Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
νοικοκυρά

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

νοικοκυρά, η, πλ. νοικοκυρές κ. νοικοκυράδες, οι, ουσ. [<μσν. νοικοκυρά, θηλ. ου ουσ. νοικοκύρης]. 1. η οικοδέσποινα, η κυρία του σπιτιού και της οικογένειας: «ποια είναι η νοικοκυρά αυτού του σπιτιού;». 2. αυτή που ασχολείται με προθυμία και αγάπη με τις δουλειές του σπιτιού της: «είναι πολύ τυχερός, γιατί παντρεύτηκε και όμορφη γυναίκα και νοικοκυρά». 3. η ιδιοκτήτρια ενός σπιτιού: «κάθε πρώτη του μηνός πληρώνω το νοίκι στη νοικοκυρά μου». (Λαϊκό τραγούδι: έτσι και σε δει η νοικοκυρά μου και ρωτήσει τι θες στην κάμαρά μου, πες της καθαρά πως είσαι η κυρά μου)· βλ. και λ. νοικοκύρης·
- αδειάζει το καλάθι της νοικοκυράς, βλ. λ. καλάθι·
- γεμίζει το καλάθι της νοικοκυράς, βλ. λ. καλάθι·
- η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά, λέγεται για τη γυναίκα εκείνη που ασχολείται με αγάπη και προθυμία με τις δουλειές του σπιτιού της και τη φροντίδα των οικείων της, αλλά, παράλληλα, ζει και αντιμετωπίζεται από αυτούς ως κυρία και τις προσφέρουν τιμές και απολαύσεις. Πρβλ.: να ’ταν κοντά σου να ’ρχομουν δούλα με θες, κυρά σου, να σου ’τοιμάζω το ψωμί που πας για τη δουλειά σου και να ρωτώ την έννοια σου στα μάτια τα μελένια σου! (Λαϊκό τραγούδι)·
- κάνω νοικοκυρά (κάποια), (για άντρες) την παντρεύομαι: «την πήρε φτωχή και την έκανε νοικοκυρά». (Λαϊκό τραγούδι: πήγα και στεφανώθηκα μες τον Άγιο Διονύση και σ’ έκανα νοικοκυρά και ποιος να σου μιλήσει). Πολύ σπάνια ακούγεται στο αρσενικό. 

καλάθι

καλάθι, το, ουσ. [<μτγν. καλάθιον, υποκορ. του αρχ. ουσ. κάλαθος], το καλάθι. 1. (για μπάσκετ) υπερυψωμένο μεταλλικό στεφάνι από όπου πρέπει να περάσει η μπάλα από κάποιον αντίπαλο παίχτη για να σημειώσει πόντο υπέρ της ομάδας του. 2. ως επιφών. καλάθια! ειρωνικό επιφώνημα σε κάποιον που στην ερώτησή μας πώς πας ή πώς τα πας ή πώς τα περνάς ή πώς πάνε τα πράματα, μας απαντάει καλά, ενώ εμείς γνωρίζουμε πως κάθε άλλο παρά καλά πάνε. Συνών. καλάμια! Υποκορ. καλαθάκι, το. Μεγεθ. καλαθάρα κ. καλαθούνα, η (βλ. λ.)· βλ. και λ. κάλαθος. (Ακολουθούν 15 φρ.)·
- αδειάζει το καλάθι της νοικοκυράς, λέγεται στην περίπτωση που μειώνεται η αγοραστική αξία του ευρώ: «με τη σκληρή οικονομική πολιτική της κυβέρνησης άρχισε ν’ αδειάζει το καλάθι της νοικοκυράς»· βλ. και φρ. το καλάθι της νοικοκυράς·
- βάζω καλάθι, (για μπασκετμπολίστες) πετυχαίνω να περάσω την μπάλα μέσα από το υπερυψωμένο μεταλλικό στεφάνι της αντίπαλης ομάδας, σκοράρω: «σε κάθε παιχνίδι ο τάδε παίχτης βάζει τουλάχιστον δέκα καλάθια»·
- γεμίζει το καλάθι της νοικοκυράς, λέγεται στην περίπτωση που αυξάνεται η αγοραστική αξία του ευρώ: «μετά από περίοδο σκληρής οικονομικής πολιτικής άρχισε να γεμίζει πάλι το καλάθι της νοικοκυράς»· βλ. και φρ. το καλάθι της νοικοκυράς·
- δίποντο καλάθι, (για μπάσκετ), βλ. λ. δίποντο·
- καλάθι των αχρήστων, βλ. λ. άχρηστος·
- καλάθια και πανέρια! ειρωνική έκφραση σε κάποιον που στην ερώτησή μας πώς πας ή πώς τα πας ή πώς τα περνάς ή πώς πάνε τα πράγματα, μας απαντάει καλά, ενώ εμείς γνωρίζουμε πως κάθε άλλο παρά καλά πάνε. Συνών. καλάμια και παλούκια(!)·
- μου πήραν τ’ αβγά και τα καλάθια, βλ. λ. αβγό·
- όπου ακούς πολλά κεράσια, βάστα και μικρό καλάθι ή όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι, βλ. λ. κεράσι·
- στα καλάθια δε χωρεί και στα κοφίνια περισσεύει ή στο καλάθι δε χωρεί και στο κοφίνι περισσεύει, α. ειρωνική αμφισβήτηση για κάποιον που μας αναφέρεται πως είναι καλός: «ο τάδε είναι μια χαρά παιδί. -Στα καλάθια δε χωρεί και στα κοφίνια περισσεύει». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι μωρέ ή το ειρωνικό πως. β. λέγεται για κάποιον που σε κάθε περίπτωση μένει ανικανοποίητος, δυσαρεστημένος: «πάλι δεν είναι ευχαριστημένος ο τάδε με τη μοιρασιά. -Τον βαρέθηκα πια μ’ αυτή την γκρίνια του, γιατί στα καλάθια δε χωρεί και στα κοφίνια περισσεύει»·
- τι καλά, καλάθια! απάντηση απογοήτευσης ή δυσφορίας στη δεδομένη σιγουριά του συνομιλητή μας με το πάμε καλά ε(;). Συνών. τι καλά, καλάμια(!)·
- το καλάθι της νοικοκυράς, έκφραση που χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για το αν πηγαίνει καλά η όχι μια οικονομία, ή για το αν ευημερούν ή όχι οι πολίτες ενός κράτους, ή για το αν υπάρχει ακρίβεια ή όχι στην αγορά. Από το ότι η νοικοκυρά είναι αυτή που κατά κύριο λόγο ενδιαφέρεται για τις καθημερινές προμήθειες του σπιτιού και άρα αυτή ξέρει την αγοραστική δύναμη του μισθού·
- το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων, βλ. λ. άχρηστος·
- τον πέταξε στο καλάθι των αχρήστων, βλ. λ. άχρηστος·
- τρίποντο καλάθι, (για μπάσκετ), βλ. λ. τρίποντο·
- χάνω τ’ αβγά και τα καλάθια, βλ. λ. αβγό.