει κίνδυνος να αποβεί κάτι σε βάρος μου: «τόσον καιρό αδιαφορούσα να κάνω τη φορολογική μου δήλωση και τώρα που μου ’ρθε τ’ αβγό στον κώλο, γιατί μεθαύριο λήγει η προθεσμία, τρέχω και δε φτάνω»·
- μπορώ να σπάσω αβγά, είμαι αποφασισμένος να αναλάβω το κόστος, προκειμένου να πετύχω κάτι: «η κυβέρνηση δήλωσε πως για την εξάρθρωση του κατεστημένου, μπορεί να σπάσει αβγά»·
- νομίζει πως τ’ αβγά τ’ αλωνίζουν, βλ. φρ. λες και τ’ αβγά τ’ αλωνίζουν·
- ξεφλουδίζω σαν αβγό, βλ. φρ. καθαρίζω σαν αβγό·
- ο κώλος τ’ αβγού, βλ. λ. κώλος·
- πάρ’ τ’ αβγό και κούρεψ’ το ή πάρ’ τ’ αβγό και κούρεφ’ το, λέγεται ειρωνικά στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει δυνατότητα να πάρει κανείς από κάποιον κάτι, ιδίως χρήματα, όταν αυτός δεν έχει: «θα πάω να πάρω τα δανεικά που έδωσα στον τάδε. -Πάρ’ τ’ αβγό και κούρεψ’ το! Μα καλά, δεν έμαθες πως κήρυξε πτώχευση;». Πρβλ. οὐκ ἄν λάβοις παρά τοῦ μή ἔχοντος. Απάντηση του Μένιππου προς τον Χάρωνα, όταν ο δεύτερος του ζήτησε τον κόπο του για τη μεταφορά που του έκανε. Από τους Νεκρικούς διάλογους του Λουκιανού. Συνών. πιάσε τον ξυπόλυτο και πάρε τα παπούτσια του· βλ. και φρ. πιάσε τον αστακό και κούρεψε το μαλλί του, λ. αστακός·
- πάτησε στ’ αβγό κι έφτασε τον ουρανό, λέγεται ειρωνικά για άτομο που θεωρεί πως έκανε κάτι σπουδαίο: «αγόρασε κι αυτός ένα αυτοκινητάκι και το ’χει κάνει τούμπανο σ’ όλον τον κόσμο. -Πάτησε στ’ αβγό κι έφτασε τον ουρανό». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι μωρέ ή το σιγά μωρέ·
- πότε αβγά, πότε πουλιά! βλ. λ. πουλί·
- προτού σκάσουν τ’ αβγά, άρχισε να μετράει πουλιά, βλ. λ. πουλί·
- ρούφα τ’ αβγό σου! μη μιλάς, μην ανακατεύεσαι, σκασμός(!): «όταν μιλώ εγώ, εσύ ρούφα τ’ αβγό σου!»· βλ. και φρ. ρούφα τ’ αβγουλάκι σου! λ. αβγουλάκι·
- ρουφηχτό αβγό, που το τρώει κανείς ρουφώντας το: «κάθε πρωί, παίρνει ένα αβγό και το τρώει ρουφηχτό». Στην περίπτωση αυτή, το αβγό είναι ωμό και αυτός που θέλει να το φάει, ανοίγει μια τρυπίτσα στη μια άκρη του και το ρουφάει. Λένε μάλιστα πως τη μέθοδο αυτή τη χρησιμοποιούν οι τραγουδιστές και οι τενόροι, γιατί, υποτίθεται κάνει καλό στη φωνή τους·
- σ’ άλλους γεννάς τ’ αβγό, σε μένα κακαρίζεις, λέγεται για κείνον που ενώ παινεύει εμάς τους ίδιους, δίνει ωφελήματα σε άλλον: «εντέλει δεν μπορώ να καταλάβω τη νοοτροπία σου, σ’ άλλους γεννάς τ’ αβγό, σε μένα κακαρίζεις»·
- σιγά μη σπάσεις τ’ αβγά! βλ. φρ. σιγά τ’ αβγά(!)·
- σιγά τ’ αβγά! λέγεται στην περίπτωση που θεωρούμε κάποιον ή κάτι εντελώς ασήμαντο ή που αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα ή τη δυσκολία που μας αναφέρει κάποιος πως παρουσιάζει κάποια δουλειά ή υπόθεση: «αγόρασε κι αυτός αυτοκίνητο και σιγά τ’ αβγά! || ξέρεις τι δύσκολο πράγμα που είναι να ελέγχεις ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει απ’ αυτό το εργοστάσιο; -Σιγά τ’ αβγά! || μπορείς να σηκώσεις αυτό το μπαούλο; -Σιγά τ’ αβγά!». (Τραγούδι: και σιγά τ’ αυγά κι οι συγγενείς π’ ούτε να τους έφτυνε κανείς).Συνών. σιγά στη δουλειά! ή σιγά τη δουλειά! / σιγά στο πράγμα! ή σιγά το πράγμα! / σιγά τα λάχανα! / σιγά τα ωά! / σιγά τον πολυέλαιο! / σπουδαία δουλειά! / σπουδαία τα λάχανα! / σπουδαίο πράγμα ή σπουδαίο το πράγμα! β. ειρωνική έκφραση σε άτομο που το βλέπουμε να περπατάει αργά και προσεκτικά, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Από το ότι τα αβγά σπάζουν πολύ εύκολα, γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή κατά τη μεταφορά τους·
- σπάει αβγά, πρόκειται για δυναμικό, για αποφασιστικό άτομο, πρόκειται για άτομο που συμπεριφέρεται δυναμικά, αποφασιστικά: «ο νέος διευθυντής δεν χαμπαρίζει κανέναν, γιατί με το παραμικρό σπάει αβγά»·
- στ’ αβγά μας! ή στ’ αβγά μου! βλ. συνηθέστ. στ’ αρχίδια μας! λ. αρχίδι·
- τ’ αβγό του Κολόμβου, λέγεται για απορία ή πρόβλημα που φαίνεται αξεπέραστο ενώ έχει απλούστατη λύση αρκεί να σκεφτεί κανείς λιγάκι·
- της γειτόνισσας τ’ αβγά είναι πάντα πιο μεγάλα, δηλώνει τη ζήλια που νιώθει ο άνθρωπος από την εντύπωση που του δημιουργείται πως, τα πράγματα των άλλων, είναι πάντα καλύτερα από τα δικά του: «μπορεί να ’χω κι εγώ αυτοκίνητο αλλά τ’ αυτοκίνητο του τάδε είναι μεσ’ στην καρδιά μου γιατί, βλέπεις, της γειτόνισσας τ’ αβγά είναι πάντα πιο μεγάλα»· βλ. και φρ. το ξένο είναι πιο γλυκό, λ. ξένος·   
- τι νόμισες, αβγά κουρεύουμε; λέγεται με ειρωνική διάθεση στην περίπτωση που φέρουμε σε αίσιο τέλος μια δουλειά ή μια υπόθεση, ενώ κάποιος ή κάποιοι μας θεωρούν εντελώς ανίκανους γι’ αυτό: «ρε θηρίο, πώς μπόρεσες και τέλειωσες τη δουλειά; -Τι νόμισες, αβγά κουρεύουμε;». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Για συνών. βλ. φρ. τι νόμισες, τις κουμπάρες παίζουμε; λ. κουμπάρα·
- το καλό πουλί, απ’ τ’ αβγό του κελαηδεί, βλ. λ. πουλί·
- τον πήραν με τ’ αβγά, (για δημόσιους αγορητές ή πολιτικούς) τον αποδοκίμασαν έντονα, τον γιουχάισαν: «μόλις βγήκε στο μπαλκόνι να βγάλει λόγο, τον πήραν με τ’ αβγά». Ίσως από το έθιμο του αβγοπόλεμου κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή. Συνών. τον πήραν με τις ντομάτες· βλ. και φρ. τον πήραν με τις πέτρες, λ. πέτρα·
- του πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια, του τα πήραν όλα, ιδίως τα χρήματα: «έμπλεξε με κάτι αλήτες και του πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια»·
- του πήραν τ’ αβγά και τα πασχάλια, βλ. φρ. του πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια·
- του ’ρθε τ’ αβγό στον κώλο, λέγεται ειρωνικά ή επιτιμητικά για άτομο που, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε παραμελήσει ή αδιαφορήσει για μια δουλειά ή υπόθεση, ενεργεί βιαστικά την τελευταία στιγμή, γιατί υπάρχει κίνδυνος ή να τη χάσει ή να αποβεί σε βάρος του: «τόσο καιρό αδιαφορούσε και καταπιανόταν μ’ άλλα πράγματα, τώρα όμως, που του ’ρθε τ’ αβγό στον κώλο, τρέχει σαν παλαβός»·
- τρεις το αβγό κι ο κρόκος χώρια, βλ. λ. κρόκος·
- τσουγκρίσαμε τ’ αβγά, χαλάσαμε, διαλύσαμε μια συνεργασία, μια συμφωνία, μια σχέση, μια φιλία, έναν ερωτικό δεσμό: «αποδείχτηκε πως δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε κι έτσι τσουγκρίσαμε τ’ αβγά». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν τραβηχτώ καμιά φορά μ’ άλλη γυναίκα πονηρά και λάχει και το μάθεις, να μη μ’ αρχίσεις τον καβγά και τα τσουγκρίσουμε τ’ αβγά κι άλλο κακό μην πάθεις). Από το ότι, όταν τσουγκρίζουμε το Πάσχα τα κόκκινα αβγά, σπάζουν. Συνών. τα σπάσαμε·  
- υπάρχουν αβγά γι’ αβγά ή υπάρχουν αβγά κι αβγά, υπάρχουν λογής λογής άνθρωποι, και άξιοι και ανάξιοι και καλοί και κακοί: «πώς μπορείς να καταλάβεις τι είναι ο καθένας, απ’ τη στιγμή που υπάρχουν αβγά κι αβγά!».  
- φωλιά δεν έχει, αβγό δεν κάνει, βλ. λ. φωλιά·
- χάνω τ’ αβγά και τα καλάθια, α. αποδιοργανώνομαι από μεγάλη έκπληξη, τα χάνω και δεν ξέρω πώς να ενεργήσω: «μόλις είδε τη γυναίκα του με το φίλο του, έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». β. θορυβούμαι, ανησυχώ υπέρμετρα: «σαν έμαθε πως θα γίνει υποτίμηση της δραχμής, έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». γ. παθαίνω μεγάλη ζημιά, ιδίως οικονομική, χάνω ό,τι έχω και δεν έχω: «όχι μόνο έπεσε έξω, αλλά έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». δ. δέχομαι ισχυρό χτύπημα, ιδίως στο κεφάλι και ζαλίζομαι πάρα πολύ: «εκεί που περπατούσε, του ’ρθε μια πέτρα στο κεφάλι κι έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια»·
- χάνω τ’ αβγά και τα πασχάλια, βλ. φρ. χάνω τ’ αβγά και τα καλάθια.

αλεπού

αλεπού, η, ουσ. [<μσν. ἀλουπού <αρχ. ἀλώπηξ], η αλεπού. 1. άνθρωπος παμπόνηρος, πανούργος: «πρόσεχέ τον καλά, γιατί είναι μεγάλη αλεπού και μπορεί να σε ξεγελάσει». (Λαϊκό τραγούδι: σαν δω πως μου πατάς πολύ τον κάλο κι αν έχω κάποιο ντέρτι θα το βγάλω κι αλλού τον έρωτα θα κυνηγώ και θα σου δείξω αλεπού ποιος είμ’ εγώ). 2. ο κλέφτης: «έλα δω, ρε αλεπού, εσύ πήρες τον αναπτήρα μου;». Από το ότι η αλεπού είναι πολύ επιτήδεια να μπαίνει μέσα στα κοτέτσια και να αρπάζει τις κότες. 3. παλτό, ιδίως γυναικείο, από γούνα αλεπούς: «όταν του αρέσει πολύ μια γκόμενα, της κάνει δώρο αμέσως μια αλεπού». Υποκορ. αλεπουδίτσα, η κ. αλεπουδάκι, το (βλ. λ.) κ. αλεπόπουλο, το. (Ακολουθούν 25 φρ.)·
- έβαλαν την αλεπού να φυλάει τις κότες, λέγεται στην περίπτωση που αναθέτουν τη φύλαξη κάποιων πραγμάτων σε άτομο που είναι αναξιόπιστο. Συνών. έβαλαν το λύκο να φυλάει τα πρόβατα·
- έγινε της αλεπούς ο γάμος, βλ. λ. γάμος·
- είναι μια αλεπού! ή σου είναι μια αλεπού! είναι πανέξυπνος, παμπόνηρος: «πρέπει να ’χεις το νου σου μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί είναι μια αλεπού!». Πολλές φορές, για περισσότερη έμφαση η φρ. κλείνει με το μα τι αλεπού(!)·
- είναι μια γριά αλεπού! ή σου είναι μια γριά αλεπού! λέγεται για ηλικιωμένο άτομο που είναι πανέξυπνο, παμπόνηρο: «είσαι μικρός ακόμα για να κάνεις τον έξυπνο στον τάδε, γιατί σου είναι μια γριά αλεπού!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το Θεός να σε φυλάει·
- είναι πονηρή αλεπού, βλ. φρ. είναι μια αλεπού(!)·
- εκεί που κλάνει η αλεπού και φωνάζει παππού, ειρωνική απάντηση ή απάντηση αδιαφορίας σε κάποιον που μας ρωτάει πού είναι ο τάδε ή πού πήγε ο τάδε ή που είναι αφημένο το τάδε αντικείμενο·
- η αλεπού είναι πονηρή, αλλά πιο πονηρός είναι αυτός που την πιάνει, ακόμη και οι έξυπνοι άνθρωποι βρίσκουν το μάστορά τους από άλλους, που είναι πιο έξυπνοι από τους ίδιους: «εσύ μας κάνεις τον πονηρό και τον έξυπνο, αλλά έχε και το νου σου, γιατί κι η αλεπού είναι πονηρή, αλλά πιο πονηρός είναι αυτός που την πιάνει»·  
- η αλεπού εκατό, τ’ αλεπουδάκια εκατόν πέντε, γίνεται; (ενν. χρονών), λέγεται ειρωνικά, όταν κάποιος νέος θέλει να δείξει πως είναι πιο έξυπνος ή πιο έμπειρος από έναν μεγαλύτερό του, ο οποίος όμως λόγω ηλικίας διαθέτει και πιο μεγάλη πείρα και πιο πολλές γνώσεις σε όλους τους τομείς της ζωής από αυτόν. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το δε γίνεται. Συνών. έλα παππού μου να σου δείξω πού το ’χ’ η γιαγιά μου·
- η αλεπού με ακρίδες δε χορταίνει ή η αλεπού δε χορταίνει με ακρίδες, λέγεται για τους ισχυρούς, τους έξυπνους ή τους πλεονέκτες που δε μένουν ικανοποιημένοι με μικρά οφέλη: «με την προμήθεια που μου ζητούσε για να μου δώσει τη δουλειά, ίσα που έβγαζα τα έξοδά μου, γιατί η αλεπού με ακρίδες δε χορταίνει». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ. Συνών. ο λύκος με μύγες δε χορταίνει ή ο λύκος δε χορταίνει με μύγες·
- η αλεπού με το νου της κοκόρια μαγειρεύει, βλ. φρ. η αλεπού στον ύπνο της κοτόπουλα ονειρεύεται·
- η αλεπού με το παιδί της ένα δέρμα κρατούνε, τα παιδιά παίρνουν τα προτερήματα ή τα ελαττώματα των γονιών τους: «προκομμένοι οι γονείς, προκομμένα και τα παιδιά τους, γιατί η αλεπού με το παιδί της ένα δέρμα κρατούνε»·  
- η αλεπού, όταν πεινάει, προσκυνάει, ο έξυπνος άνθρωπος, όταν βρίσκεται σε κάποια δύσκολη θέση, ξέρει και ελίσσεται: «είναι καπάτσος άνθρωπος, κι όταν έχει ανάγκη ρίχνει τα μούτρα του, γιατί η αλεπού, όταν πεινάει, προσκυνάει»·  
- η αλεπού στον ύπνο της κοτόπουλα ονειρεύεται, α. ο καθένας σκέφτεται, ποθεί να γίνει ή να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί πάρα πολύ: «από καιρό έχει βάλει στο μάτι τη θέση του διευθυντή, γιατί, βλέπεις, η αλεπού στον ύπνο της κοτόπουλα ονειρεύεται». β. λέγεται και στην περίπτωση που επιθυμούμε πολύ μια γυναίκα που όμως μας είναι αδύνατο να την κατακτήσουμε. Συνών. η αλεπού με το νου της κοκόρια μαγειρεύει / ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται / όποιος διψάει, πηγάδια βλέπει·
- η ίδια αλεπού δεν πέφτει δυο φορές στην παγίδα, ο έξυπνος άνθρωπος, δεν κάνει το ίδιο σφάλμα δυο φορές: «αφού την πάτησε μια φορά δεν την ξαναπατάει, γιατί η ίδια αλεπού δεν πέφτει δυο φορές στην παγίδα». Πρβλ. τό δίς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ·
- η πονηρή αλεπού, απ’ τα τέσσερα πιάνεται, όσο έξυπνος και είναι κάποιος και να ξέρει να φυλάγεται, έρχεται η στιγμή που πιάνεται με τον πιο εύκολο τρόπο ή για τον πιο ασήμαντο λόγο, επειδή έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην εξυπνάδα του και δεν παίρνει τις απαραίτητες προφυλάξεις: «μη μας κάνεις τον πονηρό και τον έξυπνο, γιατί η πονηρή αλεπού, απ’ τα τέσσερα πιάνεται». Συνών. το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται·
- κολοβή αλεπού, άνθρωπος πανέξυπνος, που για το λόγο αυτό είναι επικίνδυνος για μας: «πρόσεχε τι δουλειά θα κάνεις μαζί του, γιατί είναι κολοβή αλεπού». Αναφορά στον αισώπειο μύθο σύμφωνα με τον οποίο, η αλεπού, η οποία έχασε την ουρά της σε κάποιο δόκανο, προσπαθούσε να πείσει τις άλλες αλεπούδες πως γι’ αυτό το λόγο ήταν ομορφότερη από αυτές, με την ελπίδα να κόψουν και οι άλλες τις ουρές τους, ώστε να μη νιώθει μειονεκτικά·
- ο λύκος έχει τ’ όνομα κι η αλεπού τη χάρη, βλ. λ. λύκος·
- όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ό,τι δε μπορεί κάποιος να πετύχει, το θεωρεί ανάξιο λόγου και προσποιείται πως δεν ενδιαφέρεται. (Λαϊκό τραγούδι: τα βρίσκεις όλα μπόσικα, μα όμως, τι χαμπάρια, όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια).Αναφορά στον αισώπειο μύθο·
- όταν πεινάει η αλεπού, κάνει πως κοιμάται, ο πονηρός ο άνθρωπος, όταν βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, προσποιείται τον φρόνιμο, τον αδιάφορο, μέχρι να βρει την κατάλληλη στιγμή για να δράσει προς όφελός του: «πρόσεχέ τον, και μην τον βλέπεις έτσι μουλωχτό. Απλώς έχει κάτι οικονομικές σφίξεις κι όταν πεινάει η αλεπού, κάνει πως κοιμάται»·
- ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω, λέγεται για όσους δεν έχουν δοσοληψίες, πάρε δώσε με τους άλλους και για το λόγο αυτό, δε δίνουν δικαιολογία, αφορμή για προστριβές: «εγώ έχω το κεφάλι μου ήσυχο και δεν έχω να χωρίσω τίποτα με κανέναν, γιατί ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω»·
- σαν γεράσει η αλεπού, γίνεται καλογριά, βλ. λ. καλογριά·
- σώγαμπρος, αλεπού γδαρμένη, βλ. λ. σώγαμπρος·
- τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; βλ. φρ. τι θέλει η αλεπού στο παζάρι(;)·
- τι ζητά η αλεπού στο παζάρι; βλ. φρ. τι θέλει η αλεπού στο παζάρι(;)·
- τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; α. λέγεται για άτομα, που βρίσκονται σε ένα χώρο όπου εκθέτουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε κίνδυνο ή που αναμειγνύονται σε υποθέσεις που δεν είναι της αρμοδιότητάς τους ή που δεν τους αφορούν. β. λέγεται από ένοχο, που αποφεύγει τον τόπο όπου μπορεί να αποκαλυφθεί το έγκλημά του, το παράπτωμά του.

άνθρωπος

άνθρωπος, ο, ουσ. [<αρχ. ἄνθρωπος], ο άνθρωπος. 1. αυτός που διακατέχεται από ηθικές αρχές και ευγενικά αισθήματα και συμπεριφέρεται στο συνάνθρωπό του με σεβασμό, με αγάπη: «τι να την κάνω εγώ τη μόρφωση που έχεις, απ’ τη στιγμή που δεν είσαι άνθρωπος!». 2. με τις κτητ. αντων. μου, σου, του, της, ο ερωμένος, ο εραστής, ο γκόμενος, η ερωμένη, η γκόμενα: «σήμερα θα βγω με τον άνθρωπό μου || την είδα με τον άνθρωπό της να κάνει βόλτα στην παραλία». 3. ως έκφραση συμπάθειας με την έννοια ο κακόμοιρος, ο κακότυχος, ο δύστυχος: «τον έσπασαν στο ξύλο οι αλήτες τον άνθρωπο». 4. προσφώνηση σε άτομο που δεν γνωρίζουμε το όνομά του: «ποιο δρόμο πρέπει να πάρω, άνθρωπέ μου, για να πάω στο Λευκό Πύργο;». 5. το άτομο ως μονάδα: «πόσους ανθρώπους χωράει αυτή η αίθουσα;». Ακόμα και σήμερα, κατάλοιπο της ανδροκρατίας, σε ορισμένες  περιοχές της επαρχίας η λ. άνθρωπος έχει τη σημασία του άντρας κι έτσι ακούγεται το εξής παράδοξο: «κάθονταν γύρω απ’ το τραπέζι ένας άνθρωπος, τρεις γυναίκες κι ένας φαντάρος». 6α. στον πλ. οι άνθρωποι κ. οι ανθρώποι, το ανθρώπινο γένος, η ανθρωπότητα: «οι άνθρωποι πηγαίνουν απ’ το στραβό στο χειρότερο». β. (γενικά) ο κόσμος: «κάθε απόγευμα στην παραλία αρκετοί άνθρωποι κάνουν βόλτα». Υποκορ. ανθρωπάκης, ο κ. ανθρωπάκι, το κ. ανθρωπάκος, ο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 243 φρ.)·
- άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου! βλ. λ. άβυσσος·
- αγαθός άνθρωπος, άνθρωπος αφελής, απλοϊκός: «τον βρήκες αγαθό άνθρωπο και τον κοροϊδεύεις»·
- άγιος άνθρωπος, καλός, τίμιος, θρήσκος: «δεν πιστεύω να είπε αυτός κακό για σένα, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, είναι άγιος άνθρωπος»·
- άγουρος άνθρωπος, άτομο του οποίου δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η σωματική, ιδίως η πνευματική του ανάπτυξη: «δεν μπορεί να πάρει μια σωστή απόφαση, γιατί είναι άγουρος άνθρωπος ακόμα». Αντίθ. ώριμος άνθρωπος·
- άδειος άνθρωπος, που δεν έχει διόλου αισθήματα, που δεν έχει διόλου ψυχική και πνευματική υπόσταση, που δεν έχει ηθικές αξίες: «δεν μπορεί να καταλάβει αυτός από ανθρώπινες σχέσεις, γιατί είναι άδειος άνθρωπος»·
- ακέραιος άνθρωπος, που είναι πολύ έντιμος, πολύ ηθικός, πολύ ευσυνείδητος: «όλοι μέσα στη γειτονιά τον εκτιμούν και τον υπολήπτονται, γιατί είναι ακέραιος άνθρωπος»·
- άλλα μετράει ο άνθρωπος κι άλλα ο Θεός ορίζει, βλ. λ. Θεός·
- άλλοι τόποι, άλλοι άνθρωποι ή άλλοι τόποι, άλλοι ανθρώποι, βλ. λ. τόπος·
- άλφα άνθρωπος, που είναι ευχάριστος, καλός, τίμιος, μπεσαλής: «χάρηκα πολύ που τον γνώρισα, γιατί είναι άλφα άνθρωπος»·
- ανάποδος άνθρωπος, α. που είναι δύστροπος, ιδιότροπος, παράξενος: «δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, γιατί είναι πολύ ανάποδος άνθρωπος». β. άνθρωπος που ρέπει στις αταξίες: «δεν μπορεί να καθίσει μια στιγμή ήσυχος, γιατί είναι ανάποδος άνθρωπος»·
- άνθρωπέ μου! επιτείνει τη δυσφορία ή τη δυσαρέσκειά μας στο συγκεκριμένο άτομο: «αμάν, βρε άνθρωπέ μου, σταμάτα επιτέλους αυτή την γκρίνια! || δε σου ’πα χίλιες φορές, άνθρωπέ μου, να σκέφτεσαι πρώτα και μετά να μιλάς!»· επιτείνει τον οίκτο ή τη συμπάθειά μας στο συγκεκριμένο άτομο: «αμάν, βρε άνθρωπέ μου, πώς δεν πρόσεξες και χτύπησες! || έλα, άνθρωπέ μου, να καθίσεις μαζί μας!»·
- άνθρωποι είμαστε, σφάλματα κάνουμε, βλ. λ. σφάλμα·
- άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο, λέγεται για αμόρφωτο άνθρωπο, που δεν παρουσιάζει καμιά ψυχική ομορφιά·
- άνθρωπος ακάλεστος σε γάμο τι γυρεύει; βλ. λ. ακάλεστος·
- άνθρωπος για όλες τις δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
- άνθρωπος είκοσι τεσσάρων καρατίων, που είναι πάρα πολύ σωστός, που είναι εξαιρετικός, εξαίσιος: «όλοι επιθυμούν την παρέα του, γιατί είναι άνθρωπος είκοσι τεσσάρων καρατίων». Από το ότι τα 24 καράτια δηλώνουν την απόλυτη καθαρότητα του χρυσού·
- άνθρωπος εξώλης και προώλης, βλ. φρ. άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού·
- άνθρωπος καθωσπρέπει, άνθρωπος ευυπόληπτος, ευγενικός, αξιοπρεπής, άψογος, που κινείται και συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους καθιερωμένους κανόνες εμφάνισης και συμπεριφοράς: «όλοι θέλουν να κάνουν παρέα μαζί του, γιατί είναι άνθρωπος καθωσπρέπει»·
- άνθρωπος κατωτάτης υποστάθμης, επιτείνει το άνθρωπος χαμηλής υποστάθμης·
- άνθρωπος κενός περιεχομένου, βλ. φρ. άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο·
- άνθρωπος κλειδί, αυτός που κατέχει καθοριστική θέση σε ένα κόμμα, έναν οργανισμό, μια επιχείρηση ή αυτός, που γνωρίζει αυτό που μπορεί να δώσει τη λύση σε ένα μυστήριο: «άνθρωπος κλειδί της κυβέρνησης είναι ο τάδε || άνθρωπος κλειδί στην υπόθεση της εξαφάνισης του γνωστού επιχειρηματία, είναι ο τάδε»·
- άνθρωπος με αισθήματα, που έχει πλούσιο εσωτερικό κόσμο, που έχει πολλά ψυχικά χαρίσματα: «μόνο ένας άνθρωπος με αισθήματα βοηθάει συνήθως το συνάνθρωπό του»· 
- Άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο, που διέπεται από άκρως ανθρωπιστικά αισθήματα: «ο ένας του ο γιος είναι μεγάλο κάθαρμα, αλλά ο άλλος είναι Άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο»·
- άνθρωπος με βάθος, που έχει ψυχικό και πνευματικό περιεχόμενο, που προβληματίζεται, που δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων: «δίνει πάντα βάση στα λόγια του, γιατί είναι άνθρωπος με βάθος»·
- άνθρωπος με δυο πρόσωπα, που δεν αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο, τον πραγματικό του χαρακτήρα, που συμπεριφέρεται ανάλογα με το συμφέρον του, ο διπρόσωπος, ο διμούτσουνος, ο υποκριτής, ο ψεύτης: «μη δίνεις βάση σ’ αυτόν τον τύπο, γιατί είναι άνθρωπος με δυο πρόσωπα και δεν ξέρεις πότε θα σ’ αφήσει ξεκρέμαστο»·
- άνθρωπος με καρδιά, α. που έχει πλούσιο συναισθηματικό κόσμο: «αν του ζητήσεις να σε βοηθήσει, δε θα σου τ’ αρνηθεί, γιατί είναι άνθρωπος με καρδιά». β. που έχει γενναιότητα, παλικαριά, που είναι γενναίος, άφοβος: «δε φοβάται κανέναν, γιατί είναι άνθρωπος με καρδιά»·
- άνθρωπος με μυαλό, που είναι συνετός, που έχει φρόνηση: «είναι άνθρωπος με μυαλό και παίρνει πάντοτε σωστές αποφάσεις»·
- άνθρωπος με πυγμή, που είναι δυναμικός, που επιβάλλεται σε ένα κύκλο ατόμων: «για να πάει μπροστά το εργοστάσιο, θα πρέπει  να διευθύνει ένας άνθρωπος με πυγμή»·
- άνθρωπος με χαρακτήρα, που έχει ποιότητα ήθους, συμπεριφοράς, που είναι ηθικός, ακέραιος: «έναν τέτοιο άνθρωπο με χαρακτήρα, όπως είναι ο φίλος μου, όλοι θα ήθελαν να τον έχουν φίλο»·
- άνθρωπος ξετσίπωτος, γάιδαρος αδέσποτος, οι αδιάντροποι και οι αναιδείς άνθρωποι είναι ενοχλητικοί: «να προσέχεις τους ανθρώπους που διαλέγεις για φίλους σου, γιατί, άνθρωπος ξετσίπωτος, γάιδαρος αδέσποτος»·
- άνθρωπος περιωπής, που κατέχει σπουδαία κοινωνική θέση, που είναι μεγάλης αξίας, μεγάλου κύρους, που είναι γενικά αποδεκτός από όλους: «όλοι τον υπολήπτονται, γιατί είναι άνθρωπος περιωπής»·
- άνθρωπος στη θάλασσα! έκφραση στην περίπτωση που πέφτει κάποιος στη θάλασσα από πλοίο που ταξιδεύει·
- άνθρωπος τελευταίας υποστάθμης, βλ. φρ. άνθρωπος χαμηλής υποστάθμης·
- άνθρωπος της αγοράς, που είναι έξυπνος, καπάτσος, ανοιχτομάτης, που είναι του εμπορίου και των συναλλαγών: «μ’ ό,τι κι αν καταπιαστεί, τα καταφέρνει, γιατί είναι άνθρωπος της αγοράς»·
- άνθρωπος της αράδας, που είναι κοινός, συνηθισμένος, ανάξιος λόγου, άνθρωπος της κατώτερης κοινωνικής τάξης: «δεν κάνει ποτέ παρέα με ανθρώπους της αράδας»·
- άνθρωπος της δεκάρας (της δραχμής, της πεντάρας, του φράγκου), α. που είναι ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος: «δε θέλω να ’χω παρτίδες με ανθρώπους της δεκάρας σαν και του λόγου σου». β. είναι και φορές που αναφέρεται σε άνθρωπο υπερβολικά τσιγκούνη·
- άνθρωπος της δουλειάς, βλ. λ. δουλειά·
- άνθρωπος της δράσης, που είναι ενεργητικός, δραστήριος: «δεν μπορεί να καθίσει στιγμή ήσυχος στο σπίτι του, γιατί είναι άνθρωπος της δράσης»·
- άνθρωπος της εκκλησίας, αυτός που πηγαίνει ανελλιπώς στην εκκλησία για την άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων του και, κατ’ επέκταση, χωρίς να είναι κανόνας ή βέβαιο, ο καλός χριστιανός: «αυτός λέει πάντα την αλήθεια, γιατί είναι άνθρωπος της εκκλησίας»·
- άνθρωπος της εποχής, ο σύγχρονος άνθρωπος που επιδιώκει να ανεβεί επιχειρηματικά και κοινωνικά, που επιδιώκει να αποκτήσει κοινωνική ή πολιτική δύναμη μέσω της δουλειάς και των χρημάτων του, που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τη διαπλοκή προς όφελός του: «ο τάδε ήταν ένας άνθρωπος της εποχής και είχε βλέψεις να κυριαρχήσει στο χώρο των μεταφορών || ένας άνθρωπος της εποχής δε δεσμεύεται μ’ ένα κόμμα, αλλά βοηθάει όσα περισσότερα μπορεί, γιατί θα ’ρθει κάποια μέρα, που θα ζητήσει να του εξαργυρώσουν αυτή του τη βοήθεια»·
- άνθρωπος της θάλασσας, α. ο έμπειρος ναυτικός: «ένας άνθρωπος της θάλασσας ξέρει να παλεύει με τα κύματα». β. (γενικά) ο ναυτικός, ο ψαράς: «έχω γνωστό έναν άνθρωπο της θάλασσας, που μου φέρνει πάντα φρέσκο ψάρι»·
- άνθρωπος της καρπαζιάς, που είναι ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος, που όλοι τον υποτιμούν και τον εμπαίζουν: «δεν ήταν ποτέ δυνατόν να βάλουμε στην παρέα μας έναν τέτοιον άνθρωπο της καρπαζιάς!»·
- άνθρωπος της μπαμπεσιάς, που δεν μπορεί κανείς να του έχει εμπιστοσύνη, ο παλιάνθρωπος, ο απατεώνας: «μην του έχεις καθόλου εμπιστοσύνη, γιατί είναι άνθρωπος της μπαμπεσιάς και δεν ξέρεις πότε θα σου τη φέρει»·
- άνθρωπος της νύχτας, α. αυτός που συνηθίζει να κυκλοφορεί τη νύχτα, ιδίως διασκεδάζοντας, ο νυχτόβιος: «όλοι μέσα στην παρέα τους είναι άνθρωποι της νύχτας». (Λαϊκό τραγούδι: της νύχτας άνθρωπος είμαι κι εγώ, έχω δικαίωμα να σ’ αγαπώ). β. αυτός που είναι αμφίβολης ηθικής: «δεν πρέπει να ’χεις ποτέ εμπιστοσύνη σ’ έναν άνθρωπο της νύχτας». (Λαϊκό τραγούδι: είσαι της νύχτας η γυναίκα και μη μου λες πως μ’ αγαπάς, τα ίδια λες και σ’ άλλους δέκα τον έρωτά σου τον πουλάς). γ. που εργάζεται σε δουλειές που αναπτύσσουν δραστηριότητα τη νύχτα: «οι άνθρωποι της νύχτας είναι κι αυτοί άνθρωποι που παλεύουν για το νυχτοκάματό τους»·
- άνθρωπος της πένας, ο συγγραφέας: «γενικά οι άνθρωποι της πένας είναι αγαπητοί απ’ το πλατύ κοινό»·
- άνθρωπος της πιάτσας, άνθρωπος καπάτσος, καταφερτζής, ανοιχτομάτης: «δεν μπορεί να τον ξεγελάσει κανένας, γιατί είναι άνθρωπος της πιάτσας»·
- άνθρωπος της πλάκας, που δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά, άνθρωπος ασήμαντος, ανάξιος λόγου, τιποτένιος: «πήγες κι εσύ να πάρεις συμβουλή από έναν άνθρωπο της πλάκας κι ήθελες και να προκόψεις!»·
- άνθρωπος της πόλης, αυτός που δεν μπορεί να ξεκόψει από τους έντονους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής της πόλης, που δεν έχει συνηθίσει ή δεν μπορεί να ζήσει σε αγροτική περιοχή: «με το ρυθμό που έχει μάθει να ζει ο άνθρωπος της πόλης θα τρελαθεί, αν αναγκαστεί να ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιο απομονωμένο χωριό || εγώ είμαι άνθρωπος της πόλης και δεν μπορώ να κάνω χωρίς θόρυβο, χωρίς ένταση, χωρίς καυσαέριο, βρε αδερφέ, κατάλαβες;»·
- άνθρωπος της πουτάνας, άνθρωπος εντελώς διεφθαρμένος: «πριν μπλέξει μ’ αυτόν τον άνθρωπο της πουτάνας, ήταν μια χαρά παιδί»·
- άνθρωπος της πουτανιάς, α. που δεν μπορεί κανείς να του έχει εμπιστοσύνη, ο παλιάνθρωπος, ο απατεώνας: «έχει μπλέξει μ’ έναν άνθρωπο της πουτανιάς και πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο». β. ο πουτανιάρης (βλ. λ.)·
- άνθρωπος της πουστιάς, που δεν μπορεί να του έχει κανείς εμπιστοσύνη, ο παλιάνθρωπος, ο απατεώνας: «έδωσε βάση στα λόγια του, χωρίς να ξέρει ότι είναι άνθρωπος της πουστιάς»·
- άνθρωπος της σειράς, α. άνθρωπος κοινός, συνηθισμένος, ανάξιος λόγου, άνθρωπος της κατώτερης κοινωνικής τάξης: «δεν κάνει ποτέ του παρέα με ανθρώπους της σειράς». β. που είναι τακτικός, τυπικός, νοικοκύρης: «ο ένας του γιος είναι μεγάλος τσαπατσούλης, ενώ ο άλλος είναι άνθρωπος της σειράς»·
- άνθρωπος της σφαλιάρας, βλ. φρ. άνθρωπος της καρπαζιάς·
- άνθρωπος της τσόχας, ο μανιώδης χαρτοπαίχτης ή ο μανιώδης παίχτης ζαριών: «έχεις δει ποτέ κανέναν άνθρωπο της τσόχας να κάνει λεφτά;»·
- άνθρωπος της φυλακής, αυτός που μπαινοβγαίνει στη φυλακή: «δεν τον πολυβλέπουνε στην οικογένειά του, γιατί είναι άνθρωπος της φυλακής»·
- άνθρωπος της ψυχής, που είναι πονόψυχος: «αν όντως έχεις ανάγκη από βοήθεια, θα σε βοηθήσει ο τάδε, γιατί είναι άνθρωπος της ψυχής»·
- άνθρωπος του βιβλίου, που αγαπάει το διάβασμα, ο φιλαναγνώστης: «έχει μια τεράστια βιβλιοθήκη στο σπίτι του, γιατί είναι άνθρωπος του βιβλίου»·
- άνθρωπος του διαβόλου, α. που είναι δόλιος, καταχθόνιος, σατανικός: «κάποια μέρα θα μπλέξεις, αφού κάνεις παρέα μ’ αυτόν τον άνθρωπο του διαβόλου». β. ο διαβολάνθρωπος (βλ. λ. )·
- άνθρωπος του δρόμου, ο αλήτης: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε μ’ αυτόν τον άνθρωπο του δρόμου, πάει απ’ το κακό στο χειρότερο αυτό το παιδί»·
- άνθρωπος του έλα να δεις, α. ο παλιάνθρωπος, ο απατεώνας: «είναι άνθρωπος του έλα να δεις, γι’ αυτό μην μπλέκεις μαζί του». β. άνθρωπος εντελώς διεφθαρμένος: «πάντρεψε την κόρη του μ’ έναν άνθρωπο του έλα να δεις και τώρα τραβάει τα μαλλιά του»·
- άνθρωπος του Θεού, α. ο ενάρετος, ο ευλαβής, ο θρήσκος: «δε βλαστημάει ποτέ, γιατί είναι άνθρωπος του Θεού». β. ο κληρικός: «ποτέ δε βρίζει τα θεία μπροστά σ’ έναν άνθρωπο του Θεού»·
- άνθρωπος του καλού κόσμου, α. αυτός που ανήκει στην υψηλή κοινωνία, στην αριστοκρατία, ο αριστοκράτης: «ήταν στη δεξίωση μόνο άνθρωποι του καλού κόσμου». β. λέγεται και με ειρωνική διάθεση εννοώντας εντελώς το αντίθετο, ιδίως τον απατεώνα·
- άνθρωπος του καναπέ, άνθρωπος που είναι καλομαθημένος και τεμπέλης: «πήγε κι έκανε δουλειά μ’ έναν άνθρωπο του καναπέ, και περίμενε να προκόψει!»·
- άνθρωπος του κάτσε καλά, άνθρωπος πάρα πολύ καλός, εξαιρετικός: «πρώτη φορά που γνώρισες κι εσύ έναν άνθρωπο του κάτσε καλά»· βλ. και φρ. άνθρωπος του έλα να δεις·
- άνθρωπος του καφενείου, που βρίσκει ευχαρίστηση να περνάει τις ελεύθερες ώρες του στο καφενείο, που ξοδεύει τις ώρες του στο καφενείο, που είναι τακτικός θαμώνας του καφενείου, ο καφενόβιος: «απ’ τη μέρα που χώρισε με τη γυναίκα του, έγινε άνθρωπος του καφενείου || απ’ τη μέρα που βγήκε στη σύνταξη, έγινε κι αυτός άνθρωπος του καφενείου»·
- άνθρωπος του κερατά, ο μεγάλος παλιάνθρωπος, ο μεγάλος απατεώνας: «απ’ τη στιγμή που έμπλεξε μ’ αυτόν τον άνθρωπο του κερατά, σίγουρα θα καταστραφεί»·
- άνθρωπος του κλότσου και του μπάτσου, άνθρωπος χωρίς καμιά υπόληψη, που όλοι τον υποτιμούν, τον περιφρονούν, που τον φέρονται με σκληρό, με βάναυσο τρόπο: «πάει να σκάσει ο πατέρας της απ’ το κακό του, γιατί θέλει να παντρευτεί μ’ έναν άνθρωπο του κλότσου και του μπάτσου»·
- άνθρωπος του κόσμου, α. ο κοσμικός, ο κοσμοπολίτης: «σαν άνθρωπος του κόσμου που είναι, πηγαίνει κάθε τόσο σε χορούς και δεξιώσεις». β. που είναι ανεκτικός, που συμπεριφέρεται ευγενικά, που του αρέσει η συναναστροφή, οι παρέες: «δεν πιστεύω να σε αποπάρει, γιατί είναι άνθρωπος του κόσμου || είναι πρόσχαρος κι ευγενικός και γενικά είναι άνθρωπος του κόσμου»·
- άνθρωπος του κρασιού, βλ. συνηθέστ. άνθρωπος του ποτηριού·
- άνθρωπος του λαού, (ιδίως για πολιτικούς) που προέρχεται από το λαό, που έχει λαϊκή καταγωγή ή που ενδιαφέρεται σοβαρά για τα προβλήματα του λαού: «απ’ όλους τους πολιτικούς των τελευταίων χρόνων μόνο ο τάδε είναι άνθρωπος του λαού και γι’ αυτό, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, παίρνει τις περισσότερες ψήφους απ’ όλους»· βλ. και φρ. παιδί του λαού, λ. παιδί·
- άνθρωπος του λιμανιού, α. ο λιμενεργάτης: «οι άνθρωποι του λιμανιού δουλεύουν πολύ σκληρά για να βγάλουν το ψωμί τους». β. (υποτιμητικά ή υβριστικά) που συμπεριφέρεται ανάγωγα, χυδαία, που είναι χαμηλού επιπέδου: «οι άνθρωποι του λιμανιού συνήθως δεν έχουν ούτε ευγένεια ούτε τρόπους»·
- άνθρωπος του μπαρ, που βρίσκει ευχαρίστηση να περνάει τις ελεύθερες ώρες του στα μπαρ, που ξοδεύει τις ώρες του στα μπαρ, που είναι τακτικός θαμώνας των μπαρ, ο μπαρόβιος: «ψάξε στα μπαράκια του κέντρου κι εκεί κάπου θα τον βρεις, γιατί είναι άνθρωπος του μπαρ»·
- άνθρωπος του πεζοδρομίου, α. άνθρωπος έξυπνος, πολύ έμπειρος: «δεν μπορείς να ξεγελάσεις εύκολα τους ανθρώπους του πεζοδρομίου». β. άνθρωπος που ανήκει, που προέρχεται από τον υπόκοσμο: «οι άνθρωποι του πεζοδρομίου έχουν δικό τους κώδικα τιμής»· βλ. λ. και φρ. άνθρωπος του δρόμου·
- άνθρωπος του ποτηριού, α. που του αρέσει το ποτό, που του αρέσει να πίνει: «όλοι μέσα στην παρέα του είναι άνθρωποι του ποτηριού και κάθε βράδυ τα πίνουν στο ταβερνάκι της γειτονιάς τους». β. ο πότης, ο μπεκρής: «δεν τη θέλανε για νύφη, επειδή ο πατέρας της ήταν άνθρωπος του ποτηριού»·
- άνθρωπος του σαλονιού ή άνθρωπος των σαλονιών, που είναι της καλής κοινωνίας, των κοσμικών κύκλων, ο κοσμικός: «σαν άνθρωπος του σαλονιού που είναι, τον γνωρίζει όλη η αριστοκρατία»·
- άνθρωπος του σιναφιού, που ανήκει στην ίδια κοινωνική τάξη ή ομάδα, ιδίως παράνομη, που ανήκει στον ίδιο χώρο: «οι άνθρωποι του σιναφιού υποστηρίζονται μεταξύ τους || να ρωτήσουμε και τον τάδε, που είναι άνθρωπος του σιναφιού»·
- άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού, α. ο μεγάλος παλιάνθρωπος, ο μεγάλος απατεώνας: «έμπλεξε μ’ έναν άνθρωπο του σκοινιού και του παλουκιού κι έχει συνέχεια τραβήγματα με τις αστυνομίες». β. άνθρωπος εντελώς διεφθαρμένος, εντελώς φαύλος, εξώλης και προώλης, που του χρειάζεται δηλ. κρέμασμα ή ανασκολοπισμός: «μετά το γάμο του αποδείχτηκε άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού»·
- άνθρωπος του σπιτιού, που βρίσκει ευχαρίστηση να περνάει τις ελεύθερες ώρες του στο σπίτι του με την οικογένειά του, ο σπιτόγατος: «δεν έρχεται μαζί μας στις βραδινές εξόδους μας, γιατί είναι άνθρωπος του σπιτιού»· βλ. και φρ. είναι άνθρωπος του σπιτιού·
- άνθρωπος του υποκόσμου, αυτός που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας έξω από τους ηθικούς και κοινωνικούς νόμους της, ο παράνομος: «δεν έχω δει άνθρωπο του υποκόσμου που να μην έχει κακό τέλος»·
- άνθρωπος του φύλα τα ρούχα σου, βλ. φρ. άνθρωπος του έλα να δεις·
- άνθρωπος των άκρων, που ενεργεί υπέρμετρα, υπερβολικά, που φτάνει μια υπόθεση μέχρι το τέλος της από πείσμα ή για λόγους αντεκδίκησης: «πρόσεχε μην του κάνεις καμιά πουστιά, γιατί είναι άνθρωπος των άκρων και θα σε κυνηγήσει, μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι»·
- άνθρωπος των γραμμάτων, α. που ασχολείται με τη φιλολογία ή τη λογοτεχνία, που είναι φιλόλογος ή λογοτέχνης: «τον έναν του το γιο τον έκανε τεχνίτη, ενώ τον άλλον άνθρωπο των γραμμάτων». β. (γενικά) αυτός που είναι πολύ μορφωμένος: «είναι λάτρης της μουσικής και άνθρωπος των γραμμάτων»·
- άνθρωπος των τύπων, α. που δεν είναι εκδηλωτικός, που συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να τηρούνται τα προσχήματα: «είναι άνθρωπος των τύπων και δεν ξανοίγεται εύκολα με τους άλλους». β. που είναι σχολαστικός, γραφειοκράτης: «έπεσα πάνω σ’ έναν άνθρωπο των τύπων και για μια υπογραφή μου άλλαξε την Παναγία»·
- άνθρωπος χαμηλής υποστάθμης, που είναι χαμηλού ηθικού επιπέδου, που είναι αχρείος, φαύλος: «δεν τον βάλαμε στην παρέα μας, γιατί είναι άνθρωπος χαμηλής υποστάθμης»·
- άνθρωπος χαμηλών τόνων, που συμπεριφέρεται ή συνδιαλέγεται ήρεμα, χωρίς να παρουσιάζει εξάρσεις: «γενικά στη ζωή του υπήρξε άνθρωπος χαμηλών τόνων»·
- άνθρωπος χωρίς καρδιά, που είναι σκληρός, άκαρδος: «γνώρισα πολλούς σκληρούς ανθρώπους στη ζωή μου, αλλά τέτοιον άνθρωπο χωρίς καρδιά πρώτη μου φορά γνωρίζω»·
- άνθρωπος χωρίς μυαλό, ο άμυαλος: «πέφτει από γκάφα σε γκάφα, γιατί είναι άνθρωπος χωρίς μυαλό»·
- άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο, που δεν έχει πνευματική και ψυχική καλλιέργεια: «δεν έχει καμιά ηθική αξία μέσα του, γιατί είναι άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο»·
- άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα, που είναι άβουλος, που άγεται και φέρεται από τον καθένα χωρίς μεγάλη δυσκολία: «η γυναίκα του τον κάνει ό,τι θέλει, γιατί είναι άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα»·
- άνθρωπος χωρίς συνείδηση, που είναι ασυνείδητος: «ξέχνα πως είσαι φίλος του και μην υπολογίζεις στη βοήθειά του, γιατί είναι άνθρωπος χωρίς συνείδηση»· 
- ανοιχτός άνθρωπος, α. άνθρωπος ευχάριστος, πρόσχαρος, καταδεκτικός: «όλοι τον θέλουν στην παρέα τους, γιατί είναι ανοιχτός άνθρωπος». β. που δημιουργεί με ευκολία νέες παρέες, νέες συναναστροφές: «δεν είναι καθόλου δύσκολος στις παρέες του, ίσα ίσα μάλιστα, είναι πολύ ανοιχτός άνθρωπος». γ. που είναι πρόθυμος να συζητήσει και να προβληματιστεί σε καθετί καινούργιο, που είναι ανοιχτόμυαλος, σύγχρονος, μοντέρνος: «δεν είναι καθόλου δογματικός, ίσα ίσα μάλιστα, είναι πολύ ανοιχτός άνθρωπος»·
- ανώτερος άνθρωπος, που έχει πλούσιο εσωτερικό κόσμο και για το λόγο αυτό δεν κρατάει κακίες, δεν έχει μνησικακία: «τον έχουν όλοι σε μεγάλη εκτίμηση, γιατί είναι ανώτερος άνθρωπος»·
- ατόφιος άνθρωπος, που είναι γνήσιος, ειλικρινής, ντόμπρος: «υπάρχουν δυστυχώς λίγοι ατόφιοι άνθρωποι σαν και το φίλο σου»·
- βέρος άνθρωπος, που είναι γνήσιος, αληθινός, ντόμπρος: «τον εμπιστεύομαι απόλυτα, γιατί είναι βέρος άνθρωπος και δεν πρόκειται ποτέ να με πουλήσει»·
- βήτα άνθρωπος, που δεν είναι εντάξει, που δεν είναι καθώς πρέπει: «δεν τον θέλουμε στην παρέα μας, γιατί είναι βήτα άνθρωπος». Αναφορά στο εμπόρευμα βήτα διαλογής·
- βρήκες άνθρωπο! αμφισβήτηση στα λόγια κάποιου που μας λέει ότι βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο για να του τελειώσει κάποια δουλειά του, ενώ εμείς είμαστε σίγουροι για την ανικανότητα ή την ακαταλληλότητά του. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το τώρα μάλιστα·
- βρίσκω τον άνθρωπο, α. βρίσκω τον κατάλληλο άνθρωπο για να μου τελειώσει μια συγκεκριμένη δουλειά, που αδυνατούσα να την τελειώσω: «ήταν πολύ μπερδεμένη δουλειά, αλλά βρήκε τον άνθρωπο για να του την τελειώσει». β. βρίσκω τον κατάλληλο άνθρωπο για να μου τελειώσει μια παράνομη δουλειά: «αν θέλεις να ξεκάνεις τον τάδε, μπορώ να σου βρω τον άνθρωπο να τακτοποιήσει την υπόθεση»·
- βρίσκω τον άνθρωπό μου, βρίσκω τον ερωτικό μου σύντροφο, το ερωτικό μου ταίρι: «απ’ τη μέρα που βρήκε τον άνθρωπό του, δεν πηγαίνει μ’ άλλη γυναίκα». (Λαϊκό τραγούδι: γι’ αυτό μην πιάνεσαι κορόιδο και κουτή· τώρα λοιπόν που είσαι στον καιρό σου, προτού περάσουνε τα χρόνια σου μικρή, για κοίτα να ’βρεις κι εσύ τον άνθρωπό σου
- βρόμικος άνθρωπος, α. που ζει ή που ενεργεί ανήθικα, πρόστυχα, επιλήψιμα: «δεν τον κάνει κανένας παρέα, γιατί είναι βρόμικος άνθρωπος». β. ο απατεώνας: «δε συνεργάζεται κανένας μαζί του, γιατί είναι βρόμικος άνθρωπος»·
- γαμάτος άνθρωπος, (στη νεοαργκό) που είναι πάρα πολύ ωραίος, πάρα πολύ όμορφος, πάρα πολύ καλός, πάρα πολύ εντάξει: «προχτές γνώρισα ένα πολύ γαμάτο άνθρωπο, που θα τον φέρω να τον γνωρίσει και η παρέα μου»·
- γαμιστερός άνθρωπος, (στη νεοαργκό) βλ. φρ. γαμάτος άνθρωπος·
- γαρμπάτος άνθρωπος, που είναι κομψοντυμένος, που ενδιαφέρεται για το κομψό ντύσιμο: «προσέχει πάντα το ντύσιμο του, γιατί είναι γαρμπάτος άνθρωπος»·
- γίνομαι άλλος άνθρωπος, α. εκνευρίζομαι πάρα πολύ, παραφρονώ: «όταν του θίξεις την τιμή της αδερφής του, γίνεται άλλος άνθρωπος». β. αλλάζω ριζικά προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο: «μόλις βλέπει τη μάνα του, γίνεται άλλος άνθρωπος και κάθεται σούζα || μόλις πιει κάτι παραπάνω, γίνεται άλλος άνθρωπος κι αρχίζει τη φασαρία»·
- γίνομαι άνθρωπος (σωστός), α. αποβάλλω τα ελαττώματά μου, διορθώνομαι: «επιτέλους, έγινες άνθρωπος μετά από τόσες συμβουλές»· ευπρεπίζομαι: «μετά το μπάνιο και το ξύρισμα, έβαλε καινούρια ρούχα κι έγινε άνθρωπος σωστός». β. βελτιώνομαι ψυχικά ή οικονομικά: «απ’ τη μέρα που του ’πεσε το λαχείο, έγινε άνθρωπος σωστός». γ. γίνομαι κοινωνικός: «σιγά σιγά ξανοίχτηκε με τις παρέες κι έγινε κι αυτός άνθρωπος». δ. φέρομαι κόσμια: «για γίνε άνθρωπος, γιατί εδώ δεν είναι όπως ήξερες στους δρόμους»·
- γκαγκάν άνθρωπος, (στη νεοαργκό) που είναι εύθυμος, ευχάριστος, καθώς πρέπει: «έναν τέτοιο γκαγκάν άνθρωπο, τον θέλουμε όλοι στην παρέα μας»·
- γκανιάν άνθρωπος, που μπορεί κανείς να τον εμπιστευτεί, που μπορεί να ποντάρει επάνω του, που πρέπει να τον θεωρεί σίγουρο ως προς τη συμπεριφορά του: «σε τέτοιο γκανιάν άνθρωπο, μπορείς να εμπιστευτείς άφοβα τον πόνο σου». Από την ορολογία του ιπποδρόμου, όπου το γκανιάν άλογο είναι αυτό που τερματίζει πρώτο στην κούρσα·
- γκαραντί άνθρωπος, που είναι σίγουρος, σταθερός στις σχέσεις του, που κρατάει το λόγο του, που είναι εγγυημένος ως προς το χαρακτήρα του: «αφού στο υποσχέθηκε, θα σε βοηθήσει, γιατί είναι γκαραντί άνθρωπος». Αναφορά στην εγγύηση που δίνει η κατασκευάστρια εταιρία σε αυτόν που αγοράζει το προϊόν της·
- γλυκανάλατος άνθρωπος, που δεν είναι ευχάριστος, που είναι ανούσιος, σαχλός: «πώς να βάλεις τέτοιον γλυκανάλατο άνθρωπο στην παρέα σου!»·
- γλυκός άνθρωπος, που είναι τρυφερός, αγαπητός, αξιαγάπητος, χαριτωμένος: «είναι τόσο γλυκός άνθρωπος, που δεν μπορείς να του αρνηθείς τίποτα»·
- γουστόζικος άνθρωπος, που είναι ευχάριστος, διασκεδαστικός: «τον θέλουμε όλοι στην παρέα μας, γιατί είναι γουστόζικος άνθρωπος και περνάμε ωραία μαζί του»·
- δε βλέπω άνθρωπο, επικρατεί απόλυτη ερημιά, δεν υπάρχει κανένας: «κάνει τόσο κρύο, που δε βλέπεις άνθρωπο στους δρόμους»·
- δε βλέπω ανθρώπου πρόσωπο, βλ. φρ. δε βλέπω άνθρωπο·
- δε σηκώνει τα μάτια του (της) να δει άνθρωπο, βλ. λ. μάτι·
- δεν αφήνει άνθρωπο ν’ αγιάσει, με τις πράξεις του ή τη συμπεριφορά του ξεσηκώνει, σκανδαλίζει, βάζει σε πειρασμό τους άλλους: «αποφασίσαμε για ένα διάστημα να σταματήσουμε τις βραδινές εξόδους μας και ν’ ασχοληθούμε με τις οικογένειές μας, όμως, αυτός ο αφιλότιμος, δεν αφήνει άνθρωπο ν’ αγιάσει, γιατί κάθε βράδυ, μας παρασέρνει  και πηγαίνουμε στα μπουζούκια || δεν αφήνει άνθρωπο ν’ αγιάσει αυτή η γυναίκα, γιατί κυκλοφορεί πάντα μ’ ένα πολύ προκλητικό ντύσιμο»·
- δεν είμαι άνθρωπος εγώ; ή δεν είμαι άνθρωπος κι εγώ; ή δεν είμαστε άνθρωποι εμείς; ή δεν είμαστε άνθρωποι κι εμείς; βλ. φρ. εγώ άνθρωπος δεν είμαι; (Λαϊκό τραγούδι: γιατί να γεννηθώ φτωχός παράπονο με πιάνει, δεν είμαι άνθρωπος εγώ, μάνα δε μ’ έχει κάνει;). Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- δεν είναι άνθρωπος να… ή δεν είναι άνθρωπος που…, δε συνηθίζει, δεν είναι του χαρακτήρα του να ενεργεί ή να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που δηλώνει το ρήμα: «δεν είναι άνθρωπος να χολοσκάει με τον ξένο πόνο || δεν είναι άνθρωπος που αρνιέται τη βοήθειά του || δεν είναι άνθρωπος που μπορεί να πει ψέματα»·
- δεν είναι καθαρός άνθρωπος, είναι μπλεγμένος σε ύποπτες, σε παράνομες υποθέσεις, είναι απατεώνας: «μην του δείχνεις εμπιστοσύνη, γιατί δεν είναι καθαρός άνθρωπος»·
- δεν έχω δει ανθρώπου πρόσωπο, δεν είδα απολύτως κανέναν: «εδώ και μια βδομάδα κλείστηκε στο σπίτι και δεν έχει δει ανθρώπου πρόσωπο»·
- δεν έχω τίποτα με τον άνθρωπο, δεν έχω κανένα πρόβλημα, καμιά διένεξη, καμιά διαφορά με το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος: «αφού δεν έχω τίποτα με τον άνθρωπο, γιατί να μη του μιλάω; || αυτός είναι που σε κατηγόρησε; -Όχι, δεν έχω τίποτα με τον άνθρωπο»· βλ. και φρ. δεν έχω τίποτα εναντίον (κάποιου), λ. τίποτα·
- δεν πατάει άνθρωπος, στον χώρο για τον οποίο γίνεται λόγος δεν παρατηρείται εμπορική κίνηση, γενικά, δεν παρατηρείται κίνηση, δεν πηγαίνει κανένας: «άνοιξε ένα ωραίο μπαράκι στη γειτονιά μου, αλλά, επειδή είναι απόμερο, δεν πατάει άνθρωπος || το χειμώνα με τα κρύα η παραλία είναι έρημη, γιατί δεν πατάει άνθρωπος»·
- δεν το φτάνει ανθρώπου νους, δεν μπορεί να το σκεφτεί, να το συλλάβει ή να το κατανοήσει: «έχει τέτοιες δυνατότητες σήμερα η τεχνολογία, που δεν το φτάνει ανθρώπου νους»·
- δεν τον βλέπω σόι άνθρωπο, βλ. λ. σόι·
- δεν υπάρχει άνθρωπος, δεν υπάρχει κανένας, επικρατεί ερημιά: «και να φωνάξω δε θα μ’ ακούσει κανένας, αφού δεν υπάρχει άνθρωπος σ’ όλη την περιοχή»·
- δεν υπάρχει ανθρώπου μάτι (ενν. για να δει αυτά που κάνεις και αν είναι καλά, να σε υποστηρίξει ή, αν είναι κακά, να σε συμβουλέψει): «δεν υπάρχει ανθρώπου μάτι να δει πως με λίγη βοήθεια θα πάει μπροστά αυτό το παιδί; || δεν υπάρχει ανθρώπου μάτι να δει τις βλακείες που κάνει αυτός ο άνθρωπος και να τον συμβουλέψει;»·
- δεν υπάρχει ανθρώπου πρόσωπο, βλ. φρ. δεν υπάρχει άνθρωπος·
- διαβολεμένος άνθρωπος, βλ. λ. διαβολάνθρωπος·
- δικαιώματα του ανθρώπου, βλ. φρ. ανθρώπινα δικαιώματα, βλ. λ. ανθρώπινος·
- διφορούμενος άνθρωπος, που δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά αν είναι καλός ή κακός·
- δόσιμο, του Θεού το δόσιμο· τ’ ανθρώπου τίποτα δεν είναι, βλ. λ. Θεός·
- έγινε άνθρωπος! ειρωνική αμφισβήτηση για την αλλαγή προς το καλύτερο ή για την οικονομική βελτίωση κάποιου που μας αναφέρει κάποιος. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το ναι μωρέ και κλείνει με το τώρα κι αυτός: «απ’ τη μέρα που παντρεύτηκε, έγινε το καλύτερο παιδί. -Ναι μωρέ, έγινε άνθρωπος, σαν να μην ξέρουμε πως ξενοκοιμάται! || σώθηκε απ’ τη μέρα που κέρδισε στο τζόκερ. -Ναι μωρέ, έγινε άνθρωπος τώρα κι αυτός, σαν να μην ξέρουμε πως δεν έχει σκοπό να ξεχρεώσει τα χρέη του!»·
- έγινε ο άνθρωπος της ημέρας, βλ. συνηθέστ. έγινε το πρόσωπο της ημέρας, λ. πρόσωπο·
- εγώ άνθρωπος δεν είμαι; ή εγώ δεν είμαι άνθρωπος; ή εμείς άνθρωποι (ανθρώποι) δεν είμαστε; ή εμείς δεν είμαστε άνθρωποι; (ανθρώποι;), α. έκφραση με την οποία εκφράζει κάποιος το παράπονό του για την απαξιωτική συμπεριφορά κάποιου ή κάποιων σε βάρος του: «γιατί, ρε παιδιά, δε με παίρνετε κι εμένα μαζί σας, εγώ άνθρωπος δεν είμαι;». β.έκφραση με την οποία δικαιολογεί κάποιος κάποια ενέργειά του με την έννοια γιατί να το κάνουν οι άλλοι και όχι κι εγώ, ή δεν έχω κι εγώ τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους(;): «γιατί να μην πάω να τα σπάσω κι εγώ στα μπουζούκια, εγώ δεν είμαι άνθρωπος;». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το δηλαδή. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Συνών. εγώ από κώλο βγήκα; ή εμείς από κώλο βγήκαμε; / εγώ στο πηγάδι κατούρησα; ή εμείς στο πηγάδι κατουρήσαμε; / εμένα μάνα δε μ’ έκανε; ή εμάς μάνα δε μας έκανε; ή εμένα μάνα δε με γέννησε; ή εμάς μάνα δε μας γέννησε(;)·
- εδώ σταματάει ο νους του ανθρώπου, βλ. λ. νους·
- εδώ σταματάει το μυαλό του ανθρώπου, βλ. λ. μυαλό·
- είναι ανάποδος άνθρωπος, έχει κακό χαρακτήρα, είναι δύστροπος, ιδιότροπος, παράξενος: «μην έχεις πολλά πάρε δώσε μαζί του, γιατί είναι ανάποδος άνθρωπος και θα σου δημιουργήσει προβλήματα»·
- είναι άνθρωποί μου, είναι δικοί μου, υποτακτικοί μου, μπράβοι μου, βρίσκονται στη δούλεψή μου: «αφού ήξερες πως είναι άνθρωποί μου, γιατί δεν τους άφησες να περάσουν;»·
- είναι άνθρωπος, είναι σωστός, καλός, καλοπροαίρετος, έχει ψυχικά χαρίσματα: «όσο για το φίλο σου, μάλιστα, αυτός είναι άνθρωπος»·
- είναι άνθρωπος κακής πίστης, βλ. λ. πίστη·
- είναι άνθρωπος καλής πίστης, βλ. λ. πίστη·
- είναι άνθρωπος σπαθί, βλ. λ. σπαθί·
- είναι άνθρωπος της κατάστασης, είναι άνθρωπος που πρόσκειται ή που είναι έμπιστος της κυβέρνησης ή κάποιας άλλης εξουσίας: «αν θέλεις να τελειώσεις γρήγορα τη δουλειά σου, ν’ απευθυνθείς στον τάδε, που είναι άνθρωπος της κατάστασης»·
- είναι άνθρωπος της τελευταίας στιγμής, αν και έχει όλον τον καιρό μπροστά του για να τελειώσει ή να διεκπεραιώσει μια δουλειά ή μια υπόθεση, συνηθίζει να ενεργοποιείται έντονα λίγο πριν εκπνεύσει η διορία που είχε, και προφταίνει να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει: «ως γνωστό, οι Έλληνες είναι άνθρωποι της τελευταίας στιγμής κι εκεί που φαίνεται πως θα εκτεθούν, στο τέλος τα δίνουν όλα και βγαίνουν ασπροπρόσωποι, όπως έγινε και με την Ολυμπιάδα»·  
- είναι άνθρωπος του και πέντε, βλ. λ. πέντε·
- είναι άνθρωπος του παρά πέντε, βλ. λ. πέντε·
- είναι άνθρωπος του σπιτιού, ανήκει στο συγγενικό περιβάλλον, είναι συγγενής, οικείος: «έρχεται και μ’ επισκέπτεται οποιαδήποτε ώρα, γιατί είναι άνθρωπος του σπιτιού»· βλ. και φρ. άνθρωπος του σπιτιού·
- είναι άνθρωπος του συμφέροντος, είναι συμφεροντολόγος: «μην του έχεις εμπιστοσύνη, γιατί είναι άνθρωπος του συμφέροντος και θα προσπαθήσει να σε ρίξει»·
- είναι άνθρωπος του τάδε, α. πρόσκειται στον τάδε ή κατευθύνεται από τον τάδε: «είναι άνθρωπος του διευθυντή». β. είναι υποτακτικός του τάδε, είναι μπράβος του, βρίσκεται στη δούλεψή του: «απ’ ό,τι ξέρω, είναι άνθρωπος του λεσχιάρχη»·
- είναι άνθρωπος των καταστάσεων, δεν έχει πολιτική ιδεολογία και πηγαίνει πάντοτε με το κόμμα που καταλαμβάνει την εξουσία: «δεν πολυενδιαφέρεται για τα πολιτικά, γιατί είναι άνθρωπος των καταστάσεων»·
- είναι άρρωστος ο άνθρωπος! βλ. λ. άρρωστος·
- είναι δικός μας άνθρωπος, α. ανήκει στον ίδιο πολιτικό χώρο με εμάς ή στο ίδιο σινάφι με το δικό μας, ιδίως παράνομο: «μίλα αβέρτα, γιατί είναι δικός μας άνθρωπος». β. είναι του στενού μας περιβάλλοντος: «δεν πρέπει να ξεχάσουμε να προσκαλέσουμε και τον τάδε, γιατί είναι δικός μας άνθρωπος»·
- είναι δικός μου άνθρωπος, α. είναι άνθρωπος του συγγενικού μου περιβάλλοντος: «από εδώ ο φίλος μου κι από δω να σε γνωρίσω τον τάδε, που είναι δικός μου άνθρωπος». β. είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης μου, της δούλεψής μου, υποτακτικός μου, μπράβος μου, της συμμορίας μου: «όσοι είναι δικοί μου άνθρωποι, ορκίζονται στ’ όνομά μου»·
- είναι δύσκολος άνθρωπος, είναι στρυφνός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος: «δεν μπορείς να τον ανεχτείς για πολύ καιρό, γιατί είναι δύσκολος άνθρωπος»·
- είναι καλής καρδιάς άνθρωπος, βλ. λ. καρδιά·
- είναι να φάει άνθρωπο! βλ. φρ. τρώει άνθρωπο(!)·
- είναι ο άνθρωπός μας, είναι αυτός που υποπτευόμαστε, αυτός που θεωρούμε ύποπτο: «έχω την εντύπωση πως εκείνος που περπατάει με το κεφάλι κατεβασμένο, είναι ο άνθρωπός μας». Ο πλ., γιατί υποτίθεται πως παρακολουθείται από την αστυνομία ή από την Ασφάλεια· βλ. και φρ. είναι ο άνθρωπός μου·
- είναι ο άνθρωπός μου, α. είναι ο (η) σύζυγός μου, ο ερωμένος μου, ο γκόμενός μου, η ερωμένη μου, η γκόμενά μου. (Λαϊκό τραγούδι: μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί ’ναι βλέπεις ο άνθρωπός μου). β. είναι ο κατάλληλος, ο ιδανικός για να φέρει σε πέρας μια δουλειά, ιδίως παράνομη: «έχω την εντύπωση πως ο τάδε είναι ο άνθρωπος μου για να μου περάσει τα λαθραία απ’ το τελωνείο»· βλ. και φρ. είναι ο άνθρωπός μας·
- είναι ο άνθρωπος της ημέρας, βλ. συνηθέστ. είναι το πρόσωπο της ημέρας, λ. πρόσωπο·
- ενώπιον Θεού και ανθρώπων, βλ. λ. Θεός·
- εσύ δεν είσαι άνθρωπος, απαξιωτική έκφραση σε βάρος κάποιου ανθρώπου χωρίς αισθήματα: «έκανα τα πάντα να σε βοηθήσω, αλλά εσύ δεν είσαι άνθρωπος να καταλάβεις τις θυσίες του άλλου». (Λαϊκό τραγούδι: εσύ δεν είσαι άνθρωπος τον πόνο μου να νιώσεις, μια μέρα δεν ξημέρωσε χωρίς να με πληγώσεις
- έχει τους ανθρώπους του, έχει τους πληροφοριοδότες του: «ό,τι και να κάνει ο ανταγωνιστής του το μαθαίνει αμέσως, γιατί έχει τους ανθρώπους του»· 
- έχω τον άνθρωπο, βλ. φρ. έχω τον κατάλληλο άνθρωπο, λ. κατάλληλος·
- ζω σαν άνθρωπος, βλ. φρ. ζω ανθρωπινά, λ. ανθρωπινός·
- ζωντανός άνθρωπος, που είναι πολύ ενεργητικός, που ζει τη ζωή του με γλέντια και διασκεδάσεις: «να καλέσεις και τον τάδε στο πάρτι σου, γιατί είναι ζωντανός άνθρωπος και θα μας δώσει κέφι»·
- η κοινή των ανθρώπων μοίρα, ο θάνατος: «όλοι μας κάποτε υποκύπτουμε στην κοινή των ανθρώπων μοίρα». Συνών. το κοινό χρέος / το μοιραίο·
- θα φάει άνθρωπο! βλ. φρ. τρώει άνθρωπο(!)·
- θα φταρνίζεται ο άνθρωπος! έκφραση που λέγεται, όταν σε μια συζήτηση αναφέρεται εκ παραδρομής συχνά πυκνά το όνομα κάποιου που είναι απών·
- ίσιος άνθρωπος, ο ευθύς στο χαρακτήρα, ο ειλικρινής, ο ντόμπρος: «όλοι τον εκτιμούν, γιατί είναι ίσιος άνθρωπος»·
- κάθε άνθρωπος είναι βασιλιάς στο σπίτι του, βλ. λ. σπίτι·
- καλέ μου άνθρωπε! α. προσφώνηση με παρακλητική διάθεση σε άτομο του οποίου δε γνωρίζουμε το όνομά: «καλέ μου άνθρωπε, μπορείς να μου πεις, σε παρακαλώ, τι ώρα έχεις;». β. προσφώνηση σε άτομο με προτρεπτική ή απολογητική διάθεση, ιδίως σε περιπτώσεις που προσπαθούμε να επαναφέρουμε μια έντονη συζήτηση σε ήπιο κλίμα: «μη φωνάζεις, καλέ μου άνθρωπε, γιατί με τις φωνές δε θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε || καλέ μου άνθρωπε, αυτό που είπα το είπα μόνο και μόνο για το καλό σου». Από την αγαπημένη έκφραση του ηθοποιού Θανάση Βέγγου· 
- κλειστός άνθρωπος, που δεν είναι εκδηλωτικός, που είναι κλεισμένος στον εαυτό του, που είναι εσωστρεφής: «δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις τι νιώθει ή τι σκέφτεται, γιατί είναι κλειστός άνθρωπος»·
- μαλάκας άνθρωπος, χαρά Θεού, βλ. λ. μαλάκας·
- μαλακός άνθρωπος, που είναι ήπιος, πράος: «δεν τον έχω δει ποτέ ν’ αγριεύει, γιατί είναι μαλακός άνθρωπος»·
- με άνθρωπο που γαμάς τι κουβέντα να κάνεις! μια εντελώς φαλλοκρατική αντιμετώπιση της γυναίκας από τον άντρα, αλλά και υποτιμητική στάση του προς τους παθητικούς ομοφυλόφιλους: «δεν κουβεντιάζω ποτέ σοβαρά θέματα με τη γυναίκα μου, γιατί με άνθρωπο που γαμάς, τι κουβέντα να κάνεις!»·
- με δικό σου άνθρωπο φάε και πιες, αλισβερίσι μην έχεις, βλ. λ. αλισβερίσι·
- με λάθος άνθρωπο έμπλεξες ή με λάθος άνθρωπο τα ’βαλες ή έμπλεξες με λάθος άνθρωπο ή τα ’βαλες με λάθος άνθρωπο, βλ. λ. λάθος·
- μετρημένος άνθρωπος, που είναι συνετός: «είναι μετρημένος άνθρωπος και όλοι ζητούν τη συμβουλή του»·
- μια μπουκιά άνθρωπος ή μιας μπουκιάς άνθρωπος, βλ. λ. μπουκιά·
- μια πήχη άνθρωπος ή μιας πήχης άνθρωπος, βλ. λ. πήχη·
- μια πιθαμή άνθρωπος ή μιας  πιθαμής άνθρωπος, βλ. λ. πιθαμή·
- μια πορδή άνθρωπος ή μιας πορδής άνθρωπος, βλ. λ. πορδή·
- μια σταλιά άνθρωπος ή μιας σταλιάς άνθρωπος, βλ. λ. σταλιά·
- μια φορά γεννιέται ο άνθρωπος, βλ. λ. φορά·
- μια φτυσιά άνθρωπος ή μιας φτυσιάς άνθρωπος, βλ. λ. φτυσιά·
- μια φυσηξιά άνθρωπος ή μιας φυσηξιάς άνθρωπος, βλ. λ. φυσηξιά·
- μια χαψιά άνθρωπος ή μιας χαψιάς άνθρωπος, βλ. λ. χαψιά·
- μισή μερίδα άνθρωπος ή μισής μερίδας άνθρωπος, βλ. λ. μερίδα·
- μισή μπουκιά άνθρωπος ή μισής μπουκιάς άνθρωπος, βλ. λ. μπουκιά·
- μισή πιθαμή άνθρωπος ή μισής πιθαμής άνθρωπος, βλ. λ. πιθαμή·
- μισός άνθρωπος, α. ο ανάπηρος: «έπεσε θύμα τροχαίου κι έμεινε μισός άνθρωπος». β. ο μικροκαμωμένος, η μισή μερίδα: «μισός άνθρωπος, ο αφιλότιμος, και θέλει να τα βάλει μ’ αυτόν το γίγαντα!»·
- μοναχικός άνθρωπος, βλ. συνηθέστ. μοναχικός τύπος, λ. τύπος·
- μπόσικος άνθρωπος, ο ελαφρόμυαλος, ο επιπόλαιος: «μη συμβουλεύεσαι τον τάδε, γιατί είναι μπόσικος άνθρωπος και δεν πρέπει να δίνεις βάση στα λόγια του»·
- μυστήριος άνθρωπος, που συμπεριφέρεται περίεργα, παράξενα, ακατανόητα: «είναι μυστήριος άνθρωπος, γι’ αυτό δεν έχει πολλές συμπάθειες μέσα στη γειτονιά»·
- να μη φτάσεις να δεις ανθρώπου μέρα, είδος κατάρας με την έννοια να μην αξιωθείς, να μην προλάβεις να καλυτερεύσεις τη ζωή σου, να αντιμετωπίζεις συνέχεια δυσκολίες και προβλήματα·
- νοικοκύρης άνθρωπος, βλ. λ. νοικοκύρης·
- νορμάλ άνθρωπος, α. που ζει φυσιολογικά σε μια σειρά και τάξη, που δεν έχει εξάρσεις στη ζωή του: «επειδή είναι γυναίκα που θέλει να κάνει οικογένεια, παντρεύτηκε ένα νορμάλ άνθρωπο». β. (και για τα δυο φύλα) που δεν έχει σεξουαλικές διαστροφές: «δεν παίρνει μέρος στις παρτούζες των φίλων του, γιατί είναι νορμάλ άνθρωπος»·
- ντόμπρος άνθρωπος, που είναι ευθύς, ειλικρινής, ίσιος: «επειδή είναι ντόμπρος άνθρωπος, λέει πάντα την αλήθεια»·
- … ο άνθρωπος! εκφράζει τον οίκτο ή τη συμπάθειά μας σε κάποιον που έπαθε κάτι κακό: «βρε, τι κακό που έπαθε στα καλά καθούμενα ο άνθρωπος! || τι να σου κάνει ο άνθρωπος μ’ όλ’ αυτά τα βάσανα που έχει περάσει!»·
- ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, χαρακτηρίζει άτομα απλά, συνηθισμένα, ανώνυμα, άτομα που συναντάει κανείς καθημερινά στη ζωή του: «δεν το περίμενε ποτέ κανείς από έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας να εναντιωθεί με τόσο θάρρος σε κοτζάμ υπουργό». Πρβλ.: μ’ αυτό το εισιτήριο που πάω να ταξιδέψω στη διπλανή σας πόρτα πιο ράκος θα επιστρέψω (Λαϊκό τραγούδι). Από το ότι, συνήθως, οι επώνυμοι και οι σπουδαίοι ζουν απομακρυσμένοι και απρόσιτοι·
- ο άνθρωπος της τελευταίας στιγμής, λέγεται με έμφαση γι’ αυτόν που αφήνει τις υποχρεώσεις του να σωρεύονται και βιάζεται να τις εκπληρώσει την τελευταία στιγμή: «ο Έλληνας χαρακτηρίζεται ως ο άνθρωπος της τελευταίας στιγμής»·
- ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, βλ. λ. κατάλληλος·
- ο μέσος άνθρωπος, αυτός που στα πλαίσια μιας κοινωνίας συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της πλειοψηφίας: «ο μέσος άνθρωπος στην Ελλάδα δεν έχει και πολύ καλή σχέση με το βιβλίο»·
- οι επιθυμίες του ανθρώπου είναι σαν τις μέρες: μια πάει, άλλη έρχεται, βλ. λ. επιθυμία·
- οικογενειάρχης άνθρωπος, βλ. λ. οικογενειάρχης·
- όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, βλ. λ. Θεός·
- ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου! βλ. λ. νους·
- ό,τι βάλει το μυαλό του ανθρώπου! βλ. λ. μυαλό·
- παστρικός άνθρωπος, α. που είναι καθαρός, νοικοκυρεμένος, αγνός, τίμιος: «είναι παστρικός άνθρωπος κι όλες του τις δουλειές τις κάνει με μεγάλη προσοχή και με το σταυρό στο χέρι». β. (ειρωνικά) άνθρωπος κακοήθης, φαύλος, παλιάνθρωπος: «έμαθα και για σένα τι παστρικός άνθρωπος που είσαι!»·
- πεζός άνθρωπος, που γενικά δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, ο συνηθισμένος, ο βαρετός: «τον χώρισε, γιατί ήταν πολύ πεζός άνθρωπος κι έπληττε φοβερά μαζί του»·
- πέθανε σαν άνθρωπος, πέθανε αξιοπρεπώς: «πέθανε σαν άνθρωπος ανάμεσα στους γιους και τις νύφες του»·
- περίληψη ανθρώπου, βλ. λ. περίληψη·
- πρέπει να το ’χει ο άνθρωπος να…, πρέπει να είναι έμφυτο, φυσικό του κάτι για να ενεργεί με τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί: «πρέπει να το ’χει ο άνθρωπος να βοηθάει τους συνανθρώπους του, αλλιώς τους προσπερνάει αδιάφορα». (Λαϊκό τραγούδι: πρέπει να το ’χει ο άνθρωπος να κάνει αδικίες μα κι όσοι ζουν με την ψευτιά μαζί τους δεν τα παίρνουν και στη ζωή μας μοναχά οι καλοσύνες μένουν)· βλ. και φρ. πρέπει να το ’χεις μέσα σου να…, λ. μέσα·
- πρώτα βγαίν’ η ψυχή τ’ ανθρώπου κι ύστερα (βγαίνει) το χούι του, βλ. λ. ψυχή·
- ρηχός άνθρωπος, που δεν έχει αισθήματα, που δεν έχει ψυχική και πνευματική υπόσταση: «πώς μπορεί να νιώσει τον πόνο σου ένας τόσο ρηχός άνθρωπος!»·
- σαν άνθρωποι, όπως αρμόζει, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, σε πολιτισμένο περιβάλλον: «πέρνα απ’ το σπίτι μου το βράδυ για να μιλήσουμε σαν άνθρωποι»·
- σαν άνθρωπος ή σαν άνθρωπος κι εγώ, α. έκφραση με την οποία προσπαθούμε να δικαιολογηθούμε για κάποιο ατόπημά μας: «μέθυσα μια φορά, σαν άνθρωπος κι εγώ || σαν άνθρωπος κι εγώ παραφέρθηκα». (Λαϊκό τραγούδι: κάθισε φίλε να σου πω αυτό που έχω πάθει, γιατί σαν άνθρωπος κι εγώ έκανα κάτι λάθη). β. έκφραση με την οποία θέλουμε να δικαιολογηθούμε για κάποια ενέργειά μας, που δεν έπρεπε να γίνει και που σχολιάζεται αρνητικά από τον περίγυρό μας: «σαν άνθρωπος κι εγώ ήθελα ένα αυτοκίνητο και για το λόγο αυτό πούλησα μια γκαρσονιερίτσα που είχα, κακό είναι;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε. Συνών. σαν παιδί ή σαν παιδί κι εγώ·  
- σαν ένας άνθρωπος, όλοι μαζί, ενωμένοι: «όλοι οι εργαζόμενοι σαν ένας άνθρωπος απαίτησαν απ’ την εργοδοσία καλύτερη ποιότητα ζωής»·
- σκληρός άνθρωπος, που δεν έχει αγάπη και καλοσύνη για τους συνανθρώπους του, που δε συμπονεί τους άλλους, που είναι σκληρόκαρδος: «από έναν τόσο σκληρό άνθρωπο σαν κι αυτόν, μην περιμένεις ούτε κατανόηση ούτε βοήθεια»·
- σκόρδο και νερό, κάνει τον άνθρωπο γερό, βλ. λ. νερό·
- στραβός άνθρωπος, που είναι δύστροπος, ιδιότροπος, παράξενος: «δεν μπορείς να κάνεις λεπτό μαζί του, γιατί είναι στραβός άνθρωπος»·
- τα βόδια τα δένουν απ’ τα κέρατα, τον άνθρωπο τον δένουν απ’ το λόγο του, ο αξιοπρεπής άνθρωπος κρατάει πάντα το λόγο του: «τα βόδια τα δένουν απ’ τα κέρατα, τον άνθρωπο τον δένουν απ’ το λόγο του, κι αφού σου ’δωσε το λόγο του πως θα σε βοηθήσει, θα το κάνει»·  
- τα λάθη είναι για τους ανθρώπους, βλ. λ. λάθος·
- τι άνθρωπος είσαι! α. έκφραση δυσφορίας για κάποιον που δε μένει ποτέ ευχαριστημένος: «αμάν πια, όλο φέρε και φέρε, τι άνθρωπος είσαι!». β. έκφραση δυσφορίας για τη σκληρότητα που επιδεικνύει κάποιος: «τι άνθρωπος είσαι, που θέλεις να κλείσεις τον άνθρωπο φυλακή επειδή σου χρωστάει εκατό ευρώ!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το Παναγία μου ή το Χριστέ μου ή το Θεέ μου και κλείνει με το ρε·
- τι άνθρωπος κι αυτός! α. λέγεται με θαυμασμό για τα ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα κάποιου. β. λέγεται ειρωνικά, κοροϊδευτικά ή επιτιμητικά για τον κακό χαρακτήρα κάποιου ή για τις κακές ή άστοχες ενέργειες του·
- τι είδους άνθρωπος είναι; βλ. λ. είδος·
- τι θες άνθρωπέ μου! επιθετική έκφραση σε άτομο που επιμένει να προσπαθεί να μας πείσει για κάτι ή για να του δώσουμε κάτι, ενώ εμείς δεν έχουμε αυτή τη διάθεση: «τι θες άνθρωπέ μου και με σκας! Αφού σου είπα, πως δεν έχω αυτά τα λεφτά που μου ζητάς»·
- τι κάνει ο άνθρωπος! α. λέγεται με θαυμασμό για τις ενέργειες ή τις πράξεις κάποιου: «πω πω, τι κάνει ο άνθρωπος, όταν είναι καλλιεργημένος!». β. λέγεται ειρωνικά, κοροϊδευτικά ή επιτιμητικά για τις άστοχες ενέργειες ή πράξεις κάποιου: «τι κάνει ο άνθρωπος, όταν είναι σουρωμένος!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το για δες. Συνών. τι κάνει ο άλλος! / τι κάνει ο δικός σου! / τι κάνει το άτομο! / τι κάνει το πρόσωπο(!)·
- τι λέει ο άνθρωπος! α. λέγεται θαυμαστικά για τα σπουδαία λόγια που λέει κάποιος: «πω πω, τι λέει ο άνθρωπος!». β. λέγεται ειρωνικά, κοροϊδευτικά ή επιτιμητικά για τις ανοησίες που λέει κάποιος: «τι λέει μωρέ ο άνθρωπος!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το για δες. Συνών. τι λέει ο άλλος! / τι λέει ο δικός σου! / τι λέει το άτομο! / τι λέει το πρόσωπο(!)·
- τι λες άνθρωπέ μου! έκφραση απορίας, έκπληξης, δυσαρέσκειας ή διαμαρτυρίας σε άτομο, που μας ανακοινώνει κάτι που μας είναι αδύνατο να το πιστέψουμε, ή που μας ζητάει απίθανα πράγματα: «σ’ έψαχνα για να σου πω πως σκοτώθηκε ο τάδε. -Τι λες άνθρωπέ μου! Πριν μια ώρα κουβέντιαζα μαζί του! || θα ’ρθω αύριο να μου δώσεις πέντε εκατομμύρια και τ’ αυτοκίνητό σου για μια βδομάδα. -Τι λες άνθρωπέ μου!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το είσαι με τα καλά σου(;)· 
- τι λογής άνθρωπος είναι; βλ. λ. λογής·
- τι ’ν’ ο άνθρωπος! Ένα τίποτα, έκφραση που δηλώνει τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: «τι ’ν’ ο άνθρωπος! Ένα τίποτα. Χτες το βράδυ γλεντούσαμε παρέα με τον τάδε και το πρωί πήγε από έμφραγμα καραμπινάτο». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βρε·
- τι ’ν’ ο άνθρωπος! Σαν το χόρτο του κάμπου. Πράσινο σήμερα, ξερό αύριο, βλ. συνηθέστ. τι ’ν’ ο άνθρωπος! Ένα τίποτα·  
- τι σόι άνθρωπος είναι, βλ. λ. σόι·
- τι σου είναι ο άνθρωπος! θαυμαστική έκφραση για το τι μπορεί να πετύχει, να κατορθώσει ο άνθρωπος: «προχώρησε τόσο πολύ η επιστήμη, που μέχρι και οι άντρες, λέει, θα μπορούν να γεννούν παιδιά. -Τι σου είναι ο άνθρωπος!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βρε·
- τι φτιαξιά άνθρωπος είναι; βλ. λ. φτιαξιά·
- το μετάξι θέλει τάξη κι άνθρωπο να το κοιτάξει, βλ. λ. μετάξι·
- το πρόσωπο του ανθρώπου είναι σπαθί, βλ. λ. πρόσωπο·
- τον κάνω άνθρωπο, τον κάνω να αποβάλει τα ελαττώματά του, τον μορφώνω, τον διορθώνω και γενικά τον ευπρεπίζω, τον κάνω να φέρεται κόσμια ως κοινωνικός άνθρωπος: «ήταν πολύ στραβόξυλο, αλλά, αυτή η γυναίκα που τον παντρεύτηκε, μπόρεσε και τον έκανε άνθρωπο». (Λαϊκό τραγούδι: είπα να σε κάνω άνθρωπο σύντροφό μου στη ζωή μα γι’ αγάπη τόσο όμορφη δεν επλάστηκες εσύ // σπουδάζει γιο μονάκριβο μακριά στη Γερμανία, για να τον κάνει άνθρωπο μέσα στην κοινωνία
- τρώει άνθρωπο! α. είναι πάρα πολύ εκνευρισμένος, είναι εξοργισμένος, είναι εκτός εαυτού: «μη του ζητήσεις καμιά χάρη αυτή τη στιγμή, γιατί τρώει άνθρωπο!». β. υπερασπίζεται σθεναρά αυτό που τον ενδιαφέρει απόλυτα: «γι’ αυτόν μπορείς να πεις ό,τι θες, αλλά αν κάνεις να πεις κάτι για τη γυναίκα του, τρώει άνθρωπο!»·
- υπάρχουν άνθρωποι γι’ άνθρωποι ή υπάρχουν άνθρωποι κι άνθρωποι, υπάρχουν λογής λογής άνθρωποι και άξιοι και ανάξιοι και καλοί και κακοί: «στη ζωή δεν είναι όλοι ίδιοι, γιατί υπάρχουν άνθρωποι κι άνθρωποι»·
- υπόδειγμα ανθρώπου, βλ. λ. υπόδειγμα·
- υπόλοιπο ανθρώπου, βλ. λ. υπόλοιπο·
- υποψία ανθρώπου, βλ. λ. υποψία·
- φακάτος άνθρωπος, (στη νεοαργκό) βλ. φρ. γαμάτος άνθρωπος· βλ. και λ. φακάτος·
- χοντρός άνθρωπος, βλ. λ. χοντράνθρωπος·
- χρυσός άνθρωπος, που είναι πολύ καλός, καλόκαρδος, ανοιχτόκαρδος: «γνώρισα έναν χρυσό άνθρωπο και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό». (Λαϊκό τραγούδι: κι όταν πεθάνω θα με κλάψουν και θα λένε τι παλικάρι και τι άνθρωπος χρυσός, τώρα πληγώνουν την καρδιά μου και την καίνε και από τις πίκρες έχω μείνει ο μισός
- ώριμος άνθρωπος, που βρίσκεται στην ακμή της ηλικίας του, στο μέγιστο σημείο της σωματικής, ιδίως της πνευματικής του ανάπτυξης: «τώρα που είναι ώριμος άνθρωπος, μπορεί να παντρευτεί || είναι ώριμος άνθρωπος και μπορεί να κρίνει μόνος του τι πρέπει να κάνει και τι όχι». Αντίθ άγουρος άνθρωπος.

