Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
νόμισμα

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

νόμισμα, το, ουσ. [<αρχ. νόμισμα], το νόμισμα. (Ακολουθούν 11 φρ.)·
- γερό νόμισμα, βλ. φρ. σκληρό νόμισμα·
- είναι (οι δυο) όψεις του ίδιου νομίσματος, βλ. λ. όψη·
- είναι (οι δυο) πλευρές του ίδιου νομίσματος, βλ. λ. πλευρά·
- η άλλη όψη του νομίσματος, βλ. λ. όψη·
- η άλλη πλευρά του νομίσματος, βλ. λ. πλευρά·
- η μία όψη του νομίσματος, βλ. λ. όψη·
- η μια πλευρά του νομίσματος, βλ. λ. πλευρά·
- πληρώνομαι με το ίδιο νόμισμα, μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο κακό τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρθηκα, μου ανταποδίδουν τα ίσα: «αφού φέρθηκα σκάρτα, δεν μπορώ να πω τίποτα που πληρώθηκα με το ίδιο νόμισμα». (Λαϊκό τραγούδι: λίγα μπιζού και δυο στολίδια τιποτένια, αυτά σε κάνανε για να με αρνηθείς· να μη ξεχνάς, όμως, να το ’χεις πάντα έννοια, με το ίδιο νόμισμα κι εσύ θα πληρωθείς
- πληρώνω με το ίδιο νόμισμα, συμπεριφέρομαι με τον ίδιο κακό τρόπο με τον οποίο μου συμπεριφέρθηκαν, ανταποδίδω τα ίσα: «αφού μου φέρθηκε σκάρτα, τον πλήρωσα κι εγώ με το ίδιο νόμισμα». (Λαϊκό τραγούδι: μία σου και μία μου θα το μετανιώσεις, με το ίδιο νόμισμα θα το πληρώσεις
- σκληρό νόμισμα, που δεν πέφτει η αξία του, το ισχυρό νόμισμα: «όλες οι συναλλαγές με το εξωτερικό γίνονται με σκληρό νόμισμα || η λίρα, το δολάριο και το ευρώ αποτελούν τα σκληρά νομίσματα της παγκόσμιας οικονομίας»·
- το νόμισμά σου ήταν κάλπικο ή τα νομίσματά σου ήταν κάλπικα, ειρωνική παρατήρηση σε κάποιον που έχει εκφέρει λάθος γνώμη για ένα θέμα και προσπαθεί να μας δικαιολογηθεί με το εγώ νόμιζα.

όψη

όψη, η, ουσ. [<αρχ. ὄψις], η όψη· βλ. και λ. υπόψη·
- είναι (οι δυο) όψεις του ίδιου νομίσματος, λέγεται για δυο περιπτώσεις που στην πραγματικότητα είναι ίδιες: «όσον αφορά στην οικονομία, οι απεργίες των εργατών και οι καταλήψεις των εργοστασίων, είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος»·
- εκ πρώτης όψεως, με την πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς στη θέα ατόμου ή πράγματος χωρίς ουσιαστική εξέταση: «εκ πρώτης όψεως, τι να σου πω, μου φαίνεται καλός άνθρωπος || εκ πρώτης όψεως τ’ αυτοκίνητό σου φαίνεται κανόνι, θα το δούμε όμως και στην πράξη»·
- εξ όψεως, α. λέγεται για κάποιον που γνωρίζουμε μόνο από τη μορφή του κι όχι από προσωπική γνωριμία, που δεν έχουμε δηλαδή μιλήσει μαζί του: «δεν ξέρω να σου πω τι σόι άνθρωπος είναι, γιατί τον ξέρω μόνο εξ όψεως». β. λέγεται για κάτι που το γνωρίζουμε μόνο από το σχήμα του, τη μορφή του, αλλά δεν έχουμε προσωπική γνώμη για την ποιότητά του ή τη λειτουργικότητά του, γιατί δεν ήρθαμε ποτέ σε επαφή μαζί του: «αυτό τ’ αυτοκίνητο, αγόρι μου, το ξέρω μόνο εξ όψεως, γιατί δεν είναι για την τσέπη μου κι έτσι αδιαφορώ αν είναι καλό ή όχι»  
- η άλλη όψη του νομίσματος, η αντίθετη άποψη ενός ζητήματος, μιας υπόθεσης, ενός προβλήματος, η άλλη εκδοχή: «να δούμε πρώτα και την άλλη όψη του νομίσματος και μετά αποφασίζουμε»·
- η μία όψη του νομίσματος, η μια άποψη ενός ζητήματος, υπόθεσης ή προβλήματος, η μια εκδοχή: «αυτό που λες είναι η μία όψη του νομίσματος, για να πάρω όμως την απόφασή μου, πρέπει ν’ ακούσω και την άλλη»·
- λογαριασμός όψεως, βλ. λ. λογαριασμός·
- όψη, θρέψη καλή, στερεότυπη έκφραση των παλαιότερων γιατρών, που διαπίστωναν την ανάρρωση του ασθενή ή την καλή υγεία κάποιου από την όψη του και από την όρεξή του για φαγητό.

