Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
στερνά

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

στερνά, τα, ουσ. [πλ. ουδ. του επιθ. στερνός], τα τελευταία χρόνια της ζωής ή οι τελευταίες στιγμές της ζωής κάποιου: «στα στερνά της ζωής του έχασε τα λογικά του»·
- καλά στερνά! α. ευχή σε νιόπαντρο ζευγάρι για σταθερή, μόνιμη και αδιατάρακτη ζωή. Συνών. καλά γεράματα! (α) / στεριωμένα! (ενν. τα στέφανα του γάμου) / στεριωμένοι! / β. ευχή σε κάποιον να ζήσει ευτυχισμένα τα τελευταία χρόνια της ζωής του. γ. έκφραση με την οποία δυσανασχετούμε, επειδή θα μας δοθεί κάτι πάρα πολύ αργά: «εγώ τώρα το χρειάζομαι κι αν μου το δώσεις τότε, καλά στερνά!». δ. (ειρωνικά) τώρα που το κατάλαβες, τώρα που το αντιλήφθηκες, χάθηκε η ευκαιρία, πέταξε το πουλί: «ήρθα για τη δουλειά που έγραφαν οι μικρές αγγελίες; -Τώρα που ήρθες, καλά στερνά, γιατί τη δουλειά την πήρε άλλος!»·
- τα στερνά τιμούν τα πρώτα, οι καλές πράξεις που κάνει κάποιος προς το τέλος της ζωής του, αποκαθιστούν το κακό παρελθόν του: «παρόλο το κακό του παρελθόν, προς το τέλος της ζωής του βοήθησε πολύ κόσμο κι έτσι πέθανε τιμημένος, γιατί, όπως λένε, τα στερνά τιμούν τα πρώτα».