βάτραχος

βάτραχος κ. βάτραχας, ο, θηλ. βατραχίνα, η, ουσ. [<αρχ. βάτραχος], ο βάτραχος· (κοροϊδευτικά) άντρας με εξογκωμένους τους βολβούς των ματιών του: «για δες εκείνον το βάτραχο πώς σε κοιτάζει!». Συνών. σάλιαγκας·
- εκάκιωσεν ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει, λέγεται στην περίπτωση που, όταν θυμώνει ένας ασήμαντος, ένας ανάξιος λόγου άνθρωπος, δεν αντιλαμβάνεται κανείς τίποτα: «αν θύμωσε ή δε θύμωσε ο νυχτοφύλακας, δεν πήρε κανείς χαμπάρι και, όπως λέγαν κι οι παλιοί, εκάκιωσεν ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει»·
- μη σε γελάσει ο βάτραχος ή το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν’ καλοκαιράκι, βλ. λ. τζίτζικας·
- ωσότου το νερό φτάσει στη δεξαμενή, ο βάτραχος ψοφάει, πρέπει να βοηθάμε κάποιον εγκαίρως, την ώρα που το χρειάζεται: «αν σου ζητήσω ποτέ τη βοήθειά σου, θα θέλω να με βοηθήσεις μόλις στο ζητήσω, γιατί πρέπει να θυμάσαι, πως, ωσότου το νερό φτάσει στη δεξαμενή, ο βάτραχος ψοφάει»· 

δαχτυλάκι

δαχτυλάκι κ. δακτυλάκι το, ουσ. [υποκορ. του ουσ. δάχτυλο], το μικρό δάχτυλο των χεριών ή των ποδιών: «κάποιος με πάτησε στο λεωφορείο και μου πονάει το δαχτυλάκι μου». (Ακολουθούν 15 φρ.)·
- βάζω το δαχτυλάκι μου ή βάζω κι εγώ το δαχτυλάκι μου, α. επεμβαίνω κρυφά, βοηθώ, ιδίως μεροληπτικά, κάποιον: «δε θα ’παιρνε τη δουλειά, αν δεν έβαζες το δαχτυλάκι σου». β. είμαι συνυπεύθυνος, ιδίως για κάτι κακό: «εδώ που τα λέμε, αν δεν έβαζες κι εσύ το δαχτυλάκι σου, δε θα χρεοκοπούσε ο άνθρωπος»·
- βάλε μου ένα δαχτυλάκι, (για ποτά) βάλε μου τόσο όσο είναι και το πάχος ενός δάχτυλου και, κατ’ επέκταση, βάλε μου μια ελάχιστη ποσότητα: «βάλε μου κι εμένα ένα δαχτυλάκι απ’ αυτό το ουίσκι || θέλεις να σου βάλω απ’ αυτό το ουίσκι; -Ένα δαχτυλάκι». Εδώ συνήθως, χάριν αστεϊσμού, παίζεται το εξής θέατρο από εκείνον που του ζητούν να σερβίρει: θέλεις ένα δαχτυλάκι, πώς; Έτσι; και δείχνει το δάχτυλό του σε οριζόντια θέση ή έτσι; και δείχνει το δάχτυλό του κάθετα·
- δεν κουνάω ούτε το δαχτυλάκι μου ή δεν κουνάω ούτε το μικρό μου το δαχτυλάκι, δεν κάνω την παραμικρή προσπάθεια για να πετύχω κάτι ή την παραμικρή ενέργεια για να βοηθήσω κάποιον ή για να αποτρέψω κάτι: «πώς θέλεις να προκόψεις, απ’ τη στιγμή που δεν κουνάς ούτε το δαχτυλάκι σου! || εδώ εγώ πνίγομαι απ’ τη δουλειά κι αυτός δεν κουνάει ούτε το μικρό του το δαχτυλάκι να με βοηθήσει || ενώ μπορούσε ν’ αποτρέψει το μάλωμα, δεν κούνησε ούτε το μικρό του το δαχτυλάκι». Συνοδεύεται από ελαφρό κούνημα του μικρού δάχτυλου·
- δεν τον φτάνεις ούτε στο δαχτυλάκι του ή δεν τον φτάνεις ούτε στο μικρό του το δαχτυλάκι, δεν μπορείς να συγκριθείς μαζί του, γιατί, γενικά, είναι κατά πολύ ανώτερός σου: «όσο και να καυχιέσαι, δεν τον φτάνεις ούτε στο δαχτυλάκι του». Συνοδεύεται από επίδειξη του μικρού δάχτυλου. Συνών. δεν τον φτάνεις ούτε στο νυχάκι του ή δεν τον φτάνεις ούτε στο μικρό του το νυχάκι·
- ένα δαχτυλάκι, ελάχιστη ποσότητα, ιδίως ποτού: «ο γιατρός μου απαγόρεψε το ποτό, αλλά ένα δαχτυλάκι μου το επιτρέπει»·
- έτσι να κάνω το δαχτυλάκι μου, α. με την παραμικρή μου προσπάθεια: «έτσι να κάνω το δαχτυλάκι μου, μπορώ να τον βάλω αμέσως σε μια θέση στο δημόσιο». β. με την παραμικρή μου θέληση: «έτσι να κάνω το δαχτυλάκι μου, θα ’ρθει και θα πέσει στα πόδια μου || έτσι να κάνω το δαχτυλάκι μου, έχω ό,τι θελήσω». Συνοδεύεται από ελαφρό κούνημα του μικρού δάχτυλου· βλ. και φρ. έτσι να κάνω το δάχτυλό μου, λ. δάχτυλο·
- κρύβομαι πίσω απ’ το δαχτυλάκι μου, βλ. συνηθέστ. κρύβομαι πίσω απ’ το δάχτυλό μου, λ. δάχτυλο·
- με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, με μεγάλη ευχέρεια: «εσύ μπορείς να νικήσεις τον τάδε; -Με το μικρό μου δαχτυλάκι»·
- το κάνω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, φέρω σε πέρας με μεγάλη ευχέρεια αυτό που μου αναθέτουν: «αυτό που μου λες, το κάνω με το μικρό μου δαχτυλάκι». Πολλές φορές, συνοδεύεται από επίδειξη του μικρού δάχτυλου·
- το καταφέρνω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. συνηθέστ. το κάνω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι·
- το μπορώ με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. φρ. το κάνω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι·
- τον βάζω κάτω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. φρ. τον κάνω καλά με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι·
- τον κάνω καλά με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, τον καταβάλλω, τον νικώ με μεγάλη ευχέρεια: «αυτόν που μου δείχνεις τον κάνω καλά με το μικρό μου δαχτυλάκι». Πολλές φορές, συνοδεύεται από επίδειξη του μικρού δάχτυλου·
- τον καταφέρνω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. συνηθέστ. τον κάνω καλά με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι·
- τον παλεύω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. φρ. τον κάνω καλά με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι·
- φτάνει να κουνήσει το δαχτυλάκι του ή φτάνει να κουνήσει το μικρό του το δαχτυλάκι, είναι τόσο ισχυρός ή τόσο αγαπητός, που, και η παραμικρή επιθυμία που εκδηλώνει, γίνεται αμέσως από τους άλλους πράξη: «τον αγαπούν τόσο πολύ, που, ό,τι και να θελήσει, γίνεται αμέσως, φτάνει να κουνήσει το δαχτυλάκι του».  

δεύτερος

δεύτερος, -η κ. -έρα, -ο, τακτ. αριθμ.. [<αρχ. δεύτερος], δεύτερος. 1α. το αρσ. ως ουσ. ο δεύτερος, αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού, που είναι μετά τον κυβερνήτη ή μετά τον πρώτο μηχανικό, ο υποπλοίαρχος: «όσο καιρό ήταν άρρωστος ο κυβερνήτης, τη διοίκηση του καραβιού την είχε ο δεύτερος». β. ο δεύτερος όροφος πολυκατοικίας: «μένω στον δεύτερο». 2α. το θηλ. ως ουσ. η δεύτερη κ. δευτέρα, η δεύτερη από τις τέσσερις ή πέντε ταχύτητες του αυτοκινήτου ή τις μοτοσικλέτας: «μετά τη στροφή έβαλε αμέσως τη δεύτερη, γιατί υπήρχε μπροστά του μια ανηφόρα». β. η δεύτερη τάξη του δημοτικού και πιο σπάνια του γυμνασίου: «α, είναι μικρός ακόμη ο γιος του και πηγαίνει στη δευτέρα». 3α. το ουδ. ως ουσ. το δεύτερο, το δεύτερο πάτωμα, ο δεύτερος όροφος πολυκατοικίας: «όλο το δεύτερο αυτής της πολυκατοικίας είναι δικό μου». β. το δευτερόλεπτο: «ο σπρίντερ έκανε την απόσταση των εκατό μέτρων σε δέκα δεύτερα και πέντε δέκατα του δευτερολέπτου». 4. το ουδ. στον πλ. ως ουσ. τα δεύτερα, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) η εφηβική ομάδα από την οποία αντλεί έμψυχο υλικό η κυρίως ομάδα: «ο καλύτερος παίχτης της ομάδας μας ξεκίνησε απ’ τα δεύτερα». (Ακολουθούν 55 φρ.)· 
- από δεύτερο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- βάζω σε δεύτερη μοίρα (κάτι), βλ. λ. μοίρα·
- δε θέλω δεύτερη κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- δε θέλω δεύτερο λόγο, βλ. λ. λόγος·
- δε σηκώνω δεύτερη κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί ή δεν έχει να φορέσει δεύτερο βρακί, βλ. λ. βρακί·
- δεν έχει να βάλει δεύτερο παντελόνι ή δεν έχει να φορέσει δεύτερο παντελόνι, βλ. λ. παντελόνι·
- δεν υπάρχει δεύτερος, α. είναι εξαιρετικού ήθους και χαρακτήρα, δεν υπάρχει άλλος όμοιος με αυτόν: «είναι τόσο καλός άνθρωπος, που δεν υπάρχει δεύτερος». β. είναι ασυναγώνιστος, ιδίως σε ένα επάγγελμα ή σε μια τέχνη, δεν υπάρχει άλλος άξιος σαν αυτός: «ο τάδε είναι τόσο καλός μηχανικός, που δεν υπάρχει δεύτερος || δεν υπάρχει δεύτερος γιατρός σαν τον τάδε»·
- δεύτερη θέση, (για μέσα συγκοινωνίας) βλ. λ. θέση·
- δεύτερη κατοικία, βλ. λ. κατοικία·  
- δεύτερη πατρίδα, βλ. λ. πατρίδα·
- δεύτερη φωνή, βλ. λ. φωνή·
- δεύτερης διαλογής, βλ. λ. διαλογή·
- δεύτερο νούμερο, (στη γλώσσα του στρατού) βλ. λ. νούμερο·
- δεύτερο πιάτο, βλ. λ. πιάτο·
- δεύτερο πράμα, βλ. λ. πράμα·
- δεύτερο φύλο, βλ. λ. φύλο·
- δεύτερο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- δεύτερος γύρος, βλ. λ. γύρος·
- δεύτερος πόλεμος, βλ. λ. πόλεμος·
- δεύτερος ρόλος, βλ. λ. ρόλος·
- έγινε δεύτερη φύση του, βλ. λ. φύση·
- έγινε Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, βλ. λ. πόλεμος·
- είναι δεύτερη φύση του, βλ. λ. φύση·
- είναι δεύτερος, α. αξιολογικά είναι κατώτερος από έναν άλλον: «το ξέρει πως, αν τον συγκρίνεις με τον τάδε μηχανικό, είναι δεύτερος». β. δεν είναι εντάξει, δεν είναι καθώς πρέπει: «μ’ αυτά που είπε για μένα, έδειξε πως είναι δεύτερος». Συνών. είναι βήτα·
- είναι δεύτερος (ακολουθεί όνομα), έχει ακριβώς τις ίδιες ιδιότητες ή ικανότητες με το άτομο το οποίο αναφέρεται: «ο τάδε ποδοσφαιριστής είναι δεύτερος Δομάζος || η τάδε ηθοποιός είναι δεύτερη Βουγιουκλάκη || ο τάδε καρδιολόγος είναι δεύτερος Γιακούμπ»·
- είναι και πολύ δεύτερος, επιτείνει την παραπάνω φράση. Συνών. είναι και πολύ βήτα·
- έρχομαι δεύτερος, α. κατατάσσομαι δεύτερος σε μια αναμέτρηση: «τρέξαμε δέκα άτομα κι ήρθα δεύτερος». Εδώ χάριν αστεϊσμού ακούγεται και το εξής: τρέξαμε κι ήρθα δεύτερος. -Μπράβο! Και πόσοι τρέχατε; -Δύο. β. είμαι κατώτερος από έναν άλλον: «το ξέρω πως, αν με συγκρίνεις μ’ αυτόν, έρχομαι δεύτερος». Συνών. έρχομαι βήτα ·
- έρχομαι δεύτερος και καταϊδρωμένος, βλ. λ. καταϊδρωμένος·
- έχω σε δεύτερη μοίρα (κάτι), βλ. λ. μοίρα·
- ζητώ (και) δεύτερο πιάτο, βλ. λ. πιάτο·
- θα γίνει Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, βλ. λ. πόλεμος·
- θα ’χει και δεύτερο ημίχρονο, βλ. λ. ημίχρονο·
- θέλει δεύτερο χέρι, (ειδικά για βάψιμο) βλ. λ. χέρι·
- κάλλιο πρώτος στο χωριό παρά δεύτερος στην πόλη ή καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά δεύτερος στην πόλη, βλ. λ. χωριό·
- κάνει δεύτερη φωνή, βλ. λ. φωνή·
- μ’ ένα δεύτερο μάτι, βλ. λ. μάτι·
- με μια δεύτερη ματιά, βλ. λ. ματιά·
- μετά από δεύτερη σκέψη, βλ. λ. σκέψη·
- μην πεις δεύτερη κουβέντα, βλ. λ  κουβέντα·
- μην πεις δεύτερο λόγο, βλ. λ. λόγος·
- μια δεύτερη γνώμη, βλ. λ. γνώμη·
- ο δεύτερος εαυτός μου ή ο δεύτερός μου εαυτός, βλ. λ. εαυτός·
- περνώ δεύτερο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- πρώτη βοήθεια του Θεού, δεύτερη του γειτόνου, βλ. λ. Θεός·
- της περνώ δεύτερο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- τι πρώτος, τι δεύτερος, βλ. λ. πρώτος·
- το δεύτερο εγώ μου ή το δεύτερό μου εγώ, βλ. λ. εγώ·
- τον βάζω σε δεύτερη μοίρα, βλ. λ. μοίρα·
- τον έχω σε δεύτερη μοίρα, βλ. λ. μοίρα·
- ύστερα από δεύτερη σκέψη, βλ. λ. σκέψη·
- φτάνω δεύτερος, βλ. φρ. έρχομαι δεύτερος·
- φτάνω δεύτερος και καταϊδρωμένος, βλ. λ. καταϊδρωμένος·
- χωρίς δεύτερη κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- χωρίς δεύτερη σκέψη, βλ. λ. σκέψη·
- χωρίς δεύτερο λόγο, βλ. λ. λόγος.

διάβολος

διάβολος κ. διάολος, ο, πλ. διάβολοι κ. διάολοι κ. διαβόλοι κ. διαόλοι, οι κ. διαβόλια κ. διαόλια, τα, ουσ. [<διάβολος (=συκοφάντης) <διαβάλλω], ο διάβολος. 1. άνθρωπος με σκοτεινές και κακές προθέσεις, ο δόλιος, ο ύπουλος, ο κακεντρεχής, ο  μοχθηρός, ο σατανικός, που μηχανορραφεί σε βάρος άλλων, που επιδιώκει το κακό τους, την καταστροφή τους: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε μ’ αυτόν το διάβολο, κατάστρεψε τη ζωή του». (Λαϊκό τραγούδι: δε θα την πάθω, όπως την έχουν πάθει όλοι, γιατί οι γυναίκες όλες είσαστε διαβόλοι). 2. άνθρωπος με οξυμμένη διάνοια, δραστηριότητα, πειθώ, ο πανέξυπνος, ο τετραπέρατος, ο καπάτσος, που πάντα βρίσκει τρόπο να ξεμπλέξει από κάποια δυσκολία: «είναι διάολος στη δουλειά του || είναι τόσο διάβολος, που πάντα βρίσκει τον τρόπο να πετύχει αυτό που επιδιώκει || αν θέλεις να τελειώσεις γρήγορα τη δουλειά σου, ανάθεσέ την στον τάδε, που είναι διάβολος». 3. πρόσωπο ή πράγμα που μας προκαλεί αναστάτωση, εκνευρισμό ή φθορά: «ήρθε πρωί πρωί στο σπίτι αυτός ο διάβολος ο κουνιάδος μου, κι ήθελε να κάνουμε κουβέντα για τα κληρονομικά || τι διάβολος είναι αυτός, που με ξεκουφαίνει τόση ώρα;». (Τραγούδι: όχι λέμε στην πρέζα, όχι σ’ αυτόν το διάολο, όχι λέμε στην πρέζα, όχι και στα σκληρά). 4α. ως επιφών. διάβολε! τέλος πάντων, επιτέλους: «διάβολε, κάνε μου τη χάρη να σταματήσεις αυτή τη γκρίνια!». β. έκφραση που δηλώνει μεγάλο θυμό ή εκνευρισμό: «διάβολε, πού ήσουν όλο το πρωί και σε χρειαζόμουν! || θα σταματήσεις, επιτέλους, διάβολε αυτή την γκρίνια;». Υποκορ. διαβολάκι, το κ. διαβολάκος, ο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 111 φρ.)·
- α στο διάβολο! ή άι στο διάβολο! α.  έκφραση αγανάκτησης ατόμου που συναντάει συνέχεια δυσκολίες στη δουλειά του ή γενικά που συναντάει δυσκολίες στη ζωή του: «άι στο διάβολο, όλα τα δύσκολα σε μένα θα τύχουν!». β. έκφραση ανακούφισης ατόμου που, επιτέλους, έφερε σε πέρας κάποια δύσκολη δουλειά ή που απαλλάχτηκε από κάποια δύσκολη δουλειά ή γενικά που πέρασαν οι δύσκολες μέρες και άρχισαν τα πράγματα στη ζωή του να του έρχονται ευνοϊκά: «άι στο διάβολο, τέλειωσα επιτέλους και μ’ αυτή τη γάγγραινα!». γ. ανάλογα με το ύφος και τον τόνο της φωνής του ατόμου, εκφράζει έκπληξη ή αμφισβήτηση για καλό ή για κακό: «ο τάδε αγόρασε Μερσεντές. -Άι στο διάολο, αυτός μέχρι τα χτες δεν είχε να φάει! || σκοτώθηκε ο τάδε. -Άι στο διάβολο, μέχρι πριν λίγο ήμασταν μαζί!». δ. έκφραση ειρωνείας σε κάποιον που μας λέει απίθανα ή απίστευτα πράγματα: «με παρακαλούσε η Μιμή Ντενίση να τα φτιάξει μαζί μου. -Άι στο διάβολο!». Πολλές φορές, στις δυο παραπάνω περιπτώσεις, της φρ. προτάσσεται το ε. ε.έκφραση δυσφορίας σε κάποιο ενοχλητικό άτομο με την έννοια να μας αφήσει ήσυχους, να πάψει να μας ενοχλεί, να φύγει, να ξεκουμπιστεί: «άι στο διάβολο, απάλλαξέ μας επιτέλους απ’ την παρουσία σου!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το ρε παιδί μου ή το ρε παιδάκι μου ή το ρε φίλε. στ. έκφραση εκνευρισμού και θυμού, ιδίως συχνή σε καβγάδες: «άι στο διάολο, που θα κάτσω ν’ ασχοληθώ κι άλλο μαζί σου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε το βρε ή το μωρέ, και είναι φορές που η φρ. κλείνει με το λέω ’γω. Συνών. α στην ευχή! ή άι στην ευχή!  / α στην οργή! ή άι στην οργή! / α στο δαίμονα! ή άι στο δαίμονα! / α στο καλό! ή άι στο καλό! / α στον κόρακα! ή άι στον κόρακα(!). Τέλος, κατάρα με την οποία στέλνουμε κάποιον στο διάβολο·
- αλλά βλέπεις ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια... ή αλλά βλέπεις ο διάβολος κι η σκούφια του Μιχάλη…, έκφραση με την οποία προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε κάποιο ατόπημά μας ή κάποια αποτυχία μας λόγω απροσδόκητων συμπτώσεων: «εγώ δεν είχα σκοπό ν’ απατήσω τη γυναίκα μου, αλλά βλέπεις ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια...», εννοείται με ξεγέλασαν και την απάτησα. Πρβλ.: ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή, να μου ανοίξει άλλη (Λαϊκό τραγούδι)·
- αν σπάσει ο διάβολος το πόδι του (το ποδάρι του), αν παρ’ ελπίδα γίνουν όλα έτσι όπως τα θέλω, αν τελικά επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες μου, χωρίς να έχω προηγουμένως βάσιμες υποψίες ή ενδείξεις για κάτι τέτοιο: «αν σπάσει ο διάβολος το πόδι του και μου πέσει το λαχείο, θα τρελαθώ στα ταξίδια». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α ρε ή το ε ρε ·
- άνθρωπος του διαβόλου, βλ. λ. άνθρωπος·
- απ’ το διάβολο κι ένα κερί να πάρεις, καλό είναι, από έναν δύστροπο, από έναν κακότροπο, κακόπιστο άνθρωπο ό,τι μπορέσει να πάρει κανείς κέρδος είναι: «ό,τι και να σου δώσει αυτό το στραβόξυλο, πάρ’ το, γιατί απ’ το διάβολο κι ένα κερί να πάρεις, κέρδος είναι»·
- απ’ του διαβόλου την αυλή, μήτ’ ερίφι μήτ’ αρνί, απόφευγε τους κακούς, τους κακόπιστους ανθρώπους, και όταν ακόμα είσαι σίγουρος πως δεν μπορούν να σε βλάψουν: «μην κάνεις παρέα μ’ αυτούς τους παλιοαλήτες, γιατί απ’ του διαβόλου την αυλή, μήτ’ ερίφι μήτ’ αρνί»·
- άσ’ τα να πάνε στο διάβολο! απάντηση αποκαρδιωμένου ανθρώπου από τη ζωή ή από την κακή πορεία των εργασιών του σε άτομο που τον ρωτάει από ενδιαφέρον πώς πάει ή πώς πας ή πώς τα πας ή πώς πάνε τα πράγματα και έχει την έννοια πως τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά και ούτε υπάρχει περίπτωση να διορθωθούν. Συνών. άσ’ τα να πάνε στ’ ανάθεμα! / άσ’ τα να πάνε στα κομμάτια! / άσ’ τα να πάνε στα τσακίδια! / άσ’ τα να πάνε στην οργή! / άσ’ τα να πάνε στο δαίμονα! / άσ’ τα να πάνε στον κόρακα(!)·
- άσ’ το να πάει στο διάβολο! μην το υπολογίζεις, βγάλ’ το από το νου σου, διάγραψέ το: «αφού βλέπεις πως το μηχάνημα δε λειτουργεί, άσ’ το να πάει στο διάβολο!». Συνών. άσ’ το να πάει στ’ ανάθεμα! / άσ’ το να πάει στα κομμάτια! / άσ’ το να πάει στα τσακίδια! / άσ’ το να πάει στην οργή! / άσ’ το να πάει στο δαίμονα! / άσ’ το να πάει στον κόρακα(!)·
- άσ’ τον να πάει στο διάβολο! μην τον υπολογίζεις, αγνόησέ τον, άφησέ τον: «αφού βλέπεις πως είναι παλιάνθρωπος, άσ’ τον να πάει στο διάβολο!». Συνών. άσ’ τον να πάει στ’ ανάθεμα! / άσ’ τον να πάει στα κομμάτια! / άσ’ τον να πάει στα τσακίδια! / άσ’ τον να πάει στην οργή! / άσ’ τον να πάει στο δαίμονα! / άσ’ τον να πάει στον κόρακα(!)·
- βλέπω το διάβολό μου, βασανίζομαι, υποφέρω, τυραννιέμαι πάρα πολύ: «από μικρό παιδί βλέπω το διάβολό μου κάθε μέρα για να τα βγάλω πέρα». Συνών. βλέπω τη Δευτέρα Παρουσία / βλέπω την κηδεία μου / βλέπω την κόλαση / βλέπω το μνήμα μου / βλέπω τον άγγελό μου / βλέπω του κώλου μου την τρύπα· βλ. και φρ. είδα το διάβολό μου·
- βρίσκομαι στου διαβόλου τη μάνα, αυτή την ώρα που επικοινωνούμε (τηλέφωνο, αλληλογραφία), σου μιλώ (σου γράφω), από πολύ απομακρυσμένο προάστιο, από πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο: «δεν προλαβαίνω να ’ρθω τόσο γρήγορα, γιατί αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στου διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα·
- βρίσκω το διάβολό μου, α. έχω να κάνω με άνθρωπο καταχθόνιο ή πανέξυπνο ή ασχολούμαι με πολύ δύσκολη δουλειά: «απ’ τη μέρα που γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο, βρήκα το διάβολό μου, γιατί έχω συνέχεια προβλήματα μαζί του || μπλέχτηκα με μια δουλειά, που δεν την κάτεχα, και βρήκα το διάβολό μου. (Λαϊκό τραγούδι: μες την Αθήνα ξενυχτώ για σένα βρε μικρό μου και κάθε μέρα εγώ για σε, βρ’ αμάν, αμάν βρίσκω το διάβολό μου). β. καταταλαιπωρούμαι από κάποια κατάσταση ή σχέση, μπλέκομαι σε απρόσμενες δυσκολίες: «αποφάσισα να χτίσω κι εγώ ένα εξοχικό και βρήκα το διάβολό μου || έμπλεξα μ’ αυτή την τρελοπαντιέρα και βρήκα τον διάβολό μου»·
- δεν πάει στο διάβολο! δε νοιάζομαι, δεν ενδιαφέρομαι διόλου για κάποιον ή για κάτι: «αφού δεν ακούει τις συμβουλές σου, δεν πάει στο διάβολο! || αφού δεν ήταν δικό σου ο αναπτήρας, δεν πάει στο διάβολο!»·
- δεν πα(ς) στο διάβολο! α. δε νοιάζομαι, δε με ενδιαφέρει διόλου τι θα κάνεις ή τι θα απογίνεις ή πού θα πας: «όσον καιρό σε συμβούλευα, εσύ μετρούσες πόσες μύγες πήγαιναν στου γάιδαρου τον κώλο, γι’ αυτό δεν πας στο διάβολο!». Συνήθως η φρ. δίνεται ως απάντηση αδιαφορίας στην απεγνωσμένη ερώτηση κάποιου τώρα τι θα κάνω ή τώρα τι θα γίνω (θ’ απογίνω) ή τώρα πού θα πάω. β. έκφραση αδιαφορίας σε κάποιον που μας απειλεί πως θα φύγει από το μέρος που βρισκόμαστε ή γενικά πως θα αποχωρήσει από κάπου: «αν επιμένεις περισσότερο στις θέσεις σου, εγώ θα φύγω. -Δεν πας στο διάβολο! || αν δε μου δώσεις τα λεφτά που θέλω, θα φύγω απ’ το συνεταιρισμό. -Δεν πας στο διάβολο!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το λέω ’γω, και είναι αρκετές φορές που μετά το λέω ’γω ακούγεται και το να ησυχάσουμε ή το να τελειώνουμε. γ. άφησέ με ήσυχο, μη με σκοτίζεις, μη με ενοχλείς περισσότερο. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το ε, βρε ή το μωρέ και κλείνει με το λέω ’γω, και είναι αρκετές φορές που μετά το λέω ’γω ακούγεται και το να ησυχάσουμε ή το να τελειώνουμε. Τις πιο πολλές φορές, το τελικό σίγμα του ρ. δεν ακούγεται·
- δεν τον αφήνουν ν’ αγιάσει οι διαβόλοι, λέγεται στην περίπτωση που, ενώ κάποιος άνθρωπος δείχνει όλη τη διάθεση να βάλει πρόγραμμα στη ζωή του και να συνετιστεί, εντούτοις, είναι πολλοί αυτοί που τον δελεάζουν και τον παρασύρουν στην άστατη ζωή: «το παιδί κάνει κάθε τόσο προσπάθειες να νοικοκυρευτεί, αλλά δεν τον αφήνουν ν’ αγιάσει οι διαβόλοι, γιατί όλο και κάποιος απ’ την παλιοπαρέα του το παρασέρνει». Συνών. η πουτάνα θέλει να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει / κάνει η πούτσα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει·
- διαβόλοι και τριβόλοι, χαρακτηρίζει τους επικίνδυνους ανθρώπους, τα κακοποιά στοιχεία: «έμπλεξε στη ζωή του με διαβόλους και τριβόλους κι απορώ πώς γλίτωσε τη φυλακή!». (Λαϊκό τραγούδι: εμένα το Γεράσιμο από το Αργοστόλι, που μου ’δωσαν παράσημο διαβόλοι και τριβόλοι πώς μ’ έμπλεξες κυρά μου, πώς μ’ έκανες κυρά να χάσω τα νερά μου και ν’ αράξω στη στεριά
- διαβόλοι, τριβόλοι, περιληπτική έννοια, που χρησιμοποιούμε για να συμπεριλάβουμε στο λόγο μας ανθρώπους διαφόρων τάξεων, ειδικοτήτων, εθνικοτήτων που συνοδεύουν, χωρίς να κατονομάζονται ακριβώς, αυτούς που έχουμε ήδη αναφέρει με το όνομα τους . Η περιληπτική έννοια εξηγείται, είτε γιατί η αναλυτική θα αποτελούσε πλεονασμό είτε γιατί δεν αξίζει τον κόπο είτε γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός της φράσης μας: «βέβαια, ήταν κι άλλοι μαζεμένοι στη δεξίωση, γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, διαβόλοι, τριβόλοι || εκτός απ’ αυτούς που σας είπα, συναντήσαμε Γάλλους, Άγγλους, Πορτογάλους, διαβόλους, τριβόλους, δεν μπορέσαμε όμως να συνεννοηθούμε με κανέναν»· βλ. και φρ. διαβόλια τριβόλια, λ. διαβόλια·
- δικηγόρος του διαβόλου, α. λέγεται για κάποιον που αγωνίζεται να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα σε δυο αντιμαχόμενους ή σε δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ή που προσπαθεί να τους τα συμβιβάσει όσο πιο ανώδυνα γίνεται: «να δεις που στο τέλος όλοι θα τα βρουν μεταξύ τους κι όπως συμβαίνει πάντα, ο μόνος που θα βγει εκτεθειμένος θα είναι ο δικηγόρος του διαβόλου». β. αυτός που δεν υπηρετεί στην πραγματικότητα τη δικαιοσύνη και την αλήθεια αλλά το συμφέρον του, αυτός που διαστρεβλώνει τα γεγονότα, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα σοφιστικά και πειστικά για να υπερασπιστεί κάτι ή κάποιον: «αφού το βλέπεις ξεκάθαρα πως έχεις άδικο, γιατί συνεχίζεις να το παίζεις δικηγόρος του διαβόλου;» βλ. φρ. κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου·
- δουλειά του διαβόλου ή δουλειές του διαβόλου, βλ. λ. δουλειά·
- έβαλε ο διάβολος την ουρά του, α. λέγεται σε περίπτωση ανεξήγητης αναστάτωσης ή ανεξήγητης διχόνοιας που προκαλείται, ιδίως σε μια παρέα ή οικογένεια, και που αποδίδεται στην παρέμβαση διαβολικών δυνάμεων, στο χτύπημα της ουράς του διαβόλου: «μα τι έγινε ξαφνικά και μπερδευτήκαμε όλοι έτσι στα καλά καθούμενα! Έβαλε ο διάβολος την ουρά του;». Από τη θρησκευτική εικονογραφία, όπου, συνήθως, η ουρά του διαβόλου παρουσιάζεται να καταλήγει σε αιχμή βέλους και υπονοείται ότι με το χτύπημά της, δημιούργησε αναστάτωση σε μια ομήγυρη ή στο άτομο που δέχτηκε το χτύπημά της. β. λέγεται για άτομο που αρχίζει ξαφνικά να ενεργεί παράλογα ή ερειστικά: «ξαφνικά, άλλαξε εντελώς στάση και συμπεριφορά απέναντί μας, λες κι έβαλε ο διάβολος την ουρά του». (Λαϊκό τραγούδι: έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι και σου πήρε τα μυαλά σου μέσα απ’ το κεφάλι). γ. η δουλειά ή η υπόθεση, ενώ περιμέναμε να εξελιχθεί ομαλά, ξαφνικά μας δημιουργεί προβλήματα (λες και παρενέβη ο διάβολος): «κι εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά, στράβωσε η δουλειά, λες κι έβαλε ο διάβολος την ουρά του»·
- έβαλε ο διάβολος το πόδι του (το ποδάρι του), βλ. φρ. έβαλε ο διάβολος την ουρά του. Εδώ γίνεται αναφορά στο κακό ποδαρικό (βλ. λ.)·
- είδα το διάβολό μου, κινδύνεψα άμεσα, γλίτωσα από του χάρου τα δόντια: «έπεσα με τ’ αυτοκίνητο πάνω στην κολόνα κι είδα το διάβολό μου». Συνών. είδα τη Δευτέρα Παρουσία / είδα την κηδεία μου / είδα την κόλαση / είδα το μνήμα μου / είδα τον άγγελό μου / είδα του κώλου μου την τρύπα· βλ. και φρ. βλέπω το διάβολό μου ·
- είμαι στου διαβόλου τη μάνα, βλ. φρ. βρίσκομαι στου διαβόλου τη μάνα·
- είναι απ’ του διαβόλου τη μάνα, μένει ή κατάγεται από πολύ απομακρυσμένο προάστιο, πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο: «αυτός είναι απ’ του διαβόλου τη μάνα, πώς να ’ρθει εδώ; || ήρθε στην πόλη μας από μια χώρα που είναι απ’ του διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα·
- είναι για το διάβολο πεσκέσι, το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος, είναι πολύ κακής ποιότητας: «αγόρασε μια τηλεόραση, που είναι για το διάβολο πεσκέσι». Πρόκειται δηλαδή για πράγμα που το προορίζουμε ως δώρο στο διάβολο, οπότε αποκλείεται να είναι καλής ποιότητας· βλ. και φρ. είναι του διαβόλου πεσκέσι·
- είναι διάβολος με κέρατα, είναι πολύ κακός, πολύ πανούργος και μοχθηρός: «σε συμβουλεύω να τον προσέχεις πολύ, γιατί είναι διάβολος με κέρατα και μπορεί να σου κάνει μεγάλη ζημιά»·
- είναι διάβολος στη δουλειά του, βλ. λ. δουλειά·
- είναι διάβολος σωστός ή είναι σωστός διάβολος, λέγεται για πολύ δραστήριο, για πολύ έξυπνο άτομο: «ό,τι δουλειά και να του αναθέσεις, την τελειώνει στο πι και φι, γιατί είναι διάβολος σωστός»· βλ. και φρ. είναι διάβολος με κέρατα·
- είναι διαβόλου γέννα, α. είναι δόλιος, καταχθόνιος, σατανικός, είναι άτομο που επιδιώκει πάντα το κακό του άλλου: «μην κάνεις παρέα μαζί του, γιατί είναι διαβόλου γέννα και θα ’χεις μπλεξίματα». β. είναι πανέξυπνος, τετραπέρατος, αλλά χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του για να εξαπατά τους άλλους: «μην κάνεις συνεταιρισμό μαζί του, γιατί είναι διαβόλου γέννα και θα σε ρίξει»·
- είναι διαβόλου θηλυκό, βλ. λ. διαβολοθήλυκο·
- είναι διαβόλου κάλτσα, βλ. φρ. είναι διαβόλου γέννα. Εδώ ίσως υπολανθάνει η εικόνα του παράνομου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δράσης του φοράει στο κεφάλι του μια νάιλον κάλτσα, που αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, για να μην μπορεί να αναγνωριστεί, προσδίνοντας παράλληλα σ’ αυτά και μια διαβολική όψη·
- είναι διαβόλου σπέρμα, βλ. φρ. είναι διαβόλου γέννα·
- είναι διαβόλου σπορά, βλ. φρ. είναι διαβόλου γέννα·
- είναι διαβόλου φύτρα, βλ. φρ. είναι διαβόλου γέννα·
- είναι ο διάβολος μεταμορφωμένος, είναι πολύ κακός, πολύ μοχθηρός και μας παρουσιάζεται με ανθρώπινο παρουσιαστικό, για να πετύχει κάποιο σκοπό του σε βάρος μας: «μην πιστεύεις τα περί φιλίας και τα παρόμοια που σου λέει, γιατί είναι ο διάβολος μεταμορφωμένος και θα σου τη φέρει χωρίς να το καταλάβεις». Πολλές φορές το ο τονισμένο·
- είναι σκέτος διάβολος, έκφραση με την οποία δίνουμε έμφαση στις θετικές ή αρνητικές ικανότητες κάποιου: «είναι σκέτος διάβολος στις εμπορικές επιχειρήσεις || είναι σκέτος διάβολος στις απατεωνιές»·
- είναι του διαβόλου πεσκέσι, είναι πολύ ανήθικος, δόλιος και επικίνδυνος: «πρόσεχε αυτόν που κάνεις παρέα, γιατί είναι του διαβόλου πεσκέσι και δε θα καταλάβεις πότε θα σου κάνει το κακό». Πρόκειται δηλαδή για άτομο που μας έκανε δώρο ο διάβολος, οπότε αποκλείεται να είναι καλός· βλ. και φρ. είναι για το διάβολο πεσκέσι·
- έρχομαι απ’ του διαβόλου τη μάνα, έρχομαι από πολύ απομακρυσμένο προάστιο, από πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο: «να κάτσω λίγο να ξεκουραστώ, γιατί έρχομαι απ’ του διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα·
- έσπασε ο διάβολος το πόδι του (το ποδάρι του), α. μετά από καιρό αναμονής ή μετά από αλλεπάλληλες ατυχίες ή δυσκολίες, ήρθαν όλα έτσι όπως τα ήθελα ή όπως τα περίμενα, πέρασαν πια οι δυσκολίες: «μετά από τόσα κεσάτια, έσπασε ο διάβολος το πόδι του και πήρα εκείνη τη δουλειά». Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται του ρ. και άλλοτε μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το επιτέλους. β. δε δημιουργήθηκε η νέα δυσκολία ή το νέο εμπόδιο που αναμενόταν, ή ξεπεράστηκε η δυσκολία ή το εμπόδιο που είχε προκύψει: «έσπασε ο διάβολος το πόδι του και δεν έπεσε κι η γέφυρα απ’ τις πλημμύρες || έσπασε ο διάβολος το πόδι του και του ’πεσε ο πυρετός». Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται του ρ. και άλλοτε ακολουθεί το ρ. της φρ. το ευτυχώς·
- έτσι και σπάσει ο διάβολος το πόδι του (το ποδάρι του), βλ. φρ. αν σπάσει ο διάβολος το πόδι του (το ποδάρι του)·
- έχει το διάβολο μέσα του, α. είναι ικανότατος, πανέξυπνος, τετραπέρατος, δαιμόνιος: «ό,τι δουλειά και να του αναθέσεις, την φέρνει σε πέρας, γιατί έχει το διάβολο μέσα του». β. είναι ανήσυχος, δεν μπορεί να παραμείνει άπραγος, θέλει πάντα να ασχολείται με κάτι, έχει ακατάβλητη ενεργητικότητα: «απ’ την ώρα που θα ξυπνήσει μέχρι αργά το βράδυ, όλο και με κάτι θέλει ν’ ασχολείται, γιατί έχει το διάβολο μέσα του». Συνών. έχει το δαίμονα μέσα του / έχει το σατανά μέσα του·
- η βδομάδα του διαβόλου, βλ. λ. διαβολοβδομάδα·
- η γυναίκα ως και το διάβολο έκλεισε στο μπουκάλι, βλ. λ. γυναίκα·
- η σκούφια του είναι γεμάτη διαβόλους, βλ. λ. σκούφια·
- θα σε πάρει ο διάβολος και θα σε σηκώσει! απειλητική προειδοποίηση σε κάποιον πως θα του συμπεριφερθούμε πολύ αυστηρά, πως θα τον τιμωρήσουμε πολύ σκληρά: «αν ξαναπιάσεις την οικογένειά μου στο στόμα σου, θα σε πάρει ο διάβολος και θα σε σηκώσει!»·
- θα σου πάρει ο διάβολος τη μάνα και τον πατέρα! θα σε τιμωρήσω πολύ σκληρά, παραδειγματικά, όπως σου αξίζει: «αν ξανακάνεις αταξία, θα σου πάρει ο διάβολος τη μάνα και τον πατέρα!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το που σε γένναγαν ή που σε γέννησαν ή που σε πέταγαν·
- θέλει ν’ αγιάσει, αλλά δεν τον αφήνουν οι διαβόλοι, βλ. φρ. δεν τον αφήνουν ν’ αγιάσει οι διαβόλοι·
- θέλω να γενώ καλόγερος να σώσω την ψυχή μου, μα δε μ’ αφήνει ο διάβολος που ’χω μέσ’ στο βρακί μου, λέγεται στην περίπτωση που, ενώ θέλουμε να κάνουμε ενάρετη ζωή, μας εμποδίζουν οι ισχυρές σεξουαλικές μας επιθυμίες·
- κάθομαι στου διαβόλου τη μάνα, το σπίτι μου βρίσκεται σε πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο: «δεν μπορούμε να τον επισκεφτούμε εύκολα, γιατί κάθεται στου διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα·
- κάνω το δικηγόρο του διαβόλου, α. προσπαθώ να κρατήσω τις ισορροπίες ανάμεσα σε δυο αντιμαχόμενους ή ανάμεσα σε δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις ή προσπαθώ να τους τα συμβιβάσω όσο πιο ανώδυνα γίνεται: «επιτέλους, βρείτε τα, ρε παιδιά, γιατί κουράστηκα τόσον καιρό να κάνω το δικηγόρο του διαβόλου». β. υπερασπίζομαι τα δικά μου συμφέροντα ή κάποιου άλλου, χωρίς να σημαίνει πως έχω πάντα δίκιο: «μια και πληρώνομαι απ’ την τάδε εταιρία, είμαι υποχρεωμένος να κάνω το δικηγόρου του διαβόλου κι ό,τι αποφασίσει το δικαστήριο». γ. παρεμβαίνω σε μια συζήτηση και υποστηρίζω μια άποψη που ανατρέπει τις ισορροπίες της κουβέντας, χωρίς να σημαίνει πως είναι απαραίτητα αυτή που υιοθετώ στη ζωή μου και γενικά, παίρνω θέση αντίθετη από αυτή που πιστεύω: «με συγχωρείτε, που θα κάνω το δικηγόρο του διαβόλου, αλλά γιατί δε σκέφτεστε μα τον βάλετε φυλακή;»·
- κάνω το συνήγορο του διαβόλου, βλ. φρ. κάνω το δικηγόρο του διαβόλου·
- μένω στου διαβόλου τη μάνα, βλ. φρ. κάθομαι στου διαβόλου τη μάνα·
- μπήκε ο διάβολος μέσα του, άρχισε ξαφνικά να συμπεριφέρεται εχθρικά ή παράλογα προς τους άλλους, αλλά και προς τον εαυτό του: «ήταν τόσο συνετό παιδί και ξαφνικά άρχισε να κάνει ένα σωρό τρελά πράγματα, λες και μπήκε ο διάβολος μέσα του»·
- να με παρ’ ο διάβολος! έκφραση εκνευρισμένου ή αγανακτισμένου ανθρώπου, που τα έχει με τον εαυτό του: «να με παρ’ ο διάβολος, όλο βλακείες κάνω!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει πάλι με το να με πάρει. Συνών. να με πάρ’ η ευχή! / να με πάρ’ η οργή! / να με πάρ’ ο δαίμονας! / να με πάρ’ ο κόρακας(!)·
- να πάρ’ ο διάβολος! (γενικά) έκφραση εκνευρισμένου ή αγανακτισμένου ανθρώπου για την κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του: «να παρ’ ο διάβολος, τίποτα δεν πάει καλά στη ζωή μου!». (Λαϊκό τραγούδι: να πάρει ο διάβολος, κι απόψε πάλι τα ίδια, οι νοσταλγίες μου οι άρρωστες με ζώσανε σαν φίδια). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το φτου και πιο σπάνια το που, ενώ είναι φορές που ακούγεται και φτου, που και κλείνει πάλι με το να πάρει. Συνών. να πάρ’ η ευχή! / να πάρ’ η οργή! / να πάρ’ ο δαίμονας! / να πάρ’ ο κόρακας(!)·
- να σε παρ’ ο διάβολος! έκφραση εκνευρισμένου ή αγανακτισμένου ανθρώπου, που τα έχει με κάποιον: «να σε παρ’ ο διάβολος, σταμάτα, επιτέλους, αυτή την γκρίνια!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει πάλι με το να σε πάρει. Συνών. να σε πάρ’ η ευχή! / να σε πάρ’ η οργή! / να σε πάρ’ ο δαίμονας! / να σε πάρ’ ο κόρακας(!)·
- να πας στο διάβολο! α. δε νοιάζομαι, δε με ενδιαφέρει διόλου τι θα κάνεις, τι θα απογίνεις ή πού θα πας. Συνήθως η φρ. δίνεται ως απάντηση αδιαφορίας στην απεγνωσμένη ερώτηση κάποιου τώρα τι θα κάνω ή τώρα τι θα γίνω (θ’ απογίνω) ή τώρα πού θα πάω . Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το να ησυχάσουμε ή με το να τελειώνουμε, και είναι φορές που, μετά το να ησυχάσουμε ή το να τελειώνουμε, ακούγεται για περισσότερη έμφαση και το κι ακόμα παραπέρα. β. λέγεται και ως κατάρα. (Λαϊκό τραγούδι: άιντα δε σε θέλω πια στο διάβολο να πας κι εσύ κι η μαμάκα σου κι ο πούστης π’ αγαπάς). Συνών. να πας στ’ ανάθεμα! / να πας στα κομμάτια! / να πας στα τσακίδια! / να πας στα τσακίδια! / να πας στον αγύριστο! / να πας στον εξαποδώ(!)·
- να πας στου διαβόλου τη μάνα! έκφραση τέλειας αδιαφορίας στην απεγνωσμένη ερώτηση κάποιου τώρα τι θα κάνω ή τώρα τι θα γίνω (θ’ απογίνω) ή τώρα πού θα πάω. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το να ησυχάσουμε ή με το να τελειώνουμε, και είναι αρκετές φορές που, μετά το να ησυχάσουμε ή το να τελειώνουμε, ακούγεται για περισσότερη έμφαση και το κι ακόμα παραπέρα·
- ο διάβολος γίδια δεν είχε και τυρί πουλούσε, λέγεται για τους παμπόνηρους, τους καπάτσους, που μπορούν να καταφέρνουν τα πάντα με την εξυπνάδα τους: «μα πώς χωρίς τίποτα τα καταφέρνει αυτός ο άνθρωπος να βγάζει λεφτά; -Ο διάβολος γίδια δεν είχε και τυρί πουλούσε, αγόρι μου!»·
- ο διάβολος δε χαλάει τη φωλιά του, ο κακοποιός, ο παράνομος, ο εκτός νόμου άνθρωπος, δε βλάπτει αυτόν που τον βοηθάει, που τον υποθάλπει: «όλοι οι απατεώνες αλληλοϋποστηρίζονται, γιατί ο διάβολος δε χαλάει τη φωλιά του»·
- ο διάβολος δουλειά δεν είχε και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε, γαμούσε τα παιδιά του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, ζυγίζει τ’ αρχίδια του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, ξύνει τ’ αρχίδια του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, γαμάει τα παιδιά του, όταν κάποιος δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να κάνει, τότε ασχολείται με οτιδήποτε για να περάσει η ώρα του ή συμπεριφέρεται ανάρμοστα, κάνει ανοησίες, απερισκεψίες·
- ο διάβολος εγέρασε, καλόγηρος εγίνηκε, λέγεται για εκείνους, που, όταν ήταν νέοι έκαναν έκλυτη ζωή και, μόλις γέρασαν, απαρνήθηκαν λόγω αδυναμίας τα εγκόσμια ή έγιναν υποχρεωτικά ευσεβείς: «όταν ήταν νέος οργίαζε, και τώρα που μεγάλωσε, τη βγάζει στο μπαλκόνι του. -Ο διάβολος εγέρασε, καλόγηρος εγίνηκε || στα νιάτα του ήταν μέσα σ’ όλες τις ανωμαλίες, και τώρα που μεγάλωσε, δε φεύγει απ’ την εκκλησία. -Ο διάβολος εγέρασε, καλόγηρος εγίνηκε»· βλ. και φρ. όταν γεράσει ο διάβολος, καλογερεύει·
- ο διάβολος είδε τη γυναίκα και παραμέρισε, δηλώνει πως η γυναίκα είναι πολυμήχανη και σε συνδυασμό με την ομορφιά της γίνεται, πολλές φορές, επικίνδυνη: «εγώ δεν κάνω το μάγκα στη γυναίκα, κι όταν δημιουργείται κάποια διαφορά μεταξύ μας προσπαθώ με ήρεμο τρόπο να τα συμβιβάσω, γιατί ο διάβολος είδε τη γυναίκα και παραμέρισε»·  
- ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, πρέπει να ενεργεί κανείς με μεγάλη υπευθυνότητα και σωφροσύνη, να επαγρυπνεί συνέχεια, γιατί δεν ξέρει πώς και πότε θα ξεσπάσει το κακό: «πρόσεχε να μελετήσεις καλά τα συμβόλαια, πριν τα υπογράψεις, γιατί ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια»·
- ο διάβολος να σκάσει! (ενν. εγώ θα το κάνω), οπωσδήποτε, το δίχως άλλο: «ο διάβολος να σκάσει, εγώ θα την παντρευτώ!»·
- ο διάβολος στα βουνά και τα έργα του στον κάμπο, λέγεται γι’ αυτούς που οργανώνουν παρασκηνιακά διάφορες σκευωρίες, διάφορες συνωμοσίες: «τον βλέπεις έτσι κύριο και ήρεμο άνθρωπο, αλλά κινείται μυστικά κι αθόρυβα κι είναι ο διάβολος στα βουνά και τα έργα του στον κάμπο»·
- όποιος αφήνει το έργο του κι άλλες δουλειές γυρεύει, ο διάβολος στον κώλο του φασούλια μαγειρεύει, βλ. λ. δουλειά·
- όποιος κερδίζει στη στεριά και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος του κώλου του κουκιά του μαγειρεύει, βλ. λ. θάλασσα·
- όπου δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια, βλ. λ. ανίψι·
- όταν γεράσει ο διάβολος, καλογερεύει, ο έξυπνος άνθρωπος ζει φρόνιμα όταν αντιληφθεί πως εξαντλήθηκαν οι δυνάμεις του: «άσε τα κοριτσόπουλα μπάρμπα Γιώργο, γιατί, όταν γεράσει ο διάβολος, καλογερεύει». Συνών. σαν γεράσει η αλεπού, γίνεται καλογριά· βλ. και φρ. ο διάβολος εγέρασε, καλόγηρος εγίνηκε·
- όταν δίνει ο Θεός τ’ αλεύρι, παίρνει ο διάβολος το σακί, βλ. λ. Θεός·
- ούτε το διάβολο να δεις ούτε το σταυρό σου να κάνεις, βλ. φρ. απ’ του διαβόλου την αυλή μήτ’ ερίφι μήτ’ αρνί·
- πάει κατά διαβόλου η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- πάει στο διάβολο, είναι κάπως ανεκτό: «το να ’ρχεται κάθε τόσο και να τον βοηθάω, πάει στο διάβολο, αλλά να ’ναι κι αχάριστος από πάνω, ε, αυτό πάει πολύ!»·
- παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι, βλ. λ. παπάς·
- πάω κατά διαβόλου, α. βαδίζω προς την καταστροφή, χάνομαι, καταστρέφομαι ηθικά: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε μ’ αυτή την παρέα, πάει κατά διαβόλου αυτό το παιδί». β. καταστρέφομαι οικονομικά, χρεοκοπώ: «όταν καταπιάστηκε με δουλειά που δεν τη γνώριζε, πήγε κατά διαβόλου». γ. τσακώνομαι διαρκώς με κάποιον, δεν ταιριάζουν τα χνότα μας, ερχόμαστε σε σύγκρουση: «από τότε που γύρισα απ’ τη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζα, πάμε κατά διαβόλου με τους γονείς μου»·
- πάω στου διαβόλου τη μάνα, έχω να κάνω πολύ μακρινή πορεία, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου: «ξεκίνησα πολύ πρωί, γιατί έπρεπε να πάω στου διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της πορείας, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα·
- πεταλώνει και το διάβολο, είναι ικανότατος, πανέξυπνος, πολύ καπάτσος: «δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί πεταλώνει και το διάβολο»·
- πήγε στο διάβολο, α. έκφραση τέλειας αδιαφορίας στην ερώτηση κάποιου πού πήγε ο τάδε. β. έκφραση ανακούφισης για την αναχώρηση ύστερα από πολλή ώρα κάποιου ανεπιθύμητου προσώπου από το χώρο μας. Πολλές φορές, για περισσότερη έμφαση, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα. Συνών. πήγε στ’ ανάθεμα! / πήγε στα κομμάτια! / πήγε στα τσακίδια / πήγε στα τσακίδια! / πήγε στον αγύριστο! / πήγε στον εξαποδώ(!)·
- πήγαινε στο διάβολο! βλ. φρ. άι στο διάβολο(!)·
- πούλησε (και) την ψυχή του στο διάβολο, βλ. λ. ψυχή·
- που να πάρ’ ο διάβολος και να με σηκώσει! έκφραση εκνευρισμένου ή αγανακτισμένου ανθρώπου, που τα έχει βάλει με τον εαυτό του: «που να πάρ’ ο διάβολος και να με σηκώσει, όλο βλακείες κάνω!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μπα·
- που να πάρ’ ο διάβολος και να σε σηκώσει! έκφραση εκνευρισμένου ή  αγανακτισμένου ανθρώπου, που τα έχει βάλει με κάποιον: «που να πάρ’ ο διάβολος και να σε σηκώσει, όλο μέσ’ στα πόδια μου μπλέκεσαι!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μπα·
- πού στο διάβολο είναι! λέγεται για πρόσωπο ή πράγμα που αναζητάμε ή που περιμένουμε για αρκετό χρονικό διάστημα και για επείγουσα ανάγκη, χωρίς να γνωρίζουμε πού βρίσκεται: «πού στο διάβολο είναι ο υδραυλικός και τον περιμένω από το μεσημέρι! || πού στο διάβολο είναι το στιλό μου και δεν έχω να γράψω!». Συνών. πού στ’ ανάθεμα είναι! / πού στα κομμάτια είναι! / πού στα τσακίδια είναι! / πού στην ευχή είναι! / πού στην οργή είναι! / πού στο δαίμονα είναι! / πού στο καλό είναι! / πού στον κόρακα είναι(!)·
- πού στο διάβολο ήσουν! λέγεται επιτιμητικά ή απειλητικά σε άτομο που ψάχναμε επίμονα και δεν καταφέραμε να βρούμε τη στιγμή που το χρειαζόμασταν ή που το περιμέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα: «πού στο διάβολο ήσουν κι έφαγα τον κόσμο να σε βρω!». Συνών. πού στ’ ανάθεμα ήσουν! / που στα κομμάτια ήσουν! / πού στα τσακίδια ήσουν! / πού στην ευχή ήσουν! / πού στην οργή ήσουν! / πού στο δαίμονα ήσουν! / πού στο καλό ήσουν! / πού στον κόρακα ήσουν(!)·
- πού στο διάβολο πήγε! (για πράγματα) πού εξαφανίστηκε: «πού στο διάβολο πήγε το στιλό μου!». Συνών. πού στ’ ανάθεμα πήγε! / πού στα κομμάτια πήγε! / πού στα τσακίδια πήγε! / πού στην ευχή πήγε! / πού στην οργή πήγε! / πού στο δαίμονα πήγε! / πού στο καλό πήγε! / πού στον κόρακα πήγε(!)·
- πού στο διάβολο πήγες! πού εξαφανίστηκες: «πού στο διάβολο πήγες και σ’ έψαχνα όλο το πρωί!». Συνών. πού στ’ ανάθεμα πήγες! / πού στα κομμάτια πήγες! / πού στα τσακίδια πήγες! / πού στην ευχή πήγες! / πού στην οργή πήγες! / πού στο δαίμονα πήγες! / πού στο καλό πήγες! / πού στον κόρακα πήγες(!)·
- πώς στο διάβολο! α. με ποιο τρόπο: «πώς στο διάβολο ζουν μέσα σε τόση φτώχεια, είναι άξιο απορίας!». β. (γενικά) έκφραση απορίας ή έκπληξης: «πώς στο διάβολο τα κατάφερες κι ήρθες με τέτοιο παλιόκαιρο!». Συνών. πώς στ’ ανάθεμα! / πώς στα κομμάτια! / πώς στην ευχή! / πώς στην οργή! / πώς στο δαίμονα! / πώς στο καλό! / πώς στον κόρακα(!)·
- σκάει διάβολο ή σκάει και διάβολο, α. είναι ή γίνεται πολύ ενοχλητικός, πολύ φορτικός με την επιμονή του για να πετύχει κάτι από κάποιον: «αν δεν του δώσεις αυτό που του ’ταξες, σκάει διάβολο μέχρι να το πετύχει». β. δυσκολεύεται πολύ να κατανοήσει κάτι που του λέμε, είναι πολύ αργόστροφος: «μέχρι να καταλάβει τι του λες, σκάει διάβολο»·
- σκάσε διάβολε! α. επιτέλους, πάψε να μιλάς: «σκάσε διάβολε, γιατί δεν αντέχω άλλο τη γκρίνια σου!». β. έκφραση αγανάκτησης από συνεχιζόμενο φτέρνισμα δικό μας ή διπλανού μας, που έχει γίνει πια ενοχλητικό, αλλά λέγεται και με εξορκιστική διάθεση·
- στο διάβολο! έκφραση αγανάκτησης ή δυσφορίας σε ενοχλητικό άτομο, με την έννοια να μας αφήσει ήσυχους, να πάψει να μας ενοχλεί, να φύγει, να ξεκουμπιστεί. Συνών. στ’ ανάθεμα! / στα κομμάτια! / στα τσακίδια(!)·
- στου διαβόλου τη μάνα, α. απάντηση στην ερώτηση κάποιου πού μένεις ή πού πας και εννοεί μια πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο. β. απάντηση αδιαφορίας στην απεγνωσμένη ερώτηση κάποιου πού να πάω.Αν ο ερωτώμενος θέλει να επιτείνει το μέγεθος της αδιαφορίας του, τότε η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα ·
- τα γράφω όλα στου διαβόλου το κατάστιχο ή τα έχω γραμμένα όλα στου διαβόλου το κατάστιχο, δε με μέλει, δε με νοιάζει για τίποτα, αδιαφορώ τελείως για όλα. (Λαϊκό τραγούδι: στου διαβόλου τα ’γραψα όλα το κατάστιχο και γλεντώ τα νιάτα μου πριν με πιάσει λάστιχο). Για συνών. βλ. φρ. τα γράφω όλα στα παλιά μου τα παπούτσια ή τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά μου τα παπούτσια, λ. παπούτσι·
- τα γράφω στου διαβόλου το κατάστιχο ή τα έχω γραμμένα στου διαβόλου το κατάστιχο (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), δεν τα υπολογίζω, δεν τα παίρνω διόλου υπόψη μου: «τζάμπα μιλάς, γιατί όσα λες τα γράφω στου διαβόλου το κατάστιχο». Για συνών. βλ. φρ. τα γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια ή τα έχω γραμμένα στα παλιά μου τα παπούτσια, λ. παπούτσι·
- τα πράγματα πάνε κατά διαβόλου, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- τάζει της Παναγιάς κερί, του διάβολου λιβάνι, βλ. λ. κερί·
- τι στο διάβολο! έκφραση εκνευρισμού ή δυσφορίας: «τι στο διάβολο κάνει τόση ώρα και δεν έρχεται». Συνών. τι στ’ ανάθεμα! / τι στα κομμάτια! / τι στην ευχή! / τι στην οργή! / τι στο δαίμονα! / τι στο καλό! / τι στον κόρακα(!)·
- τι στο διάβολο έγινε! (για πράγματα) πού εξαφανίστηκε: «τι στο διάβολο έγινε ο αναπτήρας μου!». Συνών. τι στ’ ανάθεμα έγινε! / τι στα κομμάτια έγινε! / τι στην ευχή έγινε! / τι στην οργή έγινε! / τι στο δαίμονα έγινε! / τι στο καλό έγινε! / τι στον κόρακα έγινε(!)·
- τι στο διάβολο έγινες! πού εξαφανίστηκες: «τι στο διάβολο έγινες όλο το πρωί και σε χρειαζόμουν!». Συνών. τι στ’ ανάθεμα έγινες! / τι στα κομμάτια έγινες! / τι στην ευχή έγινες! / τι στην οργή έγινες! / τι στο δαίμονα έγινες! / τι στο καλό έγινες! / τι στον κόρακα έγινες(!)·
- τι στο διάβολο θέλει; έκφραση δυσφορίας για την επίσκεψη κάποιου ανεπιθύμητου ατόμου: «σας ζητάει ο τάδε. -Τι στο διάβολο θέλει;». Συνών. τι στ’ ανάθεμα θέλει; / τι στα κομμάτια θέλει; / τι στην ευχή θέλει; / τι στην οργή θέλει; / τι στο δαίμονα θέλει; / τι στο καλό θέλει; / τι στον κόρακα θέλει(;)·
- τι στο διάβολο κάνεις! έκφραση απορίας για κάποιον που ασχολείται με πράγματα έξω από τις οδηγίες μας ή έξω από την ορθή διαδικασία ή εκτέλεση. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το εδώ ή το εκεί. Συνών. τι στ’ ανάθεμα κάνεις! / τι στα κομμάτια κάνεις! / τι στην ευχή κάνεις! / τι στην οργή κάνεις! / τι στο δαίμονα κάνεις! / τι στο καλό κάνεις! / τι στον κόρακα κάνεις(!)·
- το τρίγωνο του διαβόλου, βλ. λ. τρίγωνο·
- το ’φερε ο διάβολος, βλ. συνηθέστ. το ’φερε η κακιά ώρα, λ. ώρα·
- τον (το) αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι, λέγεται σε περίπτωση που ένα άτομο επιδιώκει με κάθε τρόπο να μην συναντήσει κάποιον ή που αποφεύγει συστηματικά μια κατάσταση λόγω υπερβολικής απέχθειας: «αν θα ’ναι κι ο τάδε, δε θα ’ρθει, γιατί τον αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι || έχει τόσο πολύ υποφέρει μέσα στα νοσοκομεία από διάφορες αρρώστιες που, όταν χρειαστεί να πάει επίσκεψη σε νοσοκομείο, το αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι». Από το ότι ο διάβολος, σύμφωνα με τη σχετική φιλολογία, αποφεύγει συστηματικά το λιβάνι, γιατί, καθώς αυτό έχει ένα χαρακτηριστικό άρωμα, χρησιμοποιείται σε διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις·
- τον γράφω στου διαβόλου το κατάστιχο ή τον έχω γραμμένο στου διαβόλου το κατάστιχο, α. αδιαφορώ, τον περιφρονώ τελείως, τον αγνοώ: «εσένα σ’ εκτιμώ βαθύτατα, αλλά τον φίλο σου τον γράφω στου διαβόλου το κατάστιχο». β. δεν τον υπολογίζω, δεν τον φοβάμαι καθόλου: «αν σου είπε πως θέλει νε με δείρει, πες του πως τον έχω γραμμένο στου διαβόλου το κατάστιχο». Για συνών. βλ. φρ. τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια ή τον έχω γραμμένο στα παλιά μου τα παπούτσια, λ. παπούτσι·
- τον έχω στου διαβόλου το κατάστιχο, βλ. φρ. τον γράφω στου διαβόλου το κατάστιχο·
- τον καβαλίκεψαν οι διαβόλοι, άρχισε να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, τρελά, δαιμονισμένα: «εκεί που καθόμασταν ήσυχα και μιλούσαμε, ξαφνικά τον καβαλίκεψαν οι διαβόλοι και δεν άφησε τίποτα όρθιο μέσ’ στο μαγαζί»·
- τον πήρε ο διάβολος και τον σήκωσε, α. τιμωρήθηκε σκληρά, παραδειγματικά: «μόλις τον έπιασαν να βάζει χέρι στο ταμείο, τον πήρε ο διάβολος και τον σήκωσε». β. έπαθε μεγάλο κακό, μεγάλη συμφορά, καταστράφηκε οικονομικά: «έμπλεξε με κάτι απατεώνες για να κάνουν δήθεν κάτι δουλειές, και τον πήρε ο διάβολος και τον σήκωσε». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το τον πατέρα ή με το τον πατέρα και τη μάνα. (Τραγούδι: ποιος ξέρει τώρα να μου πει ποιαν αποφράδα μέρα μας πήρε και μας σήκωσε ο διάολος τον πατέρα; Και οι δεσποτάδες νταχτιρντί και γύρω γύρω όλοι μπουκάραν οι Οθωμανοί και πήρανε την Πόλη
- τον πιάνει ο διάβολος, ενεργεί σαν τρελός, σαν δαιμονισμένος: «όταν τον πιάνει ο διάβολος, είναι να μην κάθεσαι κοντά του, γιατί δεν ξέρεις τι θα σου προκύψει»·
- τον έστειλα κατά διαβόλου, βλ. φρ. τον έστειλα στο διάβολο·
- τον έστειλα στο διάβολο, α. τον έδιωξα ύστερα από ακατάσχετο υβρεολόγιο, τον διαβολόστειλα: «μ’ είχε φέρει μέχρι δω πάνω με τις ανοησίες του, και τον έστειλα στο διάβολο». β. έπαψα να ενδιαφέρομαι για κάποιον, αδιαφορώ τελείως: «αφού δεν εννοούσε να βάλει μυαλό, τον έστειλα κι εγώ στο διάβολο». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της αδιαφορίας μας, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα. Συνών. τον έστειλα στ’ ανάθεμα / τον έστειλα στα τσακίδια·
- τον στέλνω στου διαβόλου τη μάνα, α. τον στέλνω σε πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο. β. (συνήθως για στρατιωτικούς ή δημόσιους υπαλλήλους) τον μεταθέτω σε κάποια πολύ μακρινή πόλη ή χωριό, του κάνω δυσμενή μετάθεση: «η υπηρεσία του τον έστειλε στου διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα·
- τον (το) φοβάται, όπως ο διάβολος το λιβάνι, βλ. φρ. τον (το) αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι·
- του αγίου άναβε κερί και του διαβόλου δέκα, πρέπει να καλοπιάνει κανείς περισσότερο κάποιο επικίνδυνο άτομο, από το οποίο ενδέχεται να πάθει κάποιο κακό παρά ένα καλό και αγαθό άτομο: «αν είναι μούτρο, όπως λες, αυτός που νοίκιασε το διπλανό διαμέρισμα, για καλό και για κακό του αγίου άναβε κερί και του διαβόλου δέκα»·
- του πήρε ο διάβολος τη μάνα και τον πατέρα, τιμωρήθηκε πολύ σκληρά, όπως του άξιζε, παραδειγματικά: «μόλις τον έπιασε τ’ αφεντικό του να κάνει πάλι κοπάνα, του πήρε ο διάβολος τη μάνα και τον πατέρα». Πολλές φορές, μετά το τέλος της φρ. ακολουθεί το που τον γένναγαν ή το που τον γέννησαν ή το που τον πέταγαν·
- τραβώ το διάβολό μου, παιδεύομαι πάρα πολύ, καταταλαιπωρούμαι: «απ’ τη μέρα που παντρεύτηκα, τραβώ το διάβολό μου, γιατί η γυναίκα μου μου βγήκε πολύ γκρινιάρα || τράβηξα το διάβολό μου, μέχρι να τελειώσω αυτή τη δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: μες την ταβέρνα ξενυχτώ για σένα, βρε μικρό μου, και κάθε μέρα εγώ για σε τραβώ το διάβολό μου
- τρέχω στου διαβόλου τη μάνα, πηγαίνω σε πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο: «τρέχω στου διαβόλου τη μάνα για να πλασάρω το εμπόρευμα». Πολλές φορές, για να επιτείνει το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα. Η φρ. συνήθως λέγεται από εμπόρους ή πλασιέ·
- φτάνω στου διαβόλου τη μάνα, φτάνω σε πολύ απομακρυσμένη περιοχή, ιδίως σε σχέση με κάποιο κέντρο: «ξεκίνησε για ένα ταξιδάκι κι έφτασε στου διαβόλου τη μάνα». Πολλές φορές, για να επιτείνουμε το μέγεθος της απόστασης, η φρ. κλείνει με το κι ακόμα παραπέρα. Η φρ. συνήθως λέγεται από εμπόρους, πλασιέ ή ταξιδευτές.