πλευρά

πλευρά, η, ουσ. [<αρχ. πλευρά], η πλευρά. 1. μέρος, μπάντα: «εσύ από την πλευρά μου είσαι ή από την πλευρά του;». 2. άποψη: «σύμφωνα με τη δική μου πλευρά, νομίζω πως έχει δίκιο». 3. το καθένα από τα κόκαλα του θώρακα των ανθρώπων και των θηλαστικών, το παΐδι: «έφαγα τόσο ξύλο, που ακόμα μου πονούν τα πλευρά μου»· βλ. και λ. πλευρό. (Ακολουθούν 13 φρ.)·
- απ’ τη μια πλευρά…, απ’ την άλλη πλευρά όμως…, πρόταση της οποίας το δεύτερο σκέλος δηλώνει δισταγμό ή φόβο για την πραγματοποίηση αυτού που δηλώνει το πρώτο σκέλος: «απ’ τη μια πλευρά το ξέρεις πως θέλω να σε βοηθήσω να πιάσεις δουλειά στο εργοστάσιο, απ’ την άλλη πλευρά όμως διστάζω, γιατί όλοι γνωρίζουν πως είσαι γιος του φίλου μου και φοβάμαι μήπως κατηγορηθώ για μεροληψία»·
- είναι (οι δυο) πλευρές του ίδιου νομίσματος, βλ. συνηθέστ. είναι (οι δυο) όψεις του ίδιου νομίσματος, βλ. λ. όψη·
- έχει και την κακή πλευρά του ή έχει και τις κακές πλευρές του ή έχει και την κακή του πλευρά ή έχει και τις κακές του πλευρές, έχει και κακό χαρακτήρα σε αντιδιαστολή με τον καλό που μας παρουσιάζει: «μη σας πιάνει ο ενθουσιασμός με την αύξηση που σας έδωσε, γιατί έχει και τις κακές του πλευρές αυτός ο άνθρωπος»·
- έχει και την καλή πλευρά του ή έχει και τις καλές πλευρές του ή έχει και την καλή του πλευρά ή έχει και τις καλές του πλευρές, έχει και καλό χαρακτήρα σε αντιδιαστολή με τον κακό που μας παρουσιάζει: «μην το κατηγορούμε συνέχεια τον άνθρωπο, γιατί έχει και τις καλές του πλευρές»·
- η άλλη πλευρά του νομίσματος, βλ. συνηθέστ. η άλλη όψη του νομίσματος, λ. όψη·
- η μια πλευρά του νομίσματος, βλ. συνηθέστ. η μία όψη του νομίσματος, λ. όψη·
- θα σου μαυρίσω τα πλευρά, (απειλητικά ή προειδοποιητικά) θα σε δείρω, θα σε ξυλοκοπήσω άγρια: «αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σου μαυρίσω τα πλευρά»·
- θα σου σπάσω τα πλευρά, (απειλητικά ή προειδοποιητικά) θα σε δείρω, θα σε ξυλοκοπήσω πολύ άγρια: «αν ενοχλήσεις ξανά την κόρη μου, θα σου σπάσω τα πλευρά»·
- θα σου τσακίσω τα πλευρά, βλ. φρ. θα σου σπάσω τα πλευρά·
- του μαύρισε τα πλευρά, τον έδειρε, τον ξυλοκόπησε άγρια: «κάποια στιγμή παρεξηγήθηκαν κι ο δικός σου του μαύρισε τα πλευρά»·
- του μέτρησε τα πλευρά, τον έδειρε, τον ξυλοκόπησε άγρια: «τον νευρίασε με τ’ αστεία που του ’κανε, κι αυτός πάνω στα νεύρα του του μέτρησε τα πλευρά»·
- του ’σπασε τα πλευρά, τον έδειρε, τον ξυλοκόπησε πολύ άγρια: «είχε παλιές διαφορές μαζί του κι όταν συναντήθηκαν, του ’σπασε τα πλευρά»·
- του τσάκισε τα πλευρά, βλ. φρ. του ’σπασε τα πλευρά.