Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
προπονώ

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

προπονώ, ρ. [<αρχ. προπονῶ], προπονώ· προετοιμάζω κάποιον εντατικά για κάτι, για κάποια υπόθεση, ώστε να την αντιμετωπίσει με επιτυχία: «έχω πάρει έναν καθηγητή και προπονεί το γιο μου στα μαθηματικά». Από τη γλώσσα του ποδοσφαίρου. (Τραγούδι: την καρδιά μου στα ξενύχτια την προπόνησα και την έκανα στα τρίποντα ξεφτέρι, κι ένα βράδυ που καιγότανε τ’ αστέρι στις παλιές μου γνωριμίες τηλεφώνησα).