δικαστήριο

δικαστήριο, το, ουσ. [<αρχ. δικαστήριον <δικαστής], το δικαστήριο. (Ακολουθούν 14 φρ.)·
- αν δεν υπήρχαν οι βλάκες δε θα υπήρχαν τα δικαστήρια, βλ. λ. βλάκας·
- βγήκε το δικαστήριο, βγήκε η δικαστική απόφαση: «είναι χαρούμενος, γιατί βγήκε το δικαστήριο και δικαιώθηκε πέρα για πέρα»·
- έχω δικαστήριο, πρέπει να παραστώ σε δίκη ως ενάγων, εναγόμενος, δικηγόρος ή μάρτυρας: «αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς, γιατί έχω δικαστήριο»·
- θα σε πάω στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, απειλητική έκφραση σε άτομο ή σε κρατικό οργανισμό με το οποίο έχουμε σοβαρές διαφορές, και έχουμε την εντύπωση ή τη σιγουριά πως μας αδικεί κατάφορα: «αν δε μου δώσεις αυτό που μου ανήκει, θα σε πάω στο ευρωπαϊκό δικαστήριο». Η παραπομπή αυτή βέβαια είναι πάρα πολύ δύσκολη ή και αδύνατη·
- κερδίζω το δικαστήριο, η δικαστική απόφαση είναι ευνοϊκή για μένα: «είναι υποχρεωμένος να μου πληρώσει ένα σωρό λεφτά, γιατί κέρδισα το δικαστήριο»·
- πέφτω στα δικαστήρια, καταφεύγω ή σύρομαι σε δίκη: «δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν κι έπεσαν στα δικαστήρια»·
- τον οδηγώ στα δικαστήρια, βλ. φρ. τον τραβώ στα δικαστήρια·
- τον σέρνω στα δικαστήρια ή τον σύρω στα δικαστήρια, τον υποχρεώνω να παραστεί σε δίκη ύστερα από μήνυσή μου: «τον σέρνω στα δικαστήρια για να πάρω πίσω τα λεφτά που μου χρωστάει»·
- τον τραβώ στα δικαστήρια, τον σύρω σε δίκη: «καταπάτησε αυθαίρετα ένα οικόπεδο, που μου ανήκει, και τον τραβώ στα δικαστήρια»·
- τον τρέχω στα δικαστήρια, βλ. φρ. τον τραβώ στα δικαστήρια·
- τραβιέμαι με τα δικαστήρια ή τραβιέμαι στα δικαστήρια, έχω εμπλακεί με κάποιον σε δικαστικό αγώνα που χρονίζει: «είναι τόσος καιρός που τραβιέμαι με τον τάδε στα δικαστήρια και δεν μπορώ ακόμη να ξεμπερδέψω»·
- τρέχω στα δικαστήρια, καταφεύγω σε δίκη: «έχω μια διαφορά με τον τάδε και τρέχω στα δικαστήρια να βρω το δίκιο μου»·
- φτάνω στα δικαστήρια, ύστερα από άκαρπες προσπάθειες συμβιβασμού με κάποιον αναγκάζομαι να προσφύγω στη δικαιοσύνη: «αν δεν μου επιστρέψεις τα λεφτά που μου χρωστάς, θα φτάσω στα δικαστήρια»·
- χάνω το δικαστήριο, η δικαστική απόφαση είναι σε βάρος μου: «του έκανε μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση, αλλά έχασε το δικαστήριο».

εδώ

εδώ, επίρρ. [<μσν. ἐδῶ· όταν υπάρχει μπροστά πρόθεση γίνεται και δω]. 1. ως τοπικό επίρρ. δηλώνει το μέρος στο οποίο βρισκόμαστε ή επιτείνει την ακρίβεια με την οποία προσδιορίζουμε τον τόπο: «κοίτα εδώ πάνω». 2. ως χρονικό επίρρ. αντί τουπριν: «έχει φύγει εδώ και μια ώρα». 3. αντί της δεικτικής αντωνυμίας αυτός, -ή, -ό: «ο χαρτοφύλακας εδώ κύριε είναι δικός σας; || το σκυλάκι εδώ είναι δικό σας μαντάμ;». (Ακολουθούν 143 φρ.)·
- άντε από δω! απειλητική έκφραση με την έννοια φύγε από δω, ξεκουμπίσου, δίνε του: «άντε από δω μην αγριέψω κι ύστερα δε σε σώνει ούτε ο Θεός!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το ρε παιδί μου ή το ρε παιδάκι μου·
- από δω, α. από αυτή την πλευρά, από αυτή την κατεύθυνση: «πήγαν από δω». Πάντοτε συνοδεύεται από χειρονομία που δείχνει την πλευρά ή την κατεύθυνση. β. από αυτό το σημείο που μιλάμε τώρα: «έφυγαν από δω κατά τις πέντε»·
- από δω ίσαμ’ απέναντι, βλ. λ. απέναντι·
- από δω ίσαμ’ εκεί απάνω, βλ. λ. απάνω·
- από δω και μπρος, στο εξής: «από δω και μπρος δε θα ξενυχτάς». (Λαϊκό τραγούδι: όταν θα φύγεις και κλείσεις την πόρτα, θ’ ανάψω τα φώτα θα ντυθώ γαμπρός κι από δω και μπρος…
- από δω και πέρα, στο εξής: «από δω και πέρα δε θέλω να ’χω παρτίδες μαζί σου». (Λαϊκό τραγούδι: μου ’πανε το παρελθόν σου ότι είναι σκοτεινό· ως και γράμματα που στείλανε ανώνυμα, από δω και πέρα όμως κάτσε φρόνιμα
- από δω και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα, βλ. λ. δύσκολος·
- από δω κι από κει, α. προς διάφορες κατευθύνσεις: «μόλις τους επιτέθηκαν τα Μ.Α.Τ., οι διαδηλωτές σκόρπισαν από δω κι από κει». β. σε διάφορα μέρη, σε διάφορα σημεία: «αφήνει τα πράγματά του από δω κι από κει κι όταν τα χρειάζεται δεν μπορεί να τα βρει». γ. από διάφορα μέρη, από διάφορα σημεία: «πολλοί έρχονται από δω κι από κει σαν επισκέπτες και στο τέλος κατασταλάζουν στη Θεσσαλονίκη»·
- από δω κι εξής ή από δω και στο εξής, βλ. φρ. από δω και πέρα·
- από δω πάν’ κι άλλοι, βλ. λ. άλλος·
- από δω τον είχα, από κει τον είχα, έκανα διάφορες επίμονες προσπάθειες να πείσω κάποιον για κάτι ή για να του αποσπάσω κάποιο όφελος: «στην αρχή δε με πίστευε, αλλά από δω τον είχα, από κει τον είχα, στο τέλος τον έπεισα πως είχα δίκιο || στην αρχή ήταν ανένδοτος, αλλά από δω τον είχα, από κει τον είχα, στο τέλος τον κατάφερα και του πήρα τα δανεικά». Από την εικόνα του ατόμου που παρενοχλεί κάποιον επίμονα, ιδίως στο δρόμο, ζητώντας του κάτι και, καθώς περπατούν, επανέρχεται από διαφορετική πλευρά, κάθε φορά που παίρνει αρνητική απάντηση·
- βλέπεις πόσα γράφει εδώ; (ενν. χτυπήματα), βλ. λ. γράφω·
- βλέπεις πόσες γράφει εδώ; (ενν. ξυλιές, μπάτσες), βλ. λ. γράφω·
- βλέπεις τι γράφει εδώ; βλ. λ. γράφω·
- γκρεμίσου από δω! βλ. λ. γκρεμίζω·
- γκρεμοτσακίσου από δω! βλ. λ. γκρεμοτσακίζομαι·
- δεν είν’ εδώ του μπαμπάς σου τ’ αμπέλι (το μαγαζί, το χωράφι), βλ. λ. μπαμπάς1·
- δεν είν’ εδώ του παππού σου τ’ αμπέλι (το μαγαζί, το τσιφλίκι, το χωράφι), βλ. λ. παππούς·
- δεν έχει τέτοια εδώ, βλ. λ. τέτοιος·
- δεν έχεις θέση εδώ, βλ. λ. θέση·
- δεν έχεις (καμιά) δουλειά εδώ, βλ. λ. δουλειά·
- δώσ’ εδώ και δώσ’ εκεί πώς θα κάνουμε βρακί; βλ. λ. βρακί·
- εγώ γιατί είμ’ εδώ! βλ. λ. εγώ· 
- εγώ είμ’ εδώ ή εδώ είμ’ εγώ, βλ. λ. εγώ·
- εδώ γελάνε! α. λέγεται ειρωνικά σε κάποιον που μας λέει ή μας ζητάει παράλογα πράγματα, που δεν τα πιστεύουμε ή δεν είμαστε διατεθειμένοι να του τα δώσουμε. Συνήθως της φρ. προτάσσεται διπλό και πιο σπάνια τριπλό χα: «θέλω να μου δώσεις δέκα εκατομμύρια δανεικά. -Χα, χα, εδώ γελάνε!». β. λέγεται ειρωνικά και σε άτομο που μας είπε κάποιο άνοστο ανέκδοτο·
- εδώ γίνεται η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- εδώ διψάει η αυλή σου! βλ. λ. αυλή·
- εδώ είμαι κι εδώ είσαι ή εδώ είσαι κι εδώ είμαι, βλ. φρ. εδώ είμαστε·
- εδώ είμαστε! α. επιτέλους φτάσαμε στο τέλος μιας διαδρομής, φτάσαμε στον προορισμό μας: «εδώ είμαστε! Το σπίτι μου είναι αυτό που βλέπετε μπροστά σας». β. επιτέλους φτάσαμε στο επίμαχο σημείο, στο σημείο που μας ενδιαφέρει: «μετά απ’ όσα είπαμε, πρέπει τώρα να κουβεντιάσουμε και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η πληρωμή. -Εδώ είμαστε!». γ. λέγεται και με ειρωνική διάθεση, όταν μετά από την εισαγωγική κουβέντα που μας κάνει κάποιος, φτάνει και στο σημείο να μας αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο της επίσκεψής του, τον οποίο όμως υποπτευόμασταν από την πρώτη στιγμή: «όπως ξέρεις, περνώ διάφορες οικονομικές δυσκολίες, γι’ αυτό θα σε παρακαλούσα να μου δάνειζες ένα χρηματικό ποσό. -Εδώ είμαστε!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το απ ή το οπ· βλ. και φρ. εδώ θα είμαστε και να με θυμηθείς·
- εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, βλ. λ. Βαλκάνια·
- εδώ είναι δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- εδώ είναι η δουλειά! ή εδώ είναι όλη η δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- εδώ είναι η δουλειά ή εδώ είναι όλη η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- εδώ είναι ο καβγάς ή εδώ είναι όλος ο καβγάς, βλ. λ. καβγάς·
- εδώ είναι ο κόμπος! ή εδώ είναι όλος ο κόμπος! βλ. λ. κόμπος·
- εδώ είναι ο κόμπος ή εδώ είναι όλος ο κόμπος, βλ. λ. κόμπος·
- εδώ είναι ο Παράδεισος, εδώ κι η Κόλαση, βλ. λ. παράδεισος·
- εδώ είναι το γαμώτο ή εδώ είναι όλο το γαμώτο, βλ. λ. γαμώτο·
- εδώ είναι το ζουμί ή εδώ είναι όλο το ζουμί, βλ. λ. ζουμί·
- εδώ ήρθαμε! βλ. λ. ήρθα·
- εδώ θα γίνει ο τά-φος σας! βλ. λ. τάφος·
- εδώ θα γίνει ο τά-φος σου! βλ. λ. τάφος·
- εδώ θα είμαστε και να με θυμηθείς ή εδώ θα είμαστε, να μου το θυμηθείς, έκφραση με την οποία δηλώνουμε στο συνομιλητή μας τη βεβαιότητά μας πως, αυτό που του είπαμε, καλό ή κακό, για κάποιον ή για κάτι, θα πραγματοποιηθεί σίγουρα: «σίγουρα ένας τόσο μακροχρόνιος δεσμός θα καταλήξει σε γάμο, εδώ θα είμαστε και να με θυμηθείς || εδώ θα είμαστε, να μου το θυμηθείς, αυτοί οι δυο θα φτάσουν μέχρι τα δικαστήρια || εδώ θα είμαστε και να με θυμηθείς, δε θα κάνει το παραμικρό απ’ όσα υπόσχεται || εδώ θα είμαστε, να μου το θυμηθείς, αυτό το σπίτι, όπως χτίζεται, με τον παραμικρό σεισμό θα γίνει χαλάσματα». (Λαϊκό τραγούδι: κι εγώ να ξέρεις στο εξής πια δε θα κλάψω, έστω ακόμα κι αν μου πεις πως δυστυχείς, όπως με πέταξες κι εγώ θα σε πετάξω, εδώ θα είμαστε και να το θυμηθείς)· βλ. και φρ. εδώ είμαστε(!)·
- εδώ θα κολλήσουμε; δεν είναι τόσο σοβαρό αυτό που μου αναφέρεις, ώστε να μας εμποδίσει να συνεχίσουμε αυτό που ξεκινήσαμε: «επίσης, πρέπει να βρούμε ένα μοντέρνο κτίριο για να στεγάσουμε την επιχείρησή μας. -Υπάρχουν τόσα μέσα στην πόλη, εδώ θα κολλήσουμε;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έλα μωρέ ή το σιγά μωρέ·
- εδώ θα τα πούμε όλα, βλ. λ. είπα·
- εδώ θα τα χαλάσουμε; δεν είναι τόσο σοβαρό αυτό που μου αναφέρεις, ώστε να διαφωνήσουμε, για να μη συμφωνήσουμε: «για να κάνουμε τη δουλειά, θέλω μέσα στο συμβόλαιο ν’ αναφέρεται ως συνέταιρος κι ο γιος μου. -Εδώ θα τα χαλάσουμε;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έλα μωρέ ή το σιγά μωρέ·
- εδώ θα τα χαλάσουμε, έκφραση που δηλώνει πρόθεση για διαφωνία: «αν θέλεις να κάνουμε τη δουλειά, θέλω να πάρω μεγαλύτερο ποσοστό από σένα στα κέρδη. -Εδώ θα τα χαλάσουμε». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ααα και παρατηρείται χειρονομία με το χέρι να σηκώνεται με τέτοιο τρόπο σαν να επιβάλει σε κάποιον να σταματήσει·
- εδώ και καιρό ή εδώ και τόσο καιρό, βλ. λ. καιρός·
- εδώ και μέρες ή εδώ και τόσες μέρες, βλ. λ. μέρα·
- εδώ και μήνες ή εδώ και τόσους μήνες, βλ. λ. μήνας·
- εδώ και τώρα, κατηγορηματική απαίτηση να γίνει κάτι αυτή την ίδια τη στιγμή που μιλάμε, που το ζητάμε: «θέλω να μου δώσεις τα λεφτά που μου χρωστάς εδώ και τώρα». (Λαϊκό τραγούδι: θέλω να γυρίσω στα παλιά εδώ και τώρα, θέλω την παλιά μου γειτονιά αυτή την ώρα). Σε ευρεία διάδοση μετά τη χρησιμοποίηση της φράσης από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως πολιτικό σύνθημα από την εποχή της ίδρυσής του·
- εδώ και χρόνια ή εδώ και τόσα χρόνια, βλ. λ. χρόνος·
- εδώ και ώρα ή εδώ και ώρες ή εδώ και τόση ώρα ή εδώ και τόσες ώρες, βλ. λ. ώρα
- εδώ καράβια χάνονται, βλ. λ. καράβι·
- εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες μου πού πάτε; ή εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες τι ζητάτε; ή εδώ ο κόσμος καίγεται, βαρκούλες μου πού πάτε; ή εδώ ο κόσμος καίγεται, βαρκούλες τι ζητάτε; ή εδώ ο κόσμος χάνεται, βαρκούλες μου πού πάτε; ή εδώ ο κόσμος χάνεται, βαρκούλες τι ζητάτε; βλ. λ. βαρκούλα·
- εδώ καράβια χάνονται κι αλλού βαρκούλες αρμενίζουν ή εδώ ο κόσμος καίγεται κι αλλού βαρκούλες αρμενίζουν ή εδώ ο κόσμος χάνεται κι αλλού βαρκούλες αρμενίζουν, βλ. λ. βαρκούλα·
- εδώ καράβια χάνονται, παλιόβαρκες πού πάτε; βλ. λ. καράβι·
- εδώ καταντήσαμε! έκφραση που τονίζει το σημείο της κατάπτωσης ή του ξεπεσμού στο οποίο βρίσκεται κάποιος ή κάποιοι: «εγώ, που κάποτε δεν ήξερα τι είχα, έφτασα στο σημείο να ζητώ δανεικά για να ζήσω. Εδώ καταντήσαμε! || σήμερα η νεολαία δεν έχει ηθικές αρχές και αξίες και για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι πώς να γλεντάει. Εδώ καταντήσαμε!». Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται της φρ. και άλλοτε ακολουθεί το μάλιστα φίλε μου. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- εδώ κι εκεί, σε διάφορα μέρη, διάσπαρτα: «τρέχει εδώ κι εκεί για να βρει δουλειά || όλα τα πράγματά του ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί». (Λαϊκό τραγούδι: με πνίγει απόψε η μοναξιά και παίρνω σβάρνα τα καπηλειά. Τρέχω στους δρόμους εδώ κι εκεί κανείς δεν ξέρει πού να ’σαι εσύ
- εδώ κολλάει η δουλειά! ή εδώ κολλάει όλη η δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- εδώ κολλάει η δουλειά ή εδώ κολλάει όλη η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- εδώ μένω κι αλλού φουρνίζω, βλ. λ. φουρνίζω·
- εδώ μου κάθεται, (για πρόσωπα) το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, μου είναι ανυπόφορα αντιπαθητικό: «απ’ τη μέρα που γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο, εδώ μου κάθεται, γιατί έχει την εντύπωση πως τα ξέρει όλα». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία με το χέρι να δείχνει το σημείο του στομαχιού, υπονοώντας τη δυσπεψία, και πιο σπάνια το σημείο του λαιμού·
- εδώ μου κάθισε (ενν. το φαγητό που έφαγα), βλ. συνηθέστ. εδώ μου στάθηκε·
- εδώ μου στάθηκε (ενν. το φαγητό που έφαγα), δεν το ευχαριστήθηκα, γιατί το έφαγα βιαστικά ή γιατί δεν το έφαγα με ηρεμία: «βιαζόμουν να φύγω κι ό,τι έφαγα εδώ μου στάθηκε || μόλις γύρισα στο σπίτι, μ’ έβαλε η γυναίκα μου να φάω, αλλά εδώ μου στάθηκε, γιατί γκρίνιαζε συνεχώς». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία με το χέρι να δείχνει το σημείο του λαιμού και πιο σπάνια το στομάχι·
- εδώ μου στέκεται, (για πρόσωπα), βλ. συνηθέστ. εδώ μου κάθεται·
- εδώ μπαίνουν τα βιολιά, βλ. λ. βιολί·
- εδώ ο κόσμος καίγεται, βλ. λ. κόσμος·
- εδώ ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται ή εδώ ο κόσμος χάνεται και η γριά χτενίζεται, βλ. λ. κόσμος·
- εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται ή εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται, βλ. λ. κόσμος·
- εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτή το μουνί της ή εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτή το μουνί της, βλ. λ. κόσμος·
- εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτός το καυλί του ή εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτός το καυλί του, βλ. λ. κόσμος·
- εδώ ο κόσμος πνίγεται και η κούρβα λούζεται, βλ. λ. κόσμος·
- εδώ οι καλές οι πίπες! βλ. λ. πίπα·
- εδώ παπάς, εκεί παπάς, βλ. λ. παπάς·
- εδώ πατάει κι αλλού βρίσκεται, βλ. λ. αλλού·
- εδώ πατάει κι εκεί βρίσκεται, βλ. λ. εκεί·
- εδώ πέρα, βλ. λ. εδωπέρα·
- εδώ πληρώνονται όλα, βλ. φρ. όλα εδώ πληρώνονται. (Λαϊκό τραγούδι: γι’ αυτό στα λέω Γιάννη μου, εδώ πληρώνονται όλα, αμάρτησες, το σέβομαι, μα τώρα πια ξεκόλλα
- εδώ που καταντήσαμε, στην άσχημη κατάσταση στην περιήλθαμε: «εδώ που καταντήσαμε, δεν μπορεί κανείς να μας γλιτώσει». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- εδώ που τα λέμε, παρενθετική έκφραση με την οποία αναφέρουμε πώς έχουν όντως τα πράγματα ή ποια ακριβώς είναι η γνώμη μας για κάτι: «εδώ που τα λέμε, δεν πιστεύω πως ο τάδε είναι ο ένοχος || εδώ που τα λέμε, είμαι σίγουρος πως ο τάδε είναι ο ένοχος»·
- εδώ που φτάσαμε, βλ. φρ. εδώ που καταντήσαμε·
- εδώ σ’ έχω, σε έχω υποχείριό μου, σε κρατώ στο χέρι μου: «ό,τι και να κάνεις, εδώ σ’ έχω». Αν πρόκειται για χρηματική υπόθεση, συνοδεύεται από χειρονομία με την παλάμη να χτυπάει επανειλημμένα την τσέπη του παντελονιού ή την εξωτερική τσέπη του σακακιού ή συνοδεύεται από χειρονομία με τον αντίχειρα και το δείκτη να μπαίνουν ελαφρά στο τσεπάκι του παντελονιού ή του γιλέκου. Αν πρόκειται για οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, τότε συνοδεύεται από επίδειξη της χούφτας, σφιγμένης σε γροθιά, με την έννοια ότι κρατάει σφιχτά κάτι μέσα της, ή από επίδειξη της παλάμης, σε οριζόντια θέση, με την έννοια ότι κρατάει κάτι επάνω της·
- εδώ σε θέλω (ενν. να σταθείς, να φανείς άξιος, παλικάρι), α. λέγεται στην περίπτωση που βρίσκεται κάποιος σε δύσκολη θέση και του δίνουμε θάρρος ή κουράγιο να αγωνιστεί για να την ξεπεράσει: «βέβαια, ο θάνατος του πατέρα σου δεν ήταν μικρό πράγμα, όμως εδώ σε θέλω». β. λέγεται στην περίπτωση που προτρέπουμε κάποιον να καταπιαστεί με κάτι δύσκολο ή ασυνήθιστο: «μα είσαι με τα καλά σου, που θα μπορέσω να φέρω σε πέρας μια τέτοια δύσκολη υπόθεση; -Εδώ σε θέλω». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ και άλλες φορές η φρ. κλείνει με το ντε ·
- εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα, βλ. λ. κάβουρας·
- εδώ σε θέλω μάστορα, βλ. λ. μάστορας·
- εδώ σταματάει ο νους του ανθρώπου, βλ. λ. νους·
- εδώ σταματάει το μυαλό του ανθρώπου, βλ. λ. μυαλό·
- εδώ το έχω, λέγεται στην περίπτωση που πλησιάζουμε να θυμηθούμε κάτι που στριφογυρίζει στο μυαλό μας αόριστα, αλλά δεν μπορούμε να θυμηθούμε επακριβώς τι. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αχ ή το αχ μωρέ, ενώ συνήθως παρατηρείται χειρονομία με το χέρι να κινείται ανεπαίσθητα προς το στόμα (προς την άκρη της γλώσσας). Συνών. στην άκρη της γλώσσας μου το ’χω·
- εδώ το ζεστό σαλέπι! βλ. λ. σαλέπι·
- εδώ το καζάνι βράζει κι ο κώλος της μαϊμούς γιορτάζει, βλ. λ. καζάνι·
- εδώ το καλό κουλούρι! βλ. λ. κουλούρι·
- εδώ το καλό το γάλα! βλ. λ. γάλα·
- εδώ το καλό το πράμα! βλ. λ. πρά(γ)μα·
- εδώ φτάσαμε! βλ. φρ. εδώ καταντήσαμε(!)·
- εδώ χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, βλ. λ. μάνα·
- εδώ χάνει ο σκύλος τον αφέντη του, βλ. λ. σκύλος·
- εδώ χρειάζεται νου κι όχι ανασινί ναμού, βλ. λ. νους·
- είμαι από δω, βλ. φρ. είμαι αποδώ, λ. αποδώ·
- είμαι μέχρι δω απάνω ή είμαι ως εδώ απάνω, βλ. λ. απάνω·
- είναι εδώ, αλλά βρίσκεται αλλού, βλ. λ. αλλού·
- εκεί που ήσουν ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις, βλ. λ. εκεί·
- έξω από δω! βλ. λ. έξω·
- έτσι το ’χετ’ εδώ; ή έτσι το ’χετ’ εσείς εδώ; βλ. λ. έτσι·
- έτσι το ’χουμ’ εδώ ή έτσι το ’χουμ’ εμείς εδώ, βλ. λ. έτσι·
- η εδώ ζωή, βλ. λ. ζωή·
- θ’ αφήσω εδώ τα κόκαλά μου, βλ. λ. κόκαλο·
- θ’ αφήσω εδώ τα κόκαλά σου, βλ. λ. κόκαλο·
- θ’ αφήσω εδώ τα κοκαλάκια μου, βλ. λ. κόκαλο·
- ίσαμ’ εδώ και μη παρέκει, βλ. συνηθέστ. ως εδώ και μη παρέκει·
- κατά δω, προς το μέρος στο οποίο βρίσκεται αυτός που μιλάει: «για έλα κατά δω να σε δω καλύτερα»· βλ. και λ. καταδώ·
- κάτσε δω πάνω, την έπαθες, ξεγελάστηκες, σου έτυχε δύσκολη περίπτωση, δύσκολη κατάσταση: «αφού δεν άκουγες τις συμβουλές μου, κάτσε δω πάνω». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται κι άλλες φορές ακολουθεί το τώρα. Συνοδεύεται πάντα από χειρονομία με την παλάμη σε οριζόντια θέση και με τη ράχη της προς τα κάτω να προβάλλει εμφανέστατα το μεσαίο δάχτυλο τεντωμένο, υπονοώντας το πέος·
- κι ακόμα εδώ είσαι; βλ. λ. ακόμα·
- λίγο από δω, λίγο από κει, βλ. λ. λίγος·
- με φέρνουν μέχρι δω απάνω ή με φέρνουν ως εδώ απάνω, βλ. λ. απάνω·
- μένει εδώ η κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- μέχρις εδώ και μη παρέκει, βλ. συνηθέστ. ως εδώ κι μη παρέκει·
- μια εδώ και μια εκεί, λέγεται για κάποιον ή για κάτι, που δεν είναι πάντα σταθερός, μόνιμος σε κάποιο ορισμένο σημείο: «δεν μπορείς να τον βρεις εύκολα, γιατί είναι μια εδώ και μια εκεί || όταν φυσάει αέρας, δεν μπορείς να το πιάσεις εύκολα, γιατί πάει μια εδώ και μια εκεί»·
- μου κάθεται εδώ, γροθιά, βλ. λ. γροθιά·
- όλα εδώ πληρώνονται ή εδώ πληρώνονται όλα, έρχεται πάντα η στιγμή σε αυτή τη ζωή, που τιμωρείται κάποιος για το κακό που έχει κάνει: «όσο ήταν διευθυντής, άρπαζε κι έκλεβε απ’ όπου μπορούσε, ώσπου τον ανακάλυψαν και τον έστειλαν στη φυλακή. -Όλα εδώ πληρώνονται». (Λαϊκό τραγούδι: έπιασα και το δρεπάνι και ο Χάρος τα ’χει κάνει. Τι ψυχή θα παραδώστε; Όλα δω θα τα πληρώστε). Είναι και φορές που της φρ. προτάσσεται το εμ ·
- όξω από δω! βλ. φρ. έξω από δω(!)·
- πατάει εδώ και βρίσκεται αλλού, βλ. λ. αλλού·
- πατάει εδώ και βρίσκεται εκεί, βλ. λ. εκεί·
- πέντε γράφει εδώ, βλ. λ. γράφω·
- πιο εδώ, πιο κοντά προς εμένα, προς το σημείο που βρίσκομαι: «σπρώξε πιο εδώ το ποτήρι, γιατί δεν το φτάνω»·
- ποιος καλός αέρας σ’ έριξ’ εδώ; βλ. λ. αέρας·
- ποιος καλός αέρας σ’ έφερ’ εδώ; ή ποιος καλός αέρας σε φέρνει εδώ; βλ. λ. αέρας·
- ποιος καλός δρόμος σ’ έφερ’ εδώ; ή ποιος καλός δρόμος σε φέρνει εδώ; βλ. λ. δρόμος·
- τα ’φερε από δω τα ’φερε από κει, χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους, τεχνάσματα, μέσα ή γνωριμίες για να πετύχει το στόχο του: «τα ’φερε από δω τα ’φερε από κει, στο τέλος τον έχωσε το γιο του στην τράπεζα»·
- την έφερε από δω, την έφερε από κει, (για γυναίκες) την πολιόρκησε ερωτικά με όλους τους πιθανούς τρόπους για να την κατακτήσει: «στην αρχή ήταν ανένδοτη η κοπέλα, την έφερε όμως από δω ο μπαγάσας, την έφερε από κει, στο τέλος την κατάφερε και του στάθηκε»·
- τι γράφει εδώ; βλ. λ. γράφω·
- τι δουλειά έχεις εδώ; βλ. λ. δουλειά·
- τι είν’ εδώ, του μπαμπά σου τ’ αμπέλι; (το μαγαζί; το χωράφι;), βλ. λ. μπαμπάς1·
- τι είν’ εδώ, του παππού σου τ’ αμπέλι; (το μαγαζί; το τσιφλίκι; το χωράφι;), βλ. λ. παππούς·
- τι το πέρασες εδώ, του μπαμπά σου τ’ αμπέλι; (το μαγαζί; το χωράφι;), βλ. λ. μπαμπάς1·
- τι το πέρασες εδώ, του παππού σου τ’ αμπέλι; (το μαγαζί; το τσιφλίκι; το χωράφι;), βλ. λ. παππούς·
- τον έφερε από δω, τον έφερε από κει, τον πολιόρκησε με επιμονή, χρησιμοποιώντας όλα τα πιθανά και δυνατά μέσα για να πετύχει το στόχο του: «μην του πολυανοίγεσαι, γιατί είναι τέτοια σουπιά, που θα σε φέρει από δω θα σε φέρει από κει, θα σε ξαλαφρώσει μέχρι να πεις κύμινο κι ύστερα τρέχα γύρευε»·
- τον φέρνω μέχρις εδώ απάνω ή τον φέρνω ως εδώ απάνω, βλ. λ. απάνω·
- τούτο(ς) (ε)δώ, βλ. λ. τούτος·
- τράβα από δω! (απειλητικά) φύγε, απομακρύνσου, ξεκουμπίσου: «τράβα από δω, γιατί θα σε πλακώσω στο ξύλο!». Είναι φορές που της φρ. προτάσσεται το βρε ουστ·
- τριγυρνώ (τριγυρίζω) εδώ κι εκεί, περιφέρομαι άσκοπα στους δρόμους: «απ’ το πρωί τριγυρνούσε εδώ κι εκεί χωρίς σκοπό»·
- τσακίσου από δω! γκρεμίσου, γκρεμοτσακίσου, χάσου, ξεκουμπίσου: «τσακίσου απ’ εδώ, παλιόπαιδο!». Είναι φορές που της φρ. προτάσσεται το βρε ουστ·
- τσακίσου εδώ! έλα γρήγορα εδώ που σε φωνάζω: «παράτα αμέσως ότι κάνεις και τσακίσου εδώ!»·
- φεύγ’ από δω! ή φύγ’ από δω! έκφραση απορίας, αμφισβήτησης ή δυσπιστίας σε αυτά που μας λέει κάποιος: «ο τάδε αγόρασε καινούριο αυτοκίνητο. -Φύγ’ από δω, αυτός μέχρι τα χτες δεν είχε να φάει! || τα ’μαθες ότι ο τάδε έδιωξε τη γυναίκα του; -Φεύγ’ από δω, αυτός τρελαίνεται για πάρτη της! || ο τάδε παντρεύεται τον άλλον μήνα. -Φεύγ’ από δω, αυτός είναι εναντίον του γάμου!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το ρε·
- φεύγ’ από δω ή φύγ’ από δω, άφησέ με ήσυχο, μη με ενοχλείς: «φύγε από δω, ρε παιδάκι μου, δε βλέπεις που έχω δουλειά;»·
- φύσα να δεις την Πόλη! βλ. λ. Πόλη·
- χάσου από δω! βλ. φρ. τράβα από δω(!)·
- ως εδώ και μη παρέκει, κατηγορηματική έκφραση με απειλητική διάθεση, που δηλώνει πως εξαντλήθηκε η υπομονή μας ή η ανοχή μας, και για το λόγο αυτό δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε περισσότερο ή να ανεχτούμε άλλο κάτι: «δεν αντέχω άλλο αυτή την γκρίνια σου, ως εδώ και μη παρέκει. (Λαϊκό τραγούδι: ως εδώ και μη παρέκει, πάω να βρω καινούριο στέκι).

