Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
τεχνίτης

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

τεχνίτης, ο, θηλ. τεχνίτρια κ. τεχνίτρα, η, ουσ. [<αρχ. τεχνίτης], ο τεχνίτης. 1. (για ποδοσφαιριστές) που κατέχει καλά τα μυστικά της μπάλας, που είναι πολύ ικανός παίχτης, ο μπαλαδόρος: «η ομάδα μας έκανε μια πολύ πετυχημένη μεταγραφή, γιατί ο παίχτης που πήραμε είναι μεγάλος τεχνίτης». 2. (για τάβλι) αυτός που παίζει πολύ καλό τάβλι, ο ταβλαδόρος: «δεν παίζει πια κανείς μαζί του, γιατί είναι πολύ τεχνίτης». 3. (γενικά) άνθρωπος επιδέξιος, ικανός σε κάτι: «είναι τεχνίτης στον έρωτα || είναι τεχνίτης στο να τουμπάρει τους ανθρώπους».