Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
τύραννος

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

τύραννος, ο, ουσ. [<αρχ. τύραννος], ο τύραννος· άνθρωπος σκληρός, βασανιστής, καταπιεστής: «έχει ένα σύζυγο τύραννο σωστό». (Λαϊκό τραγούδι: γλυκέ μου τύραννε, ας μην ξημέρωνε και όλη τη βραδιά να σ’ έχω αγκαλιά).