Θεός

Θεός, ο, ουσ. [<αρχ. θεός], ο Θεός. 1. κάθε πρόσωπο που λατρεύουμε ή που σεβόμαστε υπερβολικά: «έχει τον πατέρα του σαν Θεό». (Τραγούδι: ποιος σε πήρε και μου ’φυγες, αγαπούλα μου, φως μου, δε σκεφτόσουν πως ήσουνα μόνο εσύ ο Θεός μου). 2. αυτός που γνωρίζει τα πάντα, ο παντογνώστης: «ποιος είσαι, ρε παιδάκι μου, Θεός είσαι που ξέρεις πώς έγιναν τα πράγματα έτσι;». 3. θαυμαστικός χαρακτηρισμός του Κ. Καραμανλή από τους πολιτικούς φίλους του και ειρωνικός από τους πολιτικούς αντιπάλους του: «όλοι περιμένουν με αγωνία τι θα δηλώσει ο Θεός για την πολιτική κατάσταση». 4. αυτός που είναι πολύ ικανός σε αυτό με το οποίο ασχολείται: «ο Ν. Γκάλης υπήρξε ο Θεός του μπάσκετ», εξ ου και οι θαυμαστικές ιαχές των οπαδών της ομάδας του Άρη Θεσσαλονίκης, όπου έπαιζε παλιότερα ο Γκάλης: είσαι Θεός, είσαι Θεός, είσαι Θεός μοναδικός. Υποκορ. Θεούλης, ο και Θεουλάκης, ο· βλ. και λ. θεός. (Ακολουθούν 257 φρ.)·
- αδικία απ’ το Θεό, βλ. λ. αδικία·
- άι στην ευχή του Θεού! βλ. λ. ευχή·
- άκρη Θεού, βλ. λ. άκρη·
- άλλα μετράει ο άνθρωπος κι άλλα ο Θεός ορίζει, άλλα θέλουν, επιθυμούν οι άνθρωποι και άλλα ο Θεός αποφασίζει: «είχα αποφασίσει να πάω με την οικογένειά μου διακοπές, όμως αρρώστησε η γυναίκα μου, γιατί, βλέπεις, άλλα μετράει ο άνθρωπος κι άλλα ο Θεός ορίζει». Πρβλ. ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει·  
- αν θέλει ο Θεός, βλ. φρ. Θεού θέλοντος·
- αν μιλάς στο Θεό, προσεύχεσαι, αν σου μιλάει ο Θεός, έχεις σχιζοφρένεια, ο άνθρωπος θεωρεί φυσικό να απορρίπτει ό,τι δεν μπορεί να κατανοήσει·
- Ανάσταση Θεέ μου! (Θεούλη μου!), βλ. λ. Ανάσταση·
- ανθρωπάκι του Θεού, βλ. λ. ανθρωπάκι·
- άνθρωπος του Θεού, βλ. λ. άνθρωπος·
- άνοιξε ο Θεός τα ουράνια, βλ. λ. ουράνια·
- άντε στην ευχή του Θεού! βλ. λ. ευχή·
- απ’ τη νύχτα του Θεού, από τα άγρια μεσάνυχτα: «σηκώθηκε απ’ τη νύχτα του Θεού να πάει στη δουλειά του»·
- απ’ το Θεό να το ’βρεις! α. ευχή σε κάποιον να του ανταποδώσει ο Θεός το καλό που μας έκανε. «απ’ το Θεό να το ’βρεις, παιδάκι μου, για το καλό που μου ’κανες!» β. πιο συχνά ως κατάρα σε κάποιον να τιμωρηθεί από το Θεό για το κακό που μας έκανε. (Δημοτικό τραγούδι: ο πόλεμος αρχίνησε στο τέλος του Οχτώβρη κι ο κερατάς ο Μουσουλή (= Μουσολίνης) απ’ το Θεό να το ’βρει
- απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αφτί! λέγεται ευχετικά, όταν μας λέει κάποιος κάτι που μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί ή μας ικανοποιεί, να το ακούσει ο Θεός για να το πραγματοποιήσει: «ε ρε και να σου τύχαινε, λέει, το λαχείο! -Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αφτί!». Είναι και φορές που λέγεται και με παικτική διάθεση στον τύπο απ’ το στόμα σου και στου Θεού το ους(!)·
- από Θεού, βλ. συνηθέστ. εκ Θεού·
- αρνάκι του Θεού, βλ. λ. αρνάκι·
- αρνί που βλέπει ο Θεός, ο λύκος δεν το τρώει, βλ. λ. αρνί·
- ας μην (το) δώσει ο Θεός, έκφραση με την οποία απευχόμαστε να συμβεί το κακό για το οποίο γίνεται λόγος: «ας μην το δώσει ο Θεός να πάθεις κι εσύ το κακό που έπαθα εγώ». (Λαϊκό τραγούδι: είναι σαράκι φοβερό το πάθος το δικό μου κι ας μην το δώσει ο Θεός ούτε και στον εχθρό μου
- ας τον κρίνει ο Θεός, έκφραση με την οποία αφήνουμε κάποιον στην κρίση του Θεού επειδή αδυνατούμε να τον κρίνουμε ή αδυνατούμε να κατανοήσουμε το μέγεθος της αμαρτίας του: «αφού χτυπάει τους γέρους γονείς του, ας τον κρίνει ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: με ντρόπιασε στους φίλους μου, πήγε να με πεθάνει· ας τηνε κρίνει ο Θεός, γι’ αυτά που μου ’χει κάνει
- αυτό που θέλει η γυναίκα το φοβάται κι ο Θεός, βλ. λ. γυναίκα·
- βαδίζω στο δρόμο του Θεού ή βαδίζω το δρόμο του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- βγαίνω απ’ το δρόμο του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- βρίσκομαι στο έλεος του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- γαμώ το Θεό μου! έκφραση εκνευρισμένου ή αγανακτισμένου ατόμου: «όλα τα λάθη, γαμώ το Θεό μου, εγώ θα τα κάνω!». Συνήθως η φρ. κλείνει πάλι με το γαμώ. Για συνών. βλ. φρ. γαμώ τα καντήλια μου! λ. γαμώ·
- γαμώ το Θεό σου! ή σου γαμώ το Θεό! α. επιθετική έκφραση εναντίον κάποιου που είναι ενοχλητικός, που μας δημιουργεί προβλήματα: «πάψε, γαμώ το Θεό σου, αυτή την γκρίνια!». β. εκστομίζεται και ως βρισιά. Η φρ. πιο αραιά από ότι η αμέσως παραπάνω κλείνει πάλι με το γαμώ. Για συνών. βλ. φρ. γαμώ τα καντήλια σου! ή σου γαμώ τα καντήλια! λ. γαμώ·
- γι’ αύριο έχει ο Θεός, βλ. λ. αύριο·
- για (τ’) όνομα του Θεού! α. παρακλητική έκφραση σε κάποιον για εύνοια ή εξυπηρέτηση: «για όνομα του Θεού, κάνε κάτι να βοηθήσουμε το παιδί!». β. παρακλητική έκφραση για την αποτροπή κάποιου κακού ή δυσκολίας: «για όνομα του Θεού, μη μας συμβεί κανένα ατύχημα, γιατί στην ερημιά που βρισκόμαστε, χαθήκαμε». γ. έκφραση αγανάκτησης ή δυσαρέσκειας για κάτι κακό ή ενοχλητικό που επαναλαμβάνεται από κάποιον: «για τ’ όνομα του Θεού, κόψε επιτέλους αυτό το πιοτό, γιατί θα σε καταστρέψει! || για όνομα του Θεού, μην έχεις κάθε μεσημέρι το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών, γιατί θέλουμε να κοιμηθούμε!». δ. έκφραση έκπληξης ή αμφισβήτησης για κάτι που βλέπουμε ή που μας λένε: «για όνομα του Θεού, είναι σόι πράγματα να μαλώνουν τ’ αδέρφια! || για όνομα του Θεού, γίνονται σήμερα αυτά που λες!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μα και κλείνει με το και της Παναγίας·
- για την ορφανή, την ξένη, έχει ο Θεός ψωλή κρυμμένη, βλ. συνηθέστ. το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει, λ. πουλί·
- για της ορφανής τον κώλο έχει ο Θεός μεγάλο ψώλο, βλ. συνηθέστ. το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει·
- για το Θεό! βλ. φρ. προς Θεού(!)·
- δε βλέπω Θεού πρόσωπο, α. αντιμετωπίζω συνεχώς στη ζωή μου μεγάλες δυσκολίες και μεγάλα προβλήματα, δεν έχω προκοπή: «απ’ τη μέρα που γεννήθηκε, δε βλέπει Θεού πρόσωπο». β. είμαι πολύ άτυχος: «σε μένα θα τύχει το λαχείο που δε βλέπω Θεού πρόσωπο!». γ. ζω σε σκοτεινό, σε υπόγειο χώρο, όπου δε φτάνει ο ήλιος: «μένει σ’ ένα υπόγειο διαμερισματάκι και δε βλέπει Θεού πρόσωπο»· βλ. και φρ. δεν υπάρχει Θεού πρόσωπο·
- δε με σώζει ούτε (ο) Θεός ή δε με σώνει κι ο Θεός, δεν υπάρχει από πουθενά σωτηρία, η καταδίκη μου είναι τελεσίδικη: «απ’ τη στιγμή που έμπλεξα με τα ναρκωτικά, δε με σώζει ούτε Θεός || έχω τόσα πολλά χρέη, που δε με σώζει ούτε ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: όπως έχω καταντήσει δε με σώνει κι ο Θεός·έχω γίνει μέσ’ στον κόσμο, αχ, ένας ζωντανός νεκρός
- δε φοβάται (ούτε) Θεό, δε σέβεται το Θεό και, κατ’ επέκταση, είναι εντελώς αδίστακτος: «μπορεί για εκατό ευρώ να σε κλείσει φυλακή, γιατί δε φοβάται ούτε Θεό αυτός ο άνθρωπος». (Λαϊκό τραγούδι: αναστενάζω δε γροικάς, κλαίω δε με λυπάσαι, δεν είσαι μάνας γέννημα ούτε Θεό φοβάσαι
- δε χάνει κανέναν ο Θεός ή κανέναν δε χάνει ο Θεός ή ο Θεός δε χάνει κανέναν, έκφραση αισιοδοξίας και συμπαράστασης σε δυστυχισμένο άτομο, που του υπενθυμίζουμε τη μεγαλοσύνη και το αμέριστο ενδιαφέρον του Θεού προς τον άνθρωπο: «βέβαια, σου ’τυχαν πολλές ατυχίες μαζί, αλλά κάνε κουράγιο, γιατί δε χάνει κανέναν ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: ας λένε πως δε χάνει κανέναν ο Θεός,μ’ αδίκησε ο κόσμος, με ξέχασε κι αυτός
- δεν έπρεπε ο Θεός να μου τα κονομήσει έτσι, έκφραση παράπονου από κάποιον, που έχει περιπέσει σε μεγάλη δυσκολία, σε αδιέξοδο·
- δεν έχει Θεό ή δεν έχει το Θεό του, α. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι αχαρακτήριστο, αλλοπρόσαλλο, αναξιόπιστο: «μπροστά σ’ όλους τους επισήμους σκάλιζε με το δάχτυλο τη μύτη του. -Δεν έχει το Θεό του!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε. β. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι αδίστακτο: «μην ξανοίγεσαι πολύ σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί δεν έχει το Θεό του». (Λαϊκό τραγούδι: κάθε βραδάκι με γελάς, γιατί Θεό δεν έχεις·σε περιμένω για να ’ρθεις, μα συ με άλλον τρέχεις
- δεν μπορεί κανένας να τα βάλει με το Θεό, στερεότυπη μοιρολατρική έκφραση, όταν αντιμετωπίζουμε μεγάλες φυσικές καταστροφές ή μεγάλες ατυχίες στη ζωή μας·
- δεν ξέρω σε τι Θεό πιστεύει, δεν ξέρω πώς ακριβώς συμπεριφέρεται, δε γνωρίζω το χαρακτήρα του: «φαίνεται για καλός άνθρωπος, αλλά δεν ξέρω σε τι Θεό πιστεύει»·
- δεν υπάρχει Θεού πρόσωπο, επικρατεί απόλυτη ερημιά, δεν υπάρχει κανένας: «σ’ όλη τη διαδρομή δεν υπήρχε Θεού πρόσωπο»·
- δόξα να ’χει ο Θεός ή δόξα τω Θεώ ή δόξα σοι ο Θεός, δοξαστική επίκληση στο Θεό, όταν είμαστε ευχαριστημένοι από την πορεία των πραγμάτων στη ζωή μας ή ως απάντηση ικανοποίησης στην ερώτηση κάποιου τι γίνεσαι ή τι γίνεται ή τι κάνεις ή πώς πας ή πώς τα πας ή πώς πάνε τα κέφια ή πώς πάνε τα πράγματα. (Λαϊκό τραγούδι: πέτρα την πέτρα ολημερίς χτίζω και δε σε φτάνω, ήλιε μου πόσο είσαι πάνω και δόξα τω Θεώ).Συνών. δόξα ο γιαραμπής ή δόξα τω γιαραμπή·
- δόσιμο, του Θεού το δόσιμο· τ’ ανθρώπου τίποτα δεν είναι, μόνο αυτά που μας δίνει ο Θεός έχουν αξία, όπως υγεία, τύχη, μακροζωία κ.ά., ενώ των ανθρώπων που είναι υλικές προσφορές δεν αξίζουν τίποτα: «δε με νοιάζει για τα πλούτη σου, γιατί, δόσιμο, του Θεού το δόσιμο· τ’ ανθρώπου, τίποτα δεν είναι»·
- δουλειά κι άγιος ο Θεός, βλ. λ. δουλειά·
- δώρο Θεού, βλ. λ. δώρο·
- ε μα το Θεό! έκφραση αγανάκτησης ή δυσφορίας: «ε μα το Θεό, σταμάτα αυτές τις αγριοφωνάρες σου!». Συνών. ε μα την αλήθεια (α) / ε μα την πίστη μου! / ε μα το ναι! / ε μα τον άγιο(!)·
- ε ρε τι κάνει ο Θεός, όταν έχει κέφια! θαυμαστική έκφραση για όμορφη γυναίκα που βλέπουμε να περνάει από μπροστά μας·
 - έδωσε ο Θεός και…, ευδόκησε: «έδωσε ο Θεός κι έγινε καλά ο άνθρωπος || έδωσε ο Θεός και κατάλαβε το λάθος του»· βλ. και φρ. έκανε ο Θεός και(…)·
- είμαι Θεός, είμαι ο πρώτος και καλύτερος, ξεχωρίζω από τους υπόλοιπους ή έχω αυτή την εντύπωση: «όταν ήμουν νέος, μέσα στην παρέα μας ήμουν Θεός κι όλοι έκαναν αυτό που τους έλεγα». (Λαϊκό τραγούδι: εγώ που ήμουνα Θεός, θα φύγω τώρα σαν τρελός, θα φύγω σαν κυνηγημένος
- είμαι στο έλεος του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- είναι αμαρτία απ’ το Θεό, βλ. λ. αμαρτία·
- είναι βαρεμένος απ’ το Θεό, είναι ανόητος, βλάκας ή τρελός εκ γενετής: «τι να τον βαρέσεις, δε βλέπεις που είναι βαρεμένος απ’ το Θεό!»·
- είναι ευλογία Θεού, βλ. λ. ευλογία·
- είναι, Θεέ μου, φύλαγε, α. είναι πολύ επικίνδυνος: «είναι ένας απατεώνας, ο Θεός να σε φυλάει». β. έχει ένα ελάττωμα σε μεγάλο βαθμό: «είναι ένας μπεκρής, ο Θεός να σε φυλάει». γ. η ασθένεια για την οποία γίνεται λόγος, είναι πολύ επικίνδυνη: «απ’ τη στιγμή που δεν έχει βρεθεί ακόμα το φάρμακο για το έιτζ, είναι Θεέ μου φύλαγε»·
- είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά, λέγεται για κείνους που δρουν ή συμπεριφέρονται ανεξέλεγκτα, απάνθρωπα, και έχει την έννοια πως θα τιμωρηθούν από το Θεό (ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾶ): «με βρήκες αδύναμο και μ’ εκμεταλλεύεσαι, όμως θέλω να ξέρεις πως είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν τσαλαπάτημα είμαι καθενός και μες στο βούρκο που με πέταξες κυλιέμαι, μα είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά και με τη σκέψη πια αυτή παρηγοριέμαι
- είναι κρίμα απ’ το Θεό, βλ. λ. κρίμα·
- είναι ξεχασμένος απ’ το Θεό, είναι εγκαταλελειμμένος από όλους και βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτόν: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, είναι ξεχασμένος απ’ το Θεό»· βλ. και φρ. τον ξέχασε ο Θεός·
- είναι ο Θεός να σε φυλάει, βλ. φρ. είναι, Θεέ μου, φύλαγε·
- είναι στα χέρια του Θεού ή είναι στο χέρι του Θεού, βλ. λ. χέρι·
- είναι σταλμένος απ’ το Θεό, είναι ουρανοκατέβατος, απροσδόκητος, δραστικότατος για καλό ή για κακό: «στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου με βοήθησε ένας παλιόφιλος, λες κι ήταν σταλμένος απ’ το Θεό || τούτη η βροχή είναι σταλμένη απ’ το Θεό || τέτοιο κακό, να ξέρεις, είναι σταλμένο απ’ το Θεό, μήπως και βάλουμε λίγο μυαλό»·
- είναι χαρά Θεού, βλ. λ. χαρά·
- είχε Θεό, υπήρξε πολύ τυχερός, ιδίως στην περίπτωση κάποιου ατυχήματος: «τράκαρε μετωπικά με μια νταλίκα, αλλά είχε Θεό ο άνθρωπος, και τη γλίτωσε με μερικές γρατζουνιές»·
- εκ Θεού, που προέρχεται από το Θεό: «αυτή η βροχή ήταν δώρο εκ Θεού || αυτός ο σεισμός ήταν τιμωρία εκ Θεού»·
- εκ Θεού άρξασθαι, σε κάθε ενέργεια ή σε κάθε καινούρια αρχή να επιδιώκεις την ευλογία του Θεού: «αύριο κάνει αγιασμό στο καινούριο του μαγαζί, γιατί εκ Θεού άρξασθαι». Κατάλοιπο του αρχ. ἐκ Διὸς ἄρξασθε· βλ. και φρ. όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει·
- έκανε ο Θεός και…, έκφραση ανακούφισης, επιτέλους: «έκανε ο Θεός κι επέστρεψε κάποια ώρα στο σπίτι ο γιος του, κι έτσι ησύχασε ο άνθρωπος || προς τ’ απόγευμα, έκανε ο Θεός και σταμάτησε ο Βαρδάρης»· βλ. και φρ. έδωσε ο Θεός και(…)·
- εκεί που θα λέγαμε δόξα σοι ο Θεός, είπαμε βόηθα Παναγιά ή εκεί που θα λέγαμε δόξα σοι ο Θεός, είπαμε Παναγία βοήθα, λίγο πριν απαλλαγούμε από κάποια δυσκολία, από κάποια στενοχώρια και θα ανακουφιζόμασταν, εμφανίστηκε άλλη·
- ένας Θεός ξέρει ή ένας Θεός το ξέρει, λέγεται στην περίπτωση που είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς κάτι (εκτός από το Θεό): «ένας Θεός ξέρει τι στενοχώριες περνάει αυτός ο άνθρωπος». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ έφαγες ως το κόκαλο, σκέψου πού μ’ έχεις φέρει και πού θα καταλήξουμε ένας Θεός το ξέρει). Συνών. Κύριος οίδε(!)·
- ένας Θεός ξέρει αν... ή ένας Θεός ξέρει πότε... ή ένας Θεός ξέρει πού... ή ένας Θεός ξέρει πώς..., δηλώνει αδυναμία για υπεύθυνη και σαφή πληροφόρηση: «ένας Θεός ξέρει αν αποφασίσει να ’ρθει || ένας Θεός ξέρει πότε θα ’ρθει || ένας Θεός ξέρει πού βρίσκεται τώρα || ένας Θεός ξέρει πώς θα ’ρθει με τέτοιον παλιόκαιρο»·
- ενώπιον Θεού και ανθρώπων, έκφραση που δηλώνει ηθική δέσμευση: «υπόσχομαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων πως ποτέ δε θα σ’ αφήσω αβοήθητο»·
- ερημιά Θεού, βλ. λ. ερημιά·
- έφεξε ο Θεός τη μέρα, ξημέρωσε: «μόλις έφεξε ο Θεός τη μέρα, ξεκίνησαν όλοι για τη δουλειά»·
- έφτασαν στο Θεό, (για τιμές καταναλωτικών αγαπών) έχουν πολύ μεγάλη, εξωφρενική άνοδο: «αν βγεις στη λαϊκή με τριάντα ευρώ, δεν μπορείς ν’ αγοράσεις σχεδόν τίποτα, γιατί οι τιμές έφτασαν στο Θεό»·
- έχει ο Θεός! α. έκφραση αισιοδοξίας ή έκφραση με την οποία προσπαθούμε να παρηγορήσουμε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ιδίως οικονομική, με την έννοια ότι ο Θεός δεν θα τον αφήσει έτσι. (Λαϊκό τραγούδι: Παναγιώτα μου, νταγιάντα κι έχει ο Θεός). β. μοιρολατρική έκφραση για κάποια δυσκολία που μας προέκυψε και εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο Θεό, προσδοκώντας τη βοήθειά του: «αν συνεχιστεί αυτή η αναδουλειά θα χρεοκοπήσουμε. -Έχει ο Θεός!»·
- έχει όλα τα καλά του Θεού, βλ. φρ. έχει όλα τα καλά του κόσμου, λ. κόσμος·
- ζει κρυφά απ’ το Θεό, είναι εξαφανισμένος από την πιάτσα, ζει σε πλήρη αφάνεια: «απ’ τη μέρα που μαθεύτηκε πως ήταν καταχραστής, ζει κρυφά απ’ το Θεό || έχει σιχαθεί τόσο πολύ τους ανθρώπους, που ζει κρυφά απ’ το Θεό»·
- ζευγαρώνει ο Θεός δυο κακούς, κι έτσι χαλάει μαζί δυο σπίτια, βλ. λ. σπίτι·
- η βασιλεία του Θεού, βλ. λ. βασιλεία·
- η κότα όταν πίνει νερό, κοιτάζει και το Θεό, βλ. λ. κότα·
- ήμαρτον Θεέ μου! επιφώνημα έκπληξης ή αγανάκτησης: «ήμαρτον Θεέ μου, γίνονται αυτά τα πράγματα! || ήμαρτον Θεέ μου, πόσες φορές πρέπει να στο πω για να το καταλάβεις!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει την πρόταση με την οποία αναφερθήκαμε άσχημα σε κάποιον ή τον κατηγορήσαμε, σαν να ζητάμε τη συγγνώμη του Θεού για αυτή μας την ενέργεια: «είναι τόσο κακός, που κάθε βράδυ γυρίζει σουρωμένος και δέρνει τη γυναίκα του, ήμαρτον Θεέ μου!» και συνήθως ακολουθεί σταυροκόπημα·
- θα μας δει ο Θεός, επιτιμητική έκφραση σε άτομο που δε συμπεριφέρεται σωστά στους συνανθρώπους του ή που ζει επιδεικτικά, σπάταλα σε μια γενικά δύσκολη εποχή και έχει την έννοια πως θα τον τιμωρήσει ο Θεός: «δεν είναι σωστό, με τόση φτώχεια που υπάρχει γύρω σου να κάνεις εσύ τόσο προκλητική ζωή, θα μας δει ο Θεός». Ο πλ. και όταν ο ομιλητής απευθύνεται μόνο σε ένα άτομο·
- θα μας κάψει ο Θεός, επιτιμητική παρατήρηση που ακούγεται ιδίως από ηλικιωμένους για νεαρούς που προκαλούν δημόσια με τη συμπεριφορά τους·
- θα σε κάψει ο Θεός, επιτιμητική παρατήρηση σε κάποιον που αδικεί απροκάλυπτα κάποιον, επιτιμητική έκφραση σε κάποιον με την οποία του υπενθυμίζουμε τη θεία δίκη: «δεν είναι σωστό να φέρεσαι μ’ αυτόν τον άσχημο τρόπο στους γονείς σου, γιατί θα σε κάψει ο Θεός»·
- θα σε τιμωρήσει ο Θεός, τελικά δε θα γλιτώσεις την τιμωρία: «μπορεί να τη γλίτωσες στο δικαστήριο με τους ψευδομάρτυρες που κουβάλησες, όμως στο τέλος δε θα τη γλιτώσεις, γιατί θα σε τιμωρήσει ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: μου ’χεις καταστρέψει το ζωή μου, μ’ έκανες κουρέλι εντελώς, κι αν θα τη γλιτώσεις από μένα, θα σε τιμωρήσει ο Θεός)· 
- Θεέ και Κύριε! έκφραση απορίας, έκπληξης ή αγανάκτησης, για κάτι που βλέπουμε ή ακούμε·
- Θεέ βόηθα! ή βόηθα Θεέ μου! ή Θεέ βοήθα! ή βοήθα Θεέ μου! επίκληση στο Θεό για βοήθεια: «Θεέ βόηθα να γίνει το παιδί μου καλά! || βόηθα Θεέ μου, να πετύχω στη δουλειά μου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αμάν. Συνών. Βαγγελίστρα βόηθα! ή βόηθα Βαγγελίστρα μου! ή Βαγγελίστρα βοήθα! ή βοήθα Βαγγελίστρα μου! / Παναγιά βόηθα! ή Παναγία βοήθα! ή βόηθα Παναγιά μου! ή βοήθα Παναγιά μου! / Χριστέ βόηθα! ή βόηθα Χριστέ μου! ή Χριστέ βοήθα! ή βοήθα Χριστέ μου(!)·
- Θεέ μου! κ. Θε μου! ή Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! ή Θε μου Μεγαλοδύναμε! έκφραση απορίας, έκπληξης, θαυμασμού, φόβου, τρόμου ή παράκλησης: «Θεέ μου, πώς δεν κατάλαβα ότι ήταν παλιάνθρωπος! || Θεέ μου, πάλι κέρδισε το λαχείο! || Θεέ μου, τι γυναικάρα είναι αυτή! || Θεέ μου, θα σκοτωθούμε! || Θεέ μου Μεγαλοδύναμε, κάνε να γίνει καλά το παιδί μου!». (Λαϊκό τραγούδι: μα τι λέω στ’ αλήθεια, Θεέ μου, δεν μπορώ να σε χάσω ποτέ μου // κι ύστερα με πιάσαν, Θε μου,κάτι κλάματα, που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα // Θεέ μου Μεγαλοδύναμε που είσαι ψηλά εκεί πάνω, ρίξε μου λίγο τουμπεκί στον αργιλέ μου απάνω).Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αμάν ή το πω πω. Συνών. Βαγγελίστρα μου! / Παναγιά μου! ή Παναγία μου! / Χριστέ μου(!)·
- Θεέ μου (Θεούλη μου), βάλε το χέρι σου! (το χεράκι σου!), παράκληση στο Θεό να επέμβει υπέρ ημών σε κάποια δύσκολη στιγμή που περνάμε ή να επέμβει γενικά για να διορθώσει κάποια κακή κατάσταση που επικρατεί. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το αχ·
- Θεέ μου, (Θεούλη μου) κάνε να…, παρακλητική έκφραση στο Θεό για βοήθεια: «Θεέ μου, κάνε να βρει ο άντρας μου δουλειά || Θεούλη μου, κάνε να περάσει ο γιος μου στο πανεπιστήμιο»·
- Θεέ μου, Θεέ μου, που δε σ’ είδα ποτέ μου, έκφραση απηυδισμένου ατόμου από τη συνεχιζόμενη κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αχ·
- Θεέ μου, πώς βαστάς τα κεραμίδια ξεκάρφωτα! λέγεται με αγανάκτηση ή έκπληξη στο άκουσμα παράδοξων πληροφοριών, μεγάλης ανοησίας ή ασύστολης ψευδολογίας που μας λέει κάποιος, ή για παράξενα ή παράδοξα πράγματα που βλέπουμε·
- Θεέ μου σχώρα με, έκφραση με την οποία ζητάμε τη συγχώρεση του Θεού, όταν ανακοινώνουμε σε κάποιον τα ελαττώματα ή τις αδυναμίες κάποιου, ή ακόμα, όταν αναφερόμαστε στις δικές μας: «είναι μπεκρής, χαρτοπαίχτης, παιδεραστής, Θεέ μου σχώρα με». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν στον έρωτα λυγίσω, Θεέ μου σχώρα με,κι άμα πιω κι άμα μεθύσω, παρηγόρα με).Παρατηρείται σταυροκόπημα, ενώ, πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αχ·
- Θεέ μου φύλαγε! επίκληση στο Θεός για προστασία: «Θεέ μου φύλαγε το παιδί από κάθε κακό!». Συνών. παναγιά μου φύλαγε! ή Παναγία μου φύλαγε! / Χριστέ μου φύλαγε(!)· βλ. φρ. Θεός φυλάξοι(!)·
- Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει, οι ενέργειες του Θεού ή κάποιου ισχυρού ατόμου είναι ανεξέλεγκτες, δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε ή να τις σχολιάζουμε: «άλλους ανεβάζει κι άλλους κατεβάζει, Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει || με τόσο χρήμα που διαθέτει, άνθρωπέ μου, Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει»·
- Θεός να φυλάει βλ. φρ. Θεός φυλάξοι(!)·
- Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα σου, ευχετική έκφραση σε κάποιον, να συγχωρεθούν όλοι όσοι έχουν πεθάνει στην οικογένειά του, αλλά να συγχωρεθεί και αυτός ο ίδιος, όταν πεθάνει. Λέγεται ιδίως από τους ζητιάνους στο δρόμο ή έξω από τις εκκλησίες και τα νεκροταφεία μετά την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή και πριν από αυτή, όταν μας τη ζητούν με τη στερεότυπη φρ. μια βοήθεια χριστιανοί, Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα σας·
- Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα του, ευχετική αναφορά σε εκλιπόντα που κάποτε μας βοήθησε ή μας εξυπηρέτησε σοβαρά, να συγχωρεθεί για ό,τι κακό μπορεί να έχει κάνει στη ζωή του: «καλά που ήταν και ο τάδε, Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα του, που με βοήθησε και γλίτωσα τη φυλακή»·
- Θεός σχωρέσ’ το, (ειρωνικά για πράγματα) χάθηκε ή καταστράφηκε ή σίγουρα θα καταστραφεί: «ακόμα για κείνο τ’ αυτοκίνητο που είχα μιλάς, πάει, Θεός σχωρέσ’ το || αφού έδωσες τ’ αυτοκίνητό σου σ’ αυτόν τον ατζαμή, Θεός σχωρέσ’ το»·
- Θεός σχωρέσ’ τον, α. ευχή για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του εκλιπόντος. β. δηλώνει πως κάποιος βρίσκεται στα τελευταία του, πως σίγουρα θα πεθάνει: «αφού έχει καθολικό καρκίνο ο άνθρωπος, Θεός σχωρέσ’ τον»·
- Θεός φυλάξοι! ευχή να μη συμβεί ποτέ σε μας αυτό το κακό για το οποίο κουβεντιάζουμε τώρα: «έπιασε φωτιά το σπίτι του τάδε κι έγινε στάχτη. -Θεός φυλάξοι! || κόλλησε μια σπάνια αρρώστια, Θεός φυλάξοι!». Συνήθως ακολουθεί σταυροκόπημα. Συνών. έξω από δω! / έξω από μας! / μακριά από δω! / μακριά από μας(!)· βλ. και φρ. Θεέ μου φύλαγε(!)·
- Θεού θέλοντος, αν θέλει ο Θεός, θα γίνει κάτι που επιθυμώ: «Θεού θέλοντος, όλα θα πάνε καλά»·βλ. και φρ. με το θέλημα του Θεού, λ. θέλημα·
- Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, με τη βοήθεια του Θεού, αλλά και αν ευνοεί η γενική κατάσταση που επικρατεί για να γίνει κάτι που θέλω: «Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος όλα θα πάνε καλά»·
- Θεού θέλοντος, καιρού επιτρέποντος και υγείας ούσης, με τη βοήθεια του Θεού, τη γενική κατάσταση που επικρατεί, αλλά και την καλή πορεία της υγείας μου για να γίνει κάτι που θέλω: «Θεού θέλοντος, καιρού επιτρέποντος και υγείας ούσης, θα πάω φέτος να κάνω κι εγώ διακοπές στην πολυδιαφημισμένη Χαλκιδική»·   
- κάμε του φτωχού καλό, θα το βρεις απ’ το Θεό, βλ. λ. φτωχός·
- κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, ενήργησε όπως σε καθοδηγήσει ο Θεός ή, εντέλει, όπως εσύ νομίζεις καλύτερα: «εγώ σου είπα πώς έχει η κατάσταση, από δω και πέρα κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός»·
- κανέναν δε χάνει ο Θεός ή ο Θεός δε χάνει κανέναν, για όλους μεριμνεί ο Θεός: «μη στενοχωριέσαι και όλα θα περάσουν, γιατί κανέναν δε χάνει ο Θεός»·
- … κι άγιος ο Θεός, έκφραση που δηλώνει πως κάτι καλό ή κακόεπαναλαμβάνεται κι έχει διάρκεια: «δουλειά κι άγιος ο Θεός || τεμπελιά κι άγιος ο Θεός»·
- κι ο Θεός βοηθός, ευχετική επίκληση για θεϊκή βοήθεια, ιδίως με την έναρξη κάποιας εργασίας ή προσπάθειας που είναι αμφιβόλου αποτελέσματος: «εγώ θα ξεκινήσω τη δουλειά κι ο Θεός βοηθός»· βλ. και φρ. ο Θεός βοηθός(!)·
- μα το Θεό! όρκος για να γίνουμε πιστευτοί σε αυτό που λέμε σε κάποιον: «μα το Θεό, δε σου λέω ψέματα!». (Λαϊκό τραγούδι: είναι τώρα λίγος καιρός όπου την αγαπάω και σκέφτομαι, μα το Θεό,στη μάνα της να πάω). Πολλές φορές, ο όρκος δίνεται μετά την απαίτηση του συνομιλητή μας με το ορκίσου και είναι φορές που συνοδεύεται και από σταυροκόπημα. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το σου λέω· βλ. και φρ. να με κάψει ο Θεός(!)·
- μακριά απ’ του Θεού το βλέμμα ή μακριά απ’ το βλέμμα του Θεού, λέγεται για τόπο πολύ απομονωμένο, απομακρυσμένο, ή για άνθρωπο που ζει απομονωμένος: «εδώ που ήρθα, ζω μακριά απ’ του Θεού το βλέμμα, και να πεθάνω, κανείς δε θα το μάθει»·
- μαλάκας άνθρωπος, χαρά Θεού, βλ. λ. μαλάκας·
- μάρτυς μου ο Θεός, έκφραση για να βεβαιώσουμε κάποιον πως του λέμε αλήθεια: «μάρτυς μου ο Θεός, όλα έγιναν ακριβώς έτσι όπως στα λέω»·
- μας ξέχασε ο Θεός, λέγεται στην περίπτωση που γενικά συμβαίνουν πολλά δεινά μαζεμένα:  «απ’ τη μια οι σεισμοί, απ’ την άλλη οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες από δω, τα δυστυχήματα από κει, μας ξέχασε ο Θεός»· βλ. και φρ. τον ξέχασε ο Θεός·
- με πήρε ο Θεός τα μυαλά, ξαφνικά συμπεριφέρθηκα ανόητα, άστοχα, απερίσκεπτα, επιπόλαια, τρελά, όπως ποτέ δε συμπεριφερόμουν: «κάποια στιγμή με πήρε ο Θεός τα μυαλά και τους έκανα άνω κάτω με τις αγριοφωνάρες μου». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το λες και·
- με στράβωσε ο Θεός, βλ. φρ. με πήρε ο Θεός τα μυαλά·
- με το ευλογητός ο Θεός ημών, με την αρχή, με το ξεκίνημα μιας δουλειάς, υπόθεσης ή κάποιας διαδικασίας: «τον πήρα για μια δουλειά που είχα κλείσει και με το ευλογητός ο Θεός ημών ήθελε να τον πληρώσω! || με το ευλογητός ο Θεός ημών της ακροαματικής διαδικασίας, φάνηκε αμέσως ποιος ήταν ο αθώος και ποιος ο ένοχος». Αναφορά στην εκκλησιαστική φρ. εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ  εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, με την οποία αρχίζει η κάθε ακολουθία·    
- με το θέλημα του Θεού, βλ. λ. θέλημα·
- με του Θεού τη χάρη, με τη βοήθεια, με την ευσπλαχνία του Θεού: «με του Θεού τη χάρη πέρασα όλες τις δυσκολίες που μου έτυχαν στη ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: μα με του Θεού τη χάρη, βγήκα πάλι παλικάρι
- μένω στο έλεος του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- μετά φόβου Θεού, βλ. λ. φόβος·
- μέχρι κι ο Θεός τα ’βαλε μαζί μου, δε βρήκα από κανέναν και από πουθενά βοήθεια, κυνηγήθηκα από τους πάντες: «ένα διάστημα δεν είχα πού την κεφαλήν κλίνη· μέχρι κι ο Θεός τα ’βαλε μαζί μου». (Λαϊκό τραγούδι: φύσηξ’ ο βοριάς της παρηγοριάς πάνω στο κορμί μου, άλλαξ’ ο καιρός μέχρι κι ο Θεός τα ’βαλε μαζί μου). Συνήθως λέγεται με παράπονο ή με ένα αίσθημα εγκατάλειψης·
- μη για όνομα του Θεού! παρακλητική έκφραση με την οποία προσπαθούμε να παρεμποδίσουμε ή να αποτρέψουμε κάποιον να κάνει κάτι, ιδίως παράτολμο ή κακό: «θα πατήσω το πεντάλ και θα πιάσουμε διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. -Μη για όνομα του Θεού! || θα τον κλείσω στη φυλακή τον άτιμο. -Μη για όνομα του Θεού!». Τις περισσότερες φορές, δικαιολογούμε και το λόγο για τον οποίο αποτρέπουμε το συνομιλητή μας να προβεί στην πράξη που δηλώνει: «θα πατήσω το πεντάλ και θα πιάσουμε διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. -Μη για όνομα του Θεού, γιατί θα σκοτωθούμε! || θα τον κλείσω στη φυλακή τον άτιμο. -Μη για όνομα του Θεού, γιατί έχει μικρά παιδιά να θρέψει!»·
- μη για το Θεό! βλ. φρ. μη για όνομα του Θεού(!)·
- μια χαρά Θεού ή μια χαρά Θεού είναι…, βλ. λ. χαρά·
- μόλις βγήκε, ο Θεός έσπασε το καλούπι, βλ. λ. καλούπι·
- μου βγαίνει ο Θεός, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, τυραννιέμαι: «μου βγαίνει ο Θεός κάθε μέρα στη δουλειά». Συνών. μου βγαίνει η Παναγία / μου βγαίνει η πίστη / μου βγαίνει η ψυχή / μου βγαίνει ο κώλος / μου βγαίνει ο πάτος / μου βγαίνει ο Χριστός / μου βγαίνει το λάδι·
- μου βγαίνει ο Θεός ανάποδα, καταβασανίζομαι, καταταλαιπωρούμαι, κατατυραννιέμαι: «μου βγαίνει ο Θεός ανάποδα κάθε μέρα για να τα φέρω βόλτα». Συνών. μου βγαίνει η Παναγία ανάποδα / μου βγαίνει η πίστη ανάποδα / μου βγαίνει η ψυχή ανάποδα / μου βγαίνει η ψυχή απ’ το στόμα / μου βγαίνει ο κώλος απ’ έξω (απ’ όξω) / μου βγαίνει ο πάτος απ’ έξω (απ’ όξω) / μου βγαίνει ο Χριστός ανάποδα·
- μου ’ρχεται, μα το Θεό να… ή μα το Θεό, μου ’ρχεται να…, λέγεται στην περίπτωση που ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα νιώθουμε έντονη και ισχυρή την τάση να κάνουμε κάτι συγκεκριμένο: «κάθε φορά που βλέπω αυτόν τον παλιάνθρωπο, μου ’ρχεται, μα το Θεό, να τον σπάσω στο ξύλο || κάθε φορά που βλέπω αυτόν το φουκαρά, μου ’ρχεται, μα το Θεό, να βάλω τα κλάματα». (Λαϊκό τραγούδι: είναι τώρα λίγος καιρός όπου την αγαπάω και μου ’ρχεται, μα το Θεό, στη μάνα της να πάω). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έτσι·
- να έχεις την ευλογία του Θεού, βλ. λ. ευλογία·
- να έχεις την ευχή του Θεού, βλ. λ. ευχή·
- να με κάψει ο Θεός! ή ο Θεός να με κάψει! είδος όρκου για να γίνουμε πιστευτοί σε αυτά που λέμε σε κάποιον, αναφορά στη θεϊκή τιμωρία για να τονίσουμε τις καλές μας προθέσεις: «αν δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως στα λέω, να με κάψει ο Θεός! || αν κάνω εγώ αυτό το πράγμα, να με κάψει ο Θεός!»·
- να μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν’ αντέξεις, λέγεται ως ευχή σε κάποιον, γιατί ο άνθρωπος σε μια δύσκολη στιγμή έχει απεριόριστη αντοχή, οπότε το υπονοούμενο είναι πως, αν του δώσει ο Θεός όσα μπορεί να αντέξει, τότε θα του δώσει πάρα πολλές δυσκολίες· 
- να μη φτάσεις να δεις Θεού πρόσωπο, είδος κατάρας με την έννοια, να μην αξιωθείς, να μην προλάβεις να καλυτερεύσεις τη ζωή σου, να αντιμετωπίζεις συνέχεια μεγάλες δυσκολίες και προβλήματα: «για το κακό που μου ’κανες, να μη φτάσεις να δεις Θεού πρόσωπο»·
- να μην (το) δώσει ο Θεός, βλ. φρ. ας μην (το) δώσει ο Θεός·
- να σε κάψει ο Θεός! ή ο Θεός να σε κάψει! είδος κατάρας που απευθύνουμε εναντίον κάποιου·
- νεράκι του Θεού, βλ. λ. νεράκι·
- ξαναβλέπω Θεού πρόσωπο, μετά από περίοδο δυσκολιών, άρχισε να βελτιώνεται η κατάσταση μου, άρχισα πάλι να ευημερώ: «μετά τη βοήθεια που δέχθηκα απ’ το φίλο μου, ξαναβλέπω Θεού πρόσωπο»·
- ξέρει ο Θεός ποιο δέντρο μαραίνει, ο Θεός δεν τιμωρεί τυχαία τους ανθρώπους: «ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει, και νομίζει πως ο Θεός ρίχνει την τιμωρία και σ’ όποιον πάει, όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα, γιατί ξέρει ο Θεός ποιο δέντρο μαραίνει»·
- ο δούλος (η δούλη) του Θεού, βλ. λ. δούλος·
- ο δρόμος του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει όμως και το νοικοκύρη, δεν υπάρχει περίπτωση να αδικήσει κανείς κάποιον και να μην το πληρώσει αργά ή γρήγορα·
- ο Θεός άλλους ανεβάζει κι άλλους κατεβάζει, ηπιότερη έκφραση του ο Θεός άλλους έπλασε κι άλλους έκλασε (βλ. φρ.)·
- ο Θεός αλλού πλάθει κι αλλού κλάνει, βλ. συνηθέστ. ο Θεός άλλους έπλασε κι άλλους έκλασε·
- ο Θεός άλλους έπλασε κι άλλους έκλασε ή ο Θεός άλλους τους έπλασε κι άλλους τους έκλασε, χαρακτηριστική έκφραση απογοητευμένου ανθρώπου για την κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του, καθώς βλέπει άλλους να πορεύονται με επιτυχία και προκοπή·
- ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί, ο Θεός μπορεί να αργεί πολλές φορές να επέμβει για βοήθεια ή για τιμωρία, αλλά σίγουρα κάποτε επεμβαίνει: «κάποια μέρα θα τιμωρηθείς από τη θεία δικαιοσύνη για το κακό που μου έχεις κάνει, γιατί ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί»·
- ο Θεός ας με συχωρέσει ή ο Θεός να με συχωρέσει, βλ. φρ. Θεέ μου σχώρα με·
- ο Θεός βοηθός! παράκληση ατόμου που έχει εμπλακεί σε δυσκολίες να επέμβει ο Θεός να το βοηθήσει· βλ. και φρ. κι ο Θεός βοηθός·
- ο Θεός είναι μεγάλος! α. παρηγορητική υπενθύμιση της μακροθυμίας του Θεού σε περίπτωση απογοήτευσης ή υπενθύμιση της σωτήριας βοήθειας του Θεού σε περίπτωση μεγάλης δυστυχίας: «κάνε λίγο υπομονή και να δεις που όλα θα περάσουν, γιατί ο Θεός είναι μεγάλος». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν σε πήρε κάποιος άλλος, ο Θεός είναι μεγάλος). β. δηλώνει πίστη πως τα πράγματα θα διορθωθούν: «μπορεί να περνάω δύσκολες μέρες, αλά ο Θεός είναι μεγάλος κι όλα θα φτιάξουν!»·
- ο Θεός κι η ψυχή μου το ξέρουν! μόνο ο Θεός κι εγώ γνωρίζουμε τι βάσανα και τι δυσκολίες πέρασα για να πετύχω κάτι: «ο Θεός κι η ψυχή μου το ξέρουν τι πέρασα για ν’ αγοράσω αυτό το σπιτάκι! || ο Θεός κι η ψυχή μου το ξέρουν τι τράβηξα για να σπουδάσω τα παιδιά μου!»·
- ο Θεός κι η ψυχή του, έκφραση με την οποία αφήνουμε κάποιον εντελώς ελεύθερο να αποφασίσει για θέμα που μας αφορά ή και που αφορά τον ίδιο και που έχει μια διάθεση δυσπιστίας για το αν ενεργήσει σωστά, όπως πρέπει: «εγώ πάντως του ζήτησα συγνώμη. Από εκεί και πέρα ο Θεός κι η ψυχή του || εγώ, ό,τι συμβουλή ήταν να του δώσω, του την έδωσα, τώρα το τι θα κάνει, ο Θεός κι η ψυχή του»·
- ο Θεός κι ο λόγος σου! λέγεται ευχετικά, όταν μας λέει κάποιος κάτι που μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί ή μας ικανοποιεί, να το ακούσει ο Θεός για να το πραγματοποιήσει: «δεν ξέρεις πόσο θέλω να γίνει καλά ο πατέρας σου! -Ο Θεός κι ο λόγος σου! || ε ρε και να σου τύχει το λαχείο που αγόρασες! -Ο Θεός κι ο λόγος σου!»·
- ο Θεός μαζί σου, ευχετική έκφραση σε κάποιον που αναχωρεί για κάπου ή που βρίσκεται στο ξεκίνημα μιας ενέργειάς του·
- ο Θεός μονάχα ξέρει, βλ. φρ. ένας Θεός ξέρει. (Λαϊκό τραγούδι: χαραμίστηκε η ζωή μου μες στα χέρια τα δικά σου, ο Θεός μονάχα ξέρει πόσα τράβηξα κοντά σου
- ο Θεός μονάχα ξέρει αν… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πότε… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πού… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πώς…, βλ. φρ. ένας Θεός ξέρει αν… (Λαϊκό τραγούδι: κάποιο τρένο θα περάσει απ’ τη ζωή μας βιαστικό, τη βαλίτσα μας στο χέρι κι ο Θεός μονάχα ξέρει πού θα κάνουμε σταθμό
- ο Θεός ν’ αναπαύσει την ψυχή του, ευχή σε κάποιον που πέθανε·
- ο Θεός να βάλει το χέρι του! (το χεράκι του!), παράκληση κάποιου που έχει εμπλακεί σε δυσκολίες να επέμβει ο Θεός να τον βοηθήσει·
- ο Θεός να δώσει! λέγεται ευχετικά, όταν μας λέει κάποιος κάτι που μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί ή μας ικανοποιεί, να το ακούσει ο Θεός για να το πραγματοποιήσει: «πολύ θα χαρώ, αν περάσει ο γιος σου στο πανεπιστήμιο! -Ο Θεός να δώσει»·
- ο Θεός να ευδοκήσει! βλ. φρ. ο Θεός να δώσει(!)·
- ο Θεός να κάνει το θαύμα του! βλ. φρ. ο Θεός να βάλει το χέρι του! (το χεράκι του!)·
- ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, ευχή να μη συμβεί το κακό στο οποίο αναφέρομαι ή να μην είναι έτσι το κακό που λέω για κάποιον, μακάρι να διαψευστώ: «άκουσα πως ο τάδε έβαλε χέρι στο ταμείο, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη || ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, αλλά έμαθα πως η τάδε του τα φοράει του φίλου μας»·
- ο Θεός να μη μας το χρωστάει αυτό το κακό ή ο Θεός να μη μας το χρωστάει τέτοιο κακό, λέγεται στην περίπτωση που απευχόμαστε να συμβεί και σε μας το κακό για το οποίο κουβεντιάζουμε: «έμεινε ολομόναχος στη ζωή, γιατί έχασε όλη του την οικογένεια σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. -Ο Θεός να μη μας το χρωστάει τέτοιο κακό»·
- ο Θεός να μη το δώσει, ευχή για να μη συμβεί το κακό στο οποίο αναφερόμαστε·
- ο Θεός να μου κόβει μέρες και να σου δίνει χρόνια, έκφραση με την οποία δείχνουμε την υπέρμετρη αγάπη μας σε πολυαγαπημένο μας πρόσωπο·
- ο Θεός να σ’ ευλογεί, ευχή που δίνουμε σε κάποιον να έχει την ευλογία του Θεού: «ο Θεός να σ’ ευλογεί, φίλε μου, που με βοήθησες»·
- ο Θεός να σε καλοδρομίζει, ευχή σε κάποιον που πρόκειται να ταξιδέψει·
- ο Θεός να σε πληρώσει ή ο Θεός να στο πληρώσει, ευχή ατόμου, που βοηθήσαμε, να αποζημιωθούμε από το Θεό ή κατάρα ατόμου, που του κάναμε κάποιο κακό, να τιμωρηθούμε από το Θεό·
- ο Θεός να σε φυλάει, ευχή σε κάποιον να έχει την προστασία του Θεού: «ο Θεός να σε φυλάει απ’ τους κακούς ανθρώπους». (Λαϊκό τραγούδι: Σακραμέντο και Νοτάη ο Θεός να σε φυλάει. Πέρασα κι από το Φρίσκο όλο μπελαλήδες βρίσκω
- ο Θεός να σε φωτίσει ή να σε φωτίσει ο Θεός ευχή σε κάποιον να τον καθοδηγήσει ο Θεός, ώστε να μπορέσει να ενεργήσει με τον ορθό, το σωστό, τον ενδεδειγμένο τρόπο, να τον βοηθήσει να πάρει τη σωστή απόφαση: «τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, γι’ αυτό εύχομαι να σε φωτίσει ο Θεός να κάνεις το σωστό»·
- ο Θεός να σου δίνει φώτιση, ευχή που δίνουμε σε κάποιον να τον καθοδηγεί ο Θεός, ώστε να ενεργεί ορθά, σωστά, ώστε να παίρνει τις σωστές αποφάσεις: «εκεί που θα πας, παιδάκι μου, ο Θεός να σου δίνει φώτιση». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το καλή·
- ο Θεός να στα φέρει δεξιά ή ο Θεός να τα φέρει δεξιά, ευχή σε κάποιον, που βασανίζεται από κάποιο πρόβλημα, να βρεθεί ευνοϊκή λύση, να έχει αίσια κατάληξη·
- ο Θεός να στα φέρνει (πάντα) δεξιά, ευχή σε κάποιον, που μας πληροφορεί πως γενικά όλα τα πράγματα στη ζωή του πηγαίνουν ευνοϊκά, να συνεχίσουν να πηγαίνουν ευνοϊκά, ή ευχή σε κάποιον, που μας βοήθησε, να είναι ευτυχισμένος, χωρίς προβλήματα·
- ο Θεός να το κάνει…, ειρωνική έκφραση, που δηλώνει πως το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος, δεν έχει καμιά χρηστικότητα είτε λόγω παλαιότητας είτε λόγω ακαταλληλότητας ή, και αν την έχει, είναι μηδαμινή ή και επικίνδυνη:  «αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αλλά ο Θεός να το κάνει αυτοκίνητο, γιατί φοβάσαι και να μπεις μέσα || αγόρασε ένα διαμέρισμα, αλλά ο Θεός να το κάνει διαμέρισμα, γιατί είναι στο υπόγειο μιας παλιάς οικοδομής»·
- ο Θεός να τον κάνει…, ειρωνική έκφραση, που δηλώνει πως το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος δεν έχει καμιά από τις ιδιότητες που το αποδίδουν ή, και αν τις έχει, είναι μηδαμινές: «θα πάω στο γιατρό μου για μια εξέταση. -Ο Θεός να τον κάνει γιατρό αυτόν τον κομπογιαννίτη || έδωσα την υπόθεσή μου σ’ έναν δικηγόρο, αλλά ο Θεός να τον κάνει δικηγόρο, γιατί είναι απ’ τους μεγαλύτερους χασοδίκες»·
- ο Θεός να φυλάει! βλ. φρ. Θεός φυλάξοι(!)·
- ο Θεός ο ίδιος να… ή ο ίδιος ο Θεός να…, δηλώνει εμμονή σε κάποια απόφασή μας: «ο Θεός ο ίδιος να μου το πει, εγώ δεν αποσύρω τη μήνυση που του ’κανα || ο Θεός ο ίδιος να με παρακαλέσει να μην πάω, εγώ θα πάω για να του μπω στο μάτι»·
- ο Θεός πάντα το καλό, ευχετική προσφώνηση ανάμεσα σε πότες, την ώρα που σηκώνουν το ποτήρι τους να πιουν. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το άντε και (κι)·
- ο Θεός σκάλες ανεβάζει και σκάλες κατεβάζει, έκφραση που δηλώνει πως η τύχη είναι ευμετάβλητη και συνήθως απευθύνεται προειδοποιητικά σε κείνους που παινεύονται για την καλή τους τύχη: «μην κοκορεύεσαι για την καλή σου τύχη, γιατί ο Θεός σκάλες ανεβάζει και σκάλες κατεβάζει»· βλ. και φρ. ο Θεός άλλους ανεβάζει κι άλλους κατεβάζει·
- ο Θεός στα ψηλά βουνά ρίχνει το χιόνι, ο Θεός στέλνει τις μεγάλες στενοχώριες, τις μεγάλες συμφορές, τα μεγάλα βάρη, σε κείνους που μπορούν να τα αντέξουν: «ό,τι κακό και να σου τύχει εσένα, δε σε φοβάμαι, γιατί ο Θεός στα ψηλά βουνά ρίχνει το χιόνι»·
- ο Θεός της Ελλάδας, βλ. λ. Ελλάδα·
- ο Θεός τρέφει τα πουλιά, μα δεν τα βάζει και το φαΐ μέσ’ στη φωλιά, παράλληλα με τη φροντίδα του Θεού, πρέπει και εμείς να φροντίζουμε για τα προς το ζην: «εσύ την άραξες στο σπίτι σου και τα περιμένεις όλα απ’ το Θεό. Βέβαια, ο Θεός τρέφει τα πουλιά, μα δεν τα βάζει και το φαΐ μέσ’ στη φωλιά». Πρβλ.: σύν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει·
- ο καλόγερος κοιμάται κι ο Θεός του μαγειρεύει, λέγεται για άτομο που, χωρίς να κοπιάζει διόλου, του έρχονται όλα ευνοϊκά, ή λέγεται για άτομο του οποίου για την προκοπή του ενδιαφέρεται ενεργά κάποιος άλλος: «γι’ αυτόν δεν πρέπει ν’ ανησυχείς, γιατί ο καλόγερος κοιμάται κι ο Θεός του μαγειρεύει». Συνών. αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει·
- ο κουβαλητής θυμάται το Θεό, μόνο όταν έχει το φορτίο στον ώμο του, βλ. λ. κουβαλητής·
- ο Λόγος του Θεού, βλ. λ. λόγος·
- ο Νόμος του Θεού, βλ. λ. νόμος·
- οίκος (του) Θεού, βλ. λ. οίκος·
- όλες οι μέρες είναι του Θεού, βλ. λ. μέρα·
- όποιον αγαπά ο Θεός παιδεύει, όποιον αγαπά ο Θεός τον υποβάλλει σε δοκιμασίες: «η στενοχωριέσαι με τις δυσκολίες που σου τυχαίνουν, γιατί όποιον αγαπά ο Θεός παιδεύει». Πρβλ.:
ν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται. (Παύλου Προς Εβραίους, ιβ΄ 6]·
- όποιος δίνει σε φτωχό, δανείζει στο Θεό, όποιος ελεεί φτωχό, ο Θεός θα του το ανταποδώσει. Η φρ. υπάρχει γραμμένη σε πολλές εκκλησίες·
- όποιος λέει την αλήθεια, έχει το Θεό βοήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- όπου δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια, βλ. λ. ανίψι·
- όπως ορίζει ο Θεός ή όπως ορίσει ο Θεός, σύμφωνα με την επιθυμία του Θεού: «δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τίποτα στη ζωή, γιατί όλα γίνονται όπως ορίσει ο Θεός»·
- οργή Θεού, βλ. λ. οργή·
- όσο θέλεις δούλευε κι όσα θέλει ο Θεός θα σου δώσει, παρ’ όλη την εργατικότητα του ανθρώπου αν δεν υπάρχει και η θεϊκή βούληση, τότε δε θα μπορέσει να προκόψει·
- όταν γαμείς, λεν το φτωχό, να κοιτάς και το Θεό, βλ. λ. φτωχός·
- όταν δίνει ο Θεός τ’ αλεύρι, παίρνει ο διάβολος το σακί, είναι και φορές που η ατυχία μας εμποδίζει να απολαύσουμε τα οφέλη από τις προσπάθειές μας, τα αγαθά τον κόπων μας: «καμιά φορά έρχονται έτσι τα πράγματα στη ζωή, που, όταν δίνει ο Θεός τ’ αλεύρι, παίρνει ο διάβολος το σακί»·   
- όταν θέλει να χαλάσει ο Θεός τον μέρμηγκα, του βάζει φτερά και πετάει, βλ. λ. μυρμήγκι·
- όταν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών, όταν έχουμε την προστασία του Θεού, δεν πρέπει να φοβόμαστε κανένα κακό από οποιονδήποτε·
- όταν ο Θεός μοίραζε μυαλά, αυτός κοιμόταν ή όταν ο Θεός μοίραζε μυαλά, αυτός είπε όχι ευχαριστώ ή όταν ο Θεός πετούσε μυαλά, αυτός κρατούσε ομπρέλα, λέγεται ειρωνικά για άτομο που δεν έχει καθόλου μυαλό, που είναι πολύ κουτός, ανόητος, βλάκας: «μην τον συνερίζεσαι γι’ αυτά που λέει και κάνει, γιατί, όταν ο Θεός πετούσε μυαλά, αυτός κρατούσε ομπρέλα»·
- όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, από το ότι, τα πάντα στη ζωή του ανθρώπου είναι ρευστά, απρόβλεπτα και εξαρτιόνται από τη βούληση του Θεού: «πάνε ν’ ανάψεις κανένα κεράκι τώρα που ξεκινάς καινούρια δουλειά, γιατί δεν πρέπει να σου διαφεύγει πως όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει»·    
- (ούτε) το Θεό μπάρμπα να ’χει, με κανένα τρόπο, σε καμιά περίπτωση δε θα πραγματοποιήσουμε ή δε θα αφήσουμε να πραγματοποιηθεί κάτι που τον συμφέρει ή που τον ωφελεί: «δε θα τον πάρω στη δουλειά μου, ούτε το Θεό μπάρμπα να ’χει || δε θα του δώσω την άδεια που θέλει, ούτε το Θεό μπάρμπα  να ’χει»·
- παιδιά ενός κατώτερου Θεού, βλ. λ. παιδί·
- παιδιά του Θεού, βλ. λ. παιδί·
- πήγαινε στην ευχή του Θεού! βλ. λ. ευχή·
- πήγαινε στο έλεος του Θεού! βλ. λ. έλεος·
- πήγε στο Θεό, πέθανε και σίγουρα η ψυχή του πήγε στον Παράδεισο: «ήταν πολύ καλός άνθρωπος ο σχωρεμένος και σίγουρα η ψυχή του πήγε στο Θεό». Συνηθισμένη δικαιολογία σε μικρό παιδί για το θάνατο ατόμου της οικογενείας του·
- πλάσμα του Θεού, βλ. λ. πλάσμα·
- πλούσια, Θεέ μου, τα ελέη σου! ή πλούσια τα ελέη του Θεού! αναφώνηση ευχαριστίας προς το Θεό για την αφθονία αγαθών, ιδίως τροφών που υπάρχουν σε ένα τραπέζι·
- ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! ξέσπασε με τέτοια οργή και μανία, που προξενούσε φόβο: «μόλις μας είδε να τεμπελιάζουμε, άρχισε να φωνάζει σαν μανιακός και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε!»·
- προβατάκι του Θεού, βλ. λ. προβατάκι·
- προς Θεού! παρακλητική έκφραση με την οποία προσπαθούμε να παρεμποδίσουμε ή να αποτρέψουμε κάποιον να κάνει κάτι, ιδίως κακό, ή έκφραση που επιτείνει την άρνησή μας για κάτι κακό που μας προσάπτει κάποιος: «προς Θεού, πρέπει να προσέχουμε καλά μη μας συμβεί κανένα κακό! || μα τι λες, προς Θεού, ούτε που το σκέφτηκα να σε κατηγορήσω!»·
- πρώτα ο Θεός, βλ. φρ. Θεού θέλοντος·
- πρώτη βοήθεια του Θεού, δεύτερη του γειτόνου, έκφραση με την οποία θέλουμε να υπογραμμίσουμε την αξία του καλού γείτονα: «ο καλός γείτονας είναι μεγάλη τύχη για κάποιον, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρώτη βοήθεια του Θεού, δεύτερη του γειτόνου»·
- πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει! ή πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει! α. έχω εξαντληθεί σωματικά ή οικονομικά: «ήταν τόσο κουραστική σήμερα η δουλειά, που πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει! || έπεσε τέτοια αναδουλειά στο μαγαζί και το πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει!». β. μετά βίας συγκρατώ τα νεύρα μου, μετά βίας συγκρατιέμαι να μην ενεργήσω βίαια εναντίον κάποιου: «λέει τέτοιες ανοησίες και πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει!». Συνήθως μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το μόνο ή το μονάχα, ενώ πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άρθρο το·
- πώς κρατιέμαι, ένας Θεός το ξέρει! ή πώς κρατώ, ένας Θεός το ξέρει! βλ. φρ. πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει(!)·
- σε τι Θεό πιστεύεις; λέγεται σε άτομο που συμπεριφέρεται με μεγάλη σκληρότητα και δηλώνει συνήθως παράκληση να συμπεριφερθεί πιο ήπια ή με επιείκεια: «μην τον κλείσεις φυλακή για μια κωλοεπιταγή, που δεν είχε να σου πληρώσει, σε τι Θεό πιστεύεις;»·
- σημαδεμένος απ’ το Θεό, αυτός που είναι ανάπηρος, σακάτης εκ γενετής: «τον τρώει ένα σαράκι, γιατί έχει ένα παιδί σημαδεμένο απ’ το Θεό»·
- στην ευχή του Θεού, βλ. λ. ευχή·
- στο Θεό σου! βλ. φρ. για (τ’) όνομα του Θεού! (Λαϊκό τραγούδι: Έλλη, στο Θεό σου, τι έχεις στο μυαλό σου;)·
- στο φαΐ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάνει κρίση, κανένας δεν μπορεί να κατακρίνει κάποιον, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν ενεργεί, για την απόκτηση ζωτικών αναγκών στη ζωή του·
- συν Θεώ, με τη βοήθεια του Θεού: «συν Θεώ όλα θα πάνε καλά»·
- τ’ αγαθά του Θεού, βλ. λ. αγαθό·
- τα ελέη του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- τα καλά του Θεού, αφθονία υλικών αγαθών: «τα καλά του Θεού έχουμε, δε μας λείπει τίποτα»·
- τέλος και τω Θεώ δόξα, βλ. λ. τέλος·
- τέρμα Θεού, βλ. λ. τέρμα·
- τέρμα και τω Θεώ δόξα, βλ. λ. τέρμα·
- τι Θεό λατρεύει, βλ. φρ. σε τι Θεό πιστεύει·
- τι Θεό λατρεύεις; βλ. φρ. σε τι Θεό πιστεύεις(;)·
- τι κάνει ο Θεός, όταν έχει κέφια! θαυμαστικό πείραγμα σε όμορφη γυναίκα που τη βλέπουμε να περνάει από μπροστά μας. Πολλές φορές, τη φρ. προτάσσεται το πω πω ή το ε ρε·
- τι να σε βαρέσω, που ’σαι βαρεμένος απ’ το Θεό, βλ. φρ. τι να σε χτυπήσω, που ’σαι χτυπημένος απ’ το Θεό·
- τι να σε χτυπήσω, που ’σαι χτυπημένος απ’ το Θεό, υποτιμητική έκφραση σε άτομο που δεν καταδεχόμαστε ούτε να το χτυπήσουμε, γιατί η μεγάλη βλακεία του, η μεγάλη ανοησία του θεωρούμε πως είναι χτύπημα από το Θεό· 
- το γκαβό πουλί ο Θεός δυο φορές το βλέπει, βλ. λ. πουλί·
- το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει, βλ. λ. πουλί·
- το Θεό, ειρωνική έκφραση ή έκφραση φιλοφροσύνης στο ευχαριστώ που μας λέει κάποιος για κάποια εξυπηρέτηση ή άλλη διευκόλυνση που του κάναμε·
- το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, βλ. φρ. το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς, λ. παπάς·
- το ’χω Θεό (μου) ή το ’χω για Θεό (μου) ή το ’χω σαν Θεό (μου), το λατρεύω, το αγαπώ πάρα πολύ, ιδίως το χρήμα: «όλοι στην οικογένειά μου ήταν τσιγκούνηδες άνθρωποι κι έτσι έμαθα κι εγώ να ’χω σαν Θεό το χρήμα». (Λαϊκό τραγούδι: την έσπασες στα γρήγορα, γι’ άλλο κορόιδο τρέχεις, γιατί το χρήμα αγαπάς και για Θεό το έχεις!
- τον αγαπάει σαν Θεό, τον υπεραγαπά: «απ’ τη μέρα που γνωρίστηκαν τον αγαπάει σαν Θεό». (Λαϊκό τραγούδι: ποιος το ’πε πως εγώ σε ξεχνώ, εγώ για σένα λιώνω νύχτα μέρα στο κόσμο σαν Θεό σ’ αγαπώ
- τον βλέπει σαν Θεό, τον υπεραγαπά, τον λατρεύει: «ο άντρας της δε της χαλάει χατίρι κι αυτή τον βλέπει σαν Θεό»·
- τον βλέπει στα μάτια σαν Θεό ή τον βλέπει σαν Θεό στα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- τον έκανα Θεό ή τον έχω κάνει Θεό, τον θερμοπαρακάλεσα: «τον έκανα Θεό να με βοηθήσει, αλλά αυτός τίποτα || τον έκανα Θεό ν’ αποσύρει τη μήνυση κι ευτυχώς που τον έπεισα». (Λαϊκό τραγούδι: σ’ έχω κάνει Θεό μια φορά να σε δω, να σου πω σ’ αγαπώ γύρνα πίσω
- τον ευλόγησε ο Θεός με τα δυο τα χέρια, πρόκειται για πολύ τυχερό, για πολύ ευτυχισμένο άνθρωπο: «με ό,τι καταπιαστεί, βγάζει ένα σωρό λεφτά, λες και τον ευλόγησε ο Θεός με τα δυο τα χέρια»·  
- τον έχω Θεό (μου) ή τον έχω για Θεό μου ή τον έχω σαν Θεό (μου), τον λατρεύω, τον αγαπώ πάρα πολύ: «μην πεις κουβέντα για τον πατέρα του, γιατί τον έχει Θεό του». (Λαϊκό τραγούδι: σε είχα σαν Θεό μου σε λάτρευα πολύ, μα εσύ αντί για μάννα μου έδωσες χολή
- τον κοιτάζω σαν Θεό, τον λατρεύω, τον αγαπώ πάρα πολύ και παράλληλα τον σέβομαι υπερβολικά: «τους γονείς του τους κοιτάζει σαν Θεό». (Λαϊκό τραγούδι: αχ, σαν Θεό μου σε κοιτώ, αχ, σε λατρεύω σ’ αγαπώ· μα εσύ αδιαφορείς, δε γυρίζεις να με δεις
- τον ξέχασε ο Θεός, είναι υπέργηρος: «μη ρωτάς πόσο χρονών είναι, τον ξέχασε ο Θεός»· βλ. και φρ. μας ξέχασε ο Θεός·
- τον πήρε ο Θεός, πέθανε: «είναι μήνες τώρα που τον πήρε ο Θεός». Πρβλ. Άγιε μου Γιώργη γείτονα, να μ’ έπαιρνες να γλίτωνα (Λαϊκό τραγούδι)·
- τον τιμώρησε ο Θεός, τελικά δε γλίτωσε την τιμωρία: «μπορεί να ξέφυγε απ’ τους ανθρώπους, αλλά στο τέλος τον τιμώρησε ο Θεός»·
- του βγάζω το Θεό, τον βασανίζω, τον ταλαιπωρώ, τον τυραννώ: «του ’βγαλε το Θεό μέχρι να του επιστρέψει τα δανεικά που του είχε πάρει». Συνών. του βγάζω την Παναγία / του βγάζω την πίστη / του βγάζω την ψυχή / του βγάζω το λάδι / του βγάζω το Χριστό / του βγάζω τον κώλο / του βγάζω τον πάτο·
- του βγάζω το Θεό ανάποδα, τον καταβασανίζω, τον καταταλαιπωρώ, τον κατατυραννώ: «μπορεί να του βγάζω το Θεό ανάποδα κάθε μέρα, επειδή του ανέθεσα δύσκολη δουλειά, αλλά τον πληρώνω διπλάσια». Συνών. του βγάζω την Παναγία ανάποδα / του βγάζω την πίστη ανάποδα / του βγάζω την ψυχή ανάποδα / του βγάζω την ψυχή απ’ το στόμα / του βγάζω το Χριστό ανάποδα / του βγάζω τον κώλο απ’ έξω (απ’ όξω) / του βγάζω τον πάτο απ’ έξω (απ’ όξω)·
- του γαμώ το Θεό, α. τον καταξεφτιλίζω, τον καταντροπιάζω: «τον είδε που ενοχλούσε έγκυο γυναίκα κι εκεί μπροστά στον κόσμο του γάμησε το Θεό». β. τον τιμωρώ σκληρά, τον δέρνω άγρια και, κατ’ επέκταση, τον κατανικώ: «μόλις κατάλαβε ο πατέρας του πως ήταν πάλι πιωμένος του γάμησε το Θεό || τον άρπαξε στα χέρια του και του γάμησε το Θεό». γ. εκστομίζεται και ως βρισιά.Για συνών. βλ. φρ. του γαμώ τα καντήλια, λ. γαμώ·
- του ’δωσε ο Θεός πετσάκι κι αυτός άνοιξε βυρσοδεψείο, βλ. λ. πετσάκι·
- του Θεού το χρόνια δε σώνονται, α. λέγεται για τους βιαστικούς και ανυπόμονους ανθρώπους: «σιγά, ρε άνθρωπέ μου, μη βιάζεσαι, του Θεού τα χρόνια δε σώνονται». β. λέγεται από αυτούς που δε βιάζονται, που αφήνουν για το μέλλον αυτά που μπορούν να κάνουν σήμερα, που αναβάλλουν συνεχώς: «έλα μωρέ, γιατί να βιαστώ, του Θεού τα χρόνια δε σώνονται»· 
- του τα δίνει ο Θεός με τη σέσουλα, βλ. φρ. του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι·
- του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι, λέγεται για την αφθονία υλικών αγαθών που έχει κάποιος, και που συνεχώς προστίθενται και άλλα: «πώς να μην είναι ευτυχισμένος, απ’ τη στιγμή που του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι;»·
- του τα δίνει ο Θεός με το τσουβάλι, βλ. συνηθέστ. του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι·
- του χρωστάει ο Θεός, λέγεται για άτομο που, με ό,τι καταπιάνεται, κερδίζει με ευκολία πάρα πολλά λεφτά: «μην απορείς για το χρήμα που βγάζει αυτός ο άνθρωπος, γιατί του χρωστάει ο Θεός»·
- Ύψιστε Θεέ! ή Ύψιστε Θεέ μου! βλ. λ. ύψιστος·
- υψώνω τα χέρια μου στο Θεό, βλ. λ. χέρι·
- φεύγω απ’ το δρόμο του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- φωνή λαού, οργή Θεού, βλ. λ. φωνή·
- χάλασε ο Θεός τον κόσμο, προκλήθηκε μεγάλη, ανυπολόγιστη καταστροφή από φυσικά κυρίως αίτια ή στοιχεία: «ήταν τόσο δυνατός ο σεισμός, που χάλασε ο Θεός τον κόσμο || έγιναν τέτοιες πλημμύρες, που χάλασε ο Θεός τον κόσμο»·
- ψωλή καυλωμένη Θεό δεν ονομάζει, βλ. λ. ψωλή.

κάνω

κάνω κ. κάμω, ρ. [<αρχ. κάμνω], κάνω. 1. κατασκευάζω, παρασκευάζω: «έχει ένα εργοστάσιο και κάνει είδη υγιεινής || το αγόρασε ερείπιο και μέσα σ’ ένα χρόνο το ’κανε με τα χέρια του σπίτι!». (Λαϊκό τραγούδι: να σε δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε, και να κάνω μια καινούρια κοινωνία άλληνε). 2. μαγειρεύω: «ουμ! Μοσχομυρίζει το σπίτι. Τι φαγητό κάνεις;». 3. εκτελώ, ενεργώ: «θα μου κάνεις έναν καφέ; || κάνε ό,τι σου λένε». 4. αποκτώ, δημιουργώ: «έκανε περιουσία». (Λαϊκό τραγούδι: μποέμικα θα ζήσω τη ζωή μου, θα πίνω, θα γλεντώ και θα γελώ, γιατί δεν παίρνω τίποτα μαζί μου ό,τι κι αν έκανα θα μείνουν όλα εδώ). 5. απαντώ: «δε θα ’ρθω μαζί σου, έκανε ο Γιώργος και κάθισε στη θέση του». 6. καθαρίζω, συγυρίζω, τακτοποιώ: «αύριο θα κάνουμε το υπόγειο, γιατί είναι άνω κάτω || βοηθάω τη μητέρα μου να κάνει το σπίτι». 7. κοστίζω: «πόσο κάνει ο καφές;». 8. τεκνοποιώ: «παντρεύτηκαν πριν από δέκα χρόνια κι έχουν κάνει τρία παιδιά». 9. συμπεριφέρομαι, ενεργώ με κάποιον τρόπο: «μην κάνεις σαν να ’σαι χαζός || είναι σωστό αυτό που κάνεις;». (Λαϊκό τραγούδι: στο γράμμα σου δεν έπρεπε έτσι να με πικράνεις, είναι για μένα θάνατος, μικρό μου, αυτό που κάνεις). 10. διατελώ, χρηματίζω: «έκανε δυο χρόνια πρόεδρος του σωματείου μας». 11. ασκώ περιστασιακά κάποιο επάγγελμα: «κάποτε έκανα τον ταξιτζή». 12. επιχειρώ: «δεν κάνει τίποτα, αν δεν πάρει πρώτα τη συμβουλή του πατέρα του». 13. ασχολούμαι επαγγελματικά με κάτι: «κάνω μεταφορές || κάνω το μεσίτη». 14. υποκρίνομαι, προσποιούμαι, παριστάνω: «μας κάνει τον σπουδαίο || μην κάνεις τον τρελό για να τη γλιτώσεις!». (Δημοτικό τραγούδι: έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μάνα σου και κάνε πως ποτίζεις τη μαντζουράνα σου). 15. ζω: «πώς μπορείς και κάνεις με τόση φτώχεια!». 16. διαμένω περιστασιακά σε κάποιον τόπο: «αν το απαιτήσουν οι ανάγκες της εταιρείας, θα κάνεις για ένα διάστημα και στην επαρχία». 17. διανύω: «την απόσταση Θεσσαλονίκη-Αθήνα την κάνω με το καινούριο μου αυτοκίνητο μέσα σε τέσσερις ώρες». 18. (για ηθοποιούς) υποδύομαι: «παίζω στο τάδε έργο και κάνω έναν αστυνομικό». (Ακολουθούν 2222)·
- ακόμη τα κάνει απάνω του ή τα κάνει ακόμη απάνω του, βλ. λ. απάνω·
- ακόμη τα κάνει στα βρακιά του ή τα κάνει ακόμη στα βρακιά του, βλ. λ. βρακί·
- άλλα λες κι άλλα μου κάνεις, βλ. λ. λέω·
- άλλο δεν κάνει απ’ το να… , βλ. φρ. δεν κάνει άλλο απ’ το να(…)·
- άλλο θόρυβο κάνει ένας ντενεκές γεμάτος κι άλλο θόρυβο κάνει ένας ντενεκές άδειος, βλ. λ. ντενεκές·
- άλλοι κάνουν φίλους κι άλλοι κάνουν φίδια, βλ. λ. φίλος·
- άμα έχεις το μπαμπάκι, όπου θες κάνεις κονάκι, βλ. λ. μπαμπάκι·
- αν δε σου κάνει κόπο ή αν δε σας κάνει κόπο, βλ. λ. κόπος·
- αν ήταν η βλακεία κέντημα, θα ’χε κάνει την προίκα του, βλ. λ. κέντημα·
- αν ήταν η δουλειά καλή, δε θα σε πλήρωναν για να την κάνεις, βλ. λ. δουλειά·
- αν ήταν η μαλακία κέντημα, θα ’χε κάνει την προίκα του, βλ. λ. κέντημα·
- αν θες (θέλεις), κάνε κι αλλιώς, βλ. λ. αλλιώς·
- αν κάναν και οι μπαμπούροι μέλι, θα ’τρωγαν κι οι κατσιβέλοι, βλ. λ. μέλι·
- αν κάνει και… ή αν κάνει να… ή αν κάνει πως…, αν προσπαθήσει, αν επιχειρήσει να κάνει κάτι: «αν κάνει πως πάει να μπει μέσα, κάλεσε την αστυνομία || αν κάνει πως έρχεται, διώξ’ τον αμέσως». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το και ή το κι. (Λαϊκό τραγούδι: απόψε στην ταβέρνα πω, πω, πω τι έχει να γίνει κι αν κάνει να χορέψεις ποτήρι δε θα μείνει
- αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ αυτόν το γεωργό που ’χει πολλά σπαρμένα, βλ. λ. νερό·
- αν μπορείς, κάνε κι αλλιώς, βλ. λ. αλλιώς·
- άνθρωποι είμαστε, σφάλματα κάνουμε, βλ. λ. σφάλμα·
- από γλώσσα τι κάνεις; βλ. λ. γλώσσα·
- ας κάνει καλά μόνος του, βλ. λ. καλός·
- ας κάνει ό,τι θέλει ή ας κάνει ό,τι θέλει να κάνει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας κάνει ή ό,τι θέλει να κάνει, ας κάνει·
- ας κάνουμε ημίχρονο, βλ. λ. ημίχρονο·
- απ’ το θα μέχρι το κάνω, χιλιόμετρα πολλά, βλ. λ. χιλιόμετρο·
- αυτό το κάνει κι η γάτα μου, βλ.λ. γάτα·
- βλέποντας και κάνοντας, βλ. λ. βλέπω·
- βρίσκει και τα κάνει, βλ. λ. βρίσκω·
- για κάνε έτσι το κεφάλι σου! βλ. λ. κεφάλι·
- για να κάνω το άχτι μου, βλ. λ. άχτι·
- δε βλάφτει να κάνεις κι από κανέναν σταυρό, βλ. λ. σταυρός·
- δε μου κάνει, α. (για είδη ένδυσης ή υπόδησης) δεν εφαρμόζει σωστά επάνω μου, δεν είναι στα μέτρα μου: «δε μου κάνει αυτό το σακάκι, γιατί μου είναι στενό στους ώμους || δε μου κάνουν τα παπούτσια, γιατί με χτυπούν στις φτέρνες». β. (για πρόσωπα) δεν είναι του γούστου μου, της αρεσκείας μου, της τάξης μου: «δε μου κάνει αυτός ο άνθρωπος, γιατί είναι πολυλογάς || δε μου κάνει αυτός ο άνθρωπος, γιατί είναι αντιπαθητικός». (Λαϊκό τραγούδι: αν δε σ’ αρέσω, μίλα μου, αν δε σου κάνω,σφύρα, θα ’χω μεγάλη πέραση, αν μείνω ζωντοχήρα).γ. δεν είναι κατάλληλος ή επαρκής για τη θέση που θέλω να τον χρησιμοποιήσω: «φιλότιμο παιδί, δε λέω, αλλά δε μου κάνει, γιατί στη ρεσεψιόν που θέλω να τον τοποθετήσω πρέπει να ξέρει τουλάχιστον δυο γλώσσες, κι αυτός δεν ξέρει καμιά». δ. (για πράγματα) δεν είναι κατάλληλο για το λόγο που το θέλω: «δε μου κάνει αυτό το πολύφωτο, γιατί είναι μεγάλο, κι εγώ χρειάζομαι ένα για το δωμάτιο του παιδιού»·
- δε μου κάνει αίσθηση, βλ. λ. αίσθηση·
- δε μου κάνει καρδιά να…, βλ. λ. καρδιά·
- δε μου κάνει κέφι, βλ. λ. κέφι·
- δε μου κάνει όρεξη να…, βλ. λ. όρεξη·
- δε μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστα, βλ. λ. κρύος·
- δε μου κάνει ψυχή να…, βλ. λ. ψυχή·
- δεν είχε δουλειά να κάνει και βρήκε μαλλί να ξάνει, βλ. λ. δουλειά·
- δεν έκανε αχ, βλ. λ. αχ·
- δεν έκανε γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν έκανε κιχ, βλ. λ. κιχ·
- δεν έκανε τσικ, βλ. λ. τσικ·
- δεν έκλασε, μόνο έκανε πριτ, βλ. λ. πριτ·
- δεν έχει να κάνει, βλ. λ. έχω·
- δεν έχει να κάνει με…, βλ. λ. έχω·
- δεν έχει να κάνει τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- δεν έχεις να κάνεις με κανένα παιδάκι! βλ. λ. παιδάκι·
- δεν έχω να κάνω εγώ με…, α. δεν αναμείχθηκα, δε συμμετείχα, δεν πήρα μέρος στην υπόθεση για την οποία γίνεται λόγος: «δεν έχω να κάνω εγώ με τον καβγά που έγινε, γιατί έλειπα». β. δεν είναι της αρμοδιότητάς μου κάτι: «δεν έχω να κάνω εγώ με τις προμήθειες του εργοστασίου, γιατί άλλος είναι υπεύθυνος»·
- δεν έχω τι να κάνω, πλήττω, επειδή δεν έχω να ασχοληθώ με κάτι: «απ’ τη μέρα που βγήκα στη σύνταξη, νιώθω πολύ άσχημα, γιατί δεν έχω τι να κάνω»·
- δεν κάνει, α. δεν επιτρέπεται, δεν είναι επιτρεπτό, απαγορεύεται: «δεν κάνει να μπει ούτε ένας μέσα». β. δεν είναι σωστό, δεν αρμόζει: «δεν κάνει να συμπεριφέρεσαι σε ηλικιωμένο άνθρωπο με τέτοιο τρόπο». γ. (για τροφές, φαγώσιμα) δεν πρέπει να καταναλωθεί, να φαγωθεί, είναι ακατάλληλο: «δεν κάνει να φάτε απ’ αυτό το φαγητό, γιατί είναι χαλασμένο || δεν κάνει να το φας, γιατί ξεπέρασε την ημερομηνία λήξης του». δ. (για πράγματα) δεν προσαρμόζει κάπου: «φέρε μου άλλη βίδα, γιατί αυτή που μου ’φερες δεν κάνει». ε. δεν είναι κατάλληλο για μια ορισμένη χρήση: «δεν κάνει το σφυρί που μου ’δωσες, γιατί εγώ θέλω πριόνι για να κόψω αυτό το ξύλο» στ. (για είδη ένδυσης ή υπόδησης) βλ. φρ. δε μου κάνει·
- δεν κάνει άλλο απ’ το να…, ασχολείται επίμονα με ανώφελα ή επιζήμια γι’ αυτόν πράγματα: «όλη τη μέρα δεν κάνει άλλο απ’ το να τριγυρίζει στους δρόμους || όλη τη μέρα δεν κάνει άλλο απ’ το να μπεκροπίνει στα διάφορα μπαράκια»· 
- δεν κάνει για…, (για πρόσωπα) δεν είναι κατάλληλος για κάποιο συγκεκριμένο έργο, για κάποια συγκεκριμένη δουλειά, είτε γιατί δεν έχει τις απαιτούμενες ικανότητες είτε γιατί του λείπουν οι κατάλληλες γνώσεις: «δεν κάνει για μπασκετμπολίστας, γιατί είναι κοντός || δεν κάνει για τη θέση του ξεναγού, γιατί δεν ξέρει ούτε μια ξένη γλώσσα»·
- δεν κάνει για σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
- δεν κάνει δεκάρα (τσακιστή), βλ. λ. δεκάρα·
- δεν κάνει δίφραγκο, βλ. λ. δίφραγκο·
- δεν κάνει δραχμή (τσακιστή), βλ. λ. δραχμή·
- δεν κάνει δυάρα, βλ. λ. δυάρα·
- δεν κάνει έναν παρά, βλ. λ. παράς·
- δεν κάνει καλό μεθύσι, βλ. λ. μεθύσι·
- δεν κάνει μία, βλ. λ. μία·
- δεν κάνει να…, απαγορεύεται, δεν επιτρέπεται: «δεν κάνει να μπεις μέσα || ο γιατρός μου είπε πως δεν κάνει να καπνίζω»·
- δεν κάνει ούτε για ζήτω, βλ. λ. ζήτω·
- δεν κάνει πάσο, βλ. λ. πάσο·
- δεν κάνει σκόντο, βλ. λ. σκόντο·
- δεν κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το να…, βλ. λ. τίποτα·
- δεν κάνει τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- δεν κάνει τσεντσέσιμο, βλ. λ. τσεντσέσιμο·
- δεν κάνει φράγκο (τσακιστό), βλ. λ. φράγκο·
- δεν κάνει χωρίς…, βλ. λ. χωρίς·
- δεν κάνεις μπάνιο ν’ ασπρίσεις! ή δεν πα(ς) να κάνεις μπάνιο ν’ ασπρίσεις! βλ. λ. μπάνιο·
- δεν κάνουμε τσανάκια, βλ. λ. τσανάκι·
- δεν κάνουμε χωριό ή δεν μπορούμε να κάνουμε χωριό, βλ. λ. χωριό·
- δεν κάνω, α. είμαι ακατάλληλος για μια θέση εργασίας, δεν έχω τα κατάλληλα προσόντα: «δεν κάνω γι’ αυτή τη θέση, γιατί δεν ξέρω ούτε μια ξένη γλώσσα». β. δεν μπορώ, δεν αντέχω: «δεν κάνω χωρίς ποτό || δεν κάνω χωρίς τσιγάρο». (Λαϊκό τραγούδι: μακριά σου στιγμή δεν κάνω, αν μ’ αφήσεις μονάχο, τι θα κάνω
- δεν κάνω αστεία, βλ. λ. αστείο·
- δεν κάνω βήμα, βλ. λ. βήμα·
- δεν κάνω βήμα πίσω, βλ. λ. βήμα·
- δεν κάνω παιχνίδια, βλ. λ. παιχνίδι·
- δεν κάνω πίσω, βλ. λ. πίσω·
- δεν κάνω πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- δεν κάνω ρούπι (πίσω), βλ. λ. ρούπι·
- δεν κάνω συμβόλαιο (για κάτι), βλ. λ. συμβόλαιο·
- δεν κάνω τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- δεν ξέρει τι κάνει, ενεργεί απερίσκεπτα, παράλογα: «όταν μεθύσει, δεν ξέρει τι κάνει»·
- δεν ξέρει τι λέει και τι κάνει, βλ. λ. λέω·
- δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει! προειδοποιητική έκφραση σε κάποιον που αμφισβητεί τις δυνατότητες, τις ικανότητες του ατόμου για το οποίο γίνεται λόγος, με την έννοια πως μπορεί να κάνει τα πιο απίθανα, παράτολμα, εκπληκτικά πράγματα: «δεν τον έχω ικανό για σπουδαία πράγματα. -Μην το λες αυτό, μια και δε γνωρίζεις τον άνθρωπο, γιατί είναι τόσο ικανός, που δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α και άλλοτε μετά το ξέρεις ή μετά το τέλος της φρ. ακολουθεί το αυτός·  βλ. και φρ. δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνω·   
- δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω, α. απειλητική έκφραση εκνευρισμένου ατόμου εναντίον κάποιου που με έναν οποιονδήποτε τρόπο τον ταλαιπωρεί, κι έχει την έννοια πως μπορεί να του συμπεριφερθεί με τον πιο άσχημο τρόπο, πως μπορεί να κάνει τα πάντα εναντίον του, να φτάσει και μέχρι τα άκρα: «μ’ έχεις φέρει μέχρι εδώ, γι’ αυτό πάψε ν’ ασχολείσαι μαζί μου, γιατί δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το κι εγώ. β.έκφραση απελπισμένου ή πιεσμένου ατόμου: «είμαι τόσο χάλια, που δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω». Συνών. δεν ξέρεις μέχρι πού μπορώ να φτάσω·  
- δεν ξέρω τι κάνω, α. ενεργώ χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, είμαι αποδιοργανωμένος: «έχω τόσα πολλά προβλήματα, που δεν ξέρω τι κάνω». β. συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα, παράλογα, βίαια, είμαι εκτός εαυτού: «πίνω με ρέγουλα, γιατί, όταν μεθώ, δεν ξέρω τι κάνω»·
- δεν ξέρω τι να κάνω! βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση και δεν ξέρω πώς να ενεργήσω: «έχουν πέσει όλες οι υποχρεώσεις μαζεμένες αυτό το μήνα και δεν ξέρω τι να κάνω για να τα φέρω βόλτα»·
- δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω! έκφραση απεγνωσμένου ατόμου που βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο: «μου ’ρχονται όλα τόσο στραβά τον τελευταίο καιρό που, δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω!»·
- δεν ξέρω τι ώρες κάνει, βλ. λ. ώρα·
- δεν πα(ς) να κάνεις μπλούμ! βλ. λ. μπλουμ·
- δεν πρόλαβε να κάνει αχ, βλ. λ. αχ·
- δεν πρόλαβε να κάνει γρυ, βλ. λ. γρυ·
- δεν πρόλαβε να κάνει κιχ, βλ. λ. κιχ·
- δεν το κάνω γούστο, βλ. λ. γούστο·
- δεν το κάνω κέφι, βλ. λ. κέφι·
- δεν το κάνω σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
- δεν το κάνω χαλάλι, (για πράγματα), βλ. λ. χαλάλι·
- δεν τον αφήνω να κάνει βήμα, βλ. λ. βήμα·
- δεν τον κάνω γούστο, βλ. λ. γούστο·
- δεν τον κάνω κέφι, βλ. λ. κέφι·
- δεν τον (την) κάνω χαλάλι, βλ. λ. χαλάλι·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος, δουλειά βρήκε να κάνει, βλ. λ. δουλειά·
- δυο και δυο κάνουν τέσσερα, βλ. λ. δυο·
- εγώ τι ώρες κάνω! βλ. λ. ώρα·
- εγώ τι ώρες κάνω; βλ. λ. ώρα·
- έι, τι κάνεις! έκφραση έκπληξης, απορίας ή δυσφορίας σχετική με κάποιο πρόσωπο: «έι, τι κάνεις, ρε Κώστα, έχω καιρό να σε δω! || έι, τι κάνεις, θα σκοτωθείς! || έι, τι κάνεις, θα φύγουμε επιτέλους! || έι, τι κάνεις, πρόσεχε πού πατάς, με ξενύχιασες!»· βλ. και φρ. τι κάνεις; ή τι κάνουμε(;)·
- είναι (για) να κάνεις εμετό! ή είναι (για) να κάνει κανείς εμετό! βλ. λ. εμετός·
- είναι (για) να κάνεις το σταυρό σου! ή είναι (για) να κάνει κανείς το σταυρό του! βλ. λ. σταυρός·
- είναι κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια ή έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια ή υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια, βλ. λ. πορτοκαλιά·
- έκανα κοιλιά ή έκανα κοιλιές, βλ. λ. κοιλιά·
- έκανα κώλο (λάσπη, μαϊμού, μαμούκαλα, μαντάρα, μουνί, μουνί καλλιγραφίας, μουνί καπέλο, μπάχαλο, μπουρδέλο, μύλο, νιανιά, σαν τα μούτρα μου, σαν τον κώλο μου, σκατά, σούπα, τουρλού, τουρσί) τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- έκανα ό,τι το καλύτερο, βλ. λ. καλύτερος·
- έκανα την προσευχή μου, βλ. λ. προσευχή·
- έκανα το καλύτερο δυνατό, βλ. λ. δυνατός·
- έκαναν βουτιά, βλ. λ. βουτιά·
- έκαναν καντήλες τα πόδια μου, βλ. λ. καντήλα·
- έκανε αλλαγή ρουλεμάν, βλ. λ. ρουλεμάν·
- έκανε ανώμαλη προσγείωση, βλ. λ. προσγείωση·
- έκανε βουτιά, βλ. λ. βουτιά·
- έκανε γόνατα, (για παντελόνια), βλ. λ. γόνατο·
- έκανε ένα μεγάλο μηδενικό, βλ. λ. μηδενικός·
- έκανε καβάλα σε στραβό γαϊδούρι, βλ. λ. γαϊδούρι·
- έκανε (κι) η μύγα αλώνι και γυρίζει και μαλώνει, βλ. λ. μύγα·
- έκανε (κι) η μύγα κώλο, κι έχεσε τον κόσμο όλο, βλ. λ. μύγα·
- έκανε μαγαζάκι του (κάτι), βλ. λ. μαγαζάκι·
- έκανε ο Θεός και…, βλ. λ. Θεός·
- έκανε ο κουφός αφτιά και ο τυφλός μάτια, βλ. λ. μάτι·
- έκανε ο κώλος μου πίου πίου, βλ. λ. κώλος·
- έκανε πάλι το θαύμα του, βλ. λ. θαύμα·
- έκανε τη νύχτα μέρα, βλ. λ. μέρα·
- έκανε την καλή του, βλ. λ. καλός·
- έκανε τιλτ, βλ. λ. τιλτ·
- έκανε το δικό του, βλ. λ. δικός·
- έκανε τον κύκλο του, βλ. λ. κύκλος·
- έκανε φτερά, (για αντικείμενα), βλ. λ. φτερό·
- έκανε φωλιά (κάτι κάπου), βλ. λ. φωλιά·
- έκανε χρώμα, βλ. λ. χρώμα·
- έκανες την τύχη σου! βλ. λ. τύχη·
- εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δε μπορούμε, βλ. λ. μαζί·
- εμείς τι κάνουμε, αβγά κουρεύουμε; ή εμείς τι κάνουμε, γκαζόζες πατλαντίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, καρούμπαλα ισιώνουμε; ή εμείς τι κάνουμε, κοιλιές ξύνουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τις κούκλες παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, μπρίκια κολλάμε; ή εμείς τι κάνουμε, πεντόβολα παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, περμανάντ σε σκαντζόχοιρους; ή εμείς τι κάνουμε, σπιτάκια παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, (τα) κότσια παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τζιτζίκια πεταλώνουμε; ή εμείς τι κάνουμε, την τυφλόμυγα παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, (τις) αμάδες παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τις καβάλες παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τις κούκλες παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τις κουμπάρες παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τις πούτσες παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, τις ψωλές παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, το α μπε μπαμπλόν παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, το ένι μένι ντουντουμένι παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, το κουπεπέ παίζουμε; ή εμείς τι κάνουμε, το τσινκοκολέτα παίζουμε; βλ. αντίστοιχα λήμματα·
- εμένα μάνα δε μ’ έκανε; ή εμάς μάνα δε μας έκανε; βλ. λ. μάνα·
- ένα έτσι να κάνω… λέγεται για κάτι που θεωρούμε πως μας είναι πολύ εύκολο να το κάνουμε, να το πραγματοποιήσουμε: «κανείς σας δεν μπορεί να στήσει τέτοια δουλειά σαν τη δική μου. -Σπουδαία τα λάχανα, γιατί ένα έτσι να κάνω, την έχω κιόλας στήσει». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το εγώ, και παρατηρείται ελαφρό χτύπημα του αντίχειρα με το μεσαίο δάχτυλο· 
- ένα κι ένα κάνουν δύο, βλ. λ. ένα·
- ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα, βλ. λ. γιατρός·
- εννιά μήνες έκανες μέσ’ στην κοιλιά της μάνας σου, βλ. λ. κοιλιά·
- έξω κάνει φαρμάκι, βλ. λ. φαρμάκι·
- έριξε πορδή και το ’κανε κανόνι, βλ. λ. πορδή·
- εσύ μας τα κάνεις όλα ή εσύ τα κάνεις όλα, βλ. λ. όλος·
- έτσι και κάνεις ότι… ή έτσι και κάνεις πως…, βλ. λ. έτσι·
- έτσι και κάνω ότι… ή έτσι και κάνω πως…, βλ. λ. έτσι·
- έτσι κάνετε (εσείς) στο χωριό σας; βλ. λ. χωριό·
- έτσι να κάνει η σούφρα σου, βλ. λ. σούφρα·
- έτσι να κάνει ο κώλος σου, βλ. λ. κώλος·
- έτσι να κάνω το δαχτυλάκι μου, βλ. λ. δαχτυλάκι·
- έτσι να κάνω το δάχτυλό μου, βλ. λ. δάχτυλο·
- έχει κάνει καν και καν, βλ. λ. καν·
- έχει να κάνει, βλ. λ. έχω·
- έχει να κάνει με…, βλ. λ. έχω·
- έχει να κάνει τίποτα; βλ. λ. τίποτα·
- έχω να κάνω ή έχω να το κάνω, βλ. λ. έχω·
- έχω να κάνω με…, βλ. λ. έχω·
- η ανάγκη κάνει το παλικάρι, βλ. λ. ανάγκη·
- η βάρκα κάνει νερά, βλ. λ. βάρκα·
- η καρδιά μου κάνει τικ τακ ή η καρδιά μου κάνει τίκι τακ, βλ. λ. καρδιά·
- η κότα έκανε τ’ αβγό ή τ’ αβγό την κότα; βλ. λ. κότα·
- η κότα έκανε τ’ αβγό και το αβγό την κότα, βλ. λ. κότα·
- η μικρή μαγεριά, κάνει μεγάλα σπίτια, βλ. λ. σπίτι·
- η σκύλα από τη βιάση της στραβά κουτάβια κάνει, βλ. λ. σκύλα·
- θα δεις τι θα σου κάνω! βλ. λ. είδα·
- θα κάνω καλά εγώ, βλ. λ. καλός·
- θα κάνω καμιά τρέλα, βλ. λ. τρέλα·
- θα κάνω μπαμ, βλ. λ. μπαμ·
- θα κάνω τη μούρη μου άσφαλτο, βλ. λ. μούρη·
- θα κάνω φόνο, βλ. λ. φόνος·
- θα μας κάνει το χρυσό αβγό ή θα μας κάνει το χρυσό τ’ αβγό, βλ. λ. αβγό·
- θα μου κάνεις τα μούτρα από κρέας, βλ. λ. μούτρο·
- θα μου κάνεις τα τρία δύο, βλ. λ. τρία·
- θα μου κάνετε μεγάλη τιμή αν… ή θα μου κάνετε μεγάλη τιμή να…, βλ. λ.τιμή·
- θα μου τα κάνεις αέρα (ενν. τ’ αρχίδια), βλ. λ. αέρας·
- θα σε κάνω άγαλμα, βλ. λ. άγαλμα·
- θα σε κάνω εικόνα, βλ. λ. εικόνα·
- θα σε κάνω εικόνισμα, βλ. λ. εικόνισμα·
- θα σε κάνω ένα με τη γη, βλ. λ. γη·
- θα σε κάνω ένα με το χώμα, βλ. λ. χώμα·
- θα σε κάνω κάδρο, βλ. λ. κάδρο·
- θα σε κάνω καλά, βλ. λ. καλός·
- θα σε κάνω κορνίζα, βλ. λ. κορνίζα·
- θα σε κάνω μαύρο στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σε κάνω μπαλόνι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σε κάνω μπαούλο στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σε κάνω ν’ αλλάξεις όνομα, βλ. λ. όνομα·
- θα σε κάνω ν’ αναστενάξεις, βλ. λ. αναστενάζω·
- θα σε κάνω να πεις το δεσπότη Παναγιώτη, βλ. λ. δεσπότης·
- θα σε κάνω να στενάξεις, βλ. λ. στενάζω·
- θα σε κάνω να υπογράψεις τη διαθήκη σου, βλ. λ. διαθήκη·
- θα σε κάνω να υπογράψεις την καταδίκη σου, βλ. λ. καταδίκη·
- θα σε κάνω να φωνάξεις μπιρ Αλλάχ, βλ. λ. Αλλάχ·
- θα σε κάνω να χέσεις αίμα, βλ. λ. αίμα·
- θα σε κάνω να χεστείς, βλ. λ. χέζομαι·
- θα σε κάνω ντα ή θα σε κάνω ντα ντα, βλ. λ. ντα·
- θα σε κάνω πίτα στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σε κάνω τόπι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σε κάνω τουλούμι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σε κάνω τουλουμοτύρι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- θα σου κάνω τα μούτρα κιμά, βλ. λ. κιμάς·
- θα σου κάνω τα μούτρα κρέας, βλ. λ. κρέας·
- θα σου κάνω (μεγάλη) ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- θα σου κάνω το βίο αβίωτο, βλ. λ. βίος·
- θα στο κάνω χωρίς σάλιο, βλ. λ. σάλιο·
- θα τα κάνω βίδες, βλ. λ. βίδα·
- θα τα κάνω (όλα) Ανάσταση, βλ. λ. Ανάσταση·
- θα τα κάνω σκορποχώρι, βλ. λ. σκορποχώρι·
- θα τον (τους) κάνεις παρέα στη φυλακή, βλ. λ. παρέα·
- θα τον κάνω καλά εγώ, βλ. λ. καλός·
- θα τον κάνω να κάνει τούμπες, βλ. λ. τούμπα·
- θα τον κάνω να πατήσει μαύρο χιόνι, βλ. λ. χιόνι·
- θα τον κάνω να πατήσει παλιό χιόνι, βλ. λ. χιόνι·
- θα τον κάνω να πατήσει μαύρο χώμα, βλ. λ. χώμα·
- θα τον κάνω να πει ήμαρτον! βλ. λ. ήμαρτον(!)·
- θα τον κάνω να ’ρθει με τα γόνατα ή θα τον κάνω να ’ρθει στα γόνατα, βλ. λ. γόνατο·
- θα τον κάνω να ’ρθει με τα τέσσερα, βλ. λ. τέσσερα·
- θα τον κάνω να ’ρθει μπουσουλώντας, βλ. λ. μπουσουλώ·
- θα τον κάνω να χορέψει, βλ. λ. χορεύω·
- θα τον κάνω να χορέψει καλαματιανό, βλ. λ. καλαματιανός·
- θα τον κάνω να χορέψει καρσιλαμά, βλ. λ. καρσιλαμάς·
- θα τον κάνω να χορέψει σάμπα, βλ. λ. σάμπα·
- θα τον κάνω να χορέψει στο ταψί, βλ. λ. ταψί·
- θα τον κάνω να χορέψει τσάμικο, βλ. λ. τσάμικος·
- θα τον κάνω να χορέψει τσάρλεστον, βλ. λ. τσάρλεστον·
- θα τον κάνω να χοροπηδήσει, βλ. λ. χοροπηδώ·
- θα τον κυνηγήσω μέχρι να τον κάνω να πατήσει μαύρο χιόνι, βλ. λ. χιόνι·
- θα τον κυνηγήσω μέχρι να τον κάνω να πατήσει μαύρο χώμα, βλ. λ. χώμα·
- θα τον κυνηγήσω μέχρι να τον κάνω να πατήσει παλιό χιόνι, βλ. λ. χιόνι·
- Θεέ μου (Θεούλη μου) κάνε να…, Θεός·
- Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει, βλ. λ. Θεός·
- και σε μπουκάλι μέσα να τον βάλεις, αυτός θα το κάνει, βλ. λ. μπουκάλι·
- και τι δεν κάνω για να…, κάνω οτιδήποτε, κάνω τα πάντα για να πετύχω κάτι. (Λαϊκό τραγούδι: και τι δεν κάνω για να βρεθώ στην αγκαλιά σου, τι δεν κάνω, κι εσύ μου δίνεις και μια πίκρα παραπάνω για πληρωμή
- καλά θα κάνεις να…, βλ. λ. καλός·
- καλά κάνω, βλ. λ. καλός·
- καλά του ’κανες! βλ. λ. καλός·
- καλαμπούρι μου κάνεις; βλ. λ. καλαμπούρι·
- κάν’ τα και φάτα, έκφραση τέλειας αδιαφορίας στην απεγνωσμένη ερώτηση κάποιου τώρα τι θα κάνω ή τώρα τι να κάνω·
- κάν’ τα λιανά ή κάν’ το λιανά, βλ. λ. λιανός·
- καν’ τα μασούρι (ενν. τα λεφτά σου) και βαλ’ τα εκεί που ξέρεις (ενν. στον κώλο σου), βλ. λ. μασούρι·
- καν’ τα μασούρι (ενν. τα λεφτά σου) και βαλ’ τα στον κώλο σου, βλ. λ. μασούρι·
- κάν’ τα ψιλά ή κάν’ το ψιλά, βλ. λ. ψιλά·
- κάν’ τε παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- κάν’ τε παιχνίδι ρεεε! βλ. λ. παιχνίδι·
- κάν’ τη ή κάν’ την ή κάν’ τηνε, φύγε, απομακρύνσου: «κάν’ την τώρα που είναι νωρίς, γιατί αργότερα οι δρόμοι θα ’ναι πήχτρα απ’ τ’ αυτοκίνητα || κάν’ τηνε τώρα που δε σε βλέπουν». Όταν η φρ. κλείνει με το ντε, λέγεται απειλητικά σε κάποιον για να φύγει, να απομακρυνθεί από κοντά μας: «κάν’ την ντε μη σε πλακώσω στο ξύλο!»·
- κάν’ την μ’ ελαφρά πηδηματάκια, βλ. λ. πηδηματάκι·
- κάν’ την με πλάγια πηδηματάκια, βλ. λ. πηδηματάκι·
- κάν’ το κλύσμα! βλ. λ. κλύσμα·
- κάν’ το κορνίζα, βλ. λ. κορνίζα·
- κάν’ τον ή κάν’ τονα, απομάκρυνέ τον, διώξ’ τον: «αφού κάθε τόσο σου δημιουργεί προβλήματα, κάν’ τονα τον αλήτη να ησυχάσεις!»·
- κάν’ του κλύσμα, βλ. λ. κλύσμα·
- κάν’ του κόλλυβα, βλ. λ. κόλλυβα·
- κάναμε γέλιο, βλ. λ. γέλιο·
- κάναμε μαύρα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- κάναμε συμφωνία, βλ. λ. συμφωνία·
- κάναμε συνεννόηση μπουζούκι, βλ. λ. μπουζούκι·
- κάναμε χαρτί, βλ. λ. χαρτί·
- κάνανε μπέσα, βλ. λ. μπέσα·
- κάνε αλέστα, βλ. λ. αλέστα·
- κάνε γούστο! βλ. λ. γούστο·
- κάνε γούστο να...! βλ. λ. γούστο·
- κάνε δουλειά σου! βλ. λ. δουλειά·
- κάνε ένα όπα, βλ. λ. όπα·
- κάνε ένα στοπ, βλ. λ. στοπ·
- κάνε ημίχρονο, βλ. λ. ημίχρονο·
- κάνε καλά, βλ. λ. καλός·
- κάνε καμιά δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνε κατά μέρος, βλ. λ. μέρος·
- κάνε κάτι, βλ. λ. κάτι·
- κάνε (ένα, δυο, τρία) κλικ (αριστερά, δεξιά, μπροστά, πίσω), βλ. λ. κλικ·
- κάνε κλύσμα, βλ. λ. κλύσμα·
- κάνε μας αέρα ή κάν’ τα μας αέρα (ενν. τ’ αρχίδια μας) βλ. λ. αέρας·
- κάνε μας ένα τάλιρο κουνήματα, βλ. λ. τάλιρο·
- κάνε μας μια πίπα! βλ. λ. πίπα·
- κάνε μας τέτοια! ή κάνε μου τέτοια! βλ. λ. τέτοιος·
- κάνε με μάντη να σε κάνω πλούσιο, βλ. λ. μάντης·
- κάνε με προφήτη να σε κάνω πλούσιο, βλ. λ. προφήτης·
- κάνε μια ευχή, βλ. λ. ευχή·
- κάνε μου τη χάρη, βλ. λ. χάρη·
- κάνε μου το χατίρι, βλ. λ. χατίρι·
- κάνε μπάνιο! βλ. λ. μπάνιο·
- κάνε μπεγλέρι, βλ. λ. μπεγλέρι·
- κάνε μπιντέ! βλ. λ. μπιντές·
- κάνε νανάκια, βλ. λ. νανάκια·
- κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, βλ. λ. καταλαβαίνω·
- κάνε ό,τι νομίζεις, βλ. λ. νομίζω·
- κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- κάνε παιδί να δεις καλό ή κάνε παιδιά να δεις καλό, βλ. λ. παιδί·
- κάνε παιδί να δεις χαΐρι ή κάνε παιδιά να δεις χαΐρι, βλ. λ. παιδί·
- κάνε παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- κάνε ρόκα σου! βλ. λ. ρόκα1·
- κάνε σκόντο, βλ. λ. σκόντο·
- κάνε στάση, βλ. λ. στάση·
- κάνε στην άκρη, βλ. λ. άκρη·
- κάνε στην μπάντα, βλ. λ. μπάντα·
- κάνε σώμα, βλ. λ. σώμα·
- κάνε τη βόλτα σου, βλ. λ. βόλτα·
- κάνε την παλικαριά, βλ. λ. παλικαριά·
- κάνε το θαύμα σου! βλ. λ. θαύμα·
- κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό, βλ. λ. γιαλός·
- κάνε το σταυρό σου και προχώρησε, βλ. λ. σταυρός·
- κάνε χάζι να..., βλ. λ. χάζι·
- κάνει άγριο μεθύσι, βλ. λ. μεθύσι·
- κάνει άγριο χτύπημα, (για ποτά) βλ. λ. χτύπημα·
- κάνει απιστίες, βλ. λ. απιστία·
- κάνει αρκούδες, βλ. λ. αρκούδα·
- κάνει αρλούμπες, βλ. λ. αρλούμπα·
- κάνει αστειάκια, βλ. λ. αστειάκι·
- κάνει άσχημο χτύπημα, βλ. λ. χτύπημα·
- κάνει βαρβάτο γαμήσι, (και για τα δυο φύλα), βλ. λ. γαμήσι·
- κάνει γαργάρα με ξυλόπροκες, βλ. λ. γαργάρα2·
- κάνει για δέκα, βλ. λ. δέκα·
- κάνει για δικηγόρος, βλ. λ. δικηγόρος·
- κάνει γλυκό μεθύσι, βλ. λ. μεθύσι·
- κάνει δεν κάνει, (για πρόσωπα ή πράγματα) είναι αμφίβολο αν είναι κατάλληλος, χρήσιμος, αν ταιριάζει: «φέρε μου κάποιον άλλον, γιατί αυτός κάνει δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά || κάνει δεν κάνει αυτό το μαδέρι για τη δουλειά που το θέλω»·
- κάνει; δεν κάνει; (ερώτηση και απάντηση από το ίδιο πρόσωπο) δεν αρμόζει, δεν ταιριάζει, δεν είναι σωστό, δεν επιτρέπεται: «κοτζάμ επιστήμονας να συναναστρέφεσαι μ’ αυτούς τους αλήτες, κάνει; δεν κάνει;»·
- κάνει δεύτερη φωνή, βλ. λ. φωνή·
- κάνει δήθεν ότι… ή κάνει δήθεν πως…, βλ. λ. δήθεν·
- κάνει διπλή ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνει δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει δουλειά μπασκλάς ή κάνει μπασκλάς δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει δουλειά ρουτίνας, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει δουλειά στο γόνατο, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει δουλειά στο πόδι, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει δουλειά της πλάκας ή κάνει της πλάκας δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει δουλειά του ποδαριού ή κάνει δουλειές του ποδαριού, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει εξυπνάδες, βλ. λ. εξυπνάδα·
- κάνει ζήλιες, βλ. λ. ζήλια·
- κάνει ζουρλαμάρες, βλ. λ. ζουρλαμάρα·
- κάνει ζούρλες, βλ. λ. ζούρλα·
- κάνει η πούτσα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει, βλ. λ. πούτσα·
- κάνει θαύματα, βλ. λ. θαύμα·
- κάνει και χωρίς…, μπορεί να συνεχίσει να ζει και χωρίς την παρουσία κάποιου ατόμου ή μπορεί να δραστηριοποιείται και χωρίς να έχει στην κατοχή του κάτι: «μπορεί να χώρισε, αλλά κάνει και χωρίς τη γυναίκα του || και τι έγινε που πούλησε τ’ αυτοκίνητό του! Κάνει και χωρίς αυτοκίνητο ο άνθρωπος»·
- κάνει κακή παρέα, βλ. λ. παρέα·
- κάνει κακό μεθύσι, βλ. λ. μεθύσι·
- κάνει κακό χτύπημα, βλ. λ. χτύπημα·
- κάνει καλή παρέα, βλ. λ. παρέα·
- κάνει καπρίτσια, βλ. λ. καπρίτσ(ι)ο·
- κάνει κλειστή ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνει κοιλιά, βλ. λ. κοιλιά·
- κάνει κόνξες, βλ. λ. κόνξα·
- κάνει κρα για μεγαλεία, βλ. λ. μεγαλείο·
- κάνει κρα η καρδιά μου, βλ. λ. καρδιά·
- κάνει κώλο ή κάνει κώλους, βλ. λ. κώλος·
- κάνει μαμ, κακά και νάνι, βλ. λ. μαμ·
- κάνει με το μυαλό του μπαϊράμι, βλ. λ. μπαϊράμι·
- κάνει με το νου του μπαϊράμι, βλ. λ. μπαϊράμι·
- κάνει μήνα να φταρνιστεί κι εξάμηνο να κλάσει, βλ. λ. κλάνω·
- κάνει μια ώρα να… ή κάνει μια ώρα μέχρι να… ή κάνει μια ώρα ώσπου να…, βλ. λ. ώρα·
- κάνει μισές δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει μπρος πίσω, βλ. λ. μπρος·
- κάνει μύτη, βλ. λ. μύτη·
- κάνει να…; είναι σωστό, επιτρέπεται να…(;): «κάνει ν’ αντιμιλάς σε ηλικιωμένο άνθρωπο; || κάνει να παρκάρω εδώ τ’ αυτοκίνητό μου;»·
- κάνει νερά η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει ό,τι κατεβάσει η γκλάβα του, βλ. λ. γκλάβα·
- κάνει ό,τι κατεβάσει η κεφάλα του, βλ. λ. κεφάλα·
- κάνει ό,τι κατεβάσει η κούτρα του, βλ. λ. κούτρα·
- κάνει ό,τι κατεβάσει το κεφάλι του, βλ. λ. κεφάλι·
- κάνει ό,τι κατεβάσει το ξερό του, βλ. λ. ξερό·
- κάνει ό,τι περνάει απ’ το μυαλό του ή κάνει ό,τι περάσει απ’ το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- κάνει πάντα το δικό του, βλ. λ. δικός·
- κάνει παπάδες, βλ. λ. παπάς·
- κάνει πεζοδρόμιο, (για γυναίκες), βλ. λ. πεζοδρόμιο·
- κάνει πολλούς παράδες, βλ. λ. παράς·
- κάνει πράματα και θάματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- κάνει πρώτη φωνή, βλ. λ. φωνή·
- κάνει πώς και πώς ή κάνει πώς και τι, βλ. λ. πώς·
- κάνει ράλι, βλ. λ. ράλι·
- κάνει σάμπως και του σκότωσαν τη μάνα του, βλ. λ. μάνα·
- κάνει σάμπως και του σκότωσαν τον πατέρα του, βλ. λ. πατέρας·
- κάνει σαν…, συμπεριφέρεται σαν…: «όταν πιει παραπάνω, κάνει σαν τρελός || όταν καταλάβει πως τον κοροϊδεύει κάποιος, κάνει σαν μανιακός || έρχεται ο γιος του απ’ το εξωτερικό και κάνει σαν τρελός απ’ τη χαρά του»·
- κάνει σαν γάτα στο σακί, βλ. λ. γάτα·
- κάνει σαν γυναικούλα, βλ. λ. γυναικούλα·
- κάνει σαν κακιά πεθερά, βλ. λ. πεθερά·
- κάνει σαν λεχώνα ή κάνει σαν τη λεχώνα, βλ. λ. λεχώνα·
- κάνει σαν παγώνι ή κάνει σαν το παγώνι, βλ. λ. παγώνι·
- κάνει σαν τη χήρα στο κρεβάτι, βλ. λ. χήρα·
- κάνει σκυλίσια δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει σκυλίσια ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνει σόου, βλ. λ. σόου·
- κάνει στράτα, (για νήπια) βλ. λ. στράτα·
- κάνει σώμα, βλ. λ. σώμα·
- κάνει τα γνωστά του, βλ. λ. γνωστός·
- κάνει τα δικά του, βλ. λ. δικός·
- κάνει τα πιάτα να τρίζουν, (για απορρυπαντικά), βλ. λ. πιάτο·
- κάνει τα πρώτα του βήματα, (για νήπια), βλ. λ. βήμα·
- κάνει τα τζάμια να τρίζουν, βλ. λ. τζάμι·
- κάνει τέρατα ή κάνει τα τέρατα, βλ. λ. τέρας·
- κάνει τζιζ! βλ. λ. τζιζ·
- κάνει τη βεντέτα, βλ. λ. βεντέτα2·
- κάνει τη διαφορά (κάτι), βλ. λ. διαφορά·
- κάνει τη δουλειά μου ή μου κάνει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνει τη δουλειά του (της), βλ. λ. δουλειά·
- κάνει τη δύσκολη, βλ. λ. δύσκολος·
- κάνει τη μαϊμού, βλ. λ. μαϊμού·
- κάνει τη μέρα νύχτα, βλ. λ. μέρα·
- κάνει τη μέρα νύχτα και τη νύχτα μέρα, βλ. λ. μέρα·
- κάνει τη μύγα ελέφαντα, βλ. λ. ελέφαντας·
- κάνει τη νύχτα μέρα, βλ. λ. νύχτα·
- κάνει τη νύχτα μέρα και τη μέρα νύχτα, βλ. λ. νύστα·
- κάνει την επανάστασή του, (για έφηβους), επανάσταση·
- κάνει την κυρία, βλ. λ. κυρία·
- κάνει την μπεμπέκα, βλ. λ. μπεμπέκα·
- κάνει την ντίβα, βλ. λ. ντίβα·
- κάνει την τρίχα τριχιά, βλ. λ. τρίχα·
- κάνει την τσίτα, βλ. λ. τσίτα·
- κάνει το άσπρο μαύρο ή κάνει το μαύρο άσπρο, βλ. λ. άσπρος·
- κάνει το δάσκαλο, βλ. λ. δάσκαλος·
- κάνει το δέντρο, βλ. λ. δέντρο·
- κάνει το μεγάλο, βλ. λ. μεγάλος·
- κάνει το πουλί, βλ. λ. πουλί·
- κάνει το σκατό του παξιμάδι, βλ. λ. σκατό·
- κάνει το στητό καδρόνι, βλ. λ. καδρόνι·
- κάνει το τόσο τόσο, βλ. λ. τόσος·
- κάνει το τοσοδουλάκι τόσο, βλ. λ. τοσοδουλάκι·
- κάνει τον άνεμο κουβάρι, βλ. λ. άνεμος·
- κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ ποιος είναι ή κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ τι είναι, συμπεριφέρεται σαν να είναι πολύ σπουδαίος: «απ’ τη μέρα που του ’πεσε το λαχείο, κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ ποιος είναι»·
- κάνει τον έξυπνο, βλ. λ. έξυπνος·
- κάνει τον καμπόσο, βλ. λ. καμπόσος·
- κάνει τον κάποιο, βλ. λ. κάποιος·
- κάνει τον κυριλέ, βλ. λ. κυριλές·
- κάνει τον μεγάλο, βλ. λ. μεγάλος·
- κάνει τον μεγάλο και τρανό, βλ. λ. μεγάλος·
- κάνει τον προφέσορα, βλ. λ. προφέσορας·
- κάνει τον σπουδαίο, βλ. λ. σπουδαίος·
- κάνει τον τρανό, βλ. λ. τρανός·
- κάνει τον ψύλλο καμήλα, βλ. λ. καμήλα·
- κάνει τον ωραίο, βλ. λ. ωραίος·
- κάνει του κεφαλιού του, βλ. λ. κεφάλι·
- κάνει του  κόσμου…, βλ. λ. κόσμος·
- κάνει τρελά πράγματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- κάνει τσιμπούκι, βλ. λ. τσιμπούκι·
- κάνει υπομονή γαϊδάρου, βλ. λ. υπομονή·
- κάνει υπομονή καμήλας, βλ. λ. υπομονή·
- κάνει φιλολογία, βλ. λ. φιλολογία·
- κάνει χαράμια, βλ. λ. χαράμι·
- κάνει χλιμιτζουριές, βλ. λ. χλιμιτζουριά·
- κάνει ψέματα, βλ. λ. ψέμα·
- κάνει ψόφο, βλ. λ. ψόφος·
- κάνει ψυχικά, (για γυναίκες), βλ. λ. ψυχικό·
- κάνεις άσχημα, βλ. λ. άσχημος·
- κάνεις τον κόπο να…, βλ. λ. κόπος·
- κάνουμε παρέα, βλ. λ. παρέα·
- κάνουμε πηγαδάκι, βλ. λ. πηγαδάκι·
- κάνουμε πιένες, βλ. λ. πιένα·
- κάνουμε πόλεμο, βλ. λ. πόλεμος·
- κάνουμε τρενάκι, βλ. λ. τρενάκι·
- κάνουμε τσανάκια, βλ. λ. τσανάκι·
- κάνουμε χωριό, βλ. λ. χωριό·
- κάνουμε ψιλό παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- κάνουν αλλαξιά τους κώλους τους, βλ. λ. αλλαξιά·
- κάνουν αλλαξοκωλιά ή κάνουν αλλαξοκωλιές, βλ. λ. αλλαξοκωλιά·
- κάνουν καλό ζευγάρι, βλ. λ. ζευγάρι·
- κάνουν ουρά, βλ. λ. ουρά·
- κάνουν πουλάκια τα μάτια μου ή τα μάτια μου κάνουν πουλάκια, βλ. λ. πουλάκι·
- κάνουν πουλάκια τα μάτια σου! ή πουλάκια κάνουν τα μάτια σου! βλ. λ. πουλάκι·
- κάνουν χαρές και πανηγύρια, βλ. λ. χαρά·
- κάνω αβάντα (σε κάποιον), βλ. λ. αβάντα·
- κάνω αβάρα, βλ. λ. αβάρα·
- κάνω αβαρία, βλ. λ. αβαρία·
- κάνω αγάντα, βλ. λ. αγάντα·
- κάνω αγάπες, βλ. λ. αγάπη·
- κάνω αγάπη (με κάποιον), βλ. λ. αγάπη·
- κάνω αγιασμό, βλ. λ. αγιασμός·
- κάνω αγορά, βλ. λ. αγορά·
- κάνω αγριάδα ή κάνω αγριάδες, βλ. λ. αγριάδα1·
- κάνω αδικία ή κάνω αδικίες, βλ. λ. αδικία·
- κάνω αέρα, (για ποδοσφαιριστές), βλ. λ. αέρας·
- κάνω αέρα (σε κάποιον ή σε κάτι), βλ. λ. αέρας·
- κάνω αθόρυβα τη δουλειά μου ή κάνω αθόρυβα τις δουλειές μου, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω αίσθηση, βλ. λ. αίσθηση·   
- κάνω ακουστήρι, βλ. λ. ακουστήρι·
- κάνω ακρόαση, βλ. λ. ακρόαση·
- κάνω αλάργα, βλ. λ. αλάργα·
- κάνω αλεπουδιά, βλ. λ. αλεπουδιά·
- κάνω αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- κάνω αλητείες, βλ. λ. αλητεία·
- κάνω αλισβερίσι, βλ. λ. αλισβερίσι·
- κάνω άλλα κι άλλα, βλ. λ. άλλος·
- κάνω αλλαγή, βλ. λ. αλλαγή·
- κάνω αλλαξιά, βλ. λ. αλλαξιά·
- κάνω αλχημείες, βλ. λ. αλχημεία·
- κάνω αμάκα, βλ. λ. αμάκα·
- κάνω αμάν ή κάνω αμάν αμάν ή κάνω αμάν κι αμάν, βλ. λ. αμάν·
- κάνω αμάν ή κάνω αμάν αμάν ή κάνω αμάν κι αμάν για δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω αμαρτία ή κάνω αμαρτίες, βλ. λ. αμαρτία·
- κάνω αμπαλάζ, βλ. λ. αμπαλάζ·
- κάνω αναγνώριση, βλ. λ. αναγνώριση·
- κάνω αναγνώριση εδάφους, αναγνώριση·
- κάνω αναποδιές, βλ. λ. αναποδιά·
- κάνω Ανάσταση, βλ. λ. Ανάσταση·
- κάνω αναφορά, βλ. λ. αναφορά·
- κάνω άνοιγμα, βλ. λ. άνοιγμα·
- κάνω αντικάμαρα, βλ. λ. αντικάμαρα·
- κάνω άνω κάτω (κάποιον ή κάτι), βλ. λ. άνω·
- κάνω ανωμαλίες, βλ. λ. ανωμαλία·
- κάνω απεργία, βλ. λ. απεργία·
- κάνω Αποκριά ή κάνω Αποκριές, βλ. λ. Αποκριά·
- κάνω άπωσον, βλ. λ. άπωσον·
- κάνω αράκ, βλ. λ. αράκ·
- κάνω αργιλέ, βλ. λ. αργιλές·
- κάνω αρχή ή κάνω την αρχή, βλ. λ. αρχή·
- κάνω άστατη ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνω αστεία, βλ. λ. αστείο·
- κάνω άσχημες σκέψεις, βλ. λ. σκέψη·
- κάνω βαβά, βλ. λ. βαβά·
- κάνω βαβούρα, βλ. λ. βαβούρα·
- κάνω βαράκια, βλ. λ. βαράκια·
- κάνω βατσίνα, βλ. λ. βατσίνα·
- κάνω βγάλσιμο, βλ. λ. βγάλσιμο·
- κάνω βερεσέ, βλ. λ. βερεσέ·
- κάνω βίζιτα, βλ. λ. βίζιτα·
- κάνω βιτρίνα, βλ. λ. βιτρίνα·
- κάνω βλακεία ή κάνω βλακείες, βλ. λ. βλακεία·
- κάνω βολή, βλ. λ. βολή2·
- κάνω βόλτα ή κάνω τη βόλτα μου, βλ. λ. βόλτα·
- κάνω βόλτες, βλ. λ. βόλτα·
- κάνω γαλιφιές, βλ. λ. γαλιφιά·
- κάνω γέλια ή κάνω γέλιο, βλ. λ. γέλιο·
- κάνω γέμισμα, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) βλ. λ. γέμισμα·
- κάνω γιάλα, βλ. λ. γιάλα·
- κάνω γινάτια, βλ. λ. γινάτι·
- κάνω γιορτές, βλ. λ. γιορτή·
- κάνω γιούργια, βλ. λ. γιούργια·
- κάνω γιουρούσι, βλ. λ. γιουρούσι·
- κάνω γκάφα, βλ. λ. γκάφα·
- κάνω γκεζί, βλ. λ. γκεζί·
- κάνω γκελ, βλ. λ. γκελ·
- κάνω γκέλα, βλ. λ. γκέλα·
- κάνω γκέλες, βλ. λ. γκέλα·
- κάνω γκολ, βλ. λ. γκολ·
- κάνω γλειφιτζούρι, βλ. λ. γλειφιτζούρι·
- κάνω γλειφοκώλι, βλ. λ. γλειφοκώλι·
- κάνω γλειφομούνι, βλ. λ. γλειφομούνι·
- κάνω γλείψιμο, βλ. λ. γλείψιμο·
- κάνω γνωριμία ή κάνω γνωριμίες, βλ. λ. γνωριμία·
- κάνω γνωστό (κάτι), βλ. λ. γνωστός·
- κάνω γούστο, βλ. λ. γούστο·
- κάνω γρήγορα, βλ. λ. γρήγορος·
- κάνω δέσιμο, βλ. λ. δέσιμο·
- κάνω δεσμό, βλ. λ. δεσμός·
- κάνω διάνα, βλ. λ. διάνα·
- κάνω δοκιμή (κάτι), βλ. λ. δοκιμή·
- κάνω δουλειά ή κάνω δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω δουλειά του κεφαλιού μου ή κάνω δουλειές του κεφαλιού μου, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω εγχείρηση, βλ. λ. εγχείρηση·
- κάνω είσοδο, βλ. λ. είσοδος·
- κάνω εκπομπή, βλ. λ. εκπομπή·
- κάνω ελαφρύ ύπνο ή κάνω ύπνο ελαφρύ, βλ. λ. ύπνος·
- κάνω έλεγχο, βλ. λ. έλεγχος·
- κάνω ελεημοσύνη, βλ. λ. ελεημοσύνη·
- κάνω εμπόριο, βλ. λ. εμπόριο·
- κάνω εμφάνα ή κάνω την εμφάνα μου, βλ. λ. εμφάνα·
- κάνω εμφανισάρα ή κάνω την εμφανισάρα μου, βλ. λ. εμφανισάρα·
- κάνω ένα βήμα μπρος, δυο πίσω, βλ. λ. βήμα·
- κάνω (ένα) πέρασμα, βλ. λ. πέρασμα·
- κάνω (ένα) πήδημα, βλ. λ. πήδημα·
- κάνω (ένα) ριπλέι, βλ. λ. ριπλέι·
- κάνω (ένα) σάλτο, βλ. λ. σάλτο·
- κάνω έναν αιώνα, βλ. λ. αιώνας·
- κάνω εντς, βλ. λ. εντς·
- κάνω εντύπωση, βλ. λ. εντύπωση·
- κάνω εξ επαγγέλματος (κάτι), βλ. λ. επάγγελμα·
- κάνω εξετάσεις, βλ. λ. εξέταση·
- κάνω εξήγα, βλ. λ. εξήγα·
- κάνω έξοδο, βλ. λ. έξοδος·
- κάνω επανάσταση, βλ. λ. επανάσταση·
- κάνω επαφή (με κάποιον), βλ. λ. επαφή·
- κάνω επεισόδιο ή κάνω επεισόδια, βλ. λ. επεισόδιο·
- κάνω επί τόπου μεταβολή ή κάνω μεταβολή επί τόπου, βλ. λ. τόπος·
- κάνω επιτυχία, βλ. λ. επιτυχία·
- κάνω επιχείρηση (κάτι), βλ. λ. επιχείρηση·
- κάνω έρωτα, (και για τα δυο φύλλα), βλ. λ. έρωτα·
- κάνω ευκαιρία, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου), βλ. λ. ευκαιρία·
- κάνω ευκολίες, βλ. λ. ευκολία·
- κάνω ευχέλαιο, βλ. λ. ευχέλαιο·
- κάνω εφοδεία, (για αξιωματικούς) βλ. λ. εφοδεία·
- κάνω ζαβολιές, βλ. λ. ζαβολιά·
- κάνω ζάπινγκ, βλ. λ. ζάπινγκ·
- κάνω ζευγάρι, βλ. λ. ζευγάρι·
- κάνω ζημιά ή κάνω τη ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- κάνω ζημιές, βλ. λ. ζημιά·
- κάνω ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- κάνω ζιγκ ζαγκ, βλ. λ. ζιγκ ζαγκ·
- κάνω ζωή ανθρωπινή, βλ. λ. ζωή·
- κάνω ζωή παραμυθένια, βλ. λ. ζωή·
- κάνω ζωή χαρισάμενη, βλ. λ. ζωή·
- κάνω ζωή χρυσή, βλ. λ. ζωή·
- κάνω ημίχρονο, βλ. λ. ημίχρονο·
- κάνω ήττα, βλ. λ. ήττα·
- κάνω θέατρο, βλ. λ. θέατρο·
- κάνω θελήματα, βλ. λ. θέλημα·
- κάνω θέμα, βλ. λ. θέμα·
- κάνω θέση, βλ. λ. θέση·
- κάνω θεωρία, βλ. λ. θεωρία·
- κάνω θόρυβο, βλ. λ. θόρυβος·
- κάνω θραύση, βλ. λ. θραύση·
- κάνω θυσία, βλ. λ. θυσία·
- κάνω ιατρείο, βλ. λ. ιατρείο·
- κάνω ιδιαίτερα, βλ. λ. ιδιαίτερος·
- κάνω ιππασία, βλ. λ. ιππασία·
- κάνω ισορροπία, βλ. λ. ισορροπία·
- κάνω ιστορία, βλ. λ. ιστορία·
- κάνω ιστορίες, βλ. λ. ιστορία·
- κάνω κάβα, βλ. λ. κάβα·
- κάνω καβάλα, βλ. λ. καβάλα·
- κάνω καβαλίκα, βλ. λ. καβαλίκα·
- κάνω καβάτζα, βλ. λ. καβάτζα·
- κάνω καβγά, βλ. λ. καβγάς·
- κάνω καζούρα, βλ. λ. καζούρα·
- κάνω Καθαρή (Καθαρά) Δευτέρα, βλ. λ. Δευτέρα·
- κάνω καινούριο το μαγαζί ή κάνω το μαγαζί καινούριο, βλ. λ. μαγαζί·
- κάνω κακά ή κάνω κακά μου ή κάνω τα κακά μου, βλ. λ. κακός·
- κάνω κακές σκέψεις, βλ. λ. σκέψη·
- κάνω κακή αγορά, βλ. λ. αγορά·
- κάνω κακή αρχή, βλ. λ. αρχή·
- κάνω κακό, βλ. λ. κακός·
- κάνω καλά λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- κάνω καλαμπούρι, βλ. λ. καλαμπούρι·
- κάνω καλαμπούρια, βλ. λ. καλαμπούρι·
- κάνω καλές σκέψεις, βλ. λ. σκέψη·
- κάνω καλή αγορά, βλ. λ. αγορά·
- κάνω καλή αρχή, βλ. λ. αρχή·
- κάνω καλντερίμι, βλ. λ. καλντερίμι·
- κάνω καλό, βλ. λ. καλός·
- κάνω καλό κρεβάτι, βλ. λ. κρεβάτι·
- κάνω καλοσύνες, βλ. λ. καλοσύνη·
- κάνω κάλτσα, βλ. λ. κάλτσα·
- κάνω καμάκι, βλ. λ. καμάκι·
- κάνω καμάτζο, βλ. λ. καμάτζο·
- κάνω καντάδα, βλ. λ. καντάδα·
- κάνω καπούλια, βλ. λ. καπούλι·
- κάνω καπρίτσια ή κάνω τα καπρίτσια μου, βλ. λ. καπρίτσιο·
- κάνω καραγκιοζιλίκια, βλ. λ. καραγκιοζιλίκι·
- κάνω κάρβουνο, βλ. λ. κάρβουνο·
- κάνω καρδιά, βλ. λ. καρδιά·
- κάνω καρέ, βλ. λ. καρέ·
- κάνω κάσα ή κάνω την κάσα, βλ. λ. κάσα·
- κάνω κασκαρίκα ή κάνω κασκαρίκες, βλ. λ. κασκαρίκα·
- κάνω κατά μέρος, βλ. λ. μέρος·
- κάνω κατά μέρος (κάποιον), βλ. λ. μέρος·
- κάνω καταπέρα, βλ. λ. καταπέρα·
- κάνω κατάσταση, βλ. λ. κατάσταση·
- κάνω κατσιρμά, βλ. λ. κατσιρμάς·
- κάνω κερκίδα, βλ. λ. κερκίδα·
- κάνω κεφάλα, βλ. λ. κεφάλα·
- κάνω κεφάλι, βλ. λ. κεφάλι·
- κάνω κέφι, βλ. λ. κέφι·
- κάνω κήρυγμα, βλ. λ. κήρυγμα·
- κάνω κιχ μιχ, βλ. λ. κιχ μιχ·
- κάνω κλάμπινγκ, βλ. λ. κλάμπινγκ·
- κάνω κλαρίνο, βλ. λ. κλαρίνο·
- κάνω κοζερί, βλ. λ. κοζερί·
- κάνω κόζι, βλ. λ. κόζι·
- κάνω κοιλιά, βλ. λ. κοιλιά·
- κάνω κοιλίτσα, βλ. λ. κοιλίτσα·
- κάνω κοκούνινγκ, βλ. λ. κοκούνινγκ·
- κάνω κολεγιά, βλ. λ. κολεγιά·
- κάνω κολλητήρι, βλ. λ. κολλητήρι·
- κάνω κόλπα, βλ. λ. κόλπα·
- κάνω κολπάκια, βλ. λ. κολπάκι·
- κάνω κόλπο, βλ. λ. κόλπο·
- κάνω κόμμα, βλ. λ. κόμμα·
- κάνω κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- κάνω κομπίνα ή κάνω κομπίνες, βλ. λ. κομπίνα1·
- κάνω κομπόδεμα, βλ. λ. κομπόδεμα·
- κάνω κομπόστα, βλ. λ. κομπόστα·
- κάνω κονέ, βλ. λ. κονέ·
- κάνω κόνξες, βλ. λ. κόνξα·
- κάνω κονσομασιόν, βλ. λ. κονσομασιόν·
- κάνω κόντρα ρελάνς, βλ. λ. ρελάνς·
- κάνω κοντρόλ, βλ. λ. κοντρόλ·
- κάνω κοπάνα, βλ. λ. κοπάνα·
- κάνω κοπλιμέντο ή κάνω κοπλιμέντα, βλ. λ. κοπλιμέντο·
- κάνω κορδελάκια, βλ. λ. κορδελάκι·
- κάνω κορνέτα, βλ. λ. κορνέτα·
- κάνω κόρτε, βλ. λ. κόρτε·
- κάνω κοτσάνα, βλ. λ. κοτσάνα·
- κάνω κότσο ή τα κάνω κότσο (ενν. τα μαλλιά μου), βλ. λ. κότσος·
- κάνω κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- κάνω κούκλα (κάτι), βλ. λ. κούκλα·
- κάνω κούλουμα, βλ. λ. κούλουμα·
- κάνω κουλουτούμπες, βλ. λ. κουλουτούμπες·
- κάνω κουμάντο, βλ. λ. κουμάντο·
- κάνω κουμπαριά ή κάνω κουμπαριό, βλ. λ. κουμπαριά·
- κάνω κουνήματα, βλ. λ. κούνημα·
- κάνω κούνια ή κάνω κούνια μπέλα, βλ. λ. κούνια·
- κάνω κουπί, βλ. λ. κουπί·
- κάνω κούρα, βλ. λ. κούρα·
- κάνω κουράγιο, βλ. λ. κουράγιο·
- κάνω κούρσα, βλ. λ. κούρσα·
- κάνω κουτουράδες, βλ. λ. κουτουράδες·
- κάνω κουτσουκέλες, βλ. λ. κουτσουκέλα·
- κάνω κρα, βλ. λ. κρα·
- κάνω κρα για δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω κράτει, βλ. λ. κράτει·
- κάνω κρεβάτι, (και για τα δυο φύλα) βλ. λ. κρεβάτι·
- κάνω κρότο, βλ. λ. κρότος·
- κάνω κρούση, βλ. λ. κρούση·
- κάνω κρυφά τη δουλειά μου ή κάνω κρυφά τις δουλειές μου, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω κύκλο ή κάνω τον κύκλο, βλ. λ. κύκλος·
- κάνω κύκλους, βλ. λ. κύκλος·
- κάνω κώλο, βλ. λ. κώλος·
- κάνω κωλομάγουλα, βλ. λ. κωλομάγουλο·
- κάνω κωλομέρια, βλ. λ. κωλομέρι·
- κάνω κωλοτούμπες, βλ. λ. κωλοτούμπες·
- κάνω κωλοτούμπες στον αέρα, κωλοτούμπα·
- κάνω λάθος κίνηση, βλ. λ. λάθος·
- κάνω λάθος λογαριασμό, βλ. λ. λάθος·
- κάνω λακριντί ή κάνω λακιρντί, βλ. λ. λακριντί·
- κάνω λαχτάρα ή κάνω λαχτάρες (σε κάποιον), βλ. λ. λαχτάρα·
- κάνω λέζα, βλ. λ. λέζα2·
- κάνω λεζάντα, βλ. λ. λεζάντα·
- κάνω λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- κάνω λημέρι, βλ. λ. λημέρι·
- κάνω ληστεία, βλ. λ. ληστεία·
- κάνω λιάδα (κάτι), βλ. λ. λιάδα·
- κάνω λιανά, βλ. λ. λιανός·
- κάνω λιώμα, βλ. λ. λιώμα·
- κάνω λογαριασμό, βλ. λ. λογαριασμός·
- κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο, βλ. λ. ξενοδόχος·
- κάνω λογαριασμούς του μπακάλη, βλ. λ. μπακάλης·
- κάνω λόγο, βλ. λ. λόγος·
- κάνω λούσα, βλ. λ. λούσο·
- κάνω λούτσα, βλ. λ. λούτσα·
- κάνω λουφ, βλ. λ. λουφ·
- κάνω λούφα, βλ. λ. λούφα·
- κάνω μα, βλ. λ. μα· 
- κάνω μαγγανεία ή κάνω μαγγανείες, βλ. λ. μαγγανεία·
- κάνω μάγια, βλ. λ. μάγια·
- κάνω μαγιά, βλ. λ. μαγιά·
- κάνω μαγικά, βλ. λ. μαγικά·
- κάνω μάγουλα, βλ. λ. μάγουλο·
- κάνω μαθήματα, βλ. λ. μάθημα·
- κάνω μάκια, βλ. λ. μάκια·
- κάνω μακροβούτι, βλ. λ. μακροβούτι·
- κάνω μακροβούτι σε θολά νερά, βλ. λ. μακροβούτι·
- κάνω μαλακίες, βλ. λ. μαλακία·
- κάνω μαμ, βλ. λ. μαμ·
- κάνω μαμουνιές, βλ. λ. μαμουνιά·
- κάνω μάνα ή κάνω τη μάνα, βλ. λ. μάνα·
- κάνω μανούβρα, βλ. λ. μανούβρα·
- κάνω μανούβρες, βλ. λ. μανούβρα·
- κάνω μανούρα, βλ. λ. μανούρα·
- κάνω μαξούζ, βλ. λ. μαξούζ·
- κάνω μασονίες, βλ. λ. μασονία·
- κάνω ματ, βλ. λ. ματ·
- κάνω ματάκι, βλ. λ. ματάκι·
- κάνω μάτι, βλ. λ. μάτι·
- κάνω ματσακόνι, βλ. λ. ματσακόνι·
- κάνω ματσακονιές, βλ. λ. ματσακονιά·
- κάνω ματσαράγκες, βλ. λ. ματσαράγκα·
- κάνω μαύρα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- κάνω μαύρες σκέψεις, βλ. λ. σκέψη·
- κάνω μαύρη ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνω με ξένα κόλλυβα μνημόσυνο, βλ. λ. κόλλυβα·
- κάνω με ρέγουλα (κάτι), βλ. λ. ρέγουλα·
- κάνω μέρος, βλ. λ. μέρος·
- κάνω μετάνοιες, βλ. λ. μετάνοιες·
- κάνω μέτωπο (με κάποιον ή κάποιους), βλ. λ. μέτωπο·
- κάνω μια βόλτα, βλ. λ. βόλτα·
- κάνω μια γύρα, βλ. λ. γύρα·
- κάνω μια γυροβολιά, βλ. λ. γυροβολιά·
- κάνω μια νέα αρχή, βλ. λ. αρχή·
- κάνω (μια) περασιά, βλ. λ. περασιά·
- κάνω (μια) περατζάδα, βλ. λ. περατζάδα·
- κάνω μια πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- κάνω μια πρόταση ή κάνω την πρόταση, βλ. λ. πρόταση·
- κάνω μια στροφή, βλ. λ. στροφή·
- κάνω μια τρύπα στο νερό, βλ. λ. τρύπα·
- κάνω μια φούρλα, βλ. λ. φούρλα·
- κάνω μια χαρά τη δουλειά μου, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω μινέτο, βλ. λ. μινέτο·
- κάνω μνημόσυνο, βλ. λ. μνημόσυνο·
- κάνω μόκο, βλ. λ. μόκο·
- κάνω μόκο κατσαμπρόκο, βλ. λ. μόκο·
- κάνω μόστρα, βλ. λ. μόστρα·
- κάνω μουλωχτά τη δουλειά μου ή κάνω μουλωχτά τις δουλειές μου, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω μουρμού, βλ. λ. μουρμού·
- κάνω μούσκεμα (κάποιον ή κάτι), βλ. λ. μούσκεμα·
- κάνω μουσκίδι (κάποιον ή κάτι), βλ. λ. μουσκίδι·
- κάνω μούτρα, βλ. λ. μούτρο·
- κάνω μουτσούνες, βλ. λ. μουτσούνα·
- κάνω μουχαμπέτι, βλ. λ. μουχαμπέτι·
- κάνω μούχτι, βλ. λ. μούχτι·
- κάνω μπαγαποντιές, βλ. λ. μπαγαποντιά·
- κάνω μπάκα, βλ. λ. μπάκα·
- κάνω μπακαλίστικους λογαριασμούς, βλ. λ. μπακαλίστικος·
- κάνω μπαμ, βλ. λ. μπαμ·
- κάνω μπαμ από μακριά, βλ. λ. μπαμ·
- κάνω μπάνια, βλ. λ. μπάνιο·
- κάνω μπάνιο, βλ. λ. μπάνιο·
- κάνω μπανιστήρι, βλ. λ. μπανιστήρι·
- κάνω μπάνκα ή κάνω την μπάνκα, βλ. λ. μπάνκα·
- κάνω μπάρα, βλ. λ. μπάρα2·
- κάνω μπάσιμο, βλ. λ. μπάσιμο·
- κάνω μπάστα, βλ. λ. μπάστα·
- κάνω μπεγλέρι, βλ. λ. μπεγλέρι·
- κάνω μπιμπερό, βλ. λ. μπιμπερό·
- κάνω μπλόκο, βλ. λ. μπλόκο·
- κάνω μπλουμ, βλ. λ. μπλουμ·
- κάνω μπλουμ μπλουμ, βλ. λ. μπλουμ·
- κάνω μπλόφα, βλ. λ. μπλόφα·
- κάνω μπου, βλ. λ. μπου2·
- κάνω μπουγάδα, βλ. λ. μπουγάδα·
- κάνω μπούγιο, βλ. λ. μπούγιο·
- κάνω μπούκα, βλ. λ. μπούκα·
- κάνω μπουμ, βλ. λ. μπουμ1·
- κάνω μπουρμπουλήθρες, βλ. λ. μπουρμπουλήθρα·
- κάνω μπρακ, βλ. λ. μπρακ·
- κάνω μπράτσα, βλ. λ. μπράτσο·
- κάνω μπράτσο, βλ. λ. μπράτσο·
- κάνω μπραφ, βλ. λ. μπραφ·
- κάνω μπρος, βλ. λ. μπρος·
- κάνω μπρος πίσω, βλ. λ. πίσω·
- κάνω μπροστά, βλ. λ. μπροστά·
- κάνω να, επιθυμώ, α. επιδιώκω συστηματικά να αποκτήσω ή να απολαύσω κάποιον ή κάτι: «απ’ τη μέρα που τη γνώρισα, κάνω να για να τη βγάλω γκόμενα || απ’ τη μέρα που είδα αυτό τ’ αυτοκίνητο, κάνω να να τ’ αγοράσω». Συνοδεύεται από χειρονομία, με το δείκτη να έρχεται και να διπλώνει στη ρίζα του αντίχειρα και να κάνει ελαφρές συσπάσεις, υπονοώντας τον πρωκτό, που βρίσκεται σε σεξουαλική υπερδιέγερση. β. επιθυμώ, επιδιώκω συστηματικά, ιδίως να ξαναδώ κάποιον ή κάτι: «απ’ τη μέρα που τη γνώρισα, κάνω να να την ξαναδώ || ψάχνω σ’ όλες τις μάντρες, γιατί κάνω να να ξαναδώ εκείνο τ’ αυτοκίνητο αντίκα». Συνοδεύεται από χειρονομία με το δείκτη να ενώνεται σε κύκλο με τον αντίχειρα υπονοώντας το μάτι που ανοίγει διάπλατα ψάχνοντας να δει κάτι. Συνών. κάνω κρα·
- κάνω να για δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω νάζι ή κάνω νάζια, βλ. λ. νάζι·
- κάνω νανάκια, βλ. λ. νανάκια·
- κάνω νάνι, βλ. λ. νάνι·
- κάνω νερά, βλ. λ. νερό·
- κάνω νερό, βλ. λ. νερό·
- κάνω νισάφι, βλ. λ. νισάφι·
- κάνω νόημα, βλ. λ. νόημα·
- κάνω νοικοκυρά (κάποια), βλ. λ. νοικοκυρά·
- κάνω νοικοκυριό, βλ. λ. νοικοκυριό·
- κάνω νούλα, βλ. λ. νούλα·
- κάνω νούμερα ή κάνω τα νούμερά μου, βλ. λ. νούμερο·
- κάνω νταβανά, βλ. λ. νταβανάς·
- κάνω νταβαντούρι, βλ. λ. νταβαντούρι·
- κάνω νταμπλ, βλ. λ. νταμπλ·
- κάνω νταραβέρι, βλ. λ. νταραβέρι·
- κάνω ντεμπούτο, βλ. λ. ντεμπούτο·
- κάνω ντιλίτ, βλ. λ. ντιλίτ·
- κάνω ντόρο, βλ. λ. ντόρος·
- κάνω ντου! βλ. λ. ντου·
- κάνω ντουέτο (με κάποιον), βλ. λ. ντουέτο·
- κάνω ντούκου, βλ. λ. ντούκου·
- κάνω ντουντούκα, βλ. λ. ντουντούκα·
- κάνω ξεμπούκο, βλ. λ. ξεμπούκο·
- κάνω ξερή, βλ. λ. ξερή·
- κάνω οικογένεια, βλ. λ. οικογένεια·
- κάνω οικονομία, (για τάβλι), βλ. λ. οικονομία·
- κάνω οικονομία δυνάμεων, βλ. λ. οικονομία·
- κάνω ό,τι κι ό,τι, βλ. φρ. κάνω ό,τι λάχει·
- κάνω ό,τι λάχει, α. κάνω οποιαδήποτε δουλειά, γιατί έχω μεγάλη ανάγκη ή πολύ σοβαρό οικονομικό πρόβλημα: «έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, εγώ τώρα κάνω ό,τι λάχει για να τα βγάλω πέρα». β. συμπεριφέρομαι με απρέπεια: «δε θα σε ξαναπάρω μαζί μου, γιατί κάνεις ό,τι λάχει, και κοντά σε σένα γίνομαι κι εγώ ρεζίλι». γ. ενεργώ απερίσκεπτα, χωρίς πρόγραμμα: «αφού κάνεις ό,τι λάχει, πώς θέλεις να πάει μπροστά η δουλειά;»·
- κάνω ό,τι μου καπνίσει, α. ενεργώ σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, χωρίς να δίνω λογαριασμό σε κανέναν: «έχω πάψει να τον συμβουλεύω, γιατί πάντα κάνει ό,τι του καπνίσει || κάνε ό,τι σου καπνίσει και μη νοιαστείς για κανένα, γιατί είναι μικρή η ζωή». β. ενεργώ επιπόλαια, ασυλλόγιστα: «πέφτει συνέχεια από λάθος σε λάθος, γιατί κάνει ό,τι του καπνίσει»·
- κάνω ό,τι μου κατέβει ή κάνω ό,τι μου κατεβαίνει, βλ. συνηθέστ. κάνω ό,τι μου καπνίσει·
- κάνω ό,τι μου ’ρθει, βλ. φρ. κάνω ό,τι μου καπνίσει·
- κάνω ό,τι μπορώ, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να πετύχω κάτι ή για να βοηθήσω κάποιον: «κάνω ό,τι μπορώ για να τελειώσω τη δουλειά || αφού βλέπεις ότι κάνω ό,τι μπορώ για να βάλω το γιο σου στην τράπεζα»·
- κάνω ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου, βλ. λ. χέρι·
- κάνω ό,τι φτάσει, α. συμπεριφέρομαι με απρέπεια: «δεν τον παίρνει κανείς μαζί του, γιατί κάνει ό,τι φτάσει». β. ενεργώ απερίσκεπτα, χωρίς πρόγραμμα: «όταν κάνει κανείς ό,τι φτάσει στη ζωή του, δεν υπάρχει περίπτωση να προκόψει»·
- κάνω όλο το παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- κάνω όνειρα, βλ. λ. όνειρο·
- κάνω όνομα, βλ. λ. όνομα·
- κάνω όπισθεν, βλ. λ. όπισθεν·
- κάνω όπισθεν ολοταχώς, βλ. λ. όπισθεν·
- κάνω όρεξη, βλ. λ. όρεξη·
- κάνω ορίστε (σε κάποιον) ή κάνω το ορίστε (σε κάποιον), βλ. λ. ορίστε·
- κάνω όρκο, βλ. λ. όρκος·
- κάνω ουρά, βλ. λ. ουρά·
- κάνω οχτάρια, βλ. λ. οχτάρι·
- κάνω παζάρι ή κάνω παζάρια, βλ. λ. παζάρι·
- κάνω παιχνιδάκια, βλ. λ. παιχνιδάκι·
- κάνω παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- κάνω πανηγύρι, βλ. λ. πανηγύρι·
- κάνω πανιά, βλ. λ. πανί·
- κάνω παπάρα ή κάνω παπάρες, βλ. λ. παπάρα·
- κάνω παπαριά ή κάνω παπαριές, βλ. λ. παπαριά·
- κάνω παρά πέρα, βλ. συνηθέστ. κάνω παραπέρα·
- κάνω παραπέρα, βλ. λ. παραπέρα·
- κάνω παράπονα, βλ. λ. παράπονο·
- κάνω παράσιτα, βλ. λ. παράσιτο·
- κάνω παράτα, βλ. λ. παράτα2·
- κάνω παρέα, βλ. λ. παρέα·
- κάνω πάσα, βλ. λ. πάσα·
- κάνω πάσο, βλ. λ. πάσο·
- κάνω πάστρα, βλ. λ. πάστρα·
- κάνω Πάσχα, βλ. λ. Πάσχα·
- κάνω πάταγο, βλ. λ. πάταγος·
- κάνω πατάτα ή κάνω πατάτες, βλ. λ. πατάτα·
- κάνω πατατιά ή κάνω πατατιές, βλ. λ. πατατιά·
- κάνω πατινάδα, βλ. λ. πατινάδα2·
- κάνω πατσάδες, βλ. λ. πατσάς·
- κάνω παύλα, βλ. λ. παύλα·
- κάνω πέρα, βλ. λ. πέρα·
- κάνω περιουσία, βλ. λ. περιουσία·
- κάνω περίπατο ή κάνω τον περίπατό μου, βλ. λ. περίπατος·
- κάνω περιπολία, βλ. λ. περιπολία·
- κάνω περιφέρεια ή κάνω περιφέρειες, βλ. λ. περιφέρεια·
- κάνω πέτρα την καρδιά, βλ. λ. πέτρα·
- κάνω πήδους απ’ τη χαρά μου, βλ. λ. πήδος·
- κάνω πιάτσα, βλ. λ. πιάτσα·
- κάνω πιο πέρα, βλ. λ. πέρα·
- κάνω πιπ, βλ. λ. πιπ·
- κάνω πίπα ή κάνω πίπες, βλ. λ. πίπα·
- κάνω πιπί, βλ. λ. πιπί·
- κάνω πίπιζα, βλ. λ. πίπιζα·
- κάνω πιπίλα, βλ. λ. πιπίλα·
- κάνω πίσω, βλ. λ. πίσω·
- κάνω πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- κάνω πλάκα (σε κάποιον), βλ. λ. πλάκα·
- κάνω πλάκες, βλ. λ. πλάκα·
- κάνω πλάτες, βλ. λ. πλάτη·
- κάνω πλιάτσικο, βλ. λ. πλιάτσικο·
- κάνω πλονζόν, βλ. λ. πλονζόν·
- κάνω πλούσιο (κάποιον), βλ. λ. πλούσιος·
- κάνω πλούσιο γάμο, (και για τα δύο φύλα), βλ. λ. γάμος·
- κάνω πλουφ, βλ. λ. πλουφ·
- κάνω πνεύμα, βλ. λ. πνεύμα·
- κάνω πνευστό, βλ. λ. πνευστό·
- κάνω ποδαρικό, βλ. λ. ποδαρικό·
- κάνω πόλεμο, βλ. λ. πόλεμος·
- κάνω ποντίκι, βλ. λ. ποντίκι·
- κάνω ποντίκια, βλ. λ. ποντίκι·
- κάνω πόρτα, βλ. λ. πόρτα·
- κάνω πουγκί, βλ. λ. πουγκί·
- κάνω πουστιά ή κάνω πουστιές, βλ. λ. πουστιά·
- κάνω πράξη ή κάνω πράξεις, βλ. λ. πράξη·
- κάνω πρρρ, βλ. λ. πρρρ·
- κάνω πράσινη ή κάνω την πράσινη, βλ. λ. πράσινη·
- κάνω πριτ, βλ. λ. πριτ·
- κάνω πρόβα, βλ. λ. πρόβα·
- κάνω πρόγραμμα, βλ. λ. πρόγραμμα·
- κάνω προκοπή, βλ. λ. προκοπή·
- κάνω προξενιά ή κάνω προξενιό, βλ. λ. προξενιά·
- κάνω προπόνηση, βλ. λ. προπόνηση·
- κάνω προς τα πίσω, βλ. λ. πίσω·
- κάνω προσευχές ή κάνω προσευχή ή κάνω την προσευχή μου, βλ. λ.προσευχή·
- κάνω προσκλητήριο, βλ. λ. προσκλητήριο·
- κάνω πρωτοσέλιδο (ένα θέμα), βλ. λ. πρωτοσέλιδος·
- κάνω πυρετό, βλ. λ. πυρετός·
- κάνω ότι… ή κάνω πως…, προσποιούμαι: «κάνω ότι δε φοβάμαι, αλλά από μέσα μου τρέμω || κάνω πως τον συμπαθώ, αλλά στην πραγματικότητα τον σιχαίνομαι»·
- κάνω πως δε βλέπω, αφήνω κάτι δυσάρεστο, που έπεσε στην αντίληψή μου, να περάσει χωρίς να επέμβω ή να το σχολιάσω, παριστάνω τον αδιάφορο: «όταν βλέπω τους αλήτες να μαλώνουν, κάνω πως δε βλέπω || επειδή είναι ο γιος του προσωπάρχη μας, ό,τι βλακεία και να κάνει, κάνω πως δε βλέπω»· βλ. και φρ. κάνω πως δεν καταλαβαίνω·
- κάνω πως δεν καταλαβαίνω, προσποιούμαι πως δεν αντιλαμβάνομαι προσβολή ή αδικία που γίνεται σε βάρος κάποιου ή και σε βάρος μου: «ενοχλούσαν συνεχώς τη γυναίκα του κάνοντάς της διάφορα νοήματα, αλλά αυτός έκανε πως δεν έβλεπε για να μη γίνει φασαρία»· βλ. και φρ. κάνω πως δε βλέπω·
- κάνω ράλι, βλ. λ. ράλι·
- κάνω ραχάτι, βλ. λ. ραχάτι·
- κάνω ρεζίλι, βλ. λ. ρεζίλι·
- κάνω ρεζίλι της κοινωνίας, βλ. λ. ρεζίλι·
- κάνω ρεζίλι των σκυλιών, βλ. λ. ρεζίλι·
- κάνω ρεκλάμα, βλ. λ. ρεκλάμα·
- κάνω ρεκόρ, βλ. λ. ρεκόρ·
- κάνω ρελάνς, βλ. λ. ρελάνς·
- κάνω ρεμούλα, βλ. λ. ρεμούλα·
- κάνω ρεντίκολο, βλ. λ. ρεντίκολο·
- κάνω ρεντίκολο της κοινωνίας, βλ. λ. ρεντίκολο·
- κάνω ρεντίκολο των σκυλιών, βλ. λ. ρεντίκολο·
- κάνω ριλάξ, βλ. λ. ριλάξ·
- κάνω ροντέο, βλ. λ. ροντέο·
- κάνω σάλο, βλ. λ. σάλος·
- κάνω σαλτανάτια, βλ. λ. σαλτανάτι·
- κάνω σάλτο μορτάλε, βλ. λ. σάλτο·
- κάνω σαματά, βλ. λ. σαματάς·
- κάνω σαν γεροντοκόρη, βλ. λ. γεροντοκόρη·
- κάνω σαν έγκυος, βλ. λ. έγκυος·
- κάνω σαν μωρό, βλ. λ. μωρό·
- κάνω σαν παιδί, βλ. λ. παιδί·
- κάνω σαν παλαβός, βλ. λ. παλαβός·
- κάνω σαν τρελός, βλ. λ. τρελός·
- κάνω σαξόφωνο, βλ. λ. σαξόφωνο·
- κάνω σαρδάμ, βλ. λ. σαρδάμ·
- κάνω σαρμάκο, βλ. λ. σαρμάκο·
- κάνω σασιρμά, βλ. λ. σασιρμάς·
- κάνω σαχλαμάρα ή κάνω σαχλαμάρες, βλ. λ. σαχλαμάρα·
- κάνω σεκόντο, βλ. λ. σεκόντο·
- κάνω σέντρα, βλ. λ. σέντρα·
- κάνω σεντράρισμα, βλ. λ. σεντράρισμα·
- κάνω σέρβις, βλ. λ. σέρβις·
- κάνω σεργιάνι, βλ. λ. σεργιάνι·
- κάνω σερμαγιά, βλ. λ. σερμαγιά·
- κάνω σεφτέ, βλ. λ. σεφτές·
- κάνω σήμα, βλ. λ. σήμα·
- κάνω σημαία μου (κάτι), βλ. λ. σημαία·
- κάνω σημειωτόν, βλ. λ. σημειωτόν·
- κάνω σινιάλα, βλ. λ. σινιάλο·
- κάνω σινιάλο, βλ. λ. σινιάλο·
- κάνω σκαλοπάτια, βλ. λ. σκαλοπάτι·
- κάνω σκαμνάκι, βλ. λ. σκαμνάκι·
- κάνω σκάντζα, βλ. λ. σκάντζα·
- κάνω σκασιαρχείο, βλ. λ. σκασιαρχείο·
- κάνω σκεμπέ ή κάνω σκεμπέδες ή κάνω σκεμπέδια, βλ. λ. σκεμπές·
- κάνω σκεμπεδάκια, βλ. λ. σκεμπεδάκι·
- κάνω σκέρτσα, βλ. λ. σκέρτσο·
- κάνω σκέρτσο, βλ. λ. σκέρτσο·
- κάνω σκηνή, βλ. λ. σκηνή·
- κάνω σκηνοθεσία, βλ. λ. σκηνοθεσία·
- κάνω σκίσιμο, βλ. λ. σκίσιμο·
- κάνω σκοινάκι, βλ. λ. σκοινάκι·
- κάνω σκονάκι ή κάνω σκονάκια, βλ. λ. σκονάκι·
- κάνω σκόνη (κάτι), βλ. λ. σκόνη·
- κάνω σκόνη, (για λεφτά ή περιουσία), βλ. λ. σκόνη·
- κάνω σκόντο, βλ. λ. σκόντο·
- κάνω σκοπό ή κάνω σκοπό μου (κάτι), βλ. λ. σκοπός·
- κάνω σκορ, βλ. λ. σκορ·
- κάνω σκούπα (κάτι), βλ. λ. σκούπα·
- κάνω σκουπίδια, βλ. λ. σκουπίδι·
- κάνω σμπαράλια (κάτι), βλ. λ. σμπαράλια·
- κάνω σόπινγκ, βλ. λ. σόπινγκ·
- κάνω σούζα ή κάνω σούζες, βλ. λ. σούζα·
- κάνω σουλάτσο, βλ. λ. σουλάτσο·
- κάνω σούμα ή κάνω τη σούμα, βλ. λ. σούμα·
- κάνω σουξέ, βλ. λ. σουξέ·
- κάνω σουτ, βλ. λ. σουτ·
- κάνω σπάσιμο, (για τάβλι),βλ. λ. σπάσιμο·
- κάνω σπάτουλα, βλ. λ. σπάτουλα·
- κάνω σπικάρισμα, βλ. λ. σπικάρισμα·
- κάνω σπιουνιά ή κάνω σπιουνιές, βλ. λ. σπιουνιά·
- κάνω σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
- κάνω σπορ, βλ. λ. σπορ·
- κάνω στασίδι, βλ. λ. στασίδι·
- κάνω στάχτη (κάποιον ή κάτι), βλ. λ. στάχτη·
- κάνω στέκι, βλ. λ. στέκι·
- κάνω στην άκρη, βλ. λ. άκρη·
- κάνω στην άκρη (κάποιον), βλ. λ. άκρη·
- κάνω στην μπάντα, βλ. λ. μπάντα·
- κάνω στην μπάντα (κάποιον), βλ. λ. μπάντα·
- κάνω στομάχι, βλ. λ. στομάχι·
- κάνω στομάχι ή κάνω στομάχια, βλ. λ. στομάχι·
- κάνω στουκ, βλ. λ. στουκ·
- κάνω στράκα ή κάνω στράκες, βλ. λ. στράκα·
- κάνω στριπτίζ, βλ. λ. στριπτίζ·
- κάνω στροφή, βλ. λ. στροφή·
- κάνω στροφή 180 μοιρών, βλ. λ. στροφή·
- κάνω στροφή 360 μοιρών, βλ. λ. στροφή·
- κάνω συζήτηση, βλ. λ. συζήτηση·
- κάνω σφήνα, βλ. λ. σφήνα·
- κάνω σχέδια, βλ. λ. σχέδιο·
- κάνω σχέδιο, βλ. λ. σχέδιο·
- κάνω σχέση ή κάνω σχέσεις, βλ. λ. σχέση·
- κάνω σώμα, βλ. λ. σώμα·
- κάνω τ’ αγγελούδι, βλ. λ. αγγελούδι·
- κάνω τ’ αγιοπερίστερο, βλ. λ. αγιοπερίστερο·
- κάνω τ’ αδύνατα δυνατά, βλ. λ. αδύνατος·
- κάνω τ’ αντέτι μου, βλ. λ. αντέτι·
- κάνω τα γλυκά μάτια, βλ. λ. μάτι·
- κάνω τα γλυκά μου, βλ. λ. γλυκά·
- κάνω τα δέοντα, βλ. λ. δέον·
- κάνω τα λεφτά μου…, βλ. λ. λεφτά·
- κάνω τα λόγια μου πράξη, βλ. λ. λόγος·
- κάνω τα μαθήματά μου, βλ. λ. μάθημα·
- κάνω τα μαλλιά μου, βλ. λ. μαλλί·
- κάνω τα πάντα, βλ. λ. παν·
- κάνω τα παρδαλά μου, βλ. λ. παρδαλός·
- κάνω τα πικρά γλυκά, βλ. λ. πικρός·
- κάνω τα πρέποντα, βλ. λ. πρέπον·
- κάνω τα πρώτα μου βήματα, βλ. λ. βήμα·
- κάνω τα στραβά μάτια, βλ. λ. μάτι
- κάνω τα τρελά μου, βλ. λ. τρελός·
- κάνω τα χαρτιά μου, βλ. λ. χαρτί·
- κάνω τα χιλιόμετρά μου, βλ. λ. χιλιόμετρο·
- κάνω ταινία, βλ. λ. ταινία·
- κάνω ταίρι, βλ. λ. ταίρι·
- κάνω τακίμι, βλ. λ. τακίμι·
- κάνω τάκλιν, βλ. λ. τάκλιν·
- κάνω τακουνάκι, βλ. λ. τακουνάκι·
- κάνω τάμα, βλ. λ. τάμα·
- κάνω ταμείο, βλ. λ. ταμείο·
- κάνω ταξίδι ή κάνω ταξίδια, βλ. λ. ταξίδι·
- κάνω τάπα, βλ. λ. τάπα·
- κάνω ταραχή, βλ. λ. ταραχή·
- κάνω τάχαμ δήθεν, βλ. λ. τάχαμ·
- κάνω τείχος, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου), βλ. λ. τείχος·
- κάνω τεμενά ή κάνω τεμενάδες, βλ. λ. τεμενάς·
- κάνω τερτίπια, βλ. λ. τερτίπι·
- κάνω τζάχα, βλ. λ. τζάχα·
- κάνω τζάχες, βλ. λ. τζάχα·
- κάνω τζερτζελέ, βλ. λ. τζερτζελές·
- κάνω τζιβιτζιλίκι, βλ. λ. τζιβιτζιλίκι·
- κάνω τζιβιτζιλίκια, βλ. λ. τζιβιτζιλίκι·
- κάνω τζιλβέδες, βλ. λ. τζιλβές·
- κάνω τζιριτζάντζουλες ή κάνω τσιριτσάντσουλες, βλ. λ. τζιριτζάντζουλα·
- κάνω τζίρο, βλ. λ. τζίρος·
- κάνω τη βάρδια (κάποιου), βλ. λ. βάρδια·
- κάνω τη βλακεία, βλ. λ. βλακεία·
- κάνω τη βόλτα μου, βλ. λ. βόλτα·
- κάνω τη βρόμικη δουλειά (για λογαριασμό κάποιου), βλ. λ. δουλειά·
- κάνω τη δουλειά μου, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω τη δουλειά μου όπως την ξέρω, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω τη ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- κάνω τη ζωή μου, βλ. λ. ζωή·
- κάνω τη λάντζα, βλ. λ. λάντζα·
- κάνω τη λευκή περιστερά, βλ. λ. περιστερά·
- κάνω (τη) μεγάλη ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνω τη σέντρα, βλ. λ. σέντρα·
- κάνω τη σιγανοπαπαδιά, βλ. λ. σιγανοπαπαδιά·
- κάνω τη σωματική μου ανάγκη, βλ. λ. ανάγκη·
- κάνω τη φραγκοπαναγιά, βλ. λ. φραγκοπαναγιά·
- κάνω την αβαρία, βλ. λ. αβαρία·
- κάνω την αθώα περιστερά, βλ. λ. αθώος·
- κάνω την ανάγκη μου, βλ. λ. ανάγκη·
- κάνω την ανάγκη φιλοτιμία, βλ. λ. ανάγκη·
- κάνω την γκόμενα, βλ. λ. γκόμενα·
- κάνω την καλή ή την κάνω την καλή, βλ. λ. καλός·
- κάνω την κορόιδα, βλ. λ. κορόιδα·
- κάνω την κουτουράδα, βλ. λ. κουτουράδα·
- κάνω την κυρία, βλ. λ. κυρία·
- κάνω την μπάζα μου, βλ. λ. μπάζα·
- κάνω την οσία Μαρία, βλ. λ. όσιος·
- κάνω την παλαβή, βλ. λ. παλαβός·
- κάνω την Παναγία, βλ. λ. Παναγία·
- κάνω την παπαδιά, βλ. λ. παπαδιά·
- κάνω την πάπια, βλ. λ. πάπια·
- κάνω την παρθένα, βλ. λ. παρθένα·
- κάνω την πλάκα μου, βλ. λ. πλάκα·
- κάνω την πορτοκαλιά, βλ. λ. πορτοκαλιά·
- κάνω την πρώτη κίνηση, βλ. λ. κίνηση·
- κάνω την τουαλέτα μου, βλ. λ. τουαλέτα·
- κάνω την τρέλα, βλ. λ. τρέλα·
- κάνω τηλεόραση, βλ. λ. τηλεόραση·
- κάνω την τύχη μου, βλ. λ. τύχη·
- κάνω τις βόλτες μου, βλ. λ. βόλτα·
- κάνω τις γύρες μου, βλ. λ. γύρα·
- κάνω τις γυροβολιές μου, βλ. λ. γυροβολιά·
- κάνω τις στροφές μου, βλ. λ. στροφή·
- κάνω το αγροτικό μου, βλ. λ. αγροτικός·
- κάνω το βαποράκι, βλ. λ. βαποράκι·
- κάνω το βαρύ, βλ. λ. βαρύς·
- κάνω το βγάλσιμό μου, βλ. λ. βγάλσιμο·
- κάνω το βλάκα, βλ. λ. βλάκας·
- κάνω το Γερμανό, βλ. λ. Γερμανός·
- κάνω το γόη, βλ. λ. γόης·
- κάνω το γούστο μου, βλ. λ. γούστο·
- κάνω το δέον, βλ. λ. δέον·
- κάνω το δικηγόρο του διαβόλου, βλ. λ. δικηγόρος·
- κάνω το δικό μου, βλ. λ. δικός·
- κάνω το δύσκολο, βλ. λ. δύσκολος·
- κάνω το ζόρικο, βλ. λ. ζόρικος·
- κάνω το Ζορό, βλ. λ. Ζορό·
- κάνω το κακό, βλ. λ. κακός·
- κάνω το καλό, βλ. λ. καλός·
- κάνω το καπρίτσιο μου, βλ. λ. καπρίτσιο·
- κάνω το κέφι μου, βλ. λ. κέφι·
- κάνω το κομμάτι μου, βλ. λ. κομμάτι·
- κάνω το κορόιδο, βλ. λ. κορόιδο·
- κάνω το κουμάντο μου, βλ. λ. κουμάντο·
- κάνω το κουνέλι, βλ. λ. κουνέλι·
- κάνω το κρεβάτι μου, βλ. λ. κρεβάτι·
- κάνω το λεφτά, βλ. λ. λεφτάς·
- κάνω το λιοντάρι, βλ. λ. λιοντάρι·
- κάνω το λογαριασμό, βλ. λ. λογαριασμός·
- κάνω το λογαριασμό μου, βλ. λ. λογαριασμός·
- κάνω το λόρδο, βλ. λ. λόρδος·
- κάνω το μάγκα, βλ. λ. μάγκας·
- κάνω το μαλάκα, βλ. λ. μαλάκας·
- κάνω το μάτι, βλ. λ. μάτι·
- κάνω το μεγάλο μπαμ, βλ. λ. μπαμ·
- κάνω το μεγάλο μπουμ, βλ. λ. μπουμ2·
- κάνω το μεγάλο πήδημα, βλ. λ. πήδημα·
- κάνω το μεγάλο σάλτο, βλ. λ. σάλτο·
- κάνω το νερό μου, βλ. λ. νερό·
- κάνω το νυχτοπούλι, βλ. λ. νυχτοπούλι·
- κάνω το παγώνι, βλ. λ. παγώνι·
- κάνω το παλικάρι, βλ. λ. παλικάρι·
- κάνω το παν, βλ. λ. παν·
- κάνω το πουλάκι, βλ. λ. πουλάκι·
- κάνω το πρέπον, βλ. λ. πρέπον·
- κάνω το πρώτο βήμα, βλ. λ. βήμα·
- κάνω το σάλτο μου, βλ. λ. σάλτο·
- κάνω το σημείο του σταυρού, βλ. λ. σταυρός·
- κάνω το σκίτσο του, βλ. λ. σκίτσο·
- κάνω το σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
- κάνω το σταυρό μου, βλ. λ. σταυρός·
- κάνω το στραβό, βλ. λ. στραβός·
- κάνω το σωστό, βλ. λ. σωστό·
- κάνω το τζαρέ μου, βλ. λ. τζαρές·
- κάνω το τζόβενο, βλ. λ. τζόβενο·
- κάνω το τραπέζι (σε κάποιον ή σε κάποιους), βλ. λ. τραπέζι·
- κάνω το χαζό, βλ. λ. χαζός·
- κάνω το χαμάλη, βλ. λ. χαμάλης·
- κάνω το χοντρό μου, βλ. λ. χοντρός·
- κάνω το χρέος μου, βλ. λ. χρέος·
- κάνω το χωροφύλακα (σε κάποιον), βλ. λ. χωροφύλακας·
- κάνω το ψιλό μου, βλ. λ. ψιλός·
- κάνω το ψώνιο μου, βλ. λ. ψώνιο·
- κάνω τόκα, βλ. λ. τόκα·
- κάνω τον άγιο, βλ. λ. άγιος·
- κάνω τον άγιο Ονούφριο, βλ. λ. άγιος·
- κάνω τον Αμερικάνο, βλ. λ. Αμερικάνος·
- κάνω τον ανήξερο, βλ. λ. ανήξερος·
- κάνω τον άντρα, βλ. λ. άντρας·
- κάνω τον γκιουλέκα, βλ. λ. γκιουλέκας·
- κάνω τον γκόμενο, βλ. λ. γκόμενος·
- κάνω τον ήρωα, βλ. λ. ήρωας·
- κάνω τον καλό, βλ. λ. καλός·
- κάνω τον καμπόη, βλ. λ. καμπόης·
- κάνω τον καπάνταη, βλ. λ. καπάνταης·
- κάνω τον καραγκιόζη, βλ. λ. καραγκιόζης·
- κάνω τον κάργα, βλ. λ. κάργας·
- κάνω τον κιμπάρη, βλ. λ. κιμπάρης·
- κάνω τον Κινέζο, βλ. λ. Κινέζος·
- κάνω τον κιουλάμπεη, βλ. λ. κιουλάμπεης·
- κάνω τον κλόουν, βλ. λ. κλόουν·
- κάνω τον κόκορα, βλ. λ. κόκορας·
- κάνω τον κόπο, βλ. λ. κόπος·
- κάνω τον κοριό, βλ. λ. κοριός·
- κάνω τον κόσμο άνω κάτω, βλ. λ. κόσμος·
- κάνω τον κουτό, βλ. λ. κουτός·
- κάνω τον κουφό, βλ. λ. κουφός·
- κάνω τον μπαμπούλα, βλ. λ. μπαμπούλας·
- κάνω τον μπιλμέμ, βλ. λ. μπιλμέμ·
- κάνω τον νταή, βλ. λ. νταής·
- κάνω τον όσιο (Δαβίδ), βλ. λ. όσιος·
- κάνω τον παλαβό, βλ. λ. παλαβός·
- κάνω τον παλιάτσο, βλ. λ. παλιάτσος·
- κάνω τον παλικαρά, βλ. λ. παλικαράς·
- κάνω τον πεχλιβάνη, βλ. λ. πεχλιβάνης·
- κάνω τον πλούσιο, βλ. λ. πλούσιος·
- κάνω τον πυροσβέστη, βλ. λ. πυροσβέστης·
- κάνω τον σερίφη, βλ. λ. σερίφης·
- κάνω τον σταυρό μου, βλ. λ. σταυρός·
- κάνω τον στραβό, βλ. λ. στραβός·
- κάνω τον τάχα, βλ. λ. τάχα·
- κάνω τον τάχαμ δήθεν, βλ. λ. τάχαμ·
- κάνω τον τηλεβόα, βλ. λ. τηλεβόας·
- κάνω τον τρελό, βλ. λ. τρελός·
- κάνω τον τσαγκό, βλ. λ. τσαγκός·
- κάνω τον φτωχό, βλ. λ. φτωχός·
- κάνω τον ψόφιο κοριό, βλ. λ. κοριός·
- κάνω τόπο, βλ. λ. τόπος·
- κάνω τόπο στην οργή, βλ. λ. τόπος·
- κάνω του κεφαλιού μου, βλ. λ. κεφάλι·
- κάνω τούκα, βλ. λ. τούκα·
- κάνω τούμπα ή κάνω τούμπες, βλ. λ. τούμπα·
- κάνω τουμπέκα, βλ. λ. τουμπέκα·
- κάνω τουμπεκί (ψιλοκομμένο), βλ. λ. τουμπεκί·
- κάνω τούμπες, βλ. λ. τούμπα·
- κάνω τράκα, βλ. λ. τράκα·
- κάνω τράκα ή κάνω τράκες, βλ. λ. τράκα·
- κάνω τράμπα, βλ. λ. τράμπα·
- κάνω τρελά όνειρα, βλ. λ. όνειρο·
- κάνω τρελή δουλειά ή κάνω τρελές δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω τρελή ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κάνω τρέλες, βλ. λ. τρέλα·
- κάνω τρελές πλάκες, βλ. λ. πλάκα·
- κάνω τρίλιζα, βλ. λ. τρίλιζα·
- κάνω τρίπλα ή κάνω τρίπλες, βλ. λ. τρίπλα·
- κάνω τρίτσα κάτσα, βλ. λ. τρίτσα κάτσα·
- κάνω τρομπέτα, βλ. λ. τρομπέτα·
- κάνω τσακίσματα, βλ. λ. τσάκισμα·
- κάνω τσακμάκι, βλ. λ. τσακμάκι·
- κάνω τσαλίμια (τσαλιμάκια), βλ. λ. τσαλίμι·
- κάνω τσαμπουκά, βλ. λ. τσαμπουκάς·
- κάνω τσάρκα ή κάνω την τσάρκα μου, βλ. λ. τσάρκα·
- κάνω τσαχπινιές, βλ. λ. τσαχπινιά·
- κάνω τσιγάρο (τσιγαράκι, τσιγαρλίκι), βλ. λ. τσιγάρο·
- κάνω τσιμπούκι, βλ. λ. τσιμπούκι·
- κάνω τσιριμόνιες, βλ. λ. τσιριμόνια·
- κάνω τσίσα ή κάνω τσίσα μου ή κάνω τα τσίσα μου, βλ. λ. τσίσα·
- κάνω τσουλήθρα, βλ. λ. τσουλήθρα·
- κάνω υδραυλικό, βλ. λ. υδραυλικό·
- κάνω υπομονή, βλ. λ. υπομονή·
- κάνω υπουλίες, βλ. λ. υπουλία·
- κάνω φάβα, βλ. λ. φάβα·
- κάνω φαγητό, βλ. λ. φαγητό·
- κάνω φάκελο, βλ. λ. φάκελος·
- κάνω φακιρικά, βλ. λ. φακιρικός·
- κάνω φακιριλίκια, βλ. λ. φακιριλίκι·
- κάνω φάλτσο, βλ. λ. φάλτσο·
- κάνω φαλτσοστεκιά, βλ. λ. φαλτσοστεκιά·
- κάνω φάουλ, βλ. λ. φάουλ·
- κάνω φασαρία, βλ. λ. φασαρία·
- κάνω φάτσες, βλ. λ. φάτσα·
- κάνω φατσούλες, βλ. λ. φατσούλα·
- κάνω φέτα ή κάνω φέτες, βλ. λ. φέτα·
- κάνω φιγούρα ή κάνω τη φιγούρα μου, βλ. λ. φιγούρα·
- κάνω φλερτ, βλ. λ. φλερτ·
- κάνω φλογέρα, βλ. λ. φλογέρα·
- κάνω φόνο, βλ. λ. φόνος·
- κάνω φουλ, βλ. λ. φουλ·
- κάνω φούρλες ή κάνω τις φούρλες μου, βλ. λ. φούρλα·
- κάνω φραμπαλά, βλ. λ. φραμπαλάς·
- κάνω φτερά, βλ. λ. φτερό·
- κάνω φυλακή ή κάνω τη φυλακή μου, βλ. λ. φυλακή·
- κάνω φύλλα, βλ. λ. φύλλο·
- κάνω χαβά (χαβαδάκι), βλ. λ. χαβάς·
- κάνω χαβαλέ, βλ. λ. χαβαλές·
- κάνω χάζι, βλ. λ. χάζι·
- κάνω χαΐρι, βλ. λ. χαΐρι·
- κάνω χαλάστρα, βλ. λ. χαλάστρα·
- κάνω χαρά ή κάνω χαρές, βλ. λ. χαρά·
- κάνω χαρακίρι, βλ. λ. χαρακίρι·
- κάνω χαράμια, βλ. λ. χαράμι·
- κάνω χάρες, βλ. λ. χάρη·
- κάνω χάρη, βλ. λ. χάρη·
- κάνω χαρούλες, βλ. λ. χαρούλα·
- κάνω χαρτιά, βλ. λ. χαρτί·
- κάνω χατίρια (χατιράκια), βλ. λ. χατίρι·
- κάνω χέρι, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου), βλ. λ. χέρι·
- κάνω χερικό, βλ. λ. χερικό·
- κάνω χιούμορ, βλ. λ. χιούμορ·
- κάνω χοντρά, βλ. λ. χοντρός·
- κάνω χοντράδες, βλ. λ. χοντράδα·
- κάνω χοντρές πλάκες, βλ. λ. πλάκα·
- κάνω χοντρό κόλπο, βλ. λ. κόλπο·
- κάνω χοντροκοπιές, βλ. λ. χοντροκοπιά·
- κάνω χουζούρι, βλ. λ. χουζούρι·
- κάνω χουλιαμά, βλ. λ. χουλιαμάς·
- κάνω χουσμέτια, βλ. λ. χουσμέτι·
- κάνω χρέη..., βλ. λ. χρέος·
- κάνω Χριστούγεννα, βλ. λ. Χριστούγεννα·
- κάνω χρυσή δουλειά ή κάνω χρυσές δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
- κάνω χώρο, βλ. λ. χώρος·
- κάνω ψαχτήρι (κάποιον ή κάποιου), βλ. λ. ψαχτήρι·
- κάνω ψηστήρι, βλ. λ. ψηστήρι·
- κάνω ψιλά, βλ. λ. ψιλά·
- κάνω ψυχή, βλ. λ. ψυχή·
- κάνω ψυχικό, βλ. λ. ψυχικό·
- κάτι κάνουμε κι εμείς! έκφραση για να δηλώσουμε με κάποια μετριοφροσύνη πως, σε σύγκριση με κάποιον άλλον, παράγουμε κι εμείς κάποιο ικανοποιητικό έργο ή φέρνουμε κι εμείς κάποια ικανοποιητικά αποτελέσματα σε κάτι: «βλέπω πως έκανες καλή δουλειά. -Κάτι κάνουμε κι εμείς!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε·
- κάτι τέτοια μου κάνεις και δεν μπορώ να σε ξεχάσω, βλ. λ. ξεχνώ·
- κι εμείς τι ώρες κάνουμε! βλ. λ. ώρα·
- κούφια καρύδια, πίτα δεν κάνουν, βλ. λ. καρύδι·
- κωλοτούμπες στον αέρα να κάνεις! βλ. λ. κωλοτούμπα·
- λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει, βλ. λ. κοπέλι·
- λίγο να κάνεις ότι… ή λίγο να κάνεις πως…, βλ. λ. λίγος·
- λίγο να κάνω ότι… ή λίγο να κάνω πως…, βλ. λ. λίγος·
- μ’ έκανε κομμάτια ή μ’ έχει κάνει κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- μ’ έκανε παλαβό ή μ’ έχει κάνει παλαβό, βλ. λ. παλαβός·
- μ’ έκανε χίλια κομμάτια ή μ’ έχει κάνει χίλια κομμάτια, βλ. λ. κομμάτι·
- μάγια σε κάνανε! βλ. λ. μάγια·
- μαθαίνω να κάνω (κάτι), βλ. λ. μαθαίνω·
- μας κάνει απιστίες, βλ. λ. απιστία·
- μας κάνει μούτρα ή μου κάνει μούτρα, βλ. λ. μούτρο·
- μας κάνει το βαρύ ή μου κάνει το βαρύ, βλ. λ. βαρύς·
- μας κάνει το βαρύ κι ασήκωτο ή μου κάνει το βαρύ κι ασήκωτο, βλ. λ. βαρύς·
- μας κάνει το βαρύ πεπόνι ή μου κάνει το βαρύ πεπόνι, βλ. λ. πεπόνι·
- μας κάνει τον δεν ξέρω κι εγώ ποιος είναι! βλ. λ. ποιος·
- μας κάνει τον πολύ, βλ. λ. πολύς·
- μας κάνει τον προφέσορα ή μου κάνει τον προφέσορα, βλ. λ. προφέσορας·
- μας τα ’κανες καρπούζια ή μου τα ’κανες καρπούζια (ενν. τα αρχίδια μου), βλ. λ. καρπούζι·
- μας τα ’κανες κουδούνια ή μου τα ’κανες κουδούνια (ενν. τα αρχίδια μου), βλ. λ. κουδούνι·
- μας τα ’κανες μπαρντάκια ή μου τα ’κανες μπαρντάκια (ενν. τα αρχίδια μου), βλ. λ.
 μπαρντάκι·
- μας τα ’κανες τσουρέκια ή μου τα ’κανες τσουρέκια, (ενν. τα αρχίδια μου), βλ. λ. τσουρέκι·
- μας το ’κανε χωρίς σάλιο ή μου το ’κανε χωρίς σάλιο, βλ. λ. σάλιο·
- μας την κάνανε μεγάλε! βλ. λ. μεγάλος·
- μαύρα μάτια κάναμε, βλ. λ. μάτι·
- με άνθρωπο που γαμάς τι κουβέντα να κάνεις! βλ. λ. άνθρωπος·
- με κάνει σαν αγγούρι, βλ. λ. αγγούρι·
- με κάνουν άνω κάτω, βλ. λ. άνω·
- με κάνουν ζουπηχτό, βλ. λ. ζουπηχτός·
- με κάνουν μπαλαντέρ, βλ. λ. μπαλαντέρ·
- με την τρελίτσα μου κάνω τη δουλίτσα μου, βλ. λ. τρελίτσα·
- με το φίλο φίλο κάνεις και μ’ ένα φίλο τονε χάνεις, βλ. λ. φίλος·
- μη μας το κάνεις αυτό! ή μη μου το κάνεις αυτό! λέγεται ειρωνικά σε κάποιον που απειλεί πως θα αποχωρήσει από την παρέα μας, από την ομήγυρη από τη στιγμή που η απειλή του αυτή μας είναι αδιάφορη: «αν δεν πάμε στο τάδε μπαράκι, εγώ θα φύγω. -Μη μας το κάνεις αυτό!». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·   
- μη με κάνεις και κοκκινίζω ή μη με κάνεις να κοκκινίζω, βλ. λ. κοκκινίζω·
- μη με κάνεις κι αμαρτάνω! βλ. λ. αμαρταίνω·
- μην κάνεις έτσι, βλ. λ. έτσι·
- μην κάνεις ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- μην κάνεις θέμα, βλ. λ. θέμα·
- μην κάνεις σαν μωρό! βλ. λ. μωρό·
- μην κάνεις σαν παιδί! βλ. λ. παιδί·
- μην κάνεις σκουπίδια! βλ. λ. σκουπίδι·
- μην κάνεις τον κόπο, βλ. λ. κόπος·
- μην το κάνεις (και) δράμα! βλ. λ. δράμα·
- μην το κάνεις κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- μην το κάνεις συζήτηση, βλ. λ. συζήτηση·
- μια έτσι να κάνω…, βλ. φρ. ένα έτσι να κάνω·
- μιλάμε για την κατσαρόλα και δεν ξέρουμε ακόμα τι φαγητό θέλουμε να κάνουμε, βλ. λ. κατσαρόλα·
- μου ’καναν κηδεία ή μου ’καναν την κηδεία, βλ. λ. κηδεία·
- μου ’καναν τραπέζι, βλ. λ. τραπέζι·
- μου ’κανε κλικ, βλ. λ. κλικ·
- μου ’κανε τα νεύρα κουρέλι, βλ. λ. νεύρο·
- μου ’κανε τα νεύρα ρετάλι, βλ. λ. νεύρο·
- μου ’κανε τα νεύρα σμπαράλια, βλ. λ. νεύρο·
- μου ’κανε τα νεύρα τιράντες, βλ. λ. νεύρο·
- μου ’κανε τα νεύρα τσίκλα, βλ. λ. τσίκλα·
- μου ’κανε τα νεύρα τσίχλα, βλ. λ. τσίχλα·
- μου ’κανε τα τρία δύο, βλ. λ. τρία· 
- μου ’κανε τη ζωή κόλαση, βλ. λ. ζωή·
- μου ’κανε τη ζωή μαύρη, βλ. λ. ζωή·
- μου ’κανε την καρδιά γαρίφαλο, βλ. λ. καρδιά·
- μου ’κανε την καρδιά καρβουνιάρικο, βλ. λ. καρδιά·
- μου ’κανε την καρδιά κομμάτια, βλ. λ. καρδιά·
- μου ’κανε την καρδιά μαύρη, βλ. λ. καρδιά· 
- μου ’κανε την καρδιά μπαξέ, βλ. λ. καρδιά·
- μου ’κανε την καρδιά περιβόλι, βλ. λ. καρδιά·
- μου ’κανε την καρδιά τριαντάφυλλο, βλ. λ. καρδιά·
- μου ’κανε το βίο αβίωτο, βλ. λ. βίος·
- μου ’κανε το κεφάλι καζάνι, βλ. λ. κεφάλι·
- μου ’κανε το κεφάλι κουδούνι, βλ. λ. κεφάλι·
- μου ’κανε το μυαλό κουρκούτι, βλ. λ. μυαλό·
- μου κάνει αναφορά, βλ. λ. αναφορά·
- μου κάνει αντίποινα, βλ. λ. αντίποινα·
- μου κάνει αντιπολίτευση, βλ. λ. αντιπολίτευση·
- μου κάνει αντίπραξη, βλ. λ. αντίπραξη·
- μου κάνει απιστίες, βλ. λ. απιστία·
- μου κάνει εντύπωση, βλ. λ. εντύπωση·
- μου κάνει ευχαρίστηση, βλ. λ. ευχαρίστηση·
- μου κάνει κάπως, (στη νεοαργκό) βλ. λ. κάπως·
- μου κάνει κέφι, βλ. λ. κέφι·
- μου κάνει κήρυγμα, βλ. λ. κήρυγμα·
- μου κάνει κικιρίκου (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. κικιρίκου·
- μου κάνει κόπο, βλ. λ. κόπος·
- μου κάνει κούκου (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. κούκου·
- μου κάνει κουράγιο (κάποιος), βλ. λ. κουράγιο·
- μου κάνει όρεξη (κάτι), βλ. λ. όρεξη·
- μου κάνει χαρά, βλ. λ. χαρά·
- μου κάνει ψυχρό πόλεμο, βλ. λ. πόλεμος·
- μου κάνουν τηλέφωνο, βλ. λ. τηλέφωνο·
- μου τα ’κανε αέρα (ενν. τ’ αρχίδια μου), βλ. λ. αέρας·
- μου την έκανε τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- μου ’χει κάνει άσπρα τα μαλλιά, βλ. λ. μαλλί·
- μου ’χει κάνει μαύρη την καρδιά, βλ. λ. καρδιά·
- μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς; ή μπορώ να κάνω κι αλλιώς; βλ. λ. αλλιώς·
- να, κάνει η σούφρα σου! βλ. λ. σούφρα·
- να, κάνει ο κώλος σου! βλ. λ. κώλος·
- να, κάνει το κωλαράκι σου! βλ. λ. κωλαράκι·
- να, κάνει το μάτι του! βλ. λ. μάτι·
- να, κάνει το μουνάκι σου! βλ. λ. μουνάκι·
- να, κάνει το μουνί σου! βλ. λ. μουνί·
- να, κάνει το πουλάκι σου! βλ. λ. πουλάκι·
- να κάνεις, να ράνεις, λέγεται στην περίπτωση που, εκτός από αυτά που μας ανέφερε κάποιος πως πρέπει να κάνει, υπάρχουν και άλλα πολλά: «αύριο έχω πολλά τρεχάματα, γιατί πρέπει να πάω να πληρώσω τη Δ.Ε.Η., τον Ο.Τ.Ε., να πάω να πληρώσω την κάρτα μου στην τράπεζα, να βγω στην αγορά, να κάνεις, να ράνεις, να δω τι θα πρωτοπρολάβω!»·
- να μην προλάβω να κάνω ένα βήμα, βλ. λ. βήμα·
- να πα(ς) να κάνεις μπάνιο! βλ. λ. μπάνιο·
- ο βλάκας μπορεί να σου κάνει μεγαλύτερο κακό από έναν κακό, βλ. λ. βλάκας·
- ο γάιδαρος κάνει τη δουλειά κι ο αγωγιάτης παίρνει τα λεφτά, βλ. λ. δουλειά·
- ο Θεός να κάνει το θαύμα του! βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός να το κάνει…, βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός να τον κάνει…, βλ. λ. Θεός·
- οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς τους φίλους, βλ. λ. λογαριασμός·
- όλα τα στραβά καρβέλια η στραβή πινακωτή τα κάνει, βλ. λ. πινακωτή·
- όλες οι μέλισσες δεν κάνουν μέλι, βλ. λ. μέλισσα·
- όπως και να το κάνουμε, βλ. λ. όπως·
- όπως τα ’κανες, τώρα φά’ τα, βλ. λ. τρώγω·
- όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, βλ. λ. αλεπού·
- όσο κι αν αδυνατίσει το βουβάλι, πάλι για ένα βόδι κάνει, βλ. λ. βουβάλι·
- όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, βλ. λ. Θεός·
- όταν πεινάει η αλεπού, κάνει πως κοιμάται, βλ. λ. αλεπού·
- ό,τι θέλει ας κάνει ή ό,τι θέλει να κάνει, ας κάνει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι και να κάνεις, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι και να του κάνεις, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι και να κάνεις τη μύγα, στα σκατά θα πάει, βλ. λ. μύγα·
- ούτε το διάβολο να δεις ούτε το σταυρό σου να κάνεις, βλ. λ. διάβολος·
- πάω να κάνω την ανάγκη μου, βλ. λ. ανάγκη·
- πλάκα μας κάνεις; ή πλάκα μου κάνεις; βλ. λ. πλάκα·
- πολλά μου τα ’κανε ή πολλά μου τα ’χει κάνει, βλ. λ. πολύς·
- πόσο κάνει; πόσο κοστίζει; πόσο τιμάται; σε ποια τιμή πουλιέται(;): «πόσο κάνει αυτό το ρολόι;». Συνών. πόσο έχει; / πόσο πάει(;)·
- πουλάκια κάνουν τα μάτια σου, βλ. λ. πουλάκι·
- πώς κάνεις έτσι! βλ. λ. πώς·
- πώς να το κάνουμε! βλ. λ. πώς·
- σαν πολλά μας τα ’κανες! ή σαν πολλά μου τα ’κανες! βλ. λ. πολύς·
- σε κάνει εχθρό του, βλ. λ. εχθρός·
- σε κάνει κοκορίκο; (ενν. ο πούτσος, ο ψώλος, η πούτσα, η ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. κοκορίκο(!)·
- σκόρδο και νερό, κάνει τον άνθρωπο γερό, βλ. λ. νερό·
- στου γαϊδάρου το χωριό όλοι κάνουν το γιατρό, βλ. λ. γάιδαρος·
- στου κασίδη το κεφάλι όλοι κάνουν τον κουρέα, βλ. λ. κασίδης·
- συμβόλαιο κάναμε; βλ. λ. συμβόλαιο·
- τα βρομισμένα λάχανα κακή σαλάτα κάνουν, βλ. λ. λάχανο·
- τα ’κανα θρύψαλα, βλ. λ. θρύψαλο·
- τα ’κανα νιανιά, βλ. λ. νιανιά·
- τα ’κανα στιφάδο, βλ. λ. στιφάδο·
- τα ’κανε ή τα ’χει κάνει, βλ. φρ. τα ’κανε απάνω του. (Τραγούδι: έπιασα και το δρεπάνι και ο Χάρος τα ’χει κάνει. Τι ψυχή θα παραδώστε; Όλα δω θα τα πληρώστε
- τα ’κανε απάνω του, βλ. λ. απάνω·
- τα ’κανε απάνω του απ’ τη χαρά του, βλ. λ. χαρά·
- τα ’κανε απάνω του απ’ το φόβο του, βλ. λ. φόβος·
- τα ’κανε ομελέτα, βλ. λ. ομελέτα·
- τα ’κανε παστίτσιο, βλ. λ. παστίτσιο·
- τα ’κανε σαν τα μούτρα του, βλ. λ. μούτρο·
- τα ’κανε σαν τον κώλο του, βλ. λ. κώλος·
- τα ’κανε στο βρακί του ή τα ’κανε στα βρακιά του, βλ. λ. βρακί·
- τα ’κανε στο σώβρακο ή τα ’κανε στα σώβρακά του, βλ. λ. σώβρακο·
- τα ’κανε φουρφούρι (ενν. τα λεφτά), βλ. λ. φουρφούρι·
- τα κάνει ακόμη απάνω του, βλ. λ. απάνω του·
- τα κάνει ακόμη στο βρακί του, βλ. λ. βρακί·
- τα κάνει μασούρι, βλ. λ. μασούρι·
- τα κάνει με ουρές και με κεφάλια, βλ. λ. κεφάλι·
- τα κάνω, αφοδεύω, ενεργούμαι: «πήγε γρήγορα στην τουαλέτα να τα κάνει, γιατί τον έπιασε κόψιμο»·
- τα κάνω αβγοτάραχο, βλ. λ. αβγοτάραχο·
- τα κάνω αλιάδα, βλ. λ. αλιάδα·
- τα κάνω αλώνι, βλ. λ. αλώνι·
- τα κάνω ανάστα ή τα κάνω ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- τα κάνω άνω κάτω, βλ. λ. άνω·
- τα κάνω αρένα, βλ. λ. αρένα·
- τα κάνω άρτζι μπούρτζι (και λουλάς) βλ. λ. άρτζι μπούρτζι·
- τα κάνω βίδες, βλ. λ. βίδα·
- τα κάνω γαργάρα (ενν. τα χρήματα), βλ. λ. γαργάρα2·
- τα κάνω γι’ άλλα, βλ. λ. άλλος·
- τα κάνω γιάγμα, βλ. λ. γιάγμα·
- τα κάνω γιάλλα, βλ. λ. γιάλλα·
- τα κάνω γιαπί, βλ. λ. γιαπί·
- τα κάνω γυαλιά καρφιά, βλ. λ. γυαλί·
- τα κάνω Δευτέρα Παρουσία, βλ. λ. Δευτέρα Παρουσία·
- τα κάνω θάλασσα, βλ. λ. θάλασσα·
- τα κάνω ιμάμ μπαϊλντί, βλ. λ. ιμάμ μπαϊλντί·
- τα κάνω καπάκι ή τα κάνω καπάκια, βλ. λ. καπάκι·
- τα κάνω κοκορέτσι (ενν. τα πούλια μου), βλ. λ. κοκορέτσι·
- τα κάνω κολυμπηθρόξυλο, βλ. λ. κολυμπηθρόξυλο·
- τα κάνω κομπόστα, βλ. λ. κομπόστα·
- τα κάνω κουβέρτα, βλ. λ. κουβέρτα·
- τα κάνω κουκούλα, βλ. λ. κουκούλα·
- τα κάνω κουλουβάχατα, βλ. λ. κουλουβάχατα·
- τα κάνω κώλο(ς), βλ. λ. κώλος·
- τα κάνω λαμπόγυαλο, βλ. λ. λαμπόγυαλο·
- τα κάνω λιάδα, βλ. λ. λιάδα·
- τα κάνω λιανά, βλ. λ. λιανός·
- τα κάνω λίμπα, βλ. λ. λίμπα·
- τα κάνω μάλε βράσε, βλ. λ. μάλε βράσε·
- τα κάνω μαλλιά κουβάρια, βλ. λ. μαλλί·
- τα κάνω μαμούκαλα, βλ. λ. μαμούκαλα·
- τα κάνω μανέστρα, βλ. λ. μανέστρα·
- τα κάνω μαντάρα, βλ. λ. μαντάρα·
- τα κάνω μουνί, βλ. λ. μουνί·
- τα κάνω μουνί καλλιγραφίας, βλ. λ. μουνί·
- τα κάνω μουνί καπέλο, βλ. λ. μουνί·
- τα κάνω μούσκεμα, βλ. λ. μούσκεμα·
- τα κάνω μουσκίδι, βλ. λ. μουσκίδι·
- τα κάνω μούτι, βλ. λ. μούτι·
- τα κάνω μπάχαλο, βλ. λ. μπάχαλο·
- τα κάνω μπίλιες, βλ. λ. μπίλια·
- τα κάνω μπουρδέλο, βλ. λ. μπουρδέλο·
- τα κάνω μύλο(ς), βλ. λ. μύλος·
- τα κάνω όλα Ανάσταση, βλ. λ. Ανάσταση·
- τα κάνω όλα γη(ς) Μαδιάμ, βλ. λ. γη·
- τα κάνω όλα γιάγμα, βλ. λ. γιάγμα·
- τα κάνω όλα κεραμιδαριό, βλ. λ. κεραμιδαριό·
- τα κάνω όλα ρημαδιό, βλ. λ. ρημαδιό·
- τα κάνω όλα στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
- τα κάνω όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
- τα κάνω όλα στο εντάξει, βλ. λ. εντάξει·
- τα κάνω όλα χαλάστρα, βλ. λ. χαλάστρα·
- τα κάνω παντελόνια (ενν. τα πούλια μου), βλ. λ. παντελόνι·
- τα κάνω παπάρα, βλ. λ. παπάρα·
- τα κάνω πιάτα (ενν. τα λεφτά μου), βλ. λ. πιάτο·
- τα κάνω πλακάκια, βλ. λ. πλακάκι·
- τα κάνω ρημάδι ή τα κάνω ρημάδια, βλ. λ. ρημάδι· 
- τα κάνω ρόιδο, βλ. λ. ρόιδο·
- τα κάνω σαλάτα, βλ. λ. σαλάτα·
- τα κάνω σαν της γριάς το μαλλί ή τα κάνω σαν της γριάς τα μαλλιά, βλ. λ. μαλλί·
- τα κάνω σαν της τρελής το μαλλί ή τα κάνω σαν της τρελής τα μαλλιά, βλ. λ. μαλλί·
- τα κάνω σκατά, βλ. λ. σκατά·
- τα κάνω σκατά κι απόσκατα, βλ. λ. σκατά·
- τα κάνω σκατά ολέ, βλ. λ. σκατά·
- τα κάνω σκατέ ολέ, βλ. λ. σκατέ·
- τα κάνω σκόνη, βλ. λ. σκόνη·
- τα κάνω σκούπα, βλ. λ. σκούπα·
- τα κάνω σμπαράλια, βλ. λ. σμπαράλια·
- τα κάνω σουβλάκι (ενν. τα πούλια μου), βλ. λ. σουβλάκι·
- τα κάνω σούπα, βλ. λ. σούπα·
- τα κάνω σούρδου μπούρδου, βλ. λ. σούρδου μπούρδου·
- τα κάνω στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
- τα κάνω στραπατσάδα, βλ. λ. στραπατσάδα·
- τα κάνω στραπάτσο, βλ. λ. στραπάτσο·
- τα κάνω συντρίμμια, βλ. λ. συντρίμμι·
- τα κάνω ταραμά, βλ. λ. ταραμάς·
- τα κάνω ταραμοσαλάτα, βλ. λ. ταραμοσαλάτα·
- τα κάνω τάτση μήτση κώτση, βλ. λ. τάτση μήτση κώτση·
- τα κάνω το μουνί του μουνιού, βλ. λ. μουνί·
- τα κάνω τουρλού, βλ. λ. τουρλού·
- τα κάνω τουρλού τουρλού Αγκόπ, βλ. λ. τουρλού·
- τα κάνω τουρλού τουρλού μανιφατούρα, βλ. λ. τουρλού·
- τα κάνω τουρσί, βλ. λ. τουρσί·
- τα κάνω φραγκοδίφραγκα, βλ. λ. φραγκοδίφραγκα·
- τα κάνω φύλλο και φτερό, βλ. λ. φύλλο·
- τα κάνω χάλια, βλ. λ. χάλια·
- τα κάνω ψιλά, βλ. λ. ψιλά·
- τα μάτια μου κάνουν πουλάκια, βλ. λ. μάτι·
- τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, βλ. λ. ράσο·
- τέτοιος είναι, τέτοια κάνει, βλ. λ. τέτοιος·
- την έκανα ή την κάναμε, πέτυχα απόλυτα, μου συνέβη κάτι πάρα πολύ ευχάριστο: «αγόρασα ένα λαχείο και την έκανα», δηλ. κέρδισα συνήθως τον πρώτο αριθμό. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του· βλ. και φρ. την κάνω·
- την έκανα (ενν. τη ζημιά, τη βλακεία, τη μαλακία, την κοτσάνα), διέπραξα σοβαρό λάθος ή σφάλμα: «όλα καλά, αλλά σ’ αυτό το σημείο την έκανες || δε φτάνει που την έκανες, ζητάς και τα ρέστα από πάνω!»· βλ. και φρ. την κάνω·
- την έκανα από κούπες, βλ. λ. κούπα·
- την έκανα δική μου, βλ. λ. δικός·
- την έκανα και βόγκηξε ή την έκανα να βογκήξει, βλ. λ. βογκώ·
- την έκανα κρίση, βλ. λ. κρίση·
- την έκανα λαμόγια τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- την έκανα λάμπα, βλ. λ. λάμπα·
- την έκανα λαχείο, βλ. λ. λαχείο·
- την έκανα λώλα, βλ. λ. λώλα·
- την έκανα νταντέλα, βλ. λ. νταντέλα·
- την έκανα τέζα (ενν. την κοιλιά μου), βλ. λ. τέζα·
- την έκανα τζαζ, βλ. λ. τζαζ·
- την έκανα τζαζ μπαντ, βλ. λ. τζαζ μπαντ·
- την έκανα τη στραβή, βλ. λ. στραβός·
- την έκανα την κουτσή, βλ. λ. κουτσός·
- την έκανα τσίτα, βλ. λ. τσίτα·
- την έκανε μ’ ελαφρά πηδηματάκια, βλ. λ. πηδηματάκι·
- την έκανε με πλάγια πηδηματάκια, βλ. λ. πηδηματάκι·
- την έκανε παιχνίδι (παιχνιδάκι) στα χέρια του, βλ. λ. παιχνίδι·
- την κάνει τη δουλειά, (και για τα δυο φύλα), βλ. λ. δουλειά·
- την κάνει τη δουλειά του (της), βλ. λ. δουλειά·
- την κάνει τη δουλειά χαμαλίκι, βλ. λ. δουλειά·
- την κάνω, α. πετυχαίνω κοινωνικά ή οικονομικά, αποκτώ απρόσμενα πολλά χρήματα: «όταν κάποια στιγμή την κάνουν στη ζωή τους κάποιοι, τότε ξεχνούν από πού ξεκίνησαν! || την έκανε ο τυχεράκιας, γιατί ήταν ο μοναδικός τυχερός στο τζόκερ». β. αποχωρώ, φεύγω: «μάγκες, εγώ την κάνω για το σπίτι». (Λαϊκό τραγούδι: με άλλη ξεμυαλίστηκες γι’ αυτό και μου την κάνεις,μα προτιμώ το χωρισμό παρά να με πεθάνεις). γ. φεύγω απαρατήρητος, εξαφανίζομαι: «πρέπει να την κάνεις με τρόπο, γιατί έρχονται να σε πιάσουν οι μπάτσοι»· βλ. και φρ. την έκανα·
- την κάνω αλεπουδόπουλος, βλ. λ. αλεπουδόπουλος·
- την κάνω γαργάρα (ενν. τη γλώσσα μου), βλ. λ. γαργάρα2·
- την κάνω γαργάρα (ενν. την είδηση, την πληροφορία), βλ. λ. γαργάρα2·
- την κάνω γούστο, (για άντρες) βλ. λ. γούστο·
- την κάνω γυναίκα, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- την κάνω γυναίκα μου, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- την κάνω καραμέλα, βλ. λ. καραμέλα·
- την κάνω κατσαμάκι, βλ. λ. κατσαμάκι·
- την κάνω κατσίκα, βλ. λ. κατσίκα·
- την κάνω κέφι, (για άντρα) βλ. λ. κέφι·
- την κάνω κοπάνα, βλ. λ. κοπάνα·
- την κάνω κόσκινο, (για γυναίκες) βλ. λ. κόσκινο·
- την κάνω λαμόγια, βλ. λ. λαμόγια·
- την κάνω μαστίχα, βλ. λ. μαστίχα·
- την κάνω μητέρα, (για άντρες), βλ. λ. μητέρα·
- την κάνω μπαλόνι (ενν. την κοιλιά μου), βλ. λ. μπαλόνι·
- την κάνω μπόμπα, βλ. λ. μπόμπα·
- την κάνω να πάει ραβάνι, (για γυναίκες) βλ. λ. ραβάνι·
- την κάνω νταούλι, βλ. λ. νταούλι·
- την κάνω ντουντούκα, βλ. λ. ντουντούκα·
- την κάνω νυφίτσα, βλ. λ. νυφίτσα·
- την κάνω πάσα, βλ. λ. πάσα·
- την κάνω πέρα, βλ. λ. πέρα·
- την κάνω πουλόπουλος, βλ. λ. πουλόπουλος·
- την κάνω πρασινάδα, βλ. λ. πρασινάδα·
- την κάνω σακούλα, βλ. λ. σακούλα·
- την κάνω σαμπρέλα, βλ. λ. σαμπρέλα·
- την κάνω σουβλάκι, βλ. λ. σουβλάκι·
- την κάνω σπαγάνι, βλ. λ. σπαγάνι·
- την κάνω ταράτσα, βλ. λ. ταράτσα·
- την κάνω τζας, βλ. λ. τζας·
- την κάνω τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- την κάνω τούρλα, βλ. λ. τούρλα·
- την κάνω τσίου, βλ. λ. τσίου·
- την κάνω χάπατις, βλ. λ. χάπατις·
- την κάνω ψώνιο, βλ. λ. ψώνιο·
- της έκανα τη ζημιά ή της την έκανα τη ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- της έκανα το θήτα φι, βλ. λ. θήτα·
- της έκανε ανήθικες προτάσεις, (για άντρες) βλ. λ. πρόταση·
- της έκανε το χουνέρι ή της το ’κανε το χουνέρι, βλ. λ. χουνέρι·
- της κάνω διάγνωση, βλ. λ. διάγνωση·
- της κάνω κουπεπέ, βλ. λ. κουπεπέ·
- της (του) κάνω ματάκι, βλ. λ. ματάκι·
- της (του) κάνω μάτι, βλ. λ. μάτι·
- της κάνω ματιά, βλ. λ. ματιά·
- της κάνω μπαντανά, βλ. λ. μπαντανάς·
- της κάνω νταχτιρντί ή της κάνω νταχτιρντί και νταχτιρντό, βλ. λ. νταχτιρντί·
- της κάνω πρόταση, (για άντρες)βλ. λ. πρόταση·
- της κάνω πρόταση γάμου, (για άντρες) βλ. λ. γάμος·
- της κάνω στενή πολιορκία, βλ. λ. πολιορκία·
- της κάνω στενό μαρκάρισμα, βλ. λ. μαρκάρισμα·
- της την έκανα μπαλόνι (ενν. την κοιλιά της), βλ. λ. μπαλόνι·
- της την έκανα μπουμπάρι (ενν. την κοιλιά της), βλ. λ. μπουμπάρι·
- της την έκανα νταούλι (ενν. την κοιλιά της), βλ. λ. νταούλι·
- της την έκανα σαμπρέλα (ενν. την κοιλιά της), βλ. λ. σαμπρέλα·
- της την έκανα τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- της την έκανα την πράξη, βλ. λ. πράξη·
- της την έκανα τούμπανο (ενν. την κοιλιά της), βλ. λ. τούμπανο·
- της το ’κανα, της επέβαλλα τη σεξουαλική πράξη: «την παρέσυρα στην γκαρσονιέρα μου και της το ’κανα»·
- της (του) τον έκανα χουνί, βλ. λ. χουνί·
- τι διαφορά κάνει; βλ. λ. διαφορά·
- τι δουλειά έχει να κάνει ο φάντης με το ρετσινόλαδο, βλ. λ. δουλειά·
- τι δουλειά κάνεις; βλ. λ. δουλειά·
- τι έκανε λέει; έκφραση απορίας, έκπληξης ή δυσαρέσκειας, όταν μαθαίνουμε πως κάποιος έκανε ή είπε κάτι, συνήθως σε βάρος μας, που δεν το περιμέναμε ή που μας δυσαρεστεί και που δεν μπορούμε να το πιστέψουμε ή να το επιτρέψουμε: «έμαθες πως ο τάδε αγόρασε καινούριο αυτοκίνητο; -Τι έκανε λέει; Αυτός δεν είχε να φάει! || έμαθες πως ο τάδε σε κατηγόρησε; -Τι έκανε λέει; Μα αυτός είναι φίλος μου! || θα πεταχτώ για λίγο μέχρι το σπίτι μου. -Τι έκανε λέει; Ποιος σου ’δωσε την άδεια;». Συνών. τι έγινε λέει(;)·
- τι έχει να κάνει; βλ. λ. έχω·
- τι έχει να κάνει αυτό; βλ. λ. αυτός·
- τι έχει να κάνει αυτός; βλ. λ. αυτός·
- τι έχει να κάνει ο φάντης με το ρετσινόλαδο; βλ. λ. φάντης·
- τι έχω να κάνω εγώ με…; δεν έχω καμιά σχέση εγώ με…, είμαι άσχετος εγώ με…: «απ’ ό,τι μάθαμε, πήρες κι εσύ μέρος στη ληστεία. -Τι έχω να κάνω εγώ μ’ αυτά που λέτε; Την εποχή αυτή έλειπα στο εξωτερικό»·  
- τι ήθελα και το ’κανα; βλ. λ. θέλω·
- τι θα κάνω εγώ με σένα, βλ. λ. εγώ·
- τι και τι δεν κάνω (για) να… βλ. φρ. και τι δεν κάνω (για) να(…)·
- τι καιρό κάνει εκεί πάνω; βλ. λ. καιρός·
- τι καιρό φυσάει; βλ. λ. καιρός·
- τι κάνει η αφεντιά σου; βλ. λ. αφεντιά·
- τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια! βλ. λ. κεραμίδι·
- τι κάνει ο άλλος! βλ. λ. άλλος
- τι κάνει ο άνθρωπος! βλ. λ. άνθρωπος·
- τι κάνει ο δικός σου! βλ. λ. δικός·
- τι κάνει ο Θεός, όταν έχει κέφια! βλ. λ. Θεός·
- τι κάνει ο κόπος σου; βλ. λ. κόπος·
- τι κάνει το άτομο! βλ. λ. άτομο·
- τι κάνει το πρόσωπο! βλ. λ. πρόσωπο·
- τι κάνεις; α. ποιο είναι το επάγγελμά σου(;): «εγώ είμαι δικηγόρος, εσύ τι κάνεις;». β. με τι καταγίνεσαι, με τι είσαι αυτή τη στιγμή απασχολημένος(;): «τι κάνεις νυχτιάτικα στην αυλή;»· βλ. και φρ. τι κάνεις; ή τι κάνουμε(;)·
- τι κάνεις; ή τι κάνουμε; έκφραση χαιρετισμού με παράλληλη ένδειξη ενδιαφέροντος για την υγεία, την ψυχολογική διάθεση ή για την πορεία των πραγμάτων κάποιου. (Τραγούδι: καλημέρα, τι κάνεις, να ’σαι πάντα καλά). Ο πλ. και όταν απευθυνόμαστε σε ένα μόνο άτομο· βλ. και φρ. έι, τι κάνεις(!)·
- τι κάνεις Γιάννη; -Κουκιά σπέρνω, βλ. λ. Γιάννης·
- τι κάνεις, σκάβεις; βλ. λ. σκάβω·
- τι μου κάνεις! έκφραση με την οποία προσπαθούμε να δώσουμε σε κάποιον να καταλάβει πως μας φέρνει σε δύσκολα θέση: «θα ’ρθεις αύριο να με βοηθήσεις στη μετακόμιση που θα κάνω; -Τι μου κάνεις! Σκόπευα να πάω εκδρομή με την οικογένειά μου || θα πάρετε ακόμα ένα φοντάν; -Τι μου κάνετε! Θα χαλάσω τη δίαιτά μου». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ έχουν πληροφορήσει πως άλλον αγαπάς· κακούργα, τι μου κάνεις;  με σφάζεις, με πονάς). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αχ και κλείνει με το τώρα·
- τι ’ν’ αυτά που κάνεις; βλ. λ. αυτός·
- τι να κάνουμε, έκφραση που δηλώνει αποδοχή μιας δύσκολης περίπτωσης ή κατάστασης από τη στιγμή που αδυνατούμε να αλλάξουμε την κακή φορά που έχουν πάρει τα πράγματα, ή αδιαφορία. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το και ή το ε και και κλείνει με το τώρα ή το δηλαδή. Είναι και φορές που συνεχίζουμε με υποτιθέμενη ενέργειά μας: «δεν έχουμε φέτος λεφτά για διακοπές. -Και τι να κάνουμε τώρα, κλέφτες να γίνουμε; || έφυγαν πέντε εργάτες απ’ τη δουλειά. -Ε και τι να κάνουμε δηλαδή, να τους φέρουμε με το ζόρι πίσω;». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- τι να πά(με) να κάνουμε; δεν υπάρχει λόγος ή κάποιο ενδιαφέρον, για να πάμε στο μέρος που μας προτείνει κάποιος: «πάμε μια βόλτα απ’ το μπαράκι; -Τι να πα’ να κάνουμε; Όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι»·
- τι να σου κάνει κι αυτός, έκφραση συμπάθειας σε άτομο που, λόγω της θέσης του, της κατάστασής του ή των μειωμένων ικανοτήτων ή άλλων δυνατοτήτων του, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει ικανοποιητικά σε κάτι: «αγωνίζεται να θρέψει εφταμελή οικογένεια, όμως ένας άνθρωπος τι να σου κάνει κι αυτός»·
- τι να σου κάνω κι εγώ, δεν υπήρχε περίπτωση, δεν είχα τη δυνατότητα να ενεργήσω διαφορετικά: «ήθελα πάρα πολύ να τον βοηθήσω, αλλά τι να σου κάνω κι εγώ, αφού δεν είχα να του δώσω ένα τόσο μεγάλο ποσό || τον χτυπούσαν αλύπητα, αλλά τι να σου κάνω κι εγώ, απ’ τη στιγμή που ήταν εφτά νοματαίοι κι εγώ ήμουν μονάχος». (Λαϊκό τραγούδι: με τις γυναίκες όλου του κόσμου κι αν τραβιέσαι, σε μένα όμως άσ’ τις φιγούρες και μην κουνιέσαι, γιατί το ξέρω στην αγκαλιά πως θα πέσω. Τι να σου κάνω,δε θα μπορέσω, δε θα μπορέσω
- τι να του κάνει του βρεγμένου η βροχή! βλ. λ. βροχή·
- τι να του κάνουμε τώρα, να του πάρουμε το κεφάλι; βλ. λ. κεφάλι·
- τι σου κάνω τώρα, μάνα μου! αντρική κυρίως έκφραση, που απευθύνεται επανειλημμένα σε γυναίκα κατά την επιβολή της σεξουαλικής πράξης, για να τονίσει περισσότερο την κυριαρχία του αρσενικού πάνω στο θηλυκό. Συνήθως προτάσσεται το πες μου. Την τελευταία εικοσαετία ακούγεται και από τη γυναίκα· 
- τι στ’ ανάθεμα κάνεις! βλ. λ. ανάθεμα·
- τι στα κομμάτια κάνεις! βλ. λ. κομμάτι·
- τι στην ευχή κάνεις! βλ. λ. ευχή·
- τι στην οργή κάνεις! βλ. λ. οργή·
- τι στο δαίμονα κάνεις! βλ. λ. δαίμονας·
- τι στο διάβολο κάνεις! βλ. λ. διάβολος·
- τι στο καλό κάνεις! βλ. λ. καλός·
- τι στον κόρακα κάνεις! βλ. λ. κόρακας·
- τι το κάναμε δηλαδή, έκφραση αγανάκτησης σε άτομο που ξεπερνά κάθε τόσο τα επιτρεπτά όρια: «τον εξυπηρέτησα μια φορά και από τότε έρχεται κάθε τόσο για νέες εξυπηρετήσεις, τι το κάναμε δηλαδή»·
- τι το λες και δεν το κάνεις; βλ. λ. λέω·
- τι του κάνεις τώρα! βλ. λ. τώρα·
- τι ώρες κάνει; βλ. λ. ώρα·
- το βαθύ ποτάμι, κρότο δεν κάνει, βλ. λ. ποτάμι·
- το ίδιο μου κάνει, βλ. λ. ίδιος·
- το ’κανα από αντίδραση, βλ. λ. αντίδραση·
- το ’κανα βουτηχτό, βλ. λ. βουτηχτός·
- το ’κανα ένα μάτσο σίδερα, βλ. λ. σίδερο·
- το ’κανα ζούλα, βλ. λ. ζούλα·
- το ’κανα κλύσμα, βλ. λ. κλύσμα·
- το ’κανα κώλο(ς) βλ. λ. κώλος·
- το ’κανα μουνί, βλ. λ. μουνί·
- το ’κανα μουνί καλλιγραφίας, βλ. λ. μουνί·
- το ’κανα μουνί καπέλο, βλ. λ. μουνί·
- το ’κανα νιανιά, βλ. λ. νιανιά·
- το ’κανα σε μια στιγμή αδυναμίας, βλ. λ. αδυναμία·
- το ’κανα στέκι, βλ. λ. στέκι·
- το ’κανα τσιγαρόχαρτο, βλ. λ. τσιγαρόχαρτο·
- το ’κανα τσιμπητό, βλ. λ. τσιμπητός·
- το κάναμε αμέρικαν μπαρ, βλ. λ. μπαρ·
- το κάναμε αντάρτικο, βλ. λ. αντάρτικο·
- το κάναμε επάγγελμα, βλ. λ. επάγγελμα·
- το κάναμε καφενείο, βλ. λ. καφενείο·
- το κάναμε μόδα! βλ. λ. μόδα·
- το κάναμε Σικάγο, βλ. λ. Σικάγο·
- το κάναμε τσίρκο, βλ. λ. τσίρκο·
- το ’καναν ή το κάνανε, (για ερωτικά ζευγάρια) επιδόθηκαν στην ερωτική πράξη, συνουσιάστηκαν: «κλείστηκαν στο δωμάτιο, κλειδώθηκαν και το ’καναν με την ησυχία τους»·
- το ’κανε αεριωθούμενο (ενν. το αυτοκίνητό του), βλ. λ. αεριωθούμενο·
- το ’κανε αεροπλάνο (ενν. το αυτοκίνητό του), βλ. λ. αεροπλάνο·
- το ’κανε μαϊμού, βλ. λ. μαϊμού·
- το ’κανε πάλι το θαύμα του, βλ. λ. θαύμα·
- το ’κανε πίτα, βλ. λ. πίτα·
- το ’κανε σλόγκαν, βλ. λ. σλόγκαν·
- το ’κανε σύστημα, βλ. λ. σύστημα·
- το ’κανε χαλκομανία, βλ. λ. χαλκομανία·
- το κάνει, (για γυναίκες) δέχεται να υποστεί τη σεξουαλική πράξη: «απ’ ό,τι λένε στη γειτονιά της, το κάνει από μικρή». Πρβλ.: Σαμιώτισσα Σαμιώτισσα, έμαθα πως το κάνεις, όχι από κει που κατουράς, Σαμιώτισσα, αλλ’ από κει που κλάνεις. (Τραγούδι που τραγουδούσαν στους δρόμους τα βράδια οι νεολαίοι της δεκαετίας του 1960, όταν επέστρεφαν ευδιάθετοι από κάποια ταβέρνα)· βλ. και φρ. το κάνω·
- το κάνει αλά τούρκα, βλ. λ. αλά·
- το κάνει απ’ τη ροδέλα, βλ. λ. ροδέλα·
- το κάνει απ’ την πίσω πόρτα, βλ. λ. πόρτα·
- το κάνει απ’ το στόμα, βλ. λ. στόμα·
- το κάνει απ’ τον κώλο, βλ. λ. κώλος·
- το κάνει από πίσω, βλ. λ. πίσω·
- το κάνει αρκαντάν, βλ. λ. αρκαντάν·
- το κάνει για τα νεφρά του, βλ. λ. νεφρό·
- το κάνει για τη γαλαρία, βλ. λ. γαλαρία·
- το κάνει για την εξέδρα, βλ. λ. εξέδρα·
- το κάνει για την κερκίδα, βλ. λ. κερκίδα·
- το κάνει για τις αμυγδαλιές της, βλ. λ. αμυγδαλές·
- το κάνει κάθε δυο και τρεις, βλ. λ. κάθε·
- το κάνει ιστορικό γεγονός, βλ. λ. γεγονός·
- το κάνει κάθε τρεις και δέκα ή το κάνει κάθε τρεις και λίγο ή το κάνει κάθε τρεις και πέντε, βλ. λ. κάθε·
- το κάνει και η κουτσή Μαρία, βλ. λ. Μαρία·
- το (τα) κάνει και το (τα) ξεκάνει, α. τροποποιεί συνεχώς κάτι: «δε θα τελειώσει ποτέ μ’ αυτό το σαλόνι του σπιτιού του, γιατί το κάνει και το ξεκάνει συνεχώς || δε θα τελειώσει ποτέ μ’ αυτά τα έπιπλα του σπιτιού του, γιατί τα κάνει και τα ξεκάνει απ’ τη μια μέρα στην άλλη». β. επαναλαμβάνει συνεχώς το ίδιο πράγμα: «όσο κι αν ορκίζεται πως δε θα ξαναπιεί, το κάνει και το ξεκάνει»·  
- το κάνει κι από πίσω, (για γυναίκες) βλ. λ. πίσω·
- το κάνει με…, (και για τα δυο φύλα) συνουσιάζεται με… και, κατ’ επέκταση, έχει δεσμό με…: «ο τάδε το κάνει με την τάδε || μην την κολλάς, γιατί το κάνει με τον τάδε»·
- το κάνει μόνο από μπρος, βλ. λ. μπρος·
- το κάνω, α. είμαι άξιος, έχω τη δυνατότητα να αναλάβω κάτι και να το φέρω σε πέρας: «όταν δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν το αναλαμβάνω. β. διανύω μια απόσταση: «Θεσσαλονίκη - Αθήνα το κάνω τέσσερις ώρες με τ’ αυτοκίνητό μου»· βλ. και φρ. το κάνει·
- το κάνω αγγαρεία, βλ. λ. αγγαρεία·
- το κάνω ανατολικό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- το κάνω από ευχαρίστηση, βλ. λ. ευχαρίστηση·
- το κάνω βίδες, βλ. λ. βίδα·
- το κάνω βιτρίνα, βλ. λ. βιτρίνα·
- το κάνω βούκινο, βλ. λ. βούκινο·
- το κάνω γαργάρα (ενν. το αντικείμενο), βλ. λ. γαργάρα2·
- το κάνω γαργάρα (ενν. το νέο, το ψέμα), βλ. λ. γαργάρα2·
- το κάνω γι’ αστεία ή το κάνω γι’ αστείο ή το κάνω στ’ αστεία ή το κάνω στ’ αστείο, βλ. λ. αστείο·
- το κάνω για γούστο, βλ. λ. γούστο·
- το κάνω για καλαμπούρι, βλ. λ. καλαμπούρι·
- το κάνω (για) κόλπο, βλ. λ. κόλπο·
- το κάνω (για) πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- το κάνω για σπορ, βλ. λ. σπορ·
- το κάνω γούστο, βλ. λ. γούστο·
- το κάνω έναν μεζέ, βλ. λ. μεζές·
- το κάνω ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- το κάνω θέμα, βλ. λ. θέμα·
- το κάνω θερινό, βλ. λ. θερινός·
- το κάνω θυσία, βλ. λ. θυσία·
- το κάνω ιστορία, βλ. λ. ιστορία·
- το κάνω και το παρακάνω, είναι πάρα πολύ εύκολο για μένα να κάνω, να πραγματοποιήσω, να φέρω σε πέρας αυτό που μου αναθέτει κάποιος: «απ’ τη στιγμή που μπόρεσε να το κάνει ο τάδε, τότε κι εγώ το κάνω και το παρακάνω». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ουουου και παρατηρείται κίνηση, με την οποία το χέρι κάνει μπροστά στο στήθος αόριστους κύκλους·
- το κάνω καλοκαιρινό, βλ. λ. καλοκαιρινός·
- το κάνω καραμέλα, βλ. λ. καραμέλα·
- το κάνω κατάπλασμα, βλ. λ. κατάπλασμα·
- το κάνω κέφι, βλ. λ. κέφι·
- το κάνω κλύσμα, βλ. λ. κλύσμα·
- το κάνω κόλπο, βλ. λ. κόλπο·
- το κάνω κόσκινο, βλ. λ. κόσκινο·
- το κάνω κουβέρτα, βλ. λ. κουβέρτα·
- το κάνω κυπριακό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- το κάνω κωλοσφούγγι, βλ. λ. κωλοσφούγγι·
- το κάνω λαμπίκος, βλ. λ. λαμπίκος·
- το κάνω λιανά, βλ. λ. λιανός·
- το κάνω μαντάρα, βλ. λ. μαντάρα·
- το κάνω μαστίχα, βλ. λ. μαστίχα·
- το κάνω με κλειστά μάτια ή το κάνω με κλειστά τα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- το κάνω με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. λ. δαχτυλάκι·
- το κάνω μεσανατολικό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- το κάνω ντόρο, βλ. λ. ντόρος·
- το κάνω ντουντούκα, βλ. λ. ντουντούκα·
- το κάνω ομηρικό ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- το κάνω πατιτούρα, βλ. λ. πατιτούρα·
- το κάνω πράξη, βλ. λ. πράξη·
- το κάνω ράδιο, βλ. λ. ράδιο·
- το κάνω σημαία, βλ. λ. σημαία·
- το κάνω σικέ, βλ. λ. σικέ·
- το κάνω σίριαλ, βλ. λ. σίριαλ·
- το κάνω σμπαράλια, βλ. λ. σμπαράλια·
- το κάνω ταμπέλα, βλ. λ. ταμπέλα·
- το κάνω τηλεβόα, βλ. λ. τηλεβόας·
- το κάνω (ενν. κάποιο αντικείμενο) της Αναλήψεως, βλ. λ. Αναλήψεως·
- το κάνω τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- το κάνω τουρσί, βλ. λ. τουρσί·
- το κάνω φραγκοδίφραγκα, βλ. λ. φραγκοδίφραγκα·
- το κάνω φύλλο και φτερό, βλ. λ. φύλλο·
- το κάνω χαβαλέ, βλ. λ. χαβαλέ·
- το κάνω ψιλά, βλ. λ. ψιλά·
- το μυαλό του έκανε τιλτ, βλ. λ. τιλτ·
- το παλιό καράβι κάνει νερά, βλ. λ. καράβι·
- το πολύ το Κάπα Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα, βλ. λ. Κάπα Κάπα·
- το πολύ το τάκα τάκα κάνει το παιδί μαλάκα, βλ. λ. τάκα τάκα2·
- το σπίτι σου όταν πεινάει, ελεημοσύνη μην κάνεις, βλ. λ. σπίτι·
- το τόσο το κάνει τόσο ή το τόσο το κάνει τόοοοσο, βλ. λ. τόσος·
- το χαρτί και το μελάνι, τον καλό γαμπρό τον κάνει, βλ. λ. γαμπρός·
- το χωριό κάνει παπά, βλ. λ. χωριό·
- τον άντρα σου κεράτωνε και μάγια μην του κάνεις, βλ. λ. κερατώνω·
- τον έκανα αγγελούδι, βλ. λ. αγγελούδι·
- τον έκανα άγιο, βλ. λ. άγιος·
- τον έκανα αρνάκι, βλ. λ. αρνάκι·
- τον έκανα αρνί, βλ. λ. αρνί·
- τον έκανα αυτοκίνητο, βλ. λ. αυτοκίνητο·
- τον (την) έκανα βασιλιά (βασίλισσα), βλ. λ. βασιλιάς·
- τον έκανα εικόνα, βλ. λ. εικόνα·
- τον έκανα εικόνισμα, βλ. λ. εικόνισμα·
- τον έκανα ζάντα, βλ. λ. ζάντα·
- τον έκανα Θεό, βλ. λ. Θεός·
- τον έκανα καλά, βλ. λ. καλός·
- τον έκανα καροτσάκι, βλ. λ. καροτσάκι·
- τον έκανα καροτσάκι με ράδιο, βλ. λ. καροτσάκι·
- τον έκανα κουρελόχαρτο, βλ. λ. κουρελόχαρτο·
- τον έκανα κουρούμπελο, βλ. λ. κουρούμπελο·
- τον έκανα μουνί, βλ. λ. μουνί·
- τον έκανα Παναγία, βλ. λ. Παναγία·
- τον έκανα πιαστό, βλ. λ. πιαστός·
- τον έκανα πρωτοσέλιδο, βλ. λ. πρωτοσέλιδος·
- τον έκανα πύραυλο, βλ. λ. πύραυλος·
- τον έκανα ρόμπα, βλ. λ. ρόμπα·
- τον έκανα σκυλί, βλ. λ. σκυλί·
- τον έκανα σκύλο, βλ. λ. σκύλος·
- τον έκανα τσιγαρόχαρτο, βλ. λ. τσιγαρόχαρτο·
- τον (την, το) έκανα τσιλίκι (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. τσιλίκι·
- τον έκανα φανέλα, βλ. λ. φανέλα·
- τον έκανα φουρνέλο, βλ. λ. φουρνέλο·
- τον έκανα φωτιά και λάβρα, βλ. λ. λάβρα·
- τον έκανα Χριστό, βλ. λ. Χριστός·
- τον έκανα χρυσό, βλ. λ. χρυσός·
- τον έκαναν βουτηχτό, βλ. λ. βουτηχτός·
- τον έκαναν δαγκωτό, βλ. λ. δαγκωτός·
- τον έκαναν στριπτήζ, βλ. λ. στριπτήζ·
- τον έκαναν τσακωτό, βλ. λ. τσακωτός·
- τον έκαναν τσιμπητό, βλ. λ. τσιμπητός·
- τον έκανε αεριωθούμενο, βλ. λ. αεριωθούμενο·
- τον έκανε αεροπλάνο, βλ. λ. αεροπλάνο·
- τον έκανε άλογο στο ξύλο, βλ. λ. άλογο·
- τον έκανε βίδες, βλ. λ. βίδα·
- τον έκανε ελάφι, βλ. λ. ελάφι·
- τον έκανε (ένα) ερείπιο, βλ. λ. ερείπιο·
- τον έκανε ένα με τη γη, βλ. λ. γη·
- τον έκανε ένα με το χώμα, βλ. λ. χώμα·
- τον έκανε έναν παρά ή τον έκανε δυο παραδιών παράδες ή τον έκανε πέντε  παραδιών παράδες, βλ. λ. παράς·
- τον έκανε θρύψαλα, βλ. λ. θρύψαλο·
- τον έκανε ιμάμ μπαϊλντί, βλ. λ. ιμάμ μπαϊλντί·
- τον έκανε μαύρο, βλ. λ. μαύρος·
- τον έκανε μαύρο στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον (την) έκανε παιχνίδι (παιχνιδάκι) στα χέρια  της (του), βλ. λ. παιχνίδι·
- τον έκανε μπαούλο στο ξύλο, βλ. λ. μπαούλο·
- τον έκανε μπλε στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον έκανε νοικοκύρη, βλ. λ. νοικοκύρης·
- τον έκανε οχτακόσιες οκάδες, βλ. λ. οκά·
- τον έκανε παστό στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον έκανε πίτα στο ξύλο, βλ. λ. πίτα·
- τον έκανε ρεζίλι, βλ. λ. ρεζίλι·
- τον έκανε ρεζίλι της κοινωνίας, βλ. λ. ρεζίλι·
- τον έκανε ρεζίλι των σκυλιών, βλ. λ. ρεζίλι·
- τον έκανε ρεντίκολο, βλ. λ. ρεντίκολο·
- τον έκανε ρεντίκολο της κοινωνίας, βλ. λ. ρεντίκολο·
- τον έκανε ρεντίκολο των σκυλιών, βλ. λ. ρεντίκολο·
- τον έκανε σκλάβο του (της), βλ. λ. σκλάβος·
- τον έκανε τάρανδο, βλ. λ. τάρανδος·
- τον έκανε τόπι, βλ. λ. τόπι·
- τον έκανε τόπι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον έκανε τουλούμι, βλ. λ. τουλούμι·
- τον έκανε τουλούμι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον έκανε τουλουμοτύρι, βλ. λ. τουλουμοτύρι·
- τον έκανε τουλουμοτύρι στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον έκανε τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- τον έκανε τούμπανο στο ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- τον έκανε Τούρκο, βλ. λ. Τούρκος·
- τον έκανε χαλκομανία, βλ. λ. χαλκομανία·
- τον κάνω αβάρα, βλ. λ. αβάρα·
- τον κάνω αλάργα, βλ. λ. αλάργα·
- τον κάνω αλιάδα, βλ. λ. αλιάδα·
- τον κάνω αλογάκι (αλογατάκι), βλ. λ. αλογάκι·
- τον κάνω άλογο, βλ. λ. άλογο·
- τον κάνω αλοιφή, βλ. λ. αλοιφή·
- τον κάνω αλοιφή για τους κάλους, βλ. λ. αλοιφή·
- τον κάνω αμπαλάζ, βλ. λ. αμπαλάζ·
- τον κάνω ανάστα ή τον κάνω ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- τον κάνω άνθρωπο, βλ. λ. άνθρωπος·
- τον κάνω άντρα, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- τον κάνω άντρα μου, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- τον κάνω άνω κάτω, βλ. λ. άνω·
- τον κάνω άπωσον, βλ. λ. άπωσον·
- τον κάνω αράκ, βλ. λ. αράκ·
- τον κάνω αρνάκι σουβλιστό ή τον κάνω αρνάκι της σούβλας, βλ. λ. αρνάκι·
- τον κάνω βαπόρι, βλ. λ. βαπόρι·
- τον κάνω βίδες, βλ. λ. βίδα·
- τον κάνω γιαχνί, βλ. λ. γιαχνί·
- τον κάνω γκάιντα, βλ. λ. γκάιντα·
- τον κάνω γκολ, βλ. λ. γκολ·
- τον κάνω γκον, βλ. λ. γκον·
- τον κάνω γλείψιμο, βλ. λ. γλείψιμο·
- τον κάνω γούστο, βλ. λ. γούστο·
- τον κάνω δέμα, βλ. λ. δέμα·
- τον κάνω δυο δίπλες, βλ. λ. δίπλα·
- τον κάνω δυο κάτια, βλ. λ. κάτι·
- τον κάνω ένα με τη γη, βλ. λ. γη·
- τον κάνω ένα με το χώμα, βλ. λ. χώμα·
- τον κάνω έναν μεζέ, βλ. λ. μεζές·
- τον κάνω έξω φρενών, βλ. λ. φρένες·
- τον κάνω ζάφτι, βλ. λ. ζάφτι·
- τον κάνω ζεύκι, βλ. λ. ζεύκι·
- τον κάνω θηρίο (ανήμερο), βλ. λ. θηρίο·
- τον κάνω καλά, βλ. λ. καλός·
- τον κάνω καλά με το ένα μου χέρι, βλ. λ. χέρι·
- τον κάνω καλά με το μικρό μου (το) δαχτυλάκι, βλ. λ. δαχτυλάκι·
- τον κάνω κατά μέρος, βλ. λ. μέρος·
- τον κάνω κατσί, βλ. λ. κατσί·
- τον κάνω κέφι, βλ. λ. κέφι·
- τον κάνω κιμά, βλ. λ. κιμάς·
- τον κάνω κοκορέτσι, βλ. λ. κοκορέτσι·
- τον κάνω κομμάτια (κομματάκια), βλ. λ. κομμάτι·
- τον (την, το) κάνω κόμπο (ενν. τον πούτσο μου, τον ψώλο μου, την πούτσα μου, την ψωλή μου, το πέος μου, το καυλί μου), βλ. λ. κόμπος·
- τον κάνω κόμπο, βλ. λ. κόμπος·
- τον κάνω κομπόστα, βλ. λ. κομπόστα·
- τον κάνω κόσκινο, βλ. λ. κόσκινο·
- τον κάνω κουβάρι, βλ. λ. κουβάρι·
- τον κάνω κουδούνι, βλ. λ. κουδούνι·
- τον κάνω κουμάντο, βλ. λ. κουμάντο·
- τον κάνω κουνουπίδι, βλ. λ. κουνουπίδι·
- τον κάνω κουρέλι, βλ. λ. κουρέλι·
- τον κάνω κουρμπάνι, βλ. λ. κουρμπάνι·
- τον κάνω κροκόδειλο, βλ. λ. κροκόδειλος·
- τον κάνω λάσπη, βλ. λ. λάσπη·
- τον κάνω λαστέξ, βλ. λ. λαστέξ·
- τον κάνω λέσι, βλ. λ. λέσι·
- τον κάνω λιάδα, βλ. λ. λιάδα·
- τον κάνω λιώμα, βλ. λ. λιώμα·
- τον κάνω λούτσα, βλ. λ. λούτσα·
- τον κάνω μαντάρα, βλ. λ. μαντάρα·
- τον κάνω μια δραξιά, βλ. λ. δραξιά·
- τον κάνω μια μπουκιά, βλ. λ. μπουκιά·
- τον κάνω μια ρουφηξιά, βλ. λ. ρουφηξιά·
- τον κάνω μια χαψιά, βλ. λ. χαψιά·
- τον κάνω μούσκεμα, βλ. λ. μούσκεμα·
- τον κάνω μουσκίδι, βλ. λ. μουσκίδι·
- τον κάνω μπαλάκι (του πιγκ πογκ), βλ. λ. μπαλάκι·
- τον κάνω μπαλόνι, βλ. λ. μπαλόνι·
- τον κάνω μπαρούτι, βλ. λ. μπαρούτι·
- τον κάνω μπίλιες, βλ. λ. μπίλια·
- τον κάνω μπιρ παρά, βλ. λ. παράς·
- τον κάνω μπλεμαρέ(ν), βλ. λ. μπλεμαρέ(ν)·
- τον κάνω μπλερουά, βλ. λ. μπλερουά·
- τον κάνω μπουρλότο, βλ. λ. μπουρλότο·
- τον κάνω να φτύσει αίμα, βλ. λ. αίμα·
- τον κάνω να φωνάξει γιαγκίν βαρ, βλ. λ. γιαγκίν·
- τον κάνω νούμερο, βλ. λ. νούμερο·
- τον κάνω νταντέλα, βλ. λ. νταντέλα·
- τον κάνω νταούλι, βλ. λ. νταούλι·
- τον κάνω ντέφι, βλ. λ. ντέφι·
- τον κάνω ντίρλα, βλ. λ. ντίρλα·
- τον κάνω ντουντούκα, βλ. λ. ντουντούκα·
- τον κάνω ότι θέλω ή τον κάνω όπως θέλω, τον έχω άβουλο όργανό μου, τον εξουσιάζω: «τον τάδε τον κάνω ό,τι θέλω, γιατί έχω στα χέρια μου κάτι ακάλυπτες επιταγές του». (Λαϊκό τραγούδι: ό,τι θέλει αυτή δε θα μου κάνει· αν δε μετανιώσει, πες τη, θα πεθάνει
- τον κάνω παϊτόνι, βλ. λ. παϊτόνι·
- τον κάνω πακέτο, βλ. λ. πακέτο·
- τον κάνω παπί, βλ. λ. παπί·
- τον κάνω παρέα, βλ. λ. παρέα·
- τον κάνω πάσα, βλ. λ. πάσα·
- τον κάνω παστίτσιο, βλ. λ. παστίτσιο·
- τον κάνω πατάτα, βλ. λ. πατάτα·
- τον κάνω πατέρα, (για γυναίκες) βλ. λ. πατέρας·
- τον κάνω πατινάζ, βλ. λ. πατινάζ·
- τον κάνω πέρα, βλ. λ. πέρα·
- τον κάνω περδίκι, βλ. λ. περδίκι·
- τον κάνω περήφανο, βλ. λ. περήφανος·
- τον κάνω περίπατο, βλ. λ. περίπατο·
- τον κάνω πίτα, βλ. λ. πίτα·
- τον κάνω πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- τον κάνω πρόγραμμα, βλ. λ. πρόγραμμα·
- τον κάνω πτώμα, βλ. λ. πτώμα·
- τον κάνω ράδιο, βλ. λ. ράδιο·
- τον κάνω ράκος, βλ. λ. ράκος·
- τον κάνω ρετάλι, βλ. λ. ρετάλι·
- τον κάνω σαμπρέλα, βλ. λ. σαμπρέλα·
- τον κάνω σαν ζαλισμένο κοτόπουλο, βλ. λ. κοτόπουλο·
- τον κάνω σέντρα, βλ. λ. σέντρα·
- τον κάνω σκαλοπάτι, βλ. λ. σκαλοπάτι·
- τον κάνω σκαστό, βλ. λ. σκαστός·
- τον κάνω σκατά, βλ. λ. σκατά·
- τον κάνω σκνίπα, βλ. λ. σκνίπα·
- τον κάνω σκόνη, βλ. λ. σκόνη·
- τον κάνω σκουπίδι (σκουπιδάκι), βλ. λ. σκουπίδι·
- τον κάνω σμπαράλια, βλ. λ. σμπαράλια·
- τον κάνω σόλοικο, βλ. λ. σόλοικος·
- τον κάνω σούβλα, βλ. λ. σούβλα·
- τον κάνω σουβλάκι, σουβλάκι·
- τον κάνω σουβλιστό, βλ. λ. σουβλιστός·
- τον κάνω σούπα, βλ. λ. σούπα·
- τον κάνω σούργελο, βλ. λ. σούργελο·
- τον κάνω σπανακόπιτα, βλ. λ. σπανακόπιτα·
- τον κάνω σταφίδα, βλ. λ. σταφίδα·
- τον κάνω στην άκρη, βλ. λ. άκρη·
- τον κάνω στην μπάντα, βλ. λ. μπάντα·
- τον κάνω στιφάδο, βλ. λ. στιφάδο·
- τον κάνω στουπί, βλ. λ. στουπί·
- τον κάνω τ’ αλατιού, βλ. λ. αλάτι·
- τον κάνω τάβλα, βλ. λ. τάβλα·
- τον κάνω τάπα, βλ. λ. τάπα·
- τον κάνω ταραμά, βλ. λ. ταραμάς·
- τον κάνω ταραμοσαλάτα, βλ. λ. ταραμοσαλάτα·
- τον κάνω τελατίνι, βλ. λ. τελατίνι·
- τον κάνω τζας, βλ. λ. τζας·
- τον κάνω τομ τιλέρ, βλ. λ. τομ τιλέρ·
- τον κάνω τούμπανο, βλ. λ. τούμπανο·
- τον κάνω τούνγκα, βλ. λ. τούνγκα·
- τον κάνω τουρλού, βλ. λ. τουρλού·
- τον κάνω τούρμπο, βλ. λ. τούρμπο·
- τον κάνω τούρνα, βλ. λ. τούρνα·
- τον κάνω τουρσί, βλ. λ. τουρσί·
- τον κάνω τρυπητό, βλ. λ. τρυπητό·
- τον κάνω τσίτα, βλ. λ. τσίτα·
- τον κάνω τσιτσίρι, βλ. λ. τσιτσίρι·
- τον κάνω τύφλα, βλ. λ. τύφλα·
- τον κάνω φέσι, βλ. λ. φέσι·
- τον κάνω φέτα, βλ. λ. φέτα·
- τον κάνω φέτες, βλ. λ. φέτα·
- τον κάνω φιδέ, βλ. λ. φιδές·
- τον (την) κάνω φίλο (φίλη), βλ. λ. φίλος·
- τον κάνω φιόγκο, βλ. λ. φιόγκος·
- τον (την, το) κάνω φλογέρα (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. φλογέρα·
- τον κάνω φουρφούρι, βλ. λ. φουρφούρι·
- τον κάνω φύλλο και φτερό, βλ. λ. φύλλο·
- τον κάνω φυσαρμόνικα, βλ. λ. φυσαρμόνικα·
- τον κάνω χάζι, βλ. λ. χάζι·
- τον κάνω χάλια, βλ. λ. χάλι·
- τον κάνω χότζα, βλ. λ. χότζας·
- τον κάνω χύμα, βλ. λ. χύμα·
- τον κάνω χώμα, βλ. λ. χώμα·
- του ’κανα ζαράρι, βλ. λ. ζαράρι·
- του ’κανα ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- του ’κανα πλάκα ή του την έκανα την πλάκα, βλ. λ. πλάκα·
- του ’κανα στεγνό καθάρισμα, βλ. λ. καθάρισμα·
- του ’κανα τα μούτρα εμπριμέ, βλ. λ. εμπριμέ·
- του ’κανα τα μούτρα κιμά, βλ. λ. κιμάς·
- του ’κανα τα μούτρα κρέας, βλ. λ. κρέας·
- του ’κανα τα μούτρα πατσά, βλ. λ. πατσάς·
- του ’κανα τα μούτρα πελτέ, βλ. λ. πελτές·
- του ’κανα τα μούτρα τρίο καρό, βλ. λ. τρίο·
- του ’κανα τα μούτρα σουμπλιμέ, βλ. λ. σουμπλιμέ·
- του ’κανα τα μούτρα τρικολόρε, βλ. λ. τρικολόρε·
- του ’κανα τα μούτρα ψηφιδωτό, βλ. λ. ψηφιδωτό·
- του ’κανα τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του ’κανα τη ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- του ’κανα τη ζωή δύσκολη, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη ζωή κόλαση, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη ζωή μαρτύριο, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη ζωή μαύρη, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη ζωή παϊτόνι, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη ζωή πατίνι, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη ζωή ποδήλατο, βλ. λ. ζωή·
- του ’κανα τη μάπα εμπριμέ, βλ. λ. εμπριμέ·
- του ’κανα τη μάπα κρέας, βλ. λ. μάπα·
- του ’κανα τη μάπα σουμπλιμέ, βλ. λ. σουμπλιμέ·
- του ’κανα τη μάπα τρικολόρε, βλ. λ. τρικολόρε·
- του ’κανα τη μάπα τρίο καρό, βλ. λ. τρίο·
- του ’κανα τη μάπα ψηφιδωτό, βλ. λ. ψηφιδωτό·
- του ’κανα τη μούρη εμπριμέ, βλ. λ. εμπριμέ·
- του ’κανα τη μούρη κρέας, βλ. λ. μούρη
- του ’κανα τη μούρη σουμπλιμέ, βλ. λ. σουμπλιμέ·
- του ’κανα τη μούρη τρικολόρε, βλ. λ. τρικολόρε·
- του ’κανα τη μούρη τρίο καρό, βλ. λ. τρίο·
- του ’κανα τη μούρη ψηφιδωτό, βλ. λ. ψηφιδωτό·
- του ’κανα τη σούφρα να! βλ. λ. σούφρα·
- του ’κανα το αίμα κομπόστα, βλ. λ. αίμα·
- του ’κανα το κεφάλι καζάνι, βλ. λ. κεφάλι·
- του ’κανα το κεφάλι κουδούνι, βλ. λ. κεφάλι·
- του ’κανα το τραπέζι, βλ. λ. τραπέζι·
- του ’κανα τον κώλο να! βλ. λ. κώλος·
- του ’κανα τον κώλο φιλιστρίνι, βλ. λ. κώλος·
- του ’καναν βασιλικές τιμές, βλ. λ. τιμή·
- του ’κανε άδειασμα, βλ. λ. άδειασμα·
- του ’κανε βγάλσιμο, βλ. λ. βγάλσιμο·
- του ’κανε μπάσιμο, βλ. λ. μπάσιμο·
- του ’κανε την κλάνα να! βλ. λ. κλάνα·
- του κάνει καπρίτσια, (για γυναίκες) βλ. λ. καπρίτσ(ι)ο·
- του (της) κάνει όλα τα καπρίτσια, βλ. λ. καπρίτσ(ι)ο·
- του κάνει πόλεμο λάσπης, βλ. λ. πόλεμος·
- του κάνουμε παράτα, βλ. λ. παράτα2·
- του (της) κάνω, α. του (της) λέω: «τι θέλεις εσύ τέτοια ώρα εδώ, του κάνω». β. είμαι της αρεσκείας του, του γούστου του: «όταν του κάνει κάποιος άνθρωπος, δεν του χαλάει χατίρι || απ’ τη στιγμή που είδε πως της κάνει, τον παντρεύτηκε»·
- του κάνω ανάκριση, βλ. λ. ανάκριση·
- του κάνω γυμνάσια ή του κάνω ναυτικά γυμνάσια, βλ. λ. γυμνάσια·
- του κάνω γυμναστική ή του κάνω σουηδική γυμναστική, βλ. λ. γυμναστική·
- του κάνω γύρισμα, βλ. λ. γύρισμα·
- του κάνω δίπλωμα, βλ. λ. δίπλωμα·
- του κάνω δούλεμα, βλ. λ. δούλεμα·
- του κάνω ένα κλύσμα (με γιαούρτι, με μουρουνόλαδο, με πετρέλαιο, με ρετσινόλαδο, με τζατζίκι), βλ. λ. κλύσμα·
- του κάνω (ένα) πέρασμα, βλ. λ. πέρασμα·
- του κάνω θεωρία, βλ. λ. θεωρία·
- του κάνω θέση, βλ. λ. θέση·
- του κάνω κλάσιμο, βλ. λ. κλάσιμο·
- του κάνω κόλπο, βλ. λ. κόλπο·
- του κάνω κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- του κάνω κρέμασμα, βλ. λ. κρέμασμα·
- του κάνω λαχτάρα ή του κάνω λαχτάρες, βλ. λ. λαχτάρα·
- του κάνω λόγο, βλ. λ. λόγος·
- του κάνω ματ, βλ. λ. ματ·
- του κάνω μάτι, βλ. λ. μάτι·
- του κάνω ματιά, λ. λ. ματιά·
- του κάνω μια λαχτάρα! βλ. λ. λαχτάρα·
- του κάνω μια τρίπλα, βλ. λ. τρίπλα·
- του κάνω μούτρα, βλ. λ. μούτρο·
- του κάνω νούμερα, βλ. λ. νούμερο·
- του κάνω όλα τα γούστα ή του κάνω όλα του τα γούστα, βλ. λ. γούστο·
- του κάνω όλα τα κέφια ή του κάνω όλα του τα κέφια, βλ. λ. κέφι·
- του κάνω πάσα, βλ. λ. πάσα·
- του κάνω πλάτες, βλ. λ. πλάτη·
- του κάνω πόλεμο, βλ. λ. πόλεμος·
- του κάνω πόλεμο νεύρων, βλ. λ. πόλεμος·
- του κάνω σεκόντο, βλ. λ. σεκόντο·
- του κάνω σεντράρισμα, βλ. λ. σεντράρισμα·
- του κάνω σκαλοπάτι (σκαλοπατάκι), βλ. λ. σκαλοπάτι·
- του (της) κάνω σκηνή, βλ. λ. σκηνή·
- του κάνω σπάσιμο, βλ. λ. σπάσιμο·
- του κάνω σπάσιμο νεύρων, βλ. λ. σπάσιμο·
- του κάνω στενή πολιορκία, βλ. λ. πολιορκία·
- του κάνω στενό μαρκάρισμα, βλ. λ. μαρκάρισμα·
- του κάνω στραπάτσο, βλ. λ. στραπάτσο·
- του κάνω συζήτηση, βλ. λ. συζήτηση·
- του κάνω τα ναύλα, βλ. λ. ναύλα·
- του κάνω τα χατίρια ή του κάνω το χατίρι, βλ. λ. χατίρι·
- του κάνω τεμενά ή του κάνω τεμενάδες, βλ. λ. τεμενάς·
- τον κάνω τον υποβολέα, βλ. λ. υποβολέας·
- του κάνω τρίπλα, βλ. λ. τρίπλα·
- του κάνω τσαμπουκά, βλ. λ. τσαμπουκάς·
- του κάνω φασαρία, βλ. λ. φασαρία·
- του κάνω φτύσιμο, βλ. λ. φτύσιμο·
- του κάνω χαλάστρα, βλ. λ. χαλάστρα·
- του κάνω χουνέρι, βλ. λ. χουνέρι·
- του κάνω χώσιμο, βλ. λ. χώσιμο·
- του την έκανα κουνουπάτα, βλ. λ. κουνουπάτα·
- του την έκανα τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- του την έκανα τη ζημιά, βλ. λ. ζημιά·
- του την κάνω γυριστή, βλ. λ. γυριστή·
- του το ’κανα ψιλά, βλ. λ. ψιλά·
- τους κάναμε νταντέλα, βλ. λ. νταντέλα· 
- τους κάναμε ρεντίκολο, βλ. λ. ρεντίκολο·
- τους κάναμε σκόνη, βλ. λ. σκόνη·
- τους κάναμε τρικολό, βλ. λ. τρικολό·
- τους κάναμε τρικολόρε, βλ. λ. τρικολόρε·
- τους κάναμε φουρφούρι, βλ. λ. φουρφούρι·
- τους κάνανε τσακωτούς, βλ. λ. τσακωτός·
- τους κάνω άνω κάτω, βλ. λ. άνω·
- τους κάνω κουλουβάχατα, βλ. λ. κουλουβάχατα·
- τους κάνω μάλε βράσε, βλ. λ. μάλε βράσε·
- τους κάνω μαλλιά κουβάρια, βλ. λ. μαλλί·
- τους κάνω μαντάρα, βλ. λ. μαντάρα·
- τράβα τράβα, τον (την) έκανες λάστιχο! (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή), βλ. λ. λάστιχο·
- τώρα πλάκα μας κάνεις; ή τώρα πλάκα μου κάνεις; βλ. λ. πλάκα·
- υπομονή κάνουν και τα λάστιχα, όμως κάποτε κλατάρουν, βλ. λ. υπομονή·
- φοβάμαι μήπως κάνει καμιά τρέλα, βλ. λ. τρέλα·
- φτωχός καπετάνιος, πλούσιο ταξίδι δεν κάνει, βλ. λ. καπετάνιος·
- φωλιά δεν έχει, αβγό δεν κάνει, βλ. λ. φωλιά·
- χάρη σου κάνω, βλ. λ. χάρη·
- χίλια και χίλια πόσα κάνουν; ή χίλια και χίλια πόσο κάνουν; βλ. λ. χίλιοι·
- χίλιες ξυλιές σε ξένο κώλο πόσες παράδες κάνουν; βλ. λ. ξυλιά·
- ωραία τα ’κανες! βλ. λ. ωραίος·
- ώσπου να κάνω ένα τσιγάρο, βλ. λ. τσιγάρο.

καράτι

καράτι, το, ουσ. [<ιταλ. carato <λατιν. carratus <ελλ. κεράτιον (= κουκούτσι χαρουπιού)], το καράτι· μονάδα υπολογισμού της αξίας ενός ανθρώπου, ιδίως ενός άντρα ως προς το χαρακτήρα, τη γενναιότητα και γενικά τη συμπεριφορά. Όσο πιο πολλά καράτια αναφέρονται, τόσο πιο πολύ αξίζει ο άντρας για τον οποίο γίνεται λόγος: «γνώρισα έναν τύπο που είναι αμέτρητα καράτια». (Λαϊκό τραγούδι: άντρα εκατό καράτια πώς τον έκανες κομμάτια)·  
- άνθρωπος είκοσι τεσσάρων καρατίων, βλ. λ. άνθρωπος·
- είμαι στα καράτια μου ή έρχομαι στα καράτια μου ή φτάνω στα καράτια μου, βλ. λ. συνηθέστ. είμαι στα γράδα μου, λ. γράδα.

καταϊδρωμένος

καταϊδρωμένος, -η, -ο, επίθ. [<κατα- + ιδρωμένος], που είναι μούσκεμα στον ιδρώτα: «έσκαβε απ’ το πρωί μέχρι το μεσημέρι στον κήποκαι ήρθε καταϊδρωμένος να κάνει ένα μπάνιο»·
- έρχομαι δεύτερος και καταϊδρωμένος, α. κατατάσσομαι δεύτερος σε μια αναμέτρηση, ύστερα από εξαντλητική προσπάθεια: «διαγωνίστηκαν πέντε άτομα κι ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος». β. καθυστερώ να πάω κάπου, με αποτέλεσμα να με προλάβει άλλος και να χάσω μια ευκαιρία ή παροχή: «τι να σου κάνω, φίλε μου, ήρθες δεύτερος και καταϊδρωμένος και πήρε άλλος τη θέση || ήρθες δεύτερος και καταϊδρωμένος κι ό,τι είχα να δώσω, το ’δωσα». γ. καθυστερώ να μεταφέρω σε κάποιον κάποιο νέο ή πληροφορία, καθυστερώ στη διατύπωση μιας κρίσης ή χαρακτηρισμού: «έρχεσαι δεύτερος και καταϊδρωμένος, γιατί ο τάδε μας είπε όλα τα καθέκαστα της υπόθεσης». Πολλές φορές, λέγεται και με ειρωνική διάθεση: «έρχεσαι δεύτερος και καταϊδρωμένος, αγόρι μου, γιατί μας τα ’παν άλλοι»·
- έρχομαι τελευταίος και καταϊδρωμένος, επιτείνει την έννοια της παραπάνω φρ. και ως προς την ειρωνεία·
- φτάνω δεύτερος και καταϊδρωμένος, βλ. φρ. έρχομαι δεύτερος και καταϊδρωμένος·
- φτάνω τελευταίος και καταϊδρωμένος, βλ. φρ. έρχομαι τελευταίος και καταϊδρωμένος.

λαγός

λαγός, ο, ουσ. [<μσν. λαγός <αρχ. λαγωός], ο λαγός. 1. άνθρωπος δειλός, φοβητσιάρης: «είναι τόσο λαγός, που, μόλις τον αγριέψεις λιγάκι, τρέμει απ’ το φόβο του». Από την εικόνα του λαγού, που σκιάζεται με τον παραμικρό θόρυβο. 2. λέγεται για άτομο που έχει κάποια υψηλή δημόσια θέση και δημοσιοποιεί κάποια ακραία πρόταση, για να δει τις γενικές αντιδράσεις των ενδιαφερομένων, οι οποίες, αν είναι έντονες, την αποσύρει: «ο υπουργός αποδείχτηκε λαγός, γιατί ανασκεύασε την ανακοίνωση που είχε κάνει για την ιδιωτικοποίηση του κρατικού οργανισμού». 3. (στη γλώσσα του αθλητισμού) αθλητής δρόμου χωρίς μεγάλη αντοχή που από την αρχή του αγώνα τρέχει πολύ γρήγορα για να παρασύρει και τους άλλους αθλητές σε μια γρήγορη κούρσα και εφόσον το επιτύχει αποσύρεται: «μετά την τέταρτη στροφή οι αθλητές έφτασαν και ξεπέρασαν το λαγό, ο οποίος αποχώρησε απ’ τον αγώνα». 4. (ειδικά) κινητό τηλέφωνο το οποίο επιλέγεται τυχαία από ένα κέντρο υποκλοπών, για να επιβεβαιωθεί η δυνατότητα υποκλοπής των συνομιλιών του κατόχου του: «κατάλαβε πως το κινητό του ήταν λαγός, γιατί κάθε τόσο έπιανε διάφορα μυστήρια σήματα που δεν μπορούσε να τα εξηγήσει». Η λ. σε χρήση από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2006, μετά την αποκάλυψη του μεγάλου σκανδάλου των υποκλοπών των κινητών τηλεφώνων του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, πολλών υπουργών της κυβέρνησης, καθώς και άλλων σημαντικών προσώπων της ελληνικής πολιτικής και δημοσιογραφικής ζωής του τόπου. Με τη λ. λαγός, υπάρχει και η εξής δίστιχο εν είδει ταχταρίσματος σε μωρό: πάει λαγός να πιει νερό απ’ του (της) (ακολουθεί όνομα του μωρού ή, αν είναι αβάφτιστο, το μπέμπης ή μπέμπα) το λαιμό γκίλι γκίλι γκίλι γκίλι γκίλι· βλ. και λ. γκίλι. Υποκορ. λαγουδάκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 21 φρ.)·
- άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας ή άλλα μάτια έχει ο λαγός κι άλλα η κουκουβάγια, βλ. λ. μάτι·
- αν κυνηγάς δύο λαγούς, θα χάσεις και τους δύο, βλ. φρ. όποιος κυνηγάει πολλούς λαγούς, δεν πιάνει κανέναν·
- αντί για λαγό, έβγαλε αρκούδα (ενν. το κυνηγετικό σκυλί), βλ. λ. αρκούδα·
- απ’ τα χαμόκλαδα που δεν περιμένεις, βγαίνει ο λαγός, πολλές φορές η επιτυχία, το κέρδος έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις, που δεν το υπολογίζεις: «περίμενα από έναν γνωστό μου να πάρω τη δουλειά, αλλά στο τέλος μου την ανέθεσε κάποιος, που είχαμε γνωριστεί τυχαία σ’ ένα μπαρ γιατί, πολλές φορές, απ’ τα χαμόκλαδα που δεν περιμένεις, βγαίνει ο λαγός»·
- άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες, λέγεται στην περίπτωση που, όσο και αν επιχειρεί κάποιος να καταφέρει κάτι, αποδεικνύεται πως ματαιοπονεί·
- βάζω το λαγό στο φούρνο, επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «είδα τον τάδε με τη δικιά του, που πήγαινε στην γκαρσονιέρα για να βάλει το λαγό στο φούρνο»·
- βγάζει λαγούς απ’ το καπέλο του, κατορθώνει απίθανα, ανέλπιστα πράγματα, κατορθώνει τ’ ακατόρθωτα: «όσο δύσκολη κι αν είναι η δουλειά, αυτός σίγουρα θα την καταφέρει, γιατί είναι τύπος που βγάζει λαγούς απ’ το καπέλο του». Αναφορά σε ένα από τα κόλπα ταχυδακτυλουργού· βλ. και φρ. είχε κρυμμένο λαγό στο καπέλο του·
- βγάζω λαγό, (στη γλώσσα των δημοσιογράφων) πετυχαίνω ενδιαφέρουσα είδηση, περίπτωση, ανακαλύπτω σπουδαίο μυστικό ή σκάνδαλο: «είναι το καμάρι της εφημερίδας μας, γιατί κάθε τόσο βγάζει κι από έναν λαγό». Από την εικόνα του κυνηγετικού σκυλιού, που ξετρυπώνει μέσα από τους θάμνους το λαγό·
- έγινε  λαγός, έφυγε τρέχοντας, ιδίως από φόβο: «μόλις έμαθε πως ερχόταν να τον πιάσουν, έγινε λαγός». (Λαϊκό τραγούδι: πού να το ’ξευρες καημένε Μουσουλίνι ο στόλος σου και ο στρατός λαγός πως θε να γίνει
- είχε κρυμμένο λαγό στο καπέλο του, είχε κάποιο ατού που το χρησιμοποίησε την κατάλληλη στιγμή προς όφελός του: «είχα την εντύπωση πως του είχα αρπάξει τη δουλειά μέσ’ απ’ τα χέρια του, αλλά αποδείχτηκε πως είχε κρυμμένο λαγό στο καπέλο του κι έτσι ανέλαβε πανηγυρικά τη δουλειά»· βλ. και φρ. βγάζει λαγούς απ’ το καπέλο του·
- έχει καρδιά λαγού, είναι δειλός, φοβητσιάρης: «δεν είναι σωστό να τα βάλω μαζί του, γιατί έχει καρδιά λαγού κι όσοι με δουν θα με κοροϊδεύουν!»·
- θα δεις πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού ή θα δεις πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα, α. από τη στιγμή που θα καταπιαστείς με τη συγκεκριμένη δουλειά ή υπόθεση, θα καταλάβεις και τις πραγματικές δυσκολίες της: «απ’ το γραφείο σου μπορείς να λες ό,τι θες, όταν κατεβείς όμως να δουλέψεις κι εσύ στην οικοδομή, θα δεις πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού». β. (γενικά) από τη στιγμή που θα βγεις να αντιμετωπίσεις μόνος σου τη ζωή, θα καταλάβεις και τις πραγματικές δυσκολίες της: «μέχρι τώρα σε τάιζαν οι γονείς σου, απ’ τη στιγμή όμως που έκανες δικό σου σπίτι, θα δεις πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα». Συνών. θα δεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα ή θα μάθεις πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα / θα δεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα δεις πόσα απίδια παίρνει ο σάκος ή θα μάθεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα μάθεις πόσα απίδια παίρνει ο σάκος / θα δεις πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα ή θα μάθεις πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα / θα δεις πώς το τρίβουν το πιπέρι ή θα μάθεις πώς το τρίβουν το πιπέρι / θα δεις τι εστί βερίκοκο ή θα μάθεις τι εστί βερίκοκο·    
- θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει η τρύπα του λαγού ή θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα, απειλητική έκφραση σε κάποιον πως θα τον τιμωρήσουμε σκληρά:, ιδίως με ξυλοδαρμό «αν ξαναπιάσεις τ’ όνομά μου στο στόμα σου, θα σου δείξω πόσο βαθιά φτάνει του λαγού η τρύπα». Πολλές φορές, μετά το πρώτο ρ. της φρ. ακολουθεί το εγώ. Συνών. θα σου δείξω πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα ή θα σου μάθω πόσα γράμματα έχει η αλφαβήτα / θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα σου δείξω πόσα απίδια παίρνει ή θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή θα σου μάθω πόσα απίδια παίρνει ο σάκος / θα σου δείξω πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα ή θα σου μάθω πόσα κουμπιά έχει η Αλέξαινα / θα σου δείξω πώς το τρίβουν το πιπέρι ή θα σου μάθω πώς το τρίβουν το πιπέρι / θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο ή θα σου μάθω τι εστί βερίκοκο· 
- λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του ή λαγός τη φτέρη κούναγε, κακό του κεφαλιού του, λέγεται ειρωνικά για άτομα που είναι τα ίδια υπαίτια για το κακό που παθαίνουν, για την καταστροφή τους: «μα είναι δυνατόν αυτό τ’ ανθρωπάκι να θέλει να τα βάλει μ’ αυτόν το γίγαντα; -Λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του»·
- μυρίστηκε λαγό, ενδιαφέρεται πολύ σοβαρά για μια δουλειά ή υπόθεση, γιατί έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει πως θα έχει σπουδαίο όφελος: «αυτός για να θέλει να συνεταιριστεί με τον τάδε, προκειμένου ν’ αναλάβουν τη δουλειά, σίγουρα μυρίστηκε λαγό, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, είναι κατά των συνεταιρισμών». Από την εικόνα του κυνηγητικού σκυλιού, που επιδεικνύει έντονη κινητικότητα, όταν μυριστεί λαγό·
- ο λαγός κι αν κρύβεται, τ’ αφτιά του ξεχωρίζουν, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να κρύψει τα εμφανή ελαττώματά του ή τις εμφανείς αδυναμίες του, δε θα τα καταφέρει: «εσύ παραπατάς και μου λες πως έκοψες το πιοτό, αλλά ο λαγός κι αν κρύβεται, τ’ αφτιά του ξεχωρίζουν || λέει πως δεν είναι ομοφυλόφιλος, αλλά ο λαγός κι αν κρύβεται τ’ αφτιά του ξεχωρίζουν, γιατί περπατάει πάντα κουνιστός και λυγιστός»·
- όποιος κυνηγάει δυο λαγούς, κανέναν δε βαρά, βλ. φρ. όποιος κυνηγάει πολλούς λαγούς, δεν πιάνει κανέναν·
- όποιος κυνηγάει πολλούς λαγούς, δεν πιάνει κανέναν, το άτομο που επιδιώκει να πετύχει πολλά πράγματα συγχρόνως, αποτυχαίνει σε όλα: «θα πρέπει ν’ ασχοληθείς αποκλειστικά με τη δουλειά που ξεκίνησες και μην καταπιάνεσαι προς το παρόν με άλλα πράγματα, γιατί, όποιος κυνηγάει πολλούς λαγούς, δεν πιάνει κανέναν»·
- σέρνει ο λαγός το λέοντα με το χρυσό το ράμμα, βλ. λ. ράμμα·
- σηκώνω λαγό, α. κατορθώνω κάτι που μου αποφέρει γενική καταξίωση: «σήκωσε λαγό, αφού κατάφερε να πάρει συνέντευξη από κοτζάμ πλανητάρχη!». Από την εικόνα του κυνηγού, που πιάνει το λαγό που σκότωσε από τα αφτιά του και τον σηκώνει ικανοποιημένος. β. σκοτώνω λαγό κατά τη διάρκεια κυνηγιού: «τόσα χρόνια κυνηγός, πρώτη φορά μου κατάφερα να σηκώσω λαγό»· βλ. και φρ. βγάζω λαγό·
- τάζω λαγούς με πετραχήλια, για να πετύχω κάποιο σκοπό μου υπόσχομαι πολλά και δυσεκπλήρωτα πράγματα: «της έταζε λαγούς με πετραχήλια για να του πει το ναι». (Λαϊκό τραγούδι: πάψε να τάζεις λαγούς με πετραχήλια, δεν κολατσίζεις από τα δικά μου χείλια). Συνών. τάζω τον ουρανό με τ’ άστρα·
- τρέχει σαν λαγός, είναι πολύ ταχύς, τρέχει πολύ γρήγορα: «δεν πιάνεται εύκολα, γιατί τρέχει σαν λαγός». Από το ότι ο λαγός έχει πολύ γρήγορο τρέξιμο.

λέω

λέω κ. λέγω, ρ. [<αρχ. λέγω], λέω. 1. αφηγούμαι προφορικά, εξιστορώ: «τους λέω πώς πέρασα στην εκδρομή». 2. πληροφορώ, ενημερώνω: «πες του πως θ’ αργήσω να κατέβω στο γραφείο μου». 3. διαδίδω: «γιατί λες ψέματα και τρομάζεις τον κόσμο;». 4. έχω σκοπό, σκέφτομαι: «εδώ και καιρό λέω να κάνω ένα ταξιδάκι». 5. υποθέτω, φαντάζομαι, νομίζω: «λέω πως, αν μου πέσει το λαχείο, θα παραιτηθώ από τη δουλειά μου || απ’ τη ζωή που βλέπω να κάνει, λέω πως θα πρέπει να ’ναι πλούσιος». 6. προτρέπω, συμβουλεύω: «μη λες στο παιδί τέτοια πράγματα, γιατί παίρνουν τα μυαλά του αέρα». (Λαϊκό τραγούδι: οι συγγενείς μου λέγανε να το απαρατήσω αυτό το παλιομπούζουκο για θα τους ξεφτελίσω). 7. προτείνω, εισηγούμαι: «πες κι εσύ καμιά ιδέα, γιατί εγώ στέρεψα». 8. ισχυρίζομαι, υποστηρίζω: «αυτός λέει ότι είναι αθώος, αλλά δεν τον πιστεύουν || εσύ μας τα λες έτσι, αλλά αυτός λέει άλλα πράγματα». 9. διατάσσω: «το αφεντικό λέει να αλλάξουμε πόστο». 10. εννοώ: «μπορείς να μου εξηγήσεις τι λέει αυτό το χαρτί;». 11. ονομάζω: «πώς τον λένε τον αδερφό σου; || πώς το λέτε το σκυλάκι σας;». 12. χαρακτηρίζω, αποκαλώ: «με είπε ανίκανο και άχρηστο». 13α. στο γ΄ πρόσ. λέει, εκφέρει υποθετική πρόταση με την έννοια αν ήταν δυνατόν:  «ε ρε, και να γινόμουν, λέει, πλούσιος, να δεις εσύ γλέντια που θα γίνονταν!». (Λαϊκό τραγούδι: ε ρε, και να ’χαμε, το χρήμα, λέει, να ’χαμε και τη μιζέρια μας να δεις πού θα τη γράφαμε). β. διαδίδεται, θρυλείται, φημολογείται: «αύριο, λέει, θα παραιτηθεί ο τάδε υπουργός || λένε πως θα γίνει ανασχηματισμός». (Λαϊκό τραγούδι: λένε πως είναι οι γυναίκες πονηρές, τον κάθε άντρα πως τον θέλουν πάντα θύμα). γ. σε θέση μεταβατικού συνδέσμου κατά τη διήγηση παραμυθιού ή ονείρου: «ήταν, λέει, κάποτε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που δεν είχαν, λέει, παιδιά || βρισκόμουν, λέει, σε μια πεδιάδα, που ήταν γεμάτη, λέει, με κατακόκκινες παπαρούνες». δ. (στη νεοαργκό) είναι καλό, αξίζει: «αγόρασε ο τάδε ένα αυτοκίνητο που λέει || σ’ άρεσε το τάδε έργο; -Λέει». 14α. στο β΄ πρόσ. σε ερωτηματικό τύπο λες; έτσι νομίζεις εσύ; είναι προσωπική σου γνώμη(;): «να δεις που θα καταφέρει να ορθοποδήσει πάλι. -Λες;». β. είσαι σίγουρος γι’ αυτό που μου λες; υπάρχει κι αυτή η περίπτωση που μου λες(;): «να δεις που θα ’ρθει κι ο τάδε μαζί με τους άλλους. -Λες; || θα βρέξει -Λες;». Συνών. νομίζω (1β, γ). 15. το απαρέμφ. με άρθρο το λέγειν, ως ουσ., το χάρισμα, η ικανότητα που έχει κανείς να μιλάει με ευχέρεια και πειστικότητα, η ευγλωττία, η ευφράδεια: «έχει τόσο ωραίο λέγειν αυτός ο άνθρωπος, που, όταν μιλάει κρέμομαι απ’ τα χείλη του || μπορεί να μην ψήφιζε τον Αντρέα Παπανδρέου, όμως για το λέγειν αυτού του πολιτικού έβγαζε το καπέλο του»· βλ. και λ. είπα. (Ακολουθούν 446 φρ.)·   
- ακόμη λέει το κρέας τσιτσί, βλ. λ. κρέας·
- ακόμη λέει το νερό μπου, βλ. λ. νερό·
- άκου λέει! ή άκουσε λέει! βλ. λ. ακούω·
- άκου που σου λέω ή άκου με που σου λέω ή άκουσέ με που σου λέω, βλ. λ. ακούω·
- άλλα λέει η θεια του κι άλλα ακούν τ΄ αφτιά του, βλ. λ. θεια·
- άλλα λες κι άλλα μου κάνεις, τα λόγια του, οι υποσχέσεις που μου δίνει δε συμβαδίζουν με τις πράξεις του: «έχω πάψει πια να σε πιστεύω, γιατί άλλα λες κι άλλα μου κάνεις». (Λαϊκό τραγούδι: παστρικές δουλειές δεν φτιάνεις, άλλα λες κι άλλα μου κάνεις, μου τη σκας κι αλλού γυρίζεις κι αποδώ δε χαμπαρίζεις
- άλλα του λέω κι άλλα ακούει, βλ. λ. ακούω·
- άλλο λέει η καρδιά κι άλλο λέει το μυαλό, βλ. λ. καρδιά·
- άλλο να τ’ ακούς κι άλλο να στα λέω, βλ. λ. άλλος·
- άλλο να στο λέω κι άλλο να το βλέπεις, βλ. λ. άλλος·
- αλλού να τα λες αυτά! βλ. λ. αλλού·
- ανέκδοτα θα λέμε τώρα! βλ. λ. ανέκδοτο·
- αν είχε η γιαγιά μου αρχίδια, θα τη λέγανε παππούλη, βλ. λ. γιαγιά·
- αν … (θα…) (ακολουθεί ρήμα) λέει! λέγεται για κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και δίνεται ως απάντηση σε ερώτηση κάποιου που δηλώνει άγνοια ή αμφιβολία ως προς τον τρόπο ενέργειάς μας: «θα ’ρθεις το βράδυ μαζί μας; -Αν έρθω λέει! || θα πας να βοηθήσεις τον τάδε; -Αν θα πάω λέει! || θα φύγεις κι εσύ μαζί με τους άλλους; -Αν θα φύγω λέει! || θα φας κι άλλο φαγητό; -Αν θα φάω λέει!»·
- αν ήταν η δουλειά γλυκιά, θα τη λέγαν μπακλαβά, βλ. λ. δουλειά·
- απ’ το λέγε λέγε, βλ. φρ. με το λέγε λέγε·
- απ’ το λέγε λέγε την έφαγε ο μπουνταλάς, βλ. λ. μπουνταλάς·
- απάνω που έλεγα να..., βλ. λ. απάνω·
- από πίσω και για το βασιλιά λένε, βλ. λ. βασιλιάς·
- αρκεί που το λες, βλ. λ. αρκεί·
- ας λέει ό,τι θέλει ή ας λέει ό,τι θέλει να λέει, βλ. φρ. ό,τι θέλει ας λέει·   
- ας λέει ό,τι λέει ή ας λέει ό,τι θέλει να λέει, βλ. φρ. ό,τι λέει ας λέει·
- ας με λεν βοϊβοδίνα κι ας πεθαίνω απ’ την πείνα ή ας με λεν βοϊβοδίνα κι ας ψοφώ από την πείνα, βλ. λ. βοϊβοδίνα·
- ας με λένε δημαρχίνα κι ας πεθαίνω απ’ την πείνα ή ας με λένε δημαρχίνα κι ας ψοφώ από την πείνα, βλ. λ. δήμαρχος·
- ας μπαίνει ο κόμπος κι ας λέει ο κόσμος, βλ. λ. κόμπος·
- ας τα λέμε καλά ή λέγε τα καλά, να ’ρχονται καλά, βλ. λ. καλός·
- άσ’ τον να λέει! μην τον υπολογίζεις, μην του δίνεις σημασία, μην παίρνεις υπόψη σου αυτά που λέει: «όταν είναι νευριασμένος, λέει ό,τι του κατέβει, γι’ αυτό άσ’ τον να λέει!». (Λαϊκό τραγούδι: άσ’ τους να λένε,άσ’ τους να πουν, αυτοί δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
- αστεία λες; βλ. λ. λέω·
- αυτά που λες! βλ. λ. αυτός·
- αυτά που σου λέω εγώ το πρωί, μας (μου) τα λες εσύ το βράδυ, βλ. λ. βράδυ·
- αυτά τα λεν στον κλήδονα, βλ. λ. κλήδονας·
- αυτό πάλι τι σου λέει; βλ. λ. αυτός·
- αυτό που σου λέω! βλ. λ. αυτός·
- για λέγε, α. προτρεπτική έκφραση σε κάποιον που έθιξε ένα θέμα να μας πει περισσότερα, γιατί ενδιαφερόμαστε να μάθουμε. Πολλές φορές, επαναλαμβανόμενο, για λέγε, για λέγε, ενώ τον τελευταίο καιρό ακούγεται και στο συγκοπτόμενο τύπο, για λέ(γε), για λέ(γε). β.προτρεπτική έκφραση σε κάποιον να αναπτύξει κάποιο επιχείρημά του, μόνο και μόνο για να απαλλαγούμε από την παρουσία του, γιατί εκ των προτέρων είμαστε αποφασισμένοι να μη συμφωνήσουμε. Στην περίπτωση αυτή, πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το λοιπόν·
- για να λέμε και του στραβού το δίκιο, βλ. λ. δίκιο·
- γιατί λέει, γιατί υποτίθεται: «δε θα ’ρθει μαζί μας στο γάμο, γιατί λέει δεν έχει τα κατάλληλα ρούχα»·
- δε θα ’λεγα ναι, βλ. λ. ναι·
- δε θα ’λεγα όχι, βλ. λ. όχι·
- δε λέει, α. (στη νεοαργκό) δεν είναι καλό, δεν αξίζει: «έδωσε ένα σωρό λεφτά για ν’ αγοράσει αυτό τ’ αυτοκίνητο, αλλά δε λέει || μην πας να δεις το τάδε έργο, γιατί δε λέει». β. (απρόσ. στη νεοαργκό) δίνεται ως απάντηση στην έκφραση ενδιαφέροντος για την πορεία των πραγμάτων στη ζωή ενός ανθρώπου, που δείχνει κάποιος με την ερώτηση τι λέει; και δηλώνει πως η πορεία των πραγμάτων δεν είναι καθόλου καλή: «βρε βρε, καιρό έχω να σε δω, τι λέει; -Δε λέει». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άσ’ τα. Αντίθ. καλά λέει·
- δε λέει (έναν, κάναν, κανέναν) καλό λόγο για κανέναν, βλ. λ. λόγος·
- δε λέει (και) πολλά, βλ. λ. πολύς·
- δε λέει (και) πολλά πράγματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- δε λέει μία, α. (για πρόσωπα) είναι ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος: «μην εντυπωσιάζεσαι που είναι όμορφος, γιατί κατά τ’ άλλα δε λέει μία». β. (για πράγματα) δεν έχει καμιά αξία: «τζάμπα έχει καλή φήμη αυτό τ’ αυτοκίνητο, γιατί, όταν το οδήγησα, διαπίστωσα πως δε λέει μία». γ. (για καλλιτεχνικά έργα) δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, δε μεταφέρει καμιά σημαντική ιδέα: «το έργο είναι πολυδιαφημισμένο, αλλά κατά τη γνώμη μου δε λέει μία»· 
- δε λέει (μια, καμιά) καλή κουβέντα για κανέναν, βλ. λ. κουβέντα·
- δε λέει να..., α. δεν αποφασίζει να..., δε φιλοτιμείται να…: «αν δεν πάρει πρώτα την άδεια απ’ τον πατέρα του, δε λέει να κάνει βήμα απ’ το σπίτι του || ενώ βλέπει πως σκοτώνομαι στη δουλειά, δε λέει να βοηθήσει λίγο». (Τραγούδι: άσπρισε η κούτρα σου Μιχάλη αλλά μυαλό δε λέει να βάλει).β. (για υποθέσεις ή καταστάσεις) παρατείνεται, καθυστερεί κάτι πέρα από το κανονικό ή το ανεκτό όριο: «δε λέει να σταματήσει αυτή η διαμάχη || ήρθε απ’ το πρωί να με δει και δε λέει να φύγει || δε λέει να βρέξει λίγο»·
- δε λέει να ξεκουμπιστεί! βλ. λ. ξεκουμπίζομαι·
- δε λέει να ξεκουνήσει! βλ. λ. ξεκουνώ·
- δε λέει ποτέ όχι, βλ. λ. όχι·
- δε λέει τίποτα, α. (για πρόσωπα) είναι ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος: «στην αρχή μου φάνηκε καλό παλικάρι, αλλά στη συνέχεια διαπίστωσα πως δε λέει τίποτα». β. (για πράγματα) δεν έχει καμιά αξία: «και τζάμπα να μου ’δινε αυτόν τον καναπέ, δε θα τον έπαιρνα, γιατί δε λέει τίποτα». γ. (για καλλιτεχνικά έργα) δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, δε μεταφέρει καμιά σημαντική ιδέα: «μην πάτε να δείτε την τάδε ταινία, γιατί δε λέει τίποτα || διάβασα το τάδε βιβλίο, αλλά δε λέει τίποτα || πήγα στην τάδε έκθεση ζωγραφικής, αλλά δε λέει τίποτα». δ. (για καταστάσεις) δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σπουδαιότητα, καμιά ιδιαίτερη σημασία: «με την τάδε έχουμε μια καλή φιλική σχέση και, που μας είδες μαζί, δε λέει τίποτα»·   
- δε λέμε ούτε καλημέρα, βλ. λ. καλημέρα·
- δε λέμε ονόματα, βλ. λ. όνομα·
- δε λες καλύτερα που δεν…, έκφραση με την οποία εκφράζουμε την ικανοποίησή μας για κάτι που ματαιώθηκε ή αναβλήθηκε: «δε λες καλύτερα που δεν ξεκινήσαμε, γιατί τι θα κάναμε μέσα σ’ αυτή την μπόρα που ξέσπασε; || δεν λες καλύτερα που δεν πήγαμε, γιατί, απ’ ό,τι έμαθα, έγινε μεγάλη φασαρία!»·
- δε λες τίποτα! έκφραση με την οποία επιτείνουμε αυτό που ειπώθηκε αμέσως προηγουμένως: «αν είναι όμορφη γυναίκα; Δε λες τίποτα, καλλονή, σου λέω! || ήπιατε πολύ χτες το βράδυ; -Δε λες τίποτα, γίναμε λάσπη!», δηλ. αυτό που λες, ανταποκρίνεται πολύ λίγο στην πραγματικότητα·
- δε λέω, α. δεν αμφισβητώ τα λεγόμενα κάποιου, δεν αμφιβάλλω, βεβαίως, οπωσδήποτε: «δε λέω, απ’ την πλευρά σου έχεις δίκιο βουνό || δε λέω, είναι όμορφη γυναίκα». β. (στη νεοαργκό) βρίσκομαι σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, είμαι χάλια: «θα ’ρθεις το βράδυ μαζί μας στο μπαράκι; -Μπα, παιδιά, σήμερα δε λέω, γι’ αυτό θα πάω νωρίς στο σπίτι». γ. δεν εγκρίνω, δε συμφωνώ και δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση κάποιου τι λες; με την έννοια, ποια είναι η γνώμη σου(;): «ζήτησε να ’ρθει το βράδυ και ο τάδε μαζί μας, τι λες; -Δε λέω, γιατί είναι μεγάλο κωλόπαιδο». δ. έχω χάσει το κύρος μου, δεν έχω πια πέραση: «απ’ τη μέρα που βγήκα στη σύνταξη, δε λέω τίποτα στην παλιά μου τη δουλειά»·
- δε λέω… αλλά… ή δε λέω… όμως…, έκφραση με την οποία εκφράζουμε κάποια αντίρρηση, κάποια επιφύλαξη στην αμέσως προηγούμενη θετική γνώμη μας για κάποιον ή για κάτι: «δε λέω, καλό παιδί ο τάδε, αλλά είναι πολύ καβγατζής || δε λέω, καλό αυτοκίνητο, όμως καίει πολλή βενζίνη»· 
- δε λέω λέξη, βλ. λ. λέξη·
- δε λέω όχι, βλ. λ. όχι·
- δε μας τα λες καλά, βλ. λ. καλός·
- δε μου λέει τίποτα, (για πρόσωπα ή πράγματα) δε μου θυμίζει το παραμικρό: «κατάλαβα ποιον μου δείχνεις, αλλά δε μου λέει τίποτα ο άνθρωπος || το ξανάδες αυτό τ’ αγαλματάκι; -Δε μου λέει τίποτα»·
- δε μου λες ή δε μου λέτε, α. εισαγωγική έκφραση για να μπούμε ρωτώντας κάποιον στο θέμα που μας ενδιαφέρει: «δε μου λες, μήπως ξέρεις να μου πεις προς τα πού πέφτει το τάδε μπαράκι;». (Λαϊκό τραγούδι: δε μου λέτε, δε μου λέτε το χασίσι πού πουλιέται; Το πουλούν οι ντερβισάδες στους απάνω μαχαλάδες). Πολλές φορές, μετά το τέλος της φρ. ακολουθεί το παλικάρι μου (παλικάρια μου) ή το καλόπαιδο (καλόπαιδα) ή το λεβέντη μου (λεβέντες μου) ή το ομορφόπαιδο (ομορφόπαιδα) καθώς και άλλα παρόμοια ή ακολουθεί το όνομα του συνομιλητή μας. (Λαϊκό τραγούδι: μπήκε ο χειμώνας και δεν έχω φράγκο· πώς θα την περάσω δε μου λες, ρε Βάγγο; Έπιασε το κρύο και το ξεροβόρι κι είμαι, αδερφέ μου, δίχως πανωφόρι). β. εισαγωγική έκφραση για να επιπλήξουμε κάποιον: «δε μου λες, σου έδωσε κανείς την άδεια να μπεις μέσα;»
- δε σου λέει κάτι; βλ. λ. κάτι·
- δε σου λέω τίποτα! έκφραση με την οποία επιτείνουμε κάτι που είπαμε αμέσως προηγουμένως: «ήταν τόσο όμορφη γυναίκα, που δε σου λέω τίποτα! || έγινε τέτοιος καβγάς, που δε σου λέω τίποτα! || περάσαμε τόσο ωραία, που δε σου λέω τίποτα || ήταν τόσο ωραίο το φαγητό, που δε σου λέω τίποτα», δηλ. αυτό που σου λέω, ανταποκρίνεται πολύ λίγο στην πραγματικότητα·
- δεν κοκκινίζεις μ’ αυτά που λες; βλ. λ. κοκκινίζω·
- δεν ξέρει πώς τον (τη) λένε, είναι πάρα πολύ κουτός, πάρα πολύ ηλίθιος: «δεν του αναθέτω ούτε την παραμικρή δουλειά, γιατί είναι απ’ αυτούς, που δεν ξέρει πώς τον λένε»·  
- δεν ξέρει τι λέει, μιλάει απερίσκεπτα ή λέει ανοησίες: «μην υπολογίζεις στη γνώμη του, γιατί συνήθως δεν ξέρει τι λέει»·
- δεν ξέρει τι λέει και τι κάνει, μιλάει ή ενεργεί απερίσκεπτα: «όταν πίνει, δεν ξέρει τι λέει και τι κάνει»·
- δεν το λες με τα σωστά σου, βλ. λ. σωστός· 
- δεν το λέω αστεία, βλ. λ. αστείο·
- δουλειά το λέμε τώρα! ή δουλειά το λένε τώρα! βλ. λ. δουλειά·
- εγώ τα λέω, εγώ τ’ ακούω, βλ. λ. εγώ·
- εγώ το λέω, το ομολογώ, το παραδέχομαι: «εγώ το λέω, μ’ αρέσει το ποτό». (Λαϊκό τραγούδι: εγώ το πίνω και το λέω γίνομαι στουπί και δε με νοιάζει, σας ορκίζομαι, ο κόσμος τι θα πει)· 
- εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος της ουράς του, βλ. λ. σκύλος·
- εγώ του λέω χαντούμης είμαι, κι αυτός ρωτάει πόσα παιδιά έχεις; βλ. λ.χαντούμης·
- εδώ που τα λέμε, βλ. λ. εδώ·
- είναι λες και κατάπιε καδρόνι, βλ. λ. καδρόνι·
- είναι λες και κατάπιε μπαστούνι, βλ. λ. μπαστούνι·
- είναι λες και κατάπιε σανίδα, βλ. λ. σανίδα·
- είναι λες και κατάπιε σκεπάρνι, βλ. λ. σκεπάρνι·
- είναι λες και κατάπιε σκουπόξυλο, βλ. λ. σκουπόξυλο·
- εκεί που θα λέγαμε δόξα σοι ο Θεός, είπαμε βόηθα Παναγιά ή εκεί που θα λέγαμε δόξα σοι ο Θεός, είπαμε Παναγία βοήθα, βλ. λ. Θεός·
- εμένα μου λες! είμαι απόλυτος γνώστης της υπόθεσης ή της κατάστασης για την οποία γίνεται λόγος, γιατί έχω προσωπική εμπειρία: «εμένα μου λες τι πάει να πει εγχείρηση, που μέχρι τώρα έχω κάνει τρεις εγχειρήσεις απανωτές! || εμένα μου λες τι πάει να πει προδοσία, που με μαχαίρωσε πισώπλατα ο καλύτερος φίλος μου!»· βλ. και φρ. εμένα το λες(!)·
- εμένα το λες! δηλώνει έντονη αμφισβήτηση στα λεγόμενα κάποιου: «εμένα το λες πως είναι καλός άνθρωπος, που τον τσάκωσα πέντε φορές να κατηγορεί χωρίς λόγο όλη την παρέα μας! || εμένα το λες πως είναι κακός άνθρωπος, που, όσες φορές τον χρειάστηκα, στάθηκε πλάι μου!»· βλ. και φρ. εμένα μου λες(!)·
- έξω απ’ το χορό, πολλά τραγούδια λένε, βλ. λ. χορός·
- εσύ ’σαι που το λες! α. έκφραση με την οποία επιβεβαιώνουμε στο συνομιλητή μας πως τα πράγματα έγιναν εντελώς διαφορετικά από ό,τι προτείναμε, ιδίως συμβουλευτικά σε κάποιον: «του ’πα χίλιες φορές να κόψει το τσιγάρο. Εσύ ’σαι που το λες! Δεν το βγάζει απ’ το στόμα του». β. λέγεται για κάτι που δε συμβαίνει, ενώ ήμασταν σίγουροι πως θα συμβεί: «λέγαμε με την παρέα μας να πάμε εκδρομή στις Πρέσπες. Εσύ ’σαι που το λες! Χάλασε ο καιρός». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το όμως. γ. έκφραση έντονης αμφισβήτησης σε αυτά που μας λέει κάποιος: «η τιμιότητα είναι σήμερα το παν στον άνθρωπο. -Εσύ ’σαι που το λες, που έχεις κατακλέψει όλο τον κόσμο!»·
- εσύ τι λες; ποια είναι η γνώμη σου; ποια είναι η απόφασή σου(;): «εσύ τι λες, θα πάρουμε το πρωτάθλημα; || εσύ τι λες, θα ’ρθεις μαζί μας;». (Λαϊκό τραγούδι: εσύ τι λες, θα γίνουμε επιτέλους εραστές
- εσύ το λες! είναι δυνατό να λες εσύ τέτοιο πράγμα(!): «εσύ το λες πως συμπαθείς αυτόν τον άνθρωπο που ήσουν αιτία να πάει φυλακή!»·
- εσύ το λες, είναι προσωπική σου γνώμη, προσωπική σου άποψη: «παρ’ όλα τ’ άσχημα λόγια που ακούω γι’ αυτόν τον άνθρωπο, έχω την εντύπωση πως είναι και τίμιος και δίκαιος. -Εσύ το λες»·
- εσύ το λες αυτό! βλ. λ. αυτός·
- εσύ το λες αυτό, βλ. λ. αυτός·
- έτσι λες; βλ. λ. έτσι·
- έτσι λες ε! βλ. λ. έτσι·
- έτσι που λες, βλ. λ. έτσι·
- έτσι σ’ έμαθαν να λες; βλ. λ. έτσι·
- έτσι σου είπαν να λες; βλ. λ. έτσι·
- έχεις δίκιο, δεν ξέρεις τι λες, βλ. λ. δίκιο·
- έχεις και λες, έχεις κάποιο συγκεκριμένο λόγο για να μιλάς, για να αναφέρεσαι με τον τρόπο με τον οποίο μιλάς ή αναφέρεσαι για το άτομο ή το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος: «έχεις και λες εναντίον του, γιατί ξέρεις τι κουμάσι είναι || έχεις και λες, γιατί ξέρεις πώς είναι τα πράγματα μέσα στο εργοστάσιο». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το εσύ·
- έχουμε και λέμε, έκφραση που συνήθως λέγεται, όταν αρχίζει να κάνει κάποιος ένα λογαριασμό, όταν αρχίζει να αθροίζει τα υπέρ ή τα κατά κάποιου ατόμου, όταν αρχίζει να απαριθμεί τις ενέργειες που έγιναν ή που πρέπει να γίνουν σε κάποια δουλειά ή υπόθεση, ή, όταν καταλήγει σε κάποιο συμπέρασμα, σε κάποια τελική εκτίμηση: «γκαρσόν, κάνε μας το λογαριασμό. -Έχουμε και λέμε: 3 ευρώ η σαλάτα, 45 τα ψάρια, 3 το τζατζίκι, 4 η μελιτζανοσαλάτα, το σύνολο 53 ευρώ || ποια είναι η γνώμη σου για τον τάδε; -Έχουμε και λέμε: είναι εργατικός, φιλότιμος, και δίκαιος άνθρωπος || ποια είναι η γνώμη σου για τον τάδε; -Έχουμε και λέμε: είναι τεμπέλης, γυναικάς και μπεκρής || τι έκανες σήμερα: -Έχουμε και λέμε: πρωί πρωί πήγα κι έβγαλα λεφτά απ’ την τράπεζα, πλήρωσα το τηλέφωνο, ύστερα το φως κι από κει κατευθείαν πήγα στη δουλειά μου». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το λοιπόν·
- έχω να λέω ή έχω να το λέω, διατηρώ ζωντανές ακόμα τις παραστάσεις κάποιου γεγονότος ή θυμάμαι τη συναναστροφή μου με κάποιο άτομο και εξακολουθώ μετά από πολύ καιρό να το μνημονεύω, γιατί μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση: «για την εκδρομή που πήγαμε στον Όλυμπο, έχω να λέω || για τη γνωριμία μου μ’ αυτόν τον άνθρωπο, έχω να το λέω || για το δεσμό μου μ’ αυτή τη γυναίκα, αν και πέρασαν τόσα χρόνια, έχω να το λέω»·
- η γλώσσα λησμονάει και λέει την αλήθεια, βλ. λ. γλώσσα·
- η λανθάνουσα γλώσσα λέει πάντα την αλήθεια, βλ. λ. γλώσσα·
- θα σου ’λεγα τώρα, έκφραση με επιθετική διάθεση σε άτομο που λέει ή μας ζητάει παράλογα πράγματα: «μόνο εσύ είσαι αυτός που μπορείς να τα βάλεις μ’ αυτόν το μεγαλοκαρχαρία. -Θα σου ’λεγα τώρα! || θα ’ρθω αύριο πρωί πρωί να μου δώσεις δέκα εκατομμύρια, που τα χρειάζομαι. -Θα σου ’λεγα; τώρα»·
- θέλεις και τα λες αυτά ή σε ξεφεύγουν; βλ. λ. θέλω·
- και δε μου το ’λεγες! έπρεπε να μου το είχες πει: «και δε μου το ’λεγες πως χρειαζόσουν λεφτά!»·
- και λέγε λέγε ή κι απ’ το λέγε λέγε, με την επίμονη κουβέντα που κάνουμε, ιδίως για να πείσουμε κάποιον για κάτι: «και με το λέγε λέγε τον πείσαμε να αποσύρει τη μήνυση». (Λαϊκό τραγούδι: και λέγε λέγε, λέγε λέγε, ο χριστιανός μπερδεύτηκα κι απ’ τα πολλά σου λέγε λέγε, χωρίς να θέλω μπλέχτηκα
- και πάει λέγοντας, βλ. λ. πάει·
- καλά λέει! πάρα πολύ καλά: «περάσατε καλά στην εκδρομή; -Καλά λέει!»·
- καλά μας τα λες! βλ. λ. καλός·
- καλέ τι μας λες! ή καλέ τι μας λέτε! α. ειρωνική αμφισβήτηση σε αυτά που μας λέει κάποιος: «μου ζήτησε η τάδε ηθοποιός να τα φτιάξουμε, αλλά εγώ δε θέλω. -Καλέ τι μας λες!». β. ειρωνική άρνηση σε κάποιον που μας ζητάει κάτι: «θα μου δώσεις τ’ αυτοκίνητό σου για μια βδομάδα; -Καλέ τι μας λέτε!». Ο πλ. και όταν απευθυνόμαστε σε ένα μόνο άτομο·
- καλά λέει, (απρόσ. στη νεοαργκό) δίνεται ως απάντηση στην έκφραση ενδιαφέροντος που δείχνει κάποιος για την πορεία των πραγμάτων στη ζωή ενός ανθρώπου με την ερώτηση τι λέει; και δηλώνει πως η πορεία των πραγμάτων είναι καλή: «βρε βρε, καιρό έχω να σε δω, τι λέει; -Καλά λέει». Αντίθ. δε λέει·
- καλά λέει ή καλά τα λέει, έκφραση με την οποία επικροτούμε αυτά που λέει κάποιος, γιατί τα βρίσκουμε ορθά, σωστά: «καλά λέει ο άνθρωπος πως με τα καμώματά σου γίνεσαι γελοίος || έτσι όπως πάει το χρηματιστήριο, θα χάσει πολύς κόσμος ακόμη λεφτά. -Καλά τα λέει και να τον ακούτε αυτόν τον άνθρωπο»·
- κάλλιο να λεν τον κερατά παρά τον κακομοίρη, βλ. λ. κερατάς·
- καλό λέει! βλ. λ. καλός·
- κατά πώς λέει, σύμφωνα με αυτά που λέει, με αυτά που υποστηρίζει: «κατά πώς λέει ο τάδε, κανένας απ’ τους δυο τους δε φταίει || κατά πώς λέει ο άνθρωπος είναι αθώος»·
- κατά πώς λένε, βλ. φρ. κατά πώς λέγεται, λ. λέγομαι·
- κάτι λέει, βλ. λ. κάτι·
- κάτι μου λέει, βλ. λ. κάτι·
- κάτι μου λέει μέσα μου, βλ. λ. μέσα·
- κάτι μου λέει πως…, βλ. λ. κάτι·
- κάτι τέτοια μου λες και δεν μπορώ να σε ξεχάσω, βλ. λ. ξεχνώ·
- καφέ το λέμε τώρα! ή καφέ το λένε τώρα! βλ. λ. καφές·
- κι ύστερα (εσύ) μου λες για(τί) δε σου γράφω! βλ. λ. ύστερα·
- κι ύστερα λένε… ή κι ύστερα σου λένε…, βλ. λ. ύστερα·
- κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς, βλ. λ. φονιάς·
- κι ύστερα λες γιατί φωνάζω! ή κι ύστερα λες φωνάζω! βλ. λ. φωνάζω·
- κι ύστερα σου λένε σκυλίσια ζωή! βλ. λ. ζωή·
- κούφια η ώρα που το λες! βλ. λ. ώρα·
- λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει, βλ. λ. κοπέλι·
- λέγε λίγα με τους άλλους και πολλά με τον εαυτό σου, βλ. λ. εαυτός·
- λέγε μας τέτοια! βλ. λ. τέτοιος·
- λέει ανέκδοτα, βλ. λ. ανέκδοτο·
- λέει άντερα, βλ. λ. άντερο·
- λέει αρλούμπες, βλ. λ. αρλούμπα·
- λέει αστεία, βλ. λ. αστείο·
- λέει αστειάκια, βλ. λ. αστειάκι·
- λέει άσχημα λόγια, βλ. λ. λόγος·
- λέει για τ’ όνομά μου, βλ. λ. όνομα·
- λέει εξυπνάδες, βλ. λ. εξυπνάδα·
- λέει ζουρλαμάρες, βλ. λ. ζουρλαμάρα·
- λέει ζούρλες, βλ. λ. ζούρλα·
- λέει η γλώσσα της πολλά ή λέει πολλά η γλώσσα της, βλ. λ. γλώσσα·
- λέει και ξελέει, αναιρεί αυτά που λέει ή υπόσχεται: «μην πιστεύεις πως θα σε πάρει στη δουλειά του, γιατί λέει και ξελέει || ένας άντρας κρατάει το λόγο του και δε λέει και ξελέει»·
- λέει κακά λόγια, βλ. λ. λόγος·
- λέει καλαμπούρια, βλ. λ. καλαμπούρι·
- λέει κρυάδες, βλ. λ. κρυάδα·
- λέει μπούρδες, βλ. λ. μπούρδα·
- λέει όμορφα λόγια, βλ. λ. λόγος·
- λέει ό,τι θέλει, βλ. φρ. λέει ό,τι φτάσει·
- λέει ό,τι λάχει, βλ. φρ. λέει ό,τι φτάσει·
- λέει ό,τι του καπνίσει, βλ. φρ. λέει ό,τι φτάσει·
- λέει ό,τι του κατέβει, βλ. φρ. λέει ό,τι φτάσει·
- λέει ό,τι να ’ναι, βλ. φρ. λέει ό,τι φτάσει·
- λέει ό,τι του ’ρθει, βλ. φρ. λέει ό,τι φτάσει·
- λέει ό,τι του ’ρχεται στο στόμα, βλ. λ. στόμα·
- λέει ό,τι φτάσει, μιλάει απερίσκεπτα, στην τύχη, τα νοήματά του δεν έχουν ειρμό και περιεχόμενο: «ξέρουμε πως, μόλις πιει κάνα δυο ποτηράκια παραπάνω, λέει ό,τι φτάσει, γι’ αυτό δεν τον συνεριζόμαστε»·
- λέει παπάρες, βλ. λ. παπάρα·
- λέει παπαριές, βλ. λ. παπαριά·
- λέει παραμύθια, βλ. λ. παραμύθι·
- λέει πολλά! βλ. λ. πολύς·
- λέει πολλά, βλ. λ. πολύς·
- λέει πράματα και θάματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- λέει πρασινάδες, βλ. λ. πρασινάδα·
- λέει τα δικά του, βλ. λ. δικός·
- λέει τα χαρτιά, βλ. λ. χαρτί·
- λέει τη δραχμή δραχμούλα, βλ. λ. δραχμή·
- λέει τη μοίρα, βλ. λ. μοίρα·
- λέει την ιστορία της ζωής του, βλ. λ. ιστορία·
- λέει την τελευταία κουβέντα, βλ. λ. κουβέντα·
- λέει την τελευταία λέξη, βλ. λ. λέξη·
- λέει την τύχη, βλ. λ. τύχη·
- λέει τίποτα; βλ. φρ. τι λέει(;)·
- λέει το βόδι ψάρι, βλ. λ. βόδι·
- λέει το νερό νεράκι, βλ. λ. νερό·
- λέει το φλιτζάνι, βλ. λ. φλιτζάνι·
- λέει το ψωμί ψωμάκι, βλ. λ. ψωμί·
- λέει τον καφέ, βλ. λ. καφές·
- λέει τον τελευταίο λόγο, βλ. λ. λόγος·
- λέει τρίχες, βλ. λ. τρίχα·
- λέει φούμαρα, βλ. λ. φούμαρο·
- λέει φούσκες, βλ. λ. φούσκα·
- λέει φρόνιμες κουβέντες, βλ. λ. κουβέντα·
- λέει ψέματα, βλ. λ. ψέμα·
- λέει ψέματα με το τσουβάλι, βλ. λ. τσουβάλι·
- λέμε τα δικά μας, βλ. λ. δικός·
- λένε ένα σωρό (για κάποιον), βλ. λ. σωρός·
- λένε χίλια δυο πίσω του, βλ. λ. πίσω·
- λες και..., σαν να...: «άλλοι κάνανε τη ζημιά κι εσύ κάθεσαι και στενοχωριέσαι, λες και είσαι ο υπεύθυνος για ό,τι έγινε || μιλάει μ’ ένα τρόπο, λες κι είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου». (Λαϊκό τραγούδι: και γεμίζαν το θερίο άνθρωποι λογιών λογιών που ενιώθαν μεγαλείο, λες και μπαίναν στο σεμπλόν // όταν περνάς με την κοντή φουστίτσα και με κοιτάς σαν μια σωστή μουσίτσα, ατομική λες κι είναι η ματιά σου και στόχος είμ’ εγώ κι η γειτονιά σου
- λες και ήταν χτες, βλ. λ. χτες·
- λες και κατάπιε καδρόνι, βλ. λ. καδρόνι·
- λες και κατάπιε μπαστούνι, βλ. λ. μπαστούνι·
- λες και κατάπιε σανίδα, βλ. λ. σανίδα·
- λες και κατάπιε σκεπάρνι, βλ. λ. σκεπάρνι·
- λες και κατάπιε σκουπόξυλο, βλ. λ. σκουπόξυλο·
- λες και τ’ αβγά τ’ αλωνίζουν, βλ. λ. αβγό·
- λες και τον κατάπιε η γη, βλ. λ. γη·
- λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε, βλ. λ. γη·
- λες κι όλη τη μέρα τα ξύνω (ενν. τ’ αρχίδια μου), βλ. λ. ξύνω·
- λες κι όλη τη μέρα το ξύνω (ενν. το μουνί μου), βλ. λ. ξύνω·
- λες να…, α. εισάγει ερώτηση που εκφράζει ανησυχία: «λες να θυμώσει ο άνθρωπος που ξέχασα να τον καλέσω;». β. εισάγει ερώτηση που εκφράζει επιθυμία: «λες να μου τύχει το λαχείο;». Συνών. θες να(…)·
- λες να ’ν’ έτσι; βλ. λ. έτσι·
- λέω άλλ’ αντ’ άλλων ή λέω άλλ’ αντ’ άλλων Μαριγώ ή λέω άλλα αντί άλλων ή λέω άλλα των άλλων, βλ. λ. άλλος·
- λέω άλλα (ενν. λόγια), βλ. λ. άλλος·
- λέω αμάν, βλ. λ. αμάν·
- λέω αντίο ή λέω το αντίο, βλ. λ. αντίο·
- λέω ανωμαλίες, βλ. λ. ανωμαλία·
- λέω αστεία, βλ. λ. αστείο·
- λέω βλακεία ή λέω βλακείες, βλ. λ. βλακεία·
- λέω γεια ή λέω γεια σου ή λέω το γεια σου, βλ. λ. γεια·
- λέω εις βάρος (κάποιου) ή λέω σε βάρος (κάποιου), βλ. λ. βάρος·
- λέω εντάξει ή λέω το εντάξει, βλ. λ. εντάξει·
- λέω κακά λόγια, βλ. λ. λόγος·
- λέω κακά λόγια (για κάποιον), βλ. λ. λόγος·
- λέω καλά λόγια (για κάποιον), βλ. λ. λόγος·
- λέω καλημέρα, βλ. λ. καλημέρα·
- λέω καληνύχτα, βλ. λ. καληνύχτα·
- λέω κομπλέ, βλ. λ. κομπλέ·
- λέω κοτρόνα ή λέω κοτρόνες, βλ. λ. κοτρόνα·
- λέω κοτσάνα ή λέω κοτσάνες, βλ. λ. κοτσάνα·
- λέω λόγια (για κάποιον), βλ. λ. λόγος·
- λέω μαλακίες, βλ. λ. μαλακία·
- λέω με το μυαλό μου, βλ. λ. μυαλό·
- λέω με το νου μου, βλ. λ. νους·
- λέω μέσ’ απ’ τα δόντια μου, βλ. λ. δόντι·
- λέω μέσα μου ή λέω από μέσα μου, βλ. λ. μέσα·
- λέω μονάχος, βλ. λ. μονάχος·
- λέω μόνος, βλ. λ. μόνος·
- λέω μπας και…, υποθέτω, μήπως και…: «θα τον περιμένεις ακόμα; -Λέω μπας και περάσει»·
- λέω μπόσικες κουβέντες, βλ. λ. κουβέντα·
- λέω να…, σκέφτομαι, σκοπεύω, σχεδιάζω να…: «λέω να πάω ένα ταξίδι να ξεκουραστώ || σήμερα λέω να κοιμηθώ νωρίς, γιατί αύριο έχω πολλή δουλειά»·
- λέω ναι ή λέω το ναι, βλ. λ. ναι·
- λέω οκέι ή λέω το οκέι, βλ. λ. οκέι·
- λέω όχι ή λέω το όχι, βλ. λ. όχι·
- λέω παρών, βλ. λ. παρών·
- λέω πατάτες, βλ. λ. πατάτα·
- λέω πικρά λόγια, βλ. λ. λόγος·
- λέω πίπες, βλ. λ. πίπα·
- λέω προσευχές, βλ. λ. προσευχή·
- λέω προσευχή ή λέω την προσευχή μου, βλ. λ. προσευχή·
- λέω σ’ όλους τους τόνους, βλ. λ. τόνος· 
- λέω σάλια, βλ. λ. σάλιο·
- λέω σαχλαμάρα ή λέω σαχλαμάρες, βλ. λ. σαχλαμάρα·
- λέω στον εαυτό μου, βλ. λ. εαυτός·
- λέω τα καθέκαστα, βλ. λ. καθέκαστα·
- λέω τα πράγματα με τ’ όνομά τους, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- λέω τα πράγματα όπως είναι, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- λέω τα πράγματα όπως έχουν, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, βλ. λ. σύκο·
- λέω τη γνώμη μου, βλ. λ. γνώμη·
- λέω τη μισή αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- λέω την αμαρτία μου, βλ. λ. αμαρτία·
- λέω την καθαρή αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- λέω το ποίημα, βλ ποίημα·
- λέω το σωστό, βλ. λ. σωστό·
- λέω το τραγούδι, βλ. λ. τραγούδι·
- λέω τον καημό μου, βλ. λ. καημός·
- λέω χοντράδες, βλ. λ. χοντράδα·
- λέω χοντροκοπιές, βλ. λ. χοντροκοπιά·
- (μα) τι λέω! έκφραση με την οποία δείχνουμε πως συνειδητοποιούμε κάτι λανθασμένο που είπαμε προηγουμένως και θέλουμε να το διορθώσουμε: «οι σπουδές του γιου μου στο εξωτερικό μου στοίχισαν πενήντα χιλιάδες ευρώ. Μα τι λέω! Μαζί με τα νοίκια, τα έξοδα διαβίωσής του και τα πάνε έλα κάθε τόσο, σχεδόν τα διπλάσια!». (Λαϊκό τραγούδι: μα τι λέω, τι λέω, τι λέω, τι πικρές σκέψεις κάνω και κλαίω
- με λένε, α. ονομάζομαι. (Λαϊκό τραγούδι: μένα με λένε Περικλή κι αν θες να μάθεις, ρώτα). β. με αποκαλούν, με χαρακτηρίζουν κάπως: «έχουν μάθει να με λένε τσιγκούνη, επειδή δε σκορπάω τα λεφτά μου». (Λαϊκό τραγούδι: γελώ και μες στο γέλιο μου κρύβω μεγάλο πόνο, όλοι με λένε ευτυχή, μα ’γω το ξέρω μόνο
- με το λέγε λέγε, ύστερα από επίμονες παραινέσεις, από επίμονες παρακλήσεις: «έπεσαν όλοι απάνω του και με το λέγε λέγε τον έπεισαν να την παντρευτεί»·
- μέχρι να πεις καλημέρα λες καληνύχτα, βλ. λ. καλημέρα·
- μη λες για να μη σου λένε, μην κατηγορείς, απόφευγε να κριτικάρεις κάποιον αρνητικά για να μην έχεις από αυτόν την ίδια αντιμετώπιση·
- μη λες τίποτα! βλ. φρ. μη μιλάς καθόλου! λ. μιλώ·
- μη μου λες τέτοια! βλ. λ. τέτοιος·
- μη μας το λες! ή μη μου (το) λες! α. έκφραση στενοχώριας ή λύπης για κάτι πολύ δυσάρεστο, που μας είναι δύσκολο να το πιστέψουμε: «σκοτώθηκε ο γιος του τάδε. -Μη μου το λες! || έπιασε ο τάδε τη γυναίκα του με γκόμενο. -Μη μου λες». β. έκφραση έκπληξης, θαυμασμού ή και δυσπιστίας στα λεγόμενα κάποιου: «ο τάδε αγόρασε καινούριο αυτοκίνητο. -Μη μου το λες, αυτός δεν είχε να φάει! || ο τάδε δέχτηκε να παντρευτώ την κόρη του. -Μη μου λες!». γ. ειρωνική έκφραση σε κάποιον που έχει την εντύπωση πως μας λέει κάτι καινούριο: «το 2004 θα διοργανώσουμε τους Ολυμπιακούς αγώνες. -Μη μας το λες!». δ. ειρωνική έκφραση σε κάποιον, που μας απειλεί πως θα μας συμπεριφερθεί δυναμικά: «αν ξαναπειράξεις την αδερφή μου, θα σε πλακώσω στο ξύλο. -Μη μου το λες!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το όχι. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του· βλ. και φρ. μη μου (το) πεις! λ. είπα·
- μην το λες! εκφράζει ευγενικά τη διαφωνία μας σε αυτό που μας λέει κάποιος: «αφού έμπλεξε μ’ αυτούς τους αλήτες, θα καταστραφεί. -Μην το λες, γιατί κι άλλοι έμπλεξαν με αλήτες, όμως κατάλαβαν το σφάλμα τους και ξέκοψαν!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α·
- μια λέει και μια ξελέει, βλ. φρ. λέει και ξελέει·
- μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ’ ακούω, βλ. φρ. εγώ τα λέω, εγώ τ’ ακούω·
- μου τα λέει, (στη νεοαργκό) μου αρέσει πάρα πολύ: «πες κανέναν καλό λόγο για μένα, γιατί πολύ μου τα λέει η κολλητή της γκόμενάς σου»· βλ. και φρ. μου τη λες·
- μου τα λέει ανάποδα, βλ. λ. ανάποδος·
- μου τη λέει, (στη νεοαργκό) με ενοχλεί με τις συνεχείς παρατηρήσεις του, με εκνευρίζει: «τον αποφεύγω, γιατί κάθε φορά που με βλέπει μου τη λέει και μου σπάει τα νεύρα»·
- μου τη λες, (στη νεοαργκό) δε μου συμπεριφέρεσαι σωστά, με προσβάλλεις, με θίγεις, με μειώνεις: «πρόσεχε πώς μου μιλάς, γιατί είναι ώρα που μου τη λες, κι εγώ κάτι τέτοια δε τα σηκώνω»· βλ. και φρ. μου τα λέει·
- (να) μη λέμε αρρώστιες, βλ. λ. αρρώστια·
- να μη λέμε ονόματα, βλ. λ. όνομα·
- να μη λες, αποστομωτική έκφραση με την οποία διακόπτουμε την παρέμβαση κάποιου σε ένα θέμα και προσπαθεί να τη δικαιολογήσει με το όχι λέω…: «εσένα δε σου ζητήσαμε τη γνώμη σου γι’ αυτό να πάψεις. -Όχι λέω… -Να μη λες»·
- να μη με λένε… (ακολουθεί το όνομα αυτού που μιλάει) λέγεται για να τονίσει αυτό που στη συνέχεια λέει: «να μη με λένε Νίκο, αν δεν τον σπάσω στο ξύλο, μόλις τον συναντήσω». (Λαϊκό τραγούδι: και να μη με λένε Γιώργο, αν εγώ δεν έχω λόγο // στο λέω και στ’ ορκίζομαι: -να μη με λένε Βάγγο!- για την τρελή σου τσαχπινιά σε παίρνω δίχως φράγκο
- να μην το λέω δυο φορές, βλ. λ. φορά·
- να ’χαμε να λέγαμε, βλ. λ. έχω·
- ναι σου λέω! βλ. λ. ναι·
- ξέρει τι λέει, κατέχει απόλυτα το θέμα στο οποίο αναφέρεται, έχει επίγνωση, είναι απόλυτα σίγουρος για τα λεγόμενά του: «για να μιλάει αυτός μ’ αυτόν τον τρόπο για τον τάδε, ξέρει τι λέει || άκουσέ τον προσεκτικά, γιατί ξέρει τι λέει». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το για να μιλάει·
- ξέρεις τι λες; α. έκφραση απορίας, έκπληξης ή δυσφορίας γι’ αυτά που μας λέει κάποιος, τα οποία θεωρούμε απαράδεκτα, παράλογα: «αν τον βρω μπροστά μου, θα τον καθαρίσω κι ας πάω φυλακή. -Ξέρεις τι λες;». β. είσαι σίγουρος γι’ αυτά που λες(;): «ο τάδε παντρεύεται τον άλλο μήνα. -Ξέρεις τι λες; Αυτός ήταν κατά του γάμου || έμαθα πως ο τάδε σκοτώθηκε. -Ξέρεις τι λες;»·
- ο γιατρός είπε, σ’ ό,τι λέει, να λέμε ναι, βλ. λ. γιατρός·
- ο ίδιος τα λέει (κι) ο ίδιος τ’ ακούει, βλ. λ. ίδιος·
- ο λόγος το λέει, βλ. λ. λόγος·
- ο ψεύτης δεν πιστεύεται κι όταν αλήθεια λέει, βλ. λ. ψεύτης·
- ονόματα να μη λέμε, βλ. λ. όνομα·
- όποιος δε θέλει να παντρευτεί, λέει ότι η νύφη είναι του δρόμου, βλ. λ. νύφη·
- όποιος λέει την αλήθεια, έχει το Θεό βοήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- όπως λέν’ τα γράμματα, βλ. λ. γράμμα·
- όσα λες, πούτσα θες! βλ. λ. πούτσα·
- όσα λόγια σου ’λεγα, τόσες μύγες έχαφτες, βλ. λ. μύγα·
- όταν γαμείς, λεν το φτωχό, να κοιτάς και το Θεό, βλ. λ. φτωχός·
- όταν είσαι καβάλα στ’ άλογο, να λες σ’ όλους καλημέρα, βλ. λ. καβάλα·
- όταν λέω κάτι, το εννοώ, βλ. λ. εννοώ·
- ό,τι έχω εμπρός μου, το λέγω του αντρός μου, βλ. λ. άντρας·
- ό,τι θέλει ας λέει, βλ. λ. ό,τι·
- ό,τι λέει ας λέει, βλ. λ. ό,τι·
- όχι, λέω…, α. έκφραση με την οποία επιδιώκουμε να προλάβουμε την αντίδραση ή την άρνηση του συνομιλητή μας σε αυτά που του λέμε: «κάθε φορά που θα πληρώνεσαι, θα μου δίνεις ένα μέρος των χρημάτων για να ξεχρεώσεις αυτά που μου χρωστάς, όχι λέω…». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το δηλαδή. β. έκφραση με την οποία προσπαθεί να δικαιολογηθεί κάποιος που επενέβη σε μια συζήτηση, όταν του στερούν αυτό το δικαίωμα, γιατί ουσιαστικά δεν το έχει: «εσύ πάψε να μιλάς, γιατί δε σου έδωσε κανείς το λόγο. -Όχι λέω…»· βλ. και φρ. είπα κι εγώ(!)·  
- ποια χαρτιά το λένε; βλ. λ. χαρτί·
- ποιος λέει ναι, βλ. λ. ναι·
- ποιος λέει όχι, βλ. λ. όχι·
- ποιος να το ’λεγε! ποιος μπορούσε να το υποθέσει, να το φανταστεί: «ποιος να το ’λεγε πως θα χώριζε αυτό το ζευγάρι, που ήταν τόσο αγαπημένο!»·
- ποιος το λέει; δηλώνει έντονη άρνηση: «πρέπει να φύγετε όλοι απ’ αυτό μέρος. -Ποιος το λέει; Δεν έχουμε να πάμε πουθενά»·
- ποιος το λέει αυτό; βλ. λ. αυτός·
- πολλά λες! βλ. λ. πολύς·
- που λένε, όπως επικρατεί να λέγεται: «όταν οι δυο παρέες πιάστηκαν στα χέρια έγινε χαμός, που λένε, μέσ’ στο μαγαζί». (Λαϊκό τραγούδι: στου Αιγάλεω το Σίτυ ξημερώματα την Τρίτη εθεάθης μ’ ένα τύπο σ’ ένα ξενυχτάδικο, με την πράξη σου ετούτη μ’ έκανες φωτιά μπαρούτι κι έγινε, που λένε,το σώσε μες το Μπαρουτάδικο // για πάντα μαζί για πάντα μαζί σ’ αυτό τ’ ανηφόρι που λέμε ζωή)· 
- που λέει ο λόγος, βλ. λ. λόγος·
- που λες, λοιπόν: «ήμασταν, που λες, ολόκληρος λόχος δυο ώρες κάτω απ’ τη βροχή». Η φρ. συνήθως επαναλαμβάνεται συχνά πυκνά κατά τη διάρκεια της αφήγησης κάποιου. (Λαϊκό τραγούδι: τώρα στις μαύρες φυλακές, που λες, βλέπεις τον Μπάτη και του σιγολές)· βλ. και φρ. έτσι που λες, λ. έτσι·
- πού να σου λέω! ή πού να στα λέω! βλ. λ. πού·
- πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε, βλ. λ. πουλάκι·
- πώς σε λένε; πώς ονομάζεσαι; ποιο είναι το όνομά σου(;): «εμένα με λένε Γιώργο, εσένα πώς σε λένε;»·
- πώς το λες αυτό! πώς το ερμηνεύεις, πως το εξηγείς: «πώς το λες αυτό να θέλει να με συναντήσει στην ερημιά μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα!»·
- σαν δε μας τα λες καλά! ή σαν να μη μας τα λες καλά! βλ. λ. καλός·
- σαν καλά (να) μας τα λες! βλ. λ. καλός·
- σαν να λέμε, α. όπως δείχνει η κατάσταση, όπως φαίνεται: «είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα σήμερα κι έχει χαθεί το μετρητό απ’ την αγορά. -Σαν να λέμε, δε θα μου δώσεις τα δανεικά που σου ζητάω». β. κάτι σαν, κάτι παρόμοιο: «τον ακολουθούσαν πάντα από πίσω του, ήταν, δηλαδή, σαν να λέμε, οι γορίλλες του»·
- σαν πολλά μας τα λες! ή σαν πολλά μου τα λες! βλ. λ. πολύς·
- σου λέει ο άλλος! βλ. λ. άλλος·
- σου το λέω και μου σηκώνεται η τρίχα, βλ. λ. τρίχα·
- σου το λέω κι ανατριχιάζω, βλ. λ. ανατριχιάζω·
- στα λέω, σου εκθέτω πώς έχει η κατάσταση, πώς έχουν τα πράγματα: «στα λέω για να ξέρεις, για να μη λες πως κανείς δε σου είπε τίποτα». (Λαϊκό τραγούδι: γι’ αυτό στα λέω Γιάννη μου, εδώ πληρώνονται όλα, αμάρτησες, το σέβομαι, μα τώρα πια ξεκόλλα)· βλ. και φρ. στο λέω·
- στο γιατρό σου και στο δικηγόρο σου να μη λες ποτέ σου ψέματα, βλ. λ. ψέμα·
- στο λέω, σε προειδοποιώ, σου το διαβεβαιώνω: «αν δεν έρθεις αύριο στη δουλειά, θα γίνει μεγάλη φασαρία, στο λέω». (Λαϊκό τραγούδι: μη μου κολλάς και μη μου μπαίνεις σαν κουνούπι μες τη μύτη, αν θες να τα ’χουμε καλά μη μου κολλάς γιατί, στο λέω, θα με χάσεις απ’ το σπίτι)· βλ. και φρ. στα λέω·
- στο λέω για καλό σου, βλ. λ. καλός·
- στο λέω για τελευταία φορά, βλ. λ. φορά·
- στο λέω καθαρά, βλ. λ. καθαρός·
- στο λέω και κοκκινίζω! βλ. λ. κοκκινίζω·
- στο λέω και στο υπογράφω, βλ. λ. υπογράφω·
- τ’ ακούς; τ’ ακούω να λες, βλ. λ. ακούω·
- τα λέει, α.(για τραγουδιστές ή τραγουδίστριες) έχει καλή φωνή, ερμηνεύει με επιτυχία τα τραγούδια: «ο Νταλάρας τα λέει μια χαρά». β. (για ηθοποιούς) έχει ταλέντο, είναι καλός στη δουλειά του: «είναι η γκόμενα του παραγωγού και την πήραν, αλλιώς από μόνη της δεν τα λέει || θέλει και ρώτημα γιατί δε βγαίνει η σκηνή απ’ τη στιγμή που ο ένας τα λέει κι ο άλλος δεν τα λέει;»·
- τα λέει βλάχικα, βλ. λ. βλάχικα·
- τα λέει ωμά, βλ. λ. ωμός·
- τα λέμε, συζητούμε, α. κουβεντιάζουμε: «είχαμε καιρό να συναντηθούμε, και μια και βρεθήκαμε τα λέμε». (Λαϊκό τραγούδι: στην αγορά του Πειραία πεντ’ έξι γεροντάκια πίνανε και τα λέγανε κι ήρθανε στα μεράκια). β. στερεότυπη έκφραση την ώρα που χωρίζουν δυο άτομα για να πάνε στα σπίτια τους ή στις προσωπικές τους ασχολίες και δηλώνει την πρόθεσή τους πως μελλοντικά θα συναντηθούν πάλι να ξανακουβεντιάσουν. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άντε και κλείνει με το έτσι(;)·
- τα λέμε πρόσωπο με πρόσωπο, βλ. λ. πρόσωπο·
- τα λέμε στόμα με στόμα, βλ. λ. στόμα·
- τα λέμε τσικ του τσικ, βλ. λ. τσικ·
- τα λέω αβέρτα, βλ. λ. αβέρτα·
- τα λέω ανοιχτά και ξάστερα, βλ. λ. ανοιχτός·
- τα λέω αρμένικα, βλ. λ. αρμένικα·
- τα λέω ελληνικά, βλ. λ. ελληνικά·
- τα λέω έξω απ’ τα δόντια, βλ. λ. δόντι·
- τα λέω έξω απ’ το στόμα, βλ. λ. στόμα·
- τα λέω καθαρά και ξάστερα, βλ. λ. καθαρός·
- τα λέω καλά; βλ. λ. καλός·
- τα λέω κινέζικα, βλ. λ. κινέζικος·
- τα λέω μασημένα, βλ. λ. μασημένος·
- τα λέω μέσ’ στο στόμα μου, βλ. λ. στόμα·
- τα λέω μια χαρά, βλ. λ. χαρά·
- τα λέω νέτα σκέτα, βλ. λ. νέτος·
- τα λέω ντόμπρα (και σταράτα), βλ. λ. ντόμπρος·
- τα λέω ξερά, βλ. λ. ξερός·
- τα λέω ορθά κοφτά, βλ. λ. ορθά·
- τα λέω πάνω πάνω, βλ. λ. πάνω·
- τα λέω ρωμαίικα, βλ. λ. ρωμαίικα·
- τα λέω σκέτα, βλ. λ. σκέτος·
- τα λέω στα ίσα, βλ. λ. ίσος·
- τα λέω σταράτα, βλ. λ. σταράτος·
- τα λέω στην πεθερά για να τ’ ακούει η νύφη ή τα λέω της πεθεράς για να τ’ ακούει η νύφη, βλ. λ. νύφη·
- τα λέω στο βρόντο, βλ. λ. βρόντος·
- τα λέω στον τοίχο, βλ. λ. τοίχος·
- τα λέω τσεκουράτα, τσεκουράτα·
- τα λέω χοντρά, βλ. λ. χοντρός·
- τα λέω χύμα (και τσουβαλάτα), βλ. λ. χύμα·
- τη λέω την αμαρτία μου, βλ. λ. αμαρτία·
- τι δεν έλεγες! έκφραση με την οποία θέλουμε να υπενθυμίσουμε σε κάποιον το πλήθος των υποσχέσεων, των όρκων ή των κατηγοριών που έλεγε για κάποιον ή και για μας τους ίδιους: «μέχρι να ενδώσω, μου είχες υποσχεθεί γλέντια, ξενύχτια, ταξίδια, μεγάλη ζωή, τι δεν έλεγες για να με ρίξεις! || τον είπες απατεώνα, χαρτοπαίχτη, μπεκρή, ανάξιο, τι δεν έλεγες γι’ αυτόν όταν ήσασταν στα μαχαίρια!». (Λαϊκό τραγούδι: κι έλεγες, η αγάπη μας θα ζήσει κι έλεγες, μέχρι η γη να σταματήσει κι έλεγες, δε θα σ’ αρνηθώ ποτέ μου κι έλεγες, τι δεν έλεγες, Χριστέ μου)·  
- τι έγινε λέει; βλ. λ. γίνομαι·
- τι έκανε λέει; βλ. λ. κάνω·
- τι θα έλεγες για… ή τι θα έλεγες να…, δηλώνει έμμεσα κάποια πρόταση σε κάποιον για κάτι: «τι θα έλεγες για ένα ποτηράκι; || τι θα έλεγες να κατεβαίναμε κάτω στην παραλία για μια βολτίτσα;»·
- τι λε(ς), βρε άσχετε! ή τι λε(ς), ρε άσχετε! βλ. λ. άσχετος·
- τι λε(ς), βρε ασχετίλα! ή τι λε(ς), ρε ασχετίλα! βλ. λ. ασχετίλας·
- τι λε(ς), ρε! α. έκφραση αμφισβήτησης στα λεγόμενα κάποιου ή άρνησης στην πρόταση κάποιου: «τι λε(ς), ρε, που έγιναν έτσι τα πράγματα! || τι λε(ς), ρε, που θα σου δώσω τόσα λεφτά χωρίς απόδειξη!». β. επιθετική έκφραση που εκτοξεύει κανείς εναντίον κάποιου, ο οποίος μιλώντας εκτρέπεται ή προσβάλει: «τι λε(ς), ρε, μήπως νομίζεις πως θα σε φοβηθούμε!»·
- τι λε(ς), ρε θηρίο! βλ. λ. θηρίο·
- τι λε(ς), ρε μαλάκα! ή τι λε(ς), ρε μαλάκα μου! βλ. λ. μαλάκας·
- τι λε(ς), ρε ξύπνιε! βλ. λ. ξύπνιος·
- τι λε(ς), ρε πονηρέ! βλ. λ. πονηρός·
- τι λε(ς), ρε πούστη! ή τι λε(ς) ρε πούστη μου! βλ. λ. πούστης·
- τι λέγαμε! έκφραση με την οποία δηλώνουμε πως, ύστερα από κάποια απρόβλεπτη διακοπή που είχαμε, ξεχάσαμε τι κουβεντιάζαμε και προσπαθούμε να τα θυμηθούμε ή να μας τα υπενθυμίσει ο συνομιλητής μας. Η επαναφορά στη θύμηση των όσων λέγαμε δηλώνεται με το α ναι· βλ. και φρ. τι είπαμε! λ. είπα·
- τι λέει; (για πρόσωπα ή πράγματα) έχει κάποιο ενδιαφέρον, έχει κάποια αξία(;): «τι λέει ο τύπος που σε είδα την τελευταία φορά; || τι λέει τ’ αυτοκίνητο που αγόρασες;»·
- τι λέει; (απρόσ. στη νεοαργκό) έκφραση ενδιαφέροντος κάποιου για την πορεία των πραγμάτων στη ζωή ενός ανθρώπου: «βρε βρε, καιρό έχω να σε δω, τι λέει;». Αν η πορεία των πραγμάτων είναι καλή, η απάντηση είναι καλά λέει, αν δεν είναι καλή, η απάντηση είναι δε λέει·
- τι λέει η αφεντιά σου! βλ. λ. αφεντιά·
- τι λέει η γκλάβα σου! βλ. λ. γκλάβα·
- τι λέει η κεφάλα σου! βλ. λ. κεφάλα·
- τι λέει η κλανιά σου! βλ. λ. κλανιά·
- τι λέει η κόκα σου! βλ. λ. κόκα2·
- τι λέει η μαλαπέρδα σου! βλ. λ. μαλαπέρδα·
- τι λέει η μαυρομύτα; βλ. λ. μαυρομύτα·
- τι λέει η μπέρδα σου! βλ. λ. μπέρδα·
- τι λέει η πούλη σου! βλ. λ. πούλη·
- τι λέει η σούφρα σου! βλ. λ. σούφρα·
- τι λέει η τσουτσού σου! βλ. λ. τσουτσού·
- τι λέει η τσουτσούνα σου! βλ. λ. τσουτσούνα·
- τι λέει ο άλλος! βλ. λ. άλλος·
- τι λέει ο άνθρωπος! βλ. λ. άνθρωπος·
- τι λέει ο δικός σου! βλ. λ. δικός·
- τι λέει ο κλανιάς σου! βλ. λ. κλανιάς·
- τι λέει ο κώλος σου! βλ. λ. κώλος·
- τι λέει ο Νικολάκης σου! βλ. λ. Νικολάκης·
- τι λέει το άτομο! βλ. λ. άτομο·
- τι λέει το κεφάλι σου! βλ. λ. κεφάλι·
- τι λέει το κωλαράκι σου! βλ. λ. κωλαράκι·
- τι λέει το λιλί σου! βλ. λ. λιλί·
- τι λέει το μηλίγγι σου! βλ. λ. μηλίγγι·
- τι λέει το μουνί σου! (το μουνάκι σου!), βλ. λ. μουνί·
- τι λέει το μυαλό σου! βλ. λ. μυαλό·
- τι λέει το μυαλουδάκι σου! βλ. λ. μυαλουδάκι·
- τι λέει το νιονιό σου! βλ. λ. νιονιό·
- τι λέει το πιπί σου! βλ. λ. πιπί·
- τι λέει το πουλί σου! (το πουλάκι σου!) βλ. λ. πουλί·
- τι λέει το πρόσωπο! βλ. λ. πρόσωπο·
- τι λέει το σφυριχτράκι σου! βλ. λ. σφυριχτράκι·
- τι λέει το τσουνί σου! βλ. λ. τσουνί·
- τι λέει το τσουτσούνι σου! (το τσουτσουνάκι σου!), βλ. λ. τσουτσούνι·
- τι λες! δηλώνει έκπληξη ή αμφισβήτηση στα λεγόμενα κάποιου: «ο γιος του τάδε πέρασε πρώτος στο πανεπιστήμιο. -Τι λες, αυτός όλη τη μέρα γυρνούσε στους δρόμους!»·
- τι λες; ποια είναι η γνώμη σου; ποια είναι η απόφασή σου(;): «για πες μου εσύ, που είσαι πολύξερος, τι λες γι’ αυτό τ’ αυτοκίνητο; || τι λες, επιτέλους, θα ’ρθεις ή δε θα ’ρθεις μαζί μας;»· βλ. και φρ. εσύ τι λες(;)·
- τι λες καλέ! ειρωνική αμφισβήτηση στα λεγόμενα κάποιου ή ειρωνική άρνηση στην πρόταση κάποιου: «τι λες καλέ, που έγιναν έτσι τα πράγματα! || τι λες καλέ, που θα σηκωθώ για να καθίσεις εσύ!». (Λαϊκό τραγούδι: όχι θα κάτσω να σκάσω, τι λες καλέ, τι λες καλέ, που θα πεθάνω
- τι λες για..., δηλώνει έμμεσα κάποια πρόταση σε κάποιον για κάτι: «τι λες για ένα ταξίδι; || τι λες για καμιά βολτίτσα;». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το είσαι·
- τι λες πουλί μου! (πουλάκι μου!), βλ. λ. πουλί·
- τι μας λες! ή τι μου λες! έκφραση αμφισβήτησης ή άρνησης, έκπληξης ή θαυμασμού για κάτι που μας λέει κάποιος: «την άλλη βδομάδα παντρεύεται ο τάδε. -Τι μας λες! || δώσε μου χίλια ευρώ δανεικά. -Τι μας λες! || ο γιος του τάδε μπήκε πρώτος στο πανεπιστήμιο. -Τι μου λες!». Συνήθως, ιδίως στις δυο πρώτες περιπτώσεις, της φρ. προτάσσεται το μωρ’ ή μωρέ. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- τι μου λες τώρα! βλ. φρ. τι πράγμα μου λες τώρα(!)·
- τι ’ν’ αυτά που λες; βλ. λ. αυτός·
- τι να λέμε τώρα! έκφραση αμηχανίας ή έντονης δυσαρέσκειας μπροστά σε αρνητικά φαινόμενα ή γεγονότα, που παρουσιάζονται ως τετελεσμένα: «μ’ όλες αυτές τις απεργίες και τις καταλήψεις, το κράτος πάει κατά διαβόλου. -Τι να λέμε τώρα! || τον έκλεισε φυλακή για διακόσια ευρώ. -Τι να λέμε τώρα!»·
- τι πράγμα μου λες τώρα; βλ. λ. πρά(γ)μα·
- τι σου ’λεγα! έκφραση με την οποία υπενθυμίζουμε σε κάποιον την ορθότητα των προβλέψεων ή των προαισθημάτων μας: «σύμφωνα με τα τελικά αποτελέσματα, το τάδε κόμμα κερδίζει τις εκλογές. -Τι σου ’λεγα! || εντέλει, ο τάδε ήταν αυτός που μας κάρφωσε στο διευθυντή. -Τι σου ’λεγα!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το εγώ, ενώ συχνά παρατηρείται χειρονομία με το δείκτη να έρχεται και να ακουμπάει στον κρόταφο, προτρέποντας το άτομο στο οποίο απευθυνόμαστε να επαναφέρει στη μνήμη του τις προβλέψεις ή τα προαισθήματά μας, που του είχαμε εκμυστηρευτεί·
- τι το λες και δεν το κάνεις; προτρεπτική έκφραση σε κάποιον να πραγματοποιήσει την επιθυμία ή την απειλή του: «κάθε φορά που τη βλέπω, μου ’ρχεται να την πλησιάσω και να της αποκαλύψω τον έρωτα που νιώθω γι’ αυτή. -Τι το λες και δεν το κάνεις; || κάθε φορά που με ειρωνεύεται, μου ’ρχεται να τον πλακώσω στο ξύλο. -Τι το λες και δεν το κάνεις;»·  
- τι του λες μετά! βλ. λ. μετά·
- τι του λες τώρα! βλ. λ. τώρα·
- τίποτα το λες εσύ; βλ. λ. τίποτα·
- το λέει η καρδιά του, βλ. λ. καρδιά·
- το λέει η καρδούλα του, βλ. λ. καρδούλα·
- το λέει η περδικούλα του, βλ. λ. περδικούλα·
- το λέει η ψυχή του, βλ. λ. ψυχή·
- το λέει η ψυχούλα του, βλ. λ. ψυχούλα·
- το λέει και κολλάει η γλώσσα του, βλ. λ. γλώσσα·
- το λέει όλος ο γιαλός ή όλος ο γιαλός το λέει, βλ. λ. γιαλός·
- το λες σοβαρά; ή το λες στα σοβαρά; βλ. λ. σοβαρός·
- το λέω, το ομολογώ, το παραδέχομαι: «είμαι τρελά ερωτευμένος με την τάδε, το λέω». (Λαϊκό τραγούδι: βαρύ το σφάλμα μου, το λέω, τώρα κάθομαι και κλαίω
- το λέω απέξω απέξω, βλ. λ. απέξω·
- το λέω γι’ αστεία ή το λέω γι’ αστείο ή το λέω στ’ αστεία ή το λέω στ’ αστείο, βλ. λ. αστείο·
- το λέω καθαρά, βλ. λ. καθαρός·
- το λέω και το ξαναλέω, βλ. λ. ξαναλέω·
- το λέω και το πιστεύω, βλ. λ. πιστεύω·
- το λέω και το φωνάζω, βλ. λ. φωνάζω·
- το λέω ξεκομμένα, βλ. λ. ξεκομμένος·
- το λέω σοβαρά ή το λέω στα σοβαρά, βλ. λ. σοβαρός·
- το λέω ποίημα, βλ. λ. ποίημα·
- το λέω το κρίμα μου, βλ. λ. κρίμα·
- το να λες πως είσαι αυτό που είσαι, δε σημαίνει ότι και είσαι, βλ. λ. αυτός·
- τον αφήνω να λέει, αδιαφορώ γι’ αυτά που λέει, δεν τα παίρνω υπόψη μου, δεν τα υπολογίζω: «κάθε φορά που είναι νευριασμένος, τον αφήνω να λέει μέχρι να εκτονωθεί»·
- τον φτύνουν κι αυτός λέει ψιχαλίζει, βλ. λ. ψιχαλίζει·
- τόσα νιώθει, τόσα λέει, βλ. λ. τόσος·
- τόσα ξέρει, τόσα λέει, βλ. λ. τόσος·
- του λέει όσα σέρνει η σκούπα ή του λέει όσα σούρνει η σκούπα, βλ. συνηθέστ. του σέρνει όσα σέρνει η σκούπα, λ. σκούπα·
- του το λέω απάνω απάνω, βλ. λ. απάνω·
- του το λέω απέξω απέξω, βλ. λ. απέξω·
- τρόπος του λέγειν, βλ. λ. τρόπος·
- ωραία λέει! πάρα πολύ ωραία, έξοχα: «περάσατε ωραία στο πάρτι; -Ωραία λέει! || περάσατε ωραία στην εκδρομή; -Ωραία λέει!».

μάτι

μάτι, το, ουσ. [μσν. μάτιν <ὀμμάτιον, υποκορ. του ουσ. ὄμμα], το μάτι. 1. το μάτιασμα, η βασκανία: «πάντα φοράει γαλάζια χάντρα, γιατί φοβάται το μάτι». 2. στρογγυλή επιφάνεια της ηλεκτρικής κουζίνας, όπου διοχετεύεται ηλεκτρισμός και πάνω στην οποία τοποθετείται το σκεύος για το μαγείρεμα: «στο ένα μάτι έβραζε η μητέρα μου τα μακαρόνια και στ’ άλλο είχε την κατσαρόλα με τον κιμά || ξέχασε το μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας ανοιχτό και παραλίγο να παίρναμε φωτιά». 3. ο κόμπος πάνω στην επιφάνεια του βλαστού ή του κορμού, πάνω στο οποίο γίνεται το μπόλιασμα: «τα δέντρα πέταξαν μάτια». 4. (στη γλώσσα της αργκό) το μπανιστήρι: «τρελαίνεται για μάτι». Συνών. γρίλια. 5. συνήθως στον πλ. τα μάτια, η όραση: «μόνο άμα χάσεις τα μάτια σου, μπορείς να καταλάβεις έναν τυφλό». Υποκορ. ματάκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 390 φρ.)·
- αβγά μάτια, βλ. λ. αβγό·
- αγκαλιάζω με τα μάτια μου (κάποιον ή κάτι), βλ. συνηθέστ. αγκαλιάζω με το βλέμμα μου (κάποιον ή κάτι), λ. βλέμμα·
- ακολουθώ με τα μάτια μου (κάποιον ή κάτι), βλ. συνηθέστ. ακολουθώ με το βλέμμα μου (κάποιον ή κάτι), λ. βλέμμα·
- άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας ή άλλα μάτια έχει ο λαγός κι άλλα η κουκουβάγια, λέγεται ειρωνικά, όταν συγκρίνονται δυο εντελώς ανόμοια πράγματα ή όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε μια μεγάλη αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε δυο πράγματα ή καταστάσεις. (Λαϊκό τραγούδι: αλλού έκανες τα κόλπα σου εδώ θα κάτσεις άγια, γιατί άλλα μάτια έχει ο λαγός κι άλλα η κουκουβάγια
- αλληθώρισε το μάτι μου απ’ την πείνα, βλ. λ. πείνα·
- αλλού τα μάτια κι αλλού τ’ αφτιά ή αλλού τ’ αφτιά κι αλλού τα μάτια, λέγεται στην περίπτωση που δέχεται κάποιος πολύ ισχυρό χτύπημα στο πρόσωπο από κάποιον: «του ’δωσε τέτοιο χαστούκι, που τι να σου πω! Αλλού τα μάτια κι αλλού τ’ αφτιά»· βλ. και φρ. αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του, λ. παπάς·
- Αμερικανός και μ’ ένα μάτι, βλ. λ. Αμερικανός·
- ανέβηκε στα μάτια μου, νιώθω περισσότερη εκτίμηση για το άτομο που γίνεται λόγος, ιδίως ύστερα από κάποια σωστή πράξη ή ενέργειά του της οποίας είμαι αποδέκτης: «μ’ αυτόν τον καλό λόγο που είπε για μένα, ανέβηκε στα μάτια μου || μ’ αυτή τη χειρονομία που έκανε για πάρτη μου, ανέβηκε στα μάτια μου»·
- ανοίγουν τα μάτια μου, μορφώνομαι, διαφωτίζομαι: «ότι μου πέφτει στο χέρι, το διαβάζω για ν’ ανοίξουν τα μάτια μου || απ’ τη μέρα που άρχισα να κάνω ταξίδια, άνοιξαν τα μάτια μου»·
- ανοίγω τα μάτια μου, α. γεννιέμαι: «άνοιξα τα μάτια μου μια μέρα του Αυγούστου». β. ανοίγω τα βλέφαρά μου, ξυπνώ: «μόλις άνοιξα τα μάτια μου, είδα από πάνω μου το στοργικό βλέμμα της μητέρας μου»· βλ. και φρ. έχω τα μάτια μου ανοιχτά·
- άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια του, βλ. φρ. πρωτάνοιξε τα μάτια του·
- άνοιξε τα μάτια σου! α. (συμβουλευτικά) πρόσεχε καλά ή καλύτερα, πρόσεξε: «εκεί που θα πας, άνοιξε τα μάτια σου μην κάνεις καμιά ανοησία!». (Λαϊκό τραγούδι: γελάστηκα, γελάστηκα δεν ήξερα τι κρύβεις στη μαύρη σου ψυχή. Έπρεπε τα μάτια μου ν’ ανοίξω απ’ την αρχή, προτού να πληγωθώ). β. (συμβουλευτικά) να είσαι προσεκτικός: «στη δουλειά που θα πας άνοιξε τα μάτια σου για να τη μάθεις!». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το καλά·
- απ’ τα μάτια του φαίνεται, γίνεται κάτι αμέσως αντιληπτό, γίνεται ολοφάνερο κάτι από την έκφραση των ματιών του: «απ’ τα μάτια του φαίνεται πως νιώθει άσχημα ο άνθρωπος σ’ αυτό το χώρο, δεν το καταλαβαίνεις; || απ’ τα μάτια του φαίνεται πως είναι ερωτευμένος μαζί της»·
- από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει, βλ. λ. καρδιά·
- από τα μάτια φαίνεται πως αγαπά την πούτσα, λέγεται για πούστη, που δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί επίσημα, αλλά το πάθος του γίνεται αντιληπτό από την έκφραση των ματιών του: «πες του να μη μας κάνει τον άντρα, γιατί από τα μάτια φαίνεται πως αγαπά την πούτσα». Από την εικόνα του πούστη, που ρίχνει κλεφτές ματιές στα γεννητικά όργανα του άντρα για να μαντέψει το μέγεθός τους, ανάλογα με το πόσο φουσκώνει το παντελόνι στο επίμαχο σημείο·
- από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει, βλ. λ. καρδιά·
- ας βγάλουν τα μάτια τους, βλ. φρ. δεν πά(νε) να βγάλουν τα μάτια τους(!)·
- άστραψε το μάτι του, α. είδε κάτι που τον εντυπωσίασε πάρα πολύ: «μόλις με είδε να περνώ έξω απ’ το μπαράκι με το καινούριο μου αυτοκίνητο, άστραψε το μάτι του || ήταν τόσο όμορφη γυναίκα, που, μόλις την είδε άστραψε το μάτι του». β. νευρίασε πάρα πολύ, έφτασε στα όρια της παράκρουσης: «όταν είδε τους αλήτες να χτυπούν γέρο άνθρωπο, άστραψε το μάτι του και χωρίς να σκεφτεί όρμησε απάνω τους». γ. ξαφνικά, βρήκε τη λύση του προβλήματος που τον απασχολούσε: «βρισκόταν σε αδιέξοδο και δεν ήξερε τι να κάνει, ώσπου κάποια στιγμή άστραψε το μάτι του κι ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του»·
- βάζω μάτι, βλ. συνηθέστ. κάνω μάτι·
- βάζω στο μάτι, επιθυμώ να αποκτήσω κάτι: «έβαλε στο μάτι την κόρη του μπακάλη τους || ό,τι βάζει στο μάτι αργά ή γρήγορα πάει και τ’ αγοράζει». (Λαϊκό τραγούδι: ήρθ’ ο χάρος και δε θα του ξεφύγεις, κόρη μου γλυκιά, γιατί σ’ έβαλε στο μάτι τούτη τη βραδιά)· βλ. και φρ. έχω στο μάτι·
- βασίλεψαν τα μάτια του, έκλεισαν από μεγάλη εξάντληση και νύστα: «μόλις γύρισε το βράδυ απ’ τη δουλειά και κάθισε για λίγο στον καναπέ, βασίλεψαν τα μάτια του». (Λαϊκό τραγούδι: βασίλεψαν τα μάτια μου απ’ τα γλυκά σου χάδια και τ’ όνειρο στα σύννεφα με πέταξε ψηλά
- βάσκανο μάτι, που προξενεί κακό όποιον βλέπει, που βασκαίνει, που ματιάζει: «φαίνεται μ’ είδε βάσκανο μάτι και δεν μπορώ να στεριώσω σε μια δουλειά!»·
- βγάζει μάτι, α. είναι τόσο ολοφάνερο, τόσο αυταπόδεικτο, που δε χρειάζεται καμιά επιπλέον επεξήγηση: «μα δεν καταλαβαίνεις ότι θέλει να σε καταστρέψει; Εδώ βγάζει μάτι η πρόθεσή του». β. (για πράγματα) είναι τόσο εντυπωσιακό λόγω κατασκευής ή μεγέθους, που είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητο: «φορούσε μια παρδαλή γραβάτα, που έβγαζε μάτι || είχε κάτι βυζάρες, που έβγαζαν μάτι». γ. είναι εξόφθαλμο: «αυτό το νερώ με ωμέγα, βγάζει μάτι»·
- βγάζει της Παναγιάς τα μάτια, βλ. λ. Παναγία·
- βγάζω μονάχος μου τα μάτια μου, βλ. φρ. βγάζω τα μάτια μου με τα ίδια μου τα χέρια·
- βγάζω τα μάτια μου, α. επιδίδομαι στη σεξουαλική πράξη με τον ερωτικό μου σύντροφο: «είναι δυο ώρες κλεισμένοι στο δωμάτιο και βγάζουν τα μάτια τους». β. κουράζω υπερβολικά τα μάτια μου σε κάποια εργασία, όπου απαιτούνται λεπτοί και επιδέξιοι χειρισμοί: «όλοι οι ρολογάδες βγάζουν τα μάτια τους με τη δουλειά που κάνουν». γ. κουράζω υπερβολικά τα μάτια μου, ιδίως όταν προσπαθώ να διαβάσω μικρά ή κακογραμμένα γράμματα ή όταν διαβάζω χωρίς ικανοποιητικό φωτισμό: «στα χρόνια μας βγάζαμε τα μάτια μας, όταν διαβάζαμε κάτω απ’ τ’ αδύναμο φως της γκαζόλαμπας»·
- βγάζω τα μάτια μου με τα ίδια μου τα χέρια, με τις άστοχες ενέργειες ή πράξεις μου, γίνομαι ο κύριος αίτιος της καταστροφής μου: «αν υπογράψω αυτό το συμβόλαιο, είναι σαν να βγάζω τα μάτια μου με τα ίδια μου τα χέρια»·
- βγάλε τα μάτια σου, ειρωνική απάντηση ή απάντηση αδιαφορίας σε κάποιον, που μας ρωτάει απεγνωσμένα τώρα τι θα κάνω; ή τώρα τι να κάνω(;)·
- βλέπω μ’ άλλο μάτι (κάποιον ή κάτι), αντιμετωπίζω κάποιον ή κάτι με νέα θεώρηση καλύτερη ή χειρότερη από ό,τι προηγουμένως: «ήμουν κουμπωμένος απέναντί του, αλλά αφού με υποστήριξε, τώρα βλέπω μ’ άλλο μάτι αυτόν τον άνθρωπο»·
- βλέπω με κακό μάτι (κάποιον ή κάτι), αντιμετωπίζω αρνητικά κάποιον ή κάτι: «βλέπω με κακό μάτι αυτόν τον άνθρωπο, γιατί δε μ’ αρέσει η μούρη του || βλέπω με κακό μάτι αυτόν το συνεταιρισμό που θέλεις να κάνεις μ’ αυτόν τον άνθρωπο»·
- βλέπω με καλό μάτι (κάποιον ή κάτι), αντιμετωπίζω θετικά κάποιον ή κάτι: «βλέπω με καλό μάτι τον δεσμό που έχει η κόρη μου || αν με ρωτήσεις, θα σου πω πως βλέπω με καλό μάτι όλη αυτή τη διαφημιστική καμπάνια που κάνεις για την επιχείρησή σου»·
- βλέπω με την άκρη του ματιού μου, βλέπω κάποιον ή κάτι προσπαθώντας να μη γίνω αντιληπτός: «όση ώρα μιλούσε με τον άλλον, έκανα τον αδιάφορο και τον έβλεπα με την άκρη του ματιού μου»·
- βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα, βρίσκομαι στο κέντρο επικίνδυνης κατάστασης, βρίσκομαι σε δεινή θέση βαλλόμενος ή κατηγορούμενος από όλες τις πλευρές: «στην προσπάθειά του να κουκουλώσει την παρανομία του συναδέλφου του, βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα κι άρχισε να δέχεται επιθέσεις από τους πάντες». Η ερμηνεία αυτή που επικράτησε είναι εσφαλμένη ίσως από το ότι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που κυριαρχεί στη σκέψη μας είναι η καταστροφική δύναμη του κυκλώνα, πράγμα που συνηγορεί στην επικράτηση της εσφαλμένης ερμηνείας. Η ορθή ερμηνεία  είναι διανύω περίοδο γαλήνης, ηρεμίας, αφού στο μάτι (= στο κέντρο) του κυκλώνα, επικρατεί γαλήνη, ηρεμία·
- για να του βγει το μάτι, για να νιώσει μεγάλη στενοχώρια, που δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα σε βάρος μου σύμφωνα με την επιθυμία του ατόμου για το οποίο γίνεται λόγος: «παρακαλούσε να μην μπω στο πανεπιστήμιο, αλλά εγώ μπήκα για να του βγει το μάτι». (Λαϊκό τραγούδι: κι όσοι μας θέλουν το κακό για πείσμα, για γινάτι, δε θα χωρίσουμε ποτέ για να τους βγει το μάτι). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έτσι·  
- για τα δικά σου μάτια, βλ. φρ. για τα δυο σου μάτια. (Λαϊκό τραγούδι: στα σίδερα με βάλανε για τα δικά σου μάτια, το βλάμη που γουστάριζες, τον έκαμα κομμάτια
- για τα δυο σου μάτια, για τη χάρη σου, για την αφεντιά σου: «και βέβαια ήρθα για δουλειά, τι νόμισες, για τα δυο σου μάτια ήρθα;». (Λαϊκό τραγούδι: θα σπάσω κούπες για τα λόγια που ’πες· θα σπάσω πιάτα για τα δυο σου μάτια). Πολλές φορές, λέγεται και με ειρωνική διάθεση·
- για τα μάτια ή για τα μαύρα μάτια ή για τα μαύρα τα μάτια, βλ. φρ. για τα μάτια του κόσμου·
- για τα μάτια του κόσμου, α. απλώς για να τηρηθούν τα προσχήματα: «τουλάχιστον, για τα μάτια του κόσμου, έπρεπε να τον χαιρετήσεις κι εσύ». β. για επίδειξη: «αγόρασε κι αυτός ένα αυτοκίνητο για τα μάτια του κόσμου». (Λαϊκό τραγούδι: για τα μάτια του κόσμου, πώς μπορείς και παντρεύεσαι φως μου
- για τα μαύρα σου τα μάτια, βλ. φρ. για τα δυο σου μάτια·
- για τα ωραία σου τα μάτια, βλ. φρ. για τα δυο σου μάτια·
- για το κακό το μάτι, για την αποτροπή της βασκανίας, κατά της βασκανίας: «φοράει πάντα μια χάντρα θαλασσιά, για το κακό το μάτι»·
- γλυκά μου μάτια! προσφώνηση τρυφερότητας που επιτείνει το μάτια μου! (βλ. φρ.).(Τραγούδι: γλυκά μου μάτια αγαπημένα ίσως μια μέρα σας ξαναδώ)·
- γυαλίζει το μάτι του, α. είναι πολύ εκνευρισμένος, βρίσκεται στα πρόθυρα της παράκρουσης: «σε συμβουλεύω να μην του πεις κουβέντα, γιατί γυαλίζει το μάτι του». Από την εικόνα του τρελού που, όταν βρίσκεται σε κρίση, τα μάτια του γυαλίζουν. β. βρίσκεται σε περίοδο μεγάλης στέρησης, μεγάλης φτώχειας: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, γυαλίζει το μάτι του». γ. έχει υψηλό πυρετό: «για βάλε θερμόμετρο στο παιδί να δούμε τι πυρετό έχει, γιατί γυαλίζει το μάτι του»·
- γυαλίζει το μάτι μου απ’ τη πείνα ή το μάτι μου γυαλίζει απ’ την πείνα, βλ. φρ. αλληθώρισα απ’ την πείνα, λ. πείνα·
- γυάλινο μάτι, ψεύτικο μάτι που είναι καμωμένο από γυαλί, από πορσελάνη: «έχασε σ’ ένα δυστύχημα το δεξί του μάτι κι από τότε έχει γυάλινο μάτι»· 
- δε βλέπω με κακό μάτι (κάποιον ή κάτι), δεν έχω επιφυλάξεις για κάποιο άτομο ή για κάποια κατάσταση που διαμορφώνεται: «επειδή δεν έβλεπε με κακό μάτι το δεσμό της κόρης του, έκανε τα στραβά μάτια»·
- δε βλέπω με καλό μάτι (κάποιον ή κάτι), έχω σοβαρές επιφυλάξεις για κάποιο άτομο ή για κάποια κατάσταση που διαμορφώνεται, τόσο μάλιστα, ώστε να διάκειμαι εχθρικά: «αν θέλεις τη γνώμη μου, δε βλέπω με καλό μάτι αυτόν τον άνθρωπο, γι’ αυτό πρόσεχε || δεν έβλεπε με καλό μάτι το δεσμό της κόρης του, γι’ αυτό έπιασε το λεγάμενο και του ζήτησε να χωρίσουν»·
- δε θέλω να τον δω στα μάτια μου, τον αποστρέφομαι, τον αντιπαθώ πάρα πολύ: «είναι τόσο αχάριστος άνθρωπος, που δε θέλω να τον δω στα μάτια μου»·
- δε με γελούν τα μάτια μου, είμαι βέβαιος, είμαι σίγουρος γι’ αυτό που βλέπω: «είναι ο τάδε, δε με γελούν τα μάτια μου || δε με γελούν τα μάτια μου, γιατί είμαι σίγουρος πως είσαι ο τάδε»·
- δε με πιάνει το μάτι, δε βασκαίνομαι, δε ματιάζομαι: «δεν έχω φόβο στους γαλανομάτηδες, γιατί δε με πιάνει το μάτι»·
- δε μου γεμίζει το μάτι (κάποιος ή κάτι), δε μου εμπνέει εμπιστοσύνη, έχω επιφυλάξεις: «δε μου γεμίζει το μάτι ο τύπος που κάνεις παρέα || δε μου γεμίζει το μάτι αυτό τ’ αυτοκίνητο»·
- δε σηκώνει τα μάτια του (από κάτι), είναι επίμονα προσηλωμένος σε κάτι: «ο τάδε δε σηκώνει τα μάτια του απ’ το βιβλίο || ο τάδε δε σηκώνει τα μάτια του απ’ τη δουλειά»·
- δε σηκώνει τα μάτια του (της) απ’ τη γη, είναι πολύ ντροπαλός: «το μεγάλο του παιδί είναι πολύ ατίθασο, αλλά το μικρότερο δε σηκώνει τα μάτια του απ’ τη γη || αποκλείεται να σε κοίταξε αυτή η γυναίκα πονηρά, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, δε σηκώνει τα μάτια της απ’ τη γη»·
- δε σηκώνει τα μάτια του (της) να δει άνθρωπο, βλ. φρ. δε σηκώνει τα μάτια του (της) απ’ τη γη·
- δε σηκώνει τα μάτια του (της) να με δει, δε με κοιτάζει, ιδίως από ντροπή ή από φόβο: «απ’ τη μέρα που με κατηγόρησε χωρίς λόγο, δε σηκώνει τα μάτια του να με δει»·
- δε χορταίνει το μάτι σου να βλέπει(ς), α. υπάρχει αφθονία υλικών αγαθών σε ένα χώρο: «άνοιξε ένα καινούριο σούπερ μάρκετ κι έχει τόσα πολλά είδη που δε χορταίνει το μάτι σου να βλέπεις». β. υπάρχει ωραιότατη θέα που σου προξενεί μεγάλη ευχαρίστηση: «αν ανεβείς στην κορυφή του λόφου, δε χορταίνει το μάτι σου να βλέπει την ομορφιά του κάμπου»·
- δε χορταίνει το μάτι σου να τον (τη) βλέπει(ς), είναι πάρα πολύ όμορφος: «είναι μια γυναικάρα, που δε χορταίνει το μάτι σου να τη βλέπεις»·
- δε χορταίνει το μάτι του, είναι ανικανοποίητος, είναι άπληστος: «όσα και να του δώσεις, δε χορταίνει το μάτι αυτού του ανθρώπου»·
- δεν έχει μάτια γι’ άλλον (γι’ άλλη), ενδιαφέρεται μόνο για τον ερωτικό του σύντροφο, μόνο για το άτομο που αγαπάει: «απ’ τη μέρα που την παντρεύτηκε, δεν έχει μάτια γι’ άλλη». (Λαϊκό τραγούδι: το κορίτσι που αγαπάω το κοιτάζουνε πολλοί, μα αυτό δεν έχει μάτια άλλον άντρα για να δει)· 
- δεν έχω μάτια να τον δω, α. ντρέπομαι να τον αντικρίσω, ντρέπομαι να τον συναντήσω, γιατί είμαι εκτεθειμένος απέναντί του: «κάποια στιγμή κατηγόρησα την αδερφή του χωρίς λόγο και τώρα δεν έχω μάτια να τον δω». (Λαϊκό τραγούδι: δεν έχω μάτια να σε δω καρδιά να σου μιλήσω, πέσαν τα χέρια μου νεκρά και πώς να σε κρατήσω).β. δεν καταδέχομαι, απαξιώ να τον συναντήσω: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε με τα ναρκωτικά, δεν έχω μάτια να τον δω»·
- δεν κλείνω μάτι, α. δεν μπορώ να κοιμηθώ, έχω αϋπνίες. (Λαϊκό τραγούδι: τις νύχτες τις αόρατες εγώ δεν κλείνω μάτι, γιατί μου λένε οι δαίμονες σήκω και περιπάτει). β. αγρυπνώ από ανησυχία ή από έμμονες ιδέες: «δεν έκλεισα μάτι όλη τη νύχτα, γιατί περίμενα τα παιδιά μου να γυρίσουν απ’ την εκδρομή τους»·
- δεν πά(νε) να βγάλουν τα μάτια τους! έκφραση τέλειας αδιαφορίας για τις υποθέσεις, ιδίως για τις φιλονικίες, για τις έριδες κάποιων: «πάλι μαλώνουν οι συνέταιροι της εταιρείας μας. -Δεν πά(νε) να βγάλουν τα μάτια τους!»·
- δεν πιστεύω στα μάτια μου! βλ. φρ. δεν το πιστεύουν τα μάτια μου(!)·
- δεν τ’ αφήνω απ’ τα μάτια μου, παρακολουθώ συνέχεια, χωρίς διακοπή, κάτι: «απ’ την ώρα που πάρκαρε τ’ αυτοκίνητο απέναντι, δεν τ’ άφησα απ’ τα μάτια μου». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το στιγμή·
- δεν το πιάνει το μάτι σου, δεν μπορείς να το δεις, να το εντοπίσεις με γυμνό μάτι: «είναι ένα τόσο δα ζουζουνάκι, που δεν το πιάνει το μάτι σου χωρίς μεγεθυντικό φακό»·
- δεν το πιστεύουν τα μάτια μου! επιφωνηματική έκφραση απορίας ή θαυμασμού για κάτι που βλέπουμε, ενώ δεν περιμέναμε να το δούμε: «εσύ, κοτζάμ παλικάρι, να χτυπάς μικρό παιδί, δεν το πιστεύουν τα μάτια μου! || μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα τέλειωσες ολόκληρη οικοδομή, δεν το πιστεύουν τα μάτια μου!»·
- δεν τον αφήνω απ’ τα μάτια μου, τον παρακολουθώ συνέχεια, χωρίς διακοπή: «θα σου πω λεπτομερώς πού πήγε και τι έκανε, μόλις βγήκε απ’ το σπίτι του, γιατί δεν τον άφησα απ’ τα μάτια μου». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το στιγμή·
- δεν τον είδε μάτι, δεν τον αντιλήφθηκε κανείς: «ο κλέφτης άδειασε το ταμείο κι ενώ το μαγαζί είχε ένα σωρό κόσμο, δεν τον είδε μάτι». (Λαϊκό τραγούδι: ζούλα θα ’ρθω, κούκλα μου, από τους γειτόνους, μάτι για να μη με δει μάτια μου και φως μου
- δεν τον πιάνει το μάτι, δε βασκαίνεται, δε ματιάζεται: «ειρωνεύεται όλους αυτούς που φοβούνται το μάτιασμα, γιατί αυτόν δεν τον πιάνει το μάτι»·
- δεν τον πιάνει το μάτι σου, α. δεν μπορείς να τον θεωρήσεις αξιόλογο, δεν τον υπολογίζεις βλέποντας την εξωτερική του εμφάνιση, δεν είναι πραγματικά αυτός που δείχνει: «έτσι όπως γυρίζει μ’ αυτά τα παλιόρουχα, δεν τον πιάνει το μάτι σου για πλούσιο». β. (ειρωνικά) είναι πάρα πολύ κοντός (που υποτίθεται πως δεν μπορείς να τον εντοπίσεις): «προσέχω να μην τον πατήσω, γιατί δεν τον πιάνει το μάτι σου»·
- δεν υπάρχει ανθρώπου μάτι, βλ. λ. άνθρωπος·
- δες με μ’ ένα μάτι, να σε δω με δυο, το ενδιαφέρον σου για μένα θα σου το ανταποδώσω στο διπλάσιο·
- διαβάζω στα μάτια του (της) (κάτι), αντιλαμβάνομαι, ξεχωρίζω τα συναισθήματα από τα οποία είναι κυριευμένος κάποιος (κάποια) από την έκφραση των ματιών του: «διαβάζω στα μάτια του πόσο πολύ την αγαπάει || διαβάζω στα μάτια του πόσο πολύ τη μισεί || διαβάζω στα μάτια του πόσο άσχημα νιώθει σ’ αυτό το χώρο»·
- δίνω το ένα μου μάτι για να…, δηλώνει πολύ μεγάλη επιθυμία για να…: «δίνω το ένα μου μάτι για να ξαπλώσω μ’ αυτή τη γυναίκα || δίνω το ένα μου μάτι για ν’ αποκτήσω κι εγώ τέτοιο αυτοκίνητο»·   
- έγινε το μάτι του να! α. πρήστηκε πολύ, ιδίως ύστερα από ισχυρό χτύπημα: «έφαγε μια γροθιά απ’ τον τάδε κι έγινε το μάτι του να!». Συνοδεύεται από παράλληλη χειρονομία με την παλάμη, κυρτή προς τα έξω, να έρχεται σε μια μικρή απόσταση από το μάτι, θέλοντας να καθορίσει το μέγεθος του πρηξίματος. β. ένιωσε έντονη έκπληξη: «μόλις με είδε να διασχίζω με την αυτοκινητάρα μου τους δρόμους της γειτονιάς μας, έγινε το μάτι του να!». Συνοδεύεται από χειρονομία με το δείκτη και τον αντίχειρα να σχηματίζουν ευμεγέθη κύκλο, υπονοώντας το άνοιγμα του ματιού·
- είδα τη ζωή να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. ζωή·
- είδα το χάρο με τα μάτια μου, βλ. λ. χάρος·
- είδαν πολλά τα μάτια μου, πέρασα πολλές δυσκολίες στη ζωή μου, πράγμα που μου έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσω πολλές και διάφορες εμπειρίες: «εμένα να με συμβουλεύεσαι, γιατί είδαν πολλά τα μάτια μου». (Λαϊκό τραγούδι: πολλά είδαν τα μάτια μου κι έχω περάσει μπόρες, μονάχος μου που γύριζα μέσα σε ξένες χώρες
- είμαι αγκάθι στο μάτι (κάποιου), βλ. φρ. μπαίνω καρφί στο μάτι (κάποιου)·
- είμαι καρφί στο μάτι (κάποιου), βλ. φρ. μπαίνω καρφί στο μάτι (κάποιου)·
- είμαι με την τσίμπλα στο μάτι, βλ. λ. τσίμπλα·
- είμαι όλο(ς) μάτια, παρατηρώ κάποιον ή κάτι με πολύ μεγάλη προσοχή: «είμαι όλος μάτια, κάθε φορά που περνάει αυτή η γυναικάρα έξω απ’ το μαγαζί μου || όταν μου δείχνει πώς γίνεται κάτι, είμαι όλος μάτια»·
- είναι το μάτι μου, μου μεταφέρει όλα όσα βλέπει να συμβαίνουν κατά την απουσία μου σε ένα χώρο, ιδίως εργασιακό, είναι ο πληροφοριοδότης μου: «αυτός ο άνθρωπος που βλέπεις, είναι το μάτι μου, όσο διάστημα λείπω απ’ το εργοστάσιο»·
- είναι το μάτι μου και τ’ αφτί μου ή είναι τ’ αφτί μου και το μάτι μου, μου μεταφέρει όλα όσα βλέπει και ακούει να συμβαίνουν και να λέγονται κατά την απουσία μου από ένα χώρο, ιδίως εργασιακό, είναι ο πληροφοριοδότης μου: «τον πληρώνω κάτι παραπάνω, αλλά έχω το κεφάλι μου ήσυχο, γιατί είναι το μάτι μου και τ’ αφτί μου, όσον καιρό λείπω απ’ το εργοστάσιο»·
- έκανε ο κουφός αφτιά και ο τυφλός μάτια, λέγεται ειρωνικά για εκείνους τους ελαφρόμυαλους, που επιτέλους κατάλαβαν ποιο είναι το συμφέρον τους: «επιτέλους, έκανε ο κουφός αφτιά και ο τυφλός μάτια και σταμάτησες αυτή η δουλειά που ξεκίνησες, γιατί κατάλαβες πως θα σε καταστρέψει»· 
- εκείνος που κλαίει για ξένες πίκρες, χάνει τα μάτια του, βλ. λ. πίκρα·
- έμεινε το μάτι μου (σε κάποιον ή σε κάτι), α. αφαιρέθηκα κοιτάζοντάς το(ν) επίμονα: «όπως τον κοίταζα, έμεινε το μάτι μου». β. (για πράγματα) με εντυπωσίασε τόσο πολύ που θέλω να το αποκτήσω: «έμεινε το μάτι μου σ’ αυτό τ’ αυτοκίνητο»·
- έμεινε το μάτι του, με ζηλεύει για κάποιο απόκτημά μου: «απ’ τη μέρα που αγόρασα καινούριο αυτοκίνητο, έμεινε το μάτι του»·
- ένα τρίτο μάτι, άτομο που δεν έχει σχέση με κάποια υπόθεση, όπως δυο ενδιαφερόμενοι ή δυο ενδιαφερόμενες πλευρές, πράγμα που καθιστά αμερόληπτη τη γνώμη του ή την άποψή του σχετικά με αυτή: «ίσως, αν έβλεπε την υπόθεση ένα τρίτο μάτι, θα μπορούσε να μας δώσει μια πιο ξεκάθαρη γνώμη»·
- έπεσε στα μάτια μου, βλ. φρ. ξέπεσε στα μάτια μου·
- έπεσε το μάτι μου (σε κάποιον ή σε κάτι), είδα, ιδίως τυχαία, κάποιον ή κάτι: «όπως ερχόμουν, έπεσε το μάτι μου στον τάδε || όπως έβλεπα τη βιτρίνα, έπεσε το μάτι μου σ’ ένα πανέμορφο δαχτυλίδι»·
- έφυγε με την τσίμπλα στο μάτι, βλ. λ. τσίμπλα·
- έχασα τον κόσμο απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. κόσμος·
- έχει αχόρταγο μάτι, βλ. φρ. δε χορταίνει το μάτι του·
- έχει βαρύ μάτι, βλ. συνηθέστ. έχει κακό μάτι·
- έχει γερό μάτι, έχει πολύ καλή όραση ή έχει την ικανότητα να εκτιμάει την πραγματική αξία ενός ανθρώπου ή πράγματος: «μπορεί να διαβάσει την εφημερίδα του από δυο μέτρα απόσταση, γιατί έχει γερό μάτι || ο τάδε, που έχει γερό μάτι, μου είπε πως αυτός που κάνεις παρέα, δε θα πρέπει να ’ναι καλός άνθρωπος || στην αγορά τ’ αυτοκινήτου μου θα πάρω και τον τάδε μαζί μου, γιατί έχει γερό μάτι»·
- έχει δυνατό μάτι, βλ. λ. έχει γερό μάτι·
- έχει και πίσω μάτια, βλ. φρ. έχει και στην πλάτη μάτια·
- έχει και στην πλάτη μάτια, αντιλαμβάνεται τα πάντα, δεν του ξεφεύγει τίποτα: «έτσι να κάνεις λίγο, το παίρνει αμέσως μυρουδιά, γιατί έχει και στην πλάτη μάτια». Πρβλ.: που ’χει τα πόδια τέσσερα, τα μάτια δεκατέσσερα, μα πιο πολύ το μάτι που έβλεπε απ’ την πλάτη (Λαϊκό τραγούδι)·
- έχει και στον κώλο μάτια, βλ. λ. κώλος·
- έχει κακό μάτι, έχει τη δυνατότητα να βασκαίνει, να ματιάζει: «μόλις μ’ είδε ο τάδε, έπεσα κι έσπασα το πόδι μου, γιατί έχει κακό μάτι»·
- έχει καλό μάτι, βλ. φρ. έχει γερό μάτι·
- έχει μάτι, έχει τη δυνατότητα να βασκαίνει, να ματιάζει: «δε θέλω να δει ο τάδε το καινούριο μου αυτοκίνητο, γιατί έχει μάτι και σίγουρα όλο και κάπου θα τρακάρω»· βλ. και φρ. έχει γερό μάτι·
- έχει τα μάτια του παντού, αντιλαμβάνεται, παρακολουθεί τα πάντα, γιατί είναι πολύ προσεκτικός ή καχύποπτος: «από κείνη τη μέρα που έπαθε τη ζημιά στη δουλειά του, έχει τα μάτια του παντού»·
- έχει το μάτι του όλο στην πόρτα ή έχει το μάτι του συνέχεια στην πόρτα, α. επιδιώκει διακαώς να βρει την ευκαιρία να βγει από το σπίτι, να ξεπορτίσει: «ξέρει πως στο μπαράκι την περιμένει ο γκόμενός της κι αυτή έχει το μάτι όλο στην πόρτα». β. αδημονεί να φανεί, να επιστρέψει κάποιος στο σπίτι: «μόλις περάσει λίγο η ώρα, έχει το μάτι του συνέχεια στην πόρτα και δεν ησυχάζει αν δε δει τα παιδιά του να επιστρέφουν στο σπίτι»·
- έχει τρύπιο μάτι, είναι εντελώς ανικανοποίητος: «όταν ο άνθρωπος έχει τρύπιο μάτι, δεν μπορεί να ευχαριστηθεί με τίποτα»·
- έχουν δει πολλά τα μάτια μου, βλ. φρ. είδαν πολλά τα μάτια μου·
- έχω στο μάτι, α. λαχταρώ, επιθυμώ να αποκτήσω κάποιον ή κάτι: «από καιρό έχω στο μάτι αυτή τη γυναίκα || από καιρό έχω στο μάτι αυτό τ’ αυτοκίνητο». (Λαϊκό τραγούδι: τόσο καιρό σ’ έχω στο μάτι, γιατί είσαι ένα γερό κομμάτι). β. εποφθαλμιώ: «έχω στο μάτι τη θέση του διευθυντή μας»· βλ. και φρ. τον έχω στο μάτι·
- έχω τα μάτια μου ανοιχτά ή έχω ανοιχτά τα μάτια μου, προσέχω πολύ: «όταν ξεκινώ κάτι καινούριο, έχω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να βάλω το νερό στ’ αυλάκι»·
- έχω τα μάτια μου κλεισμένα ή έχω κλεισμένα τα μάτια μου, βλ. συνηθέστ. έχω τα μάτια μου κλειστά·
- έχω τα μάτια μου κλειστά ή έχω κλειστά τα μάτια μου, α. δεν προσέχω: «πώς να μη σε κλέψουν, απ’ τη στιγμή που έχεις τα μάτια σου κλειστά!». β. προσποιούμαι πως δε βλέπω, πως δεν καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου: «όση ώρα είχα τα μάτια μου κλειστά, δε δούλεψε ούτε ένας εργάτης»·
- έχω τα μάτια μου τέσσερα (δεκατέσσερα, είκοσι τέσσερα), είμαι πάρα πολύ προσεκτικός στις ενέργειές μου ή στις συναναστροφές μου: «όπως έγινε σήμερα ο κόσμος, πρέπει να ’χεις τα μάτια σου τέσσερα για να μην μπλέξεις πουθενά». (Λαϊκό τραγούδι: αν έχεις μάτια τέσσερα, στάσου στο δεκατέσσερα
- έχω το μάτι μου όλο..., επιδιώκω συστηματικά κάτι: «έχω το μάτι μου όλο στα ταξίδια || απ’ τη μέρα που κέρδισε στο λαχείο, έχει το μάτι του όλο στα γλέντια || τα μικρά παιδιά έχουν το μάτι τους όλο στο παιχνίδι»·
- ζυγιάζω με το μάτι, εκτιμώ, υπολογίζω νοερά έπειτα από προσεκτική παρατήρηση τα υπέρ και τα κατά μιας δουλειάς, υπόθεσης ή κατάστασης: «είναι πολύ έμπειρος στη ζωή κι ό,τι ζυγιάζει με το μάτι, πέφτει πάντα μέσα». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το καλά· βλ. και φρ. με το μάτι·
- η κότα σκαλίζοντας βγάζει το μάτι της ή σκαλίζοντας η κότα βγάζει το μάτι της, βλ. λ. κότα·
- η νύχτα έχει αφτιά κι η μέρα έχει μάτια, όσα κάνει κανείς τη νύχτα ακούγονται, ενώ όσα κάνει τη μέρα φαίνονται: «τίποτα δε μένει κρυφό, αγόρι μου και πρέπει να μάθεις να περπατάς καλά στη ζωή σου, γιατί η νύχτα έχει αφτιά κι η μέρα έχει μάτια»·  
- η πραμάτεια θέλει μάτια, όταν αγοράζει κανείς κάτι, ιδίως από πλανόδιο πωλητή, πρέπει να είναι προσεκτικός: «να μην ψωνίζεις καβάλα, γιατί η πραμάτεια θέλει μάτια»·
- ήταν σκόνη στα μάτια, βλ. συνηθέστ. ήταν στάχτη στα μάτια·
- ήταν στάχτη στα μάτια, βλ. λ. στάχτη·
- θα κλείσω τα μάτια κι όπου με βγάλει, δηλώνει αδιαφορία ή και μοιρολατρία για την έκβαση κάποιας ενέργειας ή προσπάθειας: «είναι πολύ δύσκολη δουλειά, αλλά θα κλείσω τα μάτια κι όπου με βγάλει». (Λαϊκό τραγούδι: αγάπη μου πρώτη, αγάπη μεγάλη, θα κλείσω τα μάτια, κι όπου με βγάλει
- θα μου βγει απ’ τα μάτια, έχω πιει πάρα πολύ: «δεν μπορώ να πιω γουλιά περισσότερο, γιατί θα μου βγει απ’ τα μάτια». Από παρομοίωση του ποτού με τα δάκρυα·
- θα σου βγάλω το μάτι, θα σου προξενήσω μεγάλη ζημιά, θα σε εκδικηθώ: «αν ξαναενοχλήσεις την κόρη μου, θα σου βγάλω το μάτι». Από την εικόνα των ατόμων του υπόκοσμου που, όταν σε μια μονομαχία με μαχαίρια έπεφτε ο ένας από τους δυο νεκρός, ο νικητής ή έγλειφε το μαχαίρι του με το αίμα του αντιπάλου του ή του έβγαζε το μάτι και το ρουφούσε εξού και η φρ. θα σου πιω το μάτι και θα σου ρουφήξω το μάτι και θα σου φάω το μάτι·
- θα σου πιω το μάτι, βλ. φρ. θα σου βγάλω το μάτι·
- θα σου ρουφήξω το μάτι, βλ. συνηθέστ. θα σου πιω το μάτι·
- θα σου φάω το μάτι, βλ. συνηθέστ. θα σου βγάλω το μάτι·
- θόλωσε το μάτι μου απ’ την πείνα ή το μάτι μου θόλωσε απ’ την πείνα, βλ. λ. πείνα·
- θόλωσε το μάτι του, δεν αντέχει πια, ήρθε σε απόγνωση και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να ενεργήσει, ή ενεργεί καταστροφικά σε βάρος του ή σε βάρος άλλου: «θόλωσε το μάτι του απ’ τα προβλήματα που τον βασανίζουν και δεν ξέρει τι κάνει || όταν την είδε στο κρεβάτι μ’ έναν άλλον άντρα, θόλωσε το μάτι του και τους σκότωσε και τους δυο με το πιστόλι του»·
- … και μ’ ένα μάτι, έκφραση με την οποία δηλώνουμε περήφανα πως ταυτιζόμαστε απόλυτα με αυτό που μόλις προαναφέραμε: «Πόντιος και μ’ ένα μάτι || Θεσσαλονικιός και μ’ ένα μάτι || Παοκτσής και μ’ ένα μάτι || δημοκράτης και μ’ ένα μάτι»· βλ. και λ. Αμερικανός·
- ... και τα μάτια σου, δηλώνει πως πρέπει να δείξει μεγάλη προσοχή, μεγάλη φροντίδα κάποιος σε αυτό που μόλις του προαναφέραμε: «θα πεταχτώ μέχρι τον μπακάλη, γι’ αυτό το παιδί και τα μάτια σου || όσο θα λείπουμε, το σπίτι και τα μάτια σου»·
- κακό μάτι, το μάτι που βασκαίνει: «τέτοιο κακό μάτι, πρώτη φορά συνάντησα σε άνθρωπο». (Λαϊκό τραγούδι: του είχα βάλει φυλαχτό πετράδι θαλασσί να μη μας δει μάτι κακό και μ’ αρνηθείς κι εσύ
- κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά τ’ όνομα ή καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά τ’ όνομα, είναι προτιμότερο να πάθει κανείς ένα κακό έστω και μεγάλο παρά να αποκτήσει κακή φήμη: «για να πάρεις μια θέση σ’ αυτή την επιχείρηση, πρέπει να είσαι άμεμπτος, γι’ αυτό, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά τ’ όνομα». Πρβλ.: ο κουρσάτος φίλος σου θα σ’ αφήσει γρήγορα και θα μείνεις κι απ’ τους δυο τότε αμανάτι, θα ’σαι πια για κλάματα κι όπως λέν’ τα γράμματα, πριν σου βγει το όνομα, πιο καλά το μάτι (Λαϊκό τραγούδι)·
- καλώς τα μάτια μου τα δυο (που είχα χρόνια να τα δω) ή καλώς τα μάτια μου τα δυο (που είχα χρόνια να τα διώ) ή καλώς τα μάτια μου τα δυο (που είχα χρόνια να τα ιδώ), ειρωνική ή χαϊδευτική προσφώνηση σε άτομο που έχουμε καιρό να το δούμε·
- κάναμε μαύρα μάτια, βλ. φρ. μαύρα μάτια κάναμε·
- κανένα μάτι, κανένας άνθρωπος: «κανένα μάτι δεν είδε παρόμοια ομορφιά». (Λαϊκό τραγούδι: κανένα μάτι δε θα δει, πέτα σαν πρώτα το κλειδί κι έχεις το λόγο μου, γλυκιά μου αγάπη, στιγμή δε θα σ’ απαρνηθώ και στρώσε μου να κοιμηθώ
- κάνουν πουλάκια τα μάτια μου ή τα μάτια μου κάνουν πουλάκια, βλ. λ. πουλάκι·
- κάνουν πουλάκια τα μάτια σου ή πουλάκια κάνουν τα μάτια σου, βλ. λ. πουλάκι·
- κάνω μάτι, παρακολουθώ αθέατος την ερωτική δραστηριότητα ζευγαριού: «το να κάνει κανείς μάτι είναι μια ικανοποίηση, αλλά και ένα βίτσιο»· βλ. και φρ. κάνω ματάκι, λ. ματάκι·
- κάνω μαύρα μάτια (να δω κάποιον), αισθάνομαι έντονα την έλλειψη κάποιου προσώπου: «πού χάθηκες, ρε παιδάκι μου, έκανα μαύρα μάτια να σε δω!»·
- κάνω τα γλυκά μάτια, α. ερωτοτροπώ: «πάλι κάνεις τα γλυκά μάτια στην τάδε;». β. επιθυμώ πάρα πολύ να αποκτήσω κάτι: «εδώ και χρόνια κάνω τα γλυκά μάτια σ’ αυτό τ’ αυτοκίνητο»·
- κάνω τα στραβά μάτια, α. κάνω πως δε βλέπω, πως δεν καταλαβαίνω, συμπεριφέρομαι ανεκτικά, με επιείκεια: «κακόμαθε το παιδί, γιατί ο πατέρας του κάνει τα στραβά μάτια στις αταξίες του». β. κάνω πως δε βλέπω, πως δεν αντιλαμβάνομαι τις ερωτικές ιδίως επιδόσεις αγαπημένου ή συγγενικού μου προσώπου: «κάθε μήνα η αδερφή του αλλάζει γκόμενο κι αυτός κάνει τα στραβά μάτια»·
- κάνω το μάτι, ξεματιάζω: «έχει απομείνει μια γιαγιά στο χωριό μας που ξέρει να κάνει το μάτι»·
- καρφώνω στα μάτια (κάποιον), κοιτάζω επίμονα κάποιον στα μάτια: «στάθηκα απέναντί της και την κάρφωσα στα μάτια». (Λαϊκό τραγούδι: ένας μάγκας τη ζυγώνει και στα μάτια την καρφώνει. Χωρίς κουβέντες πια πολλές μαζί τα πίναμε που λες
- καρφώνω τα μάτια μου (σε κάποιον ή σε κάτι), κοιτάζω κάποιον ή κάτι επίμονα: «μόλις κάθισε η γυναίκα στο τραπεζάκι, κάρφωσα τα μάτια μου απάνω της || μόλις είδα τ’ αυτοκίνητο, κάρφωσα τα μάτια μου απάνω του»·
- κατεβάζω τα μάτια ή κατεβάζω τα μάτια μου, κοιτώ προς τα κάτω από σεβασμό, ντροπή ή υποταγή: «όταν μου μιλάει ο παππούς μου, κατεβάζω τα μάτια και τον ακούω προσεκτικά || κατέβασα τα μάτια μου, μόλις αποκαλύφθηκε το ψέμα μου || μπροστά στ’ αφεντικό του κατεβάζει τα μάτια του»·
- κατέβηκε στα μάτια μου, βλ. φρ. έπεσε στα μάτια μου·
- κάτι άρπαξε το μάτι μου, βλ. συνηθέστ. κάτι πήρε το μάτι μου·
- κάτι έπιασε το μάτι μου, βλ. λ. κάτι πήρε το μάτι μου·
- κάτι μπήκε στο μάτι μου, κλασική δικαιολογία όταν δε θέλουμε να παραδεχτούμε ότι δακρύσαμε για κάτι που είδαμε ή θυμηθήκαμε και συγκινηθήκαμε, αλλά το αποδίδουμε σε κάποια μικρή ακαθαρσία που μπήκε και ερέθισε το μάτι μας·
- κάτι πήρε το μάτι μου, κάτι είδα τυχαία από το συμβάν που μου αναφέρει κάποιος, αλλά δε γνωρίζω πολλά πράγματα: «είδες το δυστύχημα που έγινε στη γωνία; -Κάτι πήρε το μάτι μου, αλλά δεν έδωσα περισσότερη σημασία»·
- κάτω απ’ τα μάτια μου, βλ. φρ. μπροστά απ’ τα μάτια μου·
- κι οι τοίχοι έχουν αφτιά κι οι κάμποι έχουνε μάτια, ένα σπουδαίο ζήτημα ή ένα μυστικό πρέπει να προσέχουμε πώς τα λέμε, γιατί μπορεί να ακούσει κάποιος και ας μη φαίνεται: «πρόσεχε μη σ’ ακούσουν πώς μιλάς γι’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί κι οι τοίχοι έχουν αφτιά κι οι κάμποι έχουνε μάτια»·
- κι όπου με βγάλουν τα μάτια μου, βλ. συνηθέστ. κι όπου με βγάλει η άκρη, λ. άκρη·
- κλέβει της Παναγιάς τα μάτια, βλ. λ. Παναγία·
- κλείνουν τα μάτια μου, νυστάζω υπερβολικά: «εγώ πέφτω για ύπνο, γιατί κλείνουν τα μάτια μου»·
- κλείνω τα μάτια ή κλείνω τα μάτια μου, α. κάνω πως δεν αντιλαμβάνομαι ό,τι κακό ή ανεπίτρεπτο συμβαίνει γύρω μου, εθελοτυφλώ: «μέχρι πότε θα κλείνω τα μάτια μου στις αταξίες σου!». β. κοιμάμαι: «δε θυμάμαι τι ώρα χτες βράδυ έκλεισα τα μάτια μου». (Λαϊκό τραγούδι: όταν κοιμάται ο δυστυχής, κανείς μην τον ξυπνήσει, ξεχνάει τα πάντα ο άνθρωπος τα μάτια του σαν κλείσει). γ. πεθαίνω: «όλοι μια μέρα θα κλείσουμε τα μάτια». (Λαϊκό τραγούδι: την τελευταία μου στιγμή, τα μάτια μου πριν κλείσω, τότε γλυκιά μανούλα μου, εσένα θα ζητήσω)· βλ. και φρ. του κλείνω τα μάτια·
- κλείνω τα μάτια μου μια για πάντα, πεθαίνω: «όταν θα κλείσω τα μάτια μου μια για πάντα, θέλω να με θάψετε στη Θεσσαλονίκη»·
- κόβει το μάτι του, α. έχει δυνατή όραση: «για δες εσύ, που κόβει το μάτι σου, τι γράφει εκεί πέρα;». β. έχει παρατηρητικότητα ή έχει ορθή κρίση: «εσένα που κόβει το μάτι σου, μήπως πρόσεξες τι χρώμα είχε τ’ αυτοκίνητο που πέρασε; || για πες μου εσύ, που κόβει το μάτι σου, τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;»·
- κόβω το μάτι, ξεματιάζω: «ήταν για θάνατο, αν δεν πήγαινε στην τάδε να του κόψει το μάτι»·
- κοιμάται μ’ ανοιχτά μάτια ή κοιμάται μ’ ανοιχτά τα μάτια ή κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, το άτομο για το ποίο γίνεται λόγος, μπορεί κανείς να το ξεγελάσει με μεγάλη ευκολία, είναι κουτό, ανόητο, βλάκας: «μην τον εμπιστευτείς καμιά σοβαρή δουλειά, γιατί κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά και θα τον ξεγελάσουν με το πρώτο»·
- κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό, κοιμάται πολύ ελαφρά, ιδίως γιατί υποπτεύεται κάποιον κίνδυνο: «απ’ τη μέρα που άνοιξε δοσοληψίες με την αστυνομία, κάθε βράδυ κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό»·
- κοίτα με στα μάτια ή κοίταξέ με στα μάτια, έκφραση που απευθύνουμε στο συνομιλητή μας, όταν περιμένουμε την απάντησή του σε κάποια ερώτηση που του θέσαμε, και η έννοια είναι πως περιμένουμε να μας πει την αλήθεια, γιατί έχει παρατηρηθεί πως, όποιος λέει ψέματα, αποφεύγει να δει κατάματα το συνομιλητή του. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το για. (Λαϊκό τραγούδι: για κοίτα με στα μάτια λοιπόν κι εξηγήσου πού δίνεις το γλυκό το θερμό το φιλί σου, δεν είχες μυστικά από μένα θυμήσου, για κοίτα με στα μάτια λοιπόν). Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το και πες μου την αλήθεια·  
- κοιτάζει με γυάλινα μάτια, κοιτάζει ανέκφραστος: «είναι άνθρωπος σκληρός και ψυχρός και κοιτάζει με γυάλινα μάτια τους συνανθρώπους του»·
- κοιτάζονται στα μάτια, το ζευγάρι για το οποίο γίνεται λόγος, είναι πάρα πολύ ερωτευμένο: «απ’ τη μέρα που γνωρίστηκαν, κοιτάζονται στα μάτια»·
- κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου, βλ. φρ. βλέπω με την άκρη του ματιού μου·
- κοίταξέ με μ’ ένα μάτι, να σε δω με δυο, βλ. φρ. δες με μ’ ένα μάτι, να σε δω με δυο·
- κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει, βλ. λ. κόρακας·
- κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά ή κρατώ ανοιχτά τα μάτια μου, βλ. φρ. έχω τα μάτια μου ανοιχτά·
- κρατώ τα μάτια μου κλειστά ή κρατώ κλειστά τα μάτια μου, βλ. φρ. έχω τα μάτια μου κλειστά·
- μ’ ένα δεύτερο μάτι, βλ. συνηθέστ. με μια δεύτερη ματιά·
- μ’ έφαγε με τα μάτια του, α. με βάσκανε, με μάτιασε: «μ’ έφαγε με τα μάτια του, μόλις μ’ είδε μέσα στο καινούριο μου αυτοκίνητο και λίγο παρακάτω τράκαρα». β. κάρφωσε απροκάλυπτα το βλέμμα του επάνω μου και με κοίταζε αδιάκοπα και εξεταστικά, συνήθως με ερωτική διάθεση: «μόλις μπήκα μέσα, μ’ έφαγε με τα μάτια της μέχρι την ώρα που έφυγα»·
- μ’ έχει στο μάτι, λέγεται σε περίπτωση που κάποιος δε με συμπαθεί και για το λόγο αυτό δεν είναι ακριβοδίκαιος μαζί μου: «ποτέ του δε μου έχει δώσει δίκιο, γιατί μ’ έχει στο μάτι». (Λαϊκό τραγούδι: τον ένα λέγανε Κωστή, τον άλλονε Σταμάτη· τους γύρευαν από καιρό αχ, τους είχανε στο μάτι). Από τη συνηθισμένη δικαιολογία των μαθητών για κάποιον καθηγητή τους, όταν τους βαθμολογεί με όχι καλό βαθμό·
- μάτι να μη σε πιάσει, ευχή σε κάποιον για την αποτροπή βασκανίας, ματιάσματος: «όπου και να πας, παιδάκι μου, μάτι να μη σε πιάσει»·  
- μάτι νερού, βλ. λ. νερό·
- μάτια γλυκά μου μάτια μου τωνε ματιών μου μάτια ή μάτια γλυκά μου μάτια μου των οματιών μου μάτια, έκφραση απέραντης τρυφερότητας που απευθύνουμε σε κάποιο άτομο·
- μάτια μου! α. προσφώνηση τρυφερότητας σε αγαπημένο ή οικείο πρόσωπο: «μήπως σε στενοχώρησα, μάτια μου! || πετάξου, μάτια μου, μέχρι το σπίτι και πες στη γυναίκα μου πως θ’ αργήσω!». (Λαϊκό τραγούδι: μη μου θυμώνεις, μάτια μου,που φεύγω για τα ξένα, πουλί θα γίνω και θα ’ρθω πάλι κοντά σε σένα). β. ειρωνική προσφώνηση σε άτομο: «τι λες, μάτια μου, που θα σηκωθώ για να καθίσεις εσύ!». (Λαϊκό τραγούδι: ανάποδα μετράς κι όλα τα δίκια, μάτια μου,για σένα τα κρατάς
- μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται, ο μακροχρόνιος αποχωρισμός δυο ανθρώπων έχει ως μοιραία κατάληξη τη λησμονιά. (Λαϊκό τραγούδι: μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται κι όλα ξεχνιούνται, αχ όλα ξεχνιούνται
- μαύρα μάτια κάναμε (να δω ή να δούμε κάποιον), είναι πολύς καιρός που δε σε είδα, που δε σε είδαμε: «βρε, καλώς το παιδί, μαύρα μάτια κάναμε για να σε δούμε». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- μαύρισε το μάτι μου, επιθυμώ έντονα κάτι που το έχω στερηθεί πάρα πολύ: «μαύρισε το μάτι μου για ένα τρικούβερτο γλέντι όπως παλιά || μαύρισε το μάτι μου για ένα καλό ψάρι || μαύρισε το μάτι μου για μια καλή κουβέντα»·
- μαύρισε το μάτι μου απ’ την πείνα ή το μάτι μου μαύρισε απ’ την πείνα, βλ. λ. πείνα·
- με γεια τα μάτια! ειρωνική παρατήρηση σε κάποιον που δε βλέπει κάτι που του δείχνουμε επίμονα, ιδίως από κάποια απόσταση: «ούτε τώρα βλέπεις τη βάρκα στο πέλαγος; Ε, τι να σου πω, ρε παιδάκι μου, με γεια τα μάτια!»·
- με γυμνό μάτι, που δε χρειάζεται κανείς τη βοήθεια οποιουδήποτε οπτικού οργάνου για να δει κάτι: «ήταν τόσο φωτεινό τ’ αστέρι, που μπορούσε να το δει κανείς με γυμνό μάτι»·
- με δεμένα μάτια ή με δεμένα τα μάτια ή με τα μάτια δεμένα, χωρίς ιδιαίτερο κόπο ή προσπάθεια, πάρα πολύ εύκολα: «το κάνω με δεμένα μάτια || τον νικώ με δεμένα τα μάτια»·
- με κλειστά μάτια ή με κλειστά τα μάτια ή με τα μάτια κλειστά, α. με πολύ μεγάλη ευκολία: «αυτόν που μου λες, τον νικώ με κλειστά μάτια || αυτό που μου λες, το κάνω με κλειστά τα μάτια». β. χωρίς εξέταση, χωρίς έλεγχο: «τ’ αγόρασε με κλειστά μάτια και την πάτησε». γ. με απόλυτη σιγουριά, με απόλυτη εμπιστοσύνη: «αυτόν τον άνθρωπο, τον εμπιστεύομαι με κλειστά τα μάτια»·
- με πειράζει στα μάτια, (ιδίως για φωτισμό) μου προκαλεί πρόβλημα στην όραση: «δεν μπορώ να βγω το καλοκαίρι έξω χωρίς γυαλιά, γιατί ο ήλιος με πειράζει στα μάτια»·
- με πιάνει το μάτι, ματιάζομαι: «κάθε φορά που θα φορέσω καινούριο ρούχο, με πιάνει το μάτι και το λερώνω ή το σκίζω». (Λαϊκό τραγούδι: το θαλασσί της θάλασσας κι όλο το μπλε του χάρτη, να μπει στη χάντρα που φοράς να μη σε πιάνει μάτι
- με τα μάτια μου ή με τα ίδια μου τα μάτια, εγώ ο ίδιος, είμαι αυτόπτης μάρτυρας, έχω άμεση αντίληψη κάποιου γεγονότος: «δεν μπορείς να μου αλλάξεις γνώμη, γιατί σου λέω πως το είδα με τα ίδια μου τα μάτια»·
- με τι μάτια να τον δω, βλ. φρ. δεν έχω μάτια να τον δω·
- με το μάτι, χωρίς μέτρημα ή ζύγισμα, κατ’ εκτίμηση: «με το μάτι υπολογίζω πως θα πρέπει να ’ναι πάνω από δέκα κιλά»·
- μένει το κακό μάτι ή μένει το κακό το μάτι, βλ. φρ. μένει το μάτι του κόσμου·
- μένει το μάτι του κόσμου, μένει η ζηλοφθονία για κάτι καλό που συμβαίνει, που τυχαίνει σε κάποιον: «μην επιδεικνύεις τα λεφτά σου, γιατί μένει το μάτι του κόσμου»·
- μένω μ’ ανοιχτά μάτια ή μένω μ’ ανοιχτά τα μάτια ή μένω μ’ ανοιχτά τα μάτια μου ή μένω με τα μάτια ανοιχτά ή μένω με τα μάτια μου ανοιχτά, εκπλήσσομαι έντονα με αυτό που μου λέει ή που μου δείχνει κάποιος: «έμεινα με τα μάτια ανοιχτά, μόλις είδα το καινούριο του αυτοκίνητο || μόλις μου είπε πως σκέφτεται να χωρίσει, έμεινα με τα μάτια ανοιχτά, γιατί αυτός ήταν τρελά ερωτευμένος με τη γυναίκα του»·
- μέσ’ απ’ τα μάτια μου, βλ. φρ. μπροστά απ’ τα μάτια μου·
- μέσα στα μάτια μου, βλ. συνηθέστ. μπροστά στα μάτια μου·
- μέχρις εκεί που φτάνει το μάτι σου, βλ. φρ. ως εκεί που φτάνει το μάτι σου·
- μη με δει κανένα μάτι, μη με δει, αντιληφθεί κάποιος άνθρωπος: «θα ’ρθω μόλις σκοτεινιάσει, για να μη με δει κανένα μάτι». (Λαϊκό τραγούδι: κανένα μάτι μη μας δει, πέτα σαν πρώτα το κλειδί
- μήπως με γελούν τα μάτια μου; λέγεται στην περίπτωση που μας είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε αυτό που βλέπουμε: «μήπως με γελούν τα μάτια μου, ρε παιδιά; Έχω πράγματι τον πρώτο αριθμό του λαχείου;»·
- μήπως πήρε το μάτι σου, μήπως είδες τυχαία, μήπως έτυχε να δεις: «μήπως πήρε το μάτι σου τον αναπτήρα μου; || μήπως πήρε το μάτι σου τον τάδε στη συγκέντρωση;»·   
- μικρό είναι το μάτι σου! α. επιθετική απάντηση σε άτομο που υποστηρίζει πως κάτι που έχουμε ή που του δείχνουμε είναι μικρό, άχρηστο ή χωρίς καθόλου αξία. β. επιθετική απάντηση σε άτομο που υποστηρίζει πως λόγω μικρής ηλικίας, δεν μπορούμε να φέρουμε σε πέρας κάτι·
- μικρός, (μικρή, μικρό) στο μάτι, μεγάλος (μεγάλη, μεγάλο) στο κρεβάτι, α. ειρωνική απάντηση σε άτομο που υποστηρίζει πως λόγω μικρής ηλικίας, δεν έχουμε την εμπειρία της ερωτικής πράξης. β. (ειδικά για άντρα) ειρωνική απάντηση σε άτομο που υποστηρίζει πως δεν είμαστε άξιοι να επιβάλλουμε τη σεξουαλική πράξη, επειδή έχουμε μικρό πέος, πράγμα για το οποίο, βέβαια, έχουμε εντελώς αντίθετη γνώμη, όχι ως προς το μέγεθος, αλλά ως προς την ικανότητα. Συνών. τα ακριβά αρώματα, τα βάζουν σε μικρά μπουκαλάκια. Πρβλ. οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τό εὖ· βλ. και φρ. μικρό είναι το μάτι σου(!)·
- μιλάνε με τα μάτια, τα άτομα για τα οποία