Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 αποτελέσματα (1 έως 20)
κόντρα

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

κόντρα, επίρρ. [<ιταλ. contra], κόντρα. 1. αντίθετα, ενάντια: «το καράβι πήγαινε κόντρα στα κύματα || ο άνεμος ήταν κόντρα». 2. αντίδραση ως απάντηση σε μια συμπεριφορά που μας ενοχλεί, το αντίμετρο: «παραμύθι αυτός, κόντρα παραμύθι εγώ». (Λαϊκό τραγούδι: πες εσύ και πες εγώ, μια εσύ και μια εγώ, κόντρα εσύ και κόντρα εγώ και δώσ’ του χαβαδάκι). (Ακολουθούν 12 φρ.)·
- βάζω κόντρα, βλ. φρ. κρατώ κόντρα·
- είναι κόντρα ο καιρός, βλ. λ. καιρός·
- κάνω κόντρα ρελάνς, βλ. λ. ρελάνς·
- κόντρα γέφυρα, βλ. λ. γέφυρα·
- κρατώ κόντρα , α. βάζω αντίσταση σε μια δύναμη που ενεργεί: «όσο θα σφίγγω εγώ, εσύ θα κρατάς κόντρα». β. υπομένω σθεναρά τις αντιξοότητες της ζωής: «κράτα κόντρα, γιατί μπόρα είναι και θα περάσει»·
- μου πάει κόντρα, μου εναντιώνεται: «ό,τι και να πω, μου πάει κόντρα αυτός ο άνθρωπος»·
- μου πάνε όλα κόντρα ή όλα μου πάνε κόντρα ή όλα κόντρα μου πάνε, οι δουλειές μου ή οι υποθέσεις μου εξελίσσονται αντίθετα προς τις επιθυμίες μου: «πάω να σκάσω απ’ τη στενοχώρια μου, γιατί τον τελευταίο καιρό όλα μου πάνε κόντρα»·
- μου ’ρχονται όλα κόντρα ή όλα μου ’ρχονται κόντρα ή όλα κόντρα μου ’ρχονται, βλ. φρ. μου πάνε όλα κόντρα·
- πάω κόντρα, εναντιώνομαι, αντιστέκομαι: «απ’ τη μέρα που τον γνώρισα, πάω κόντρα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί νομίζει πως τα ξέρει όλα και μου τη δίνει». (Λαϊκό τραγούδι: Είσαι το κλάμα της Καισαριανής. Είμαι μιας μάνας δάκρυ απ’ το Χαϊδάρη. Χρόνια που δε μας χάιδεψε κανείς. Χρόνια που πάμε κόντρα στον Βαρδάρη
- πάω κόντρα με τον καιρό ή πάω κόντρα στον καιρό, βλ. λ. καιρός·
- πάω κόντρα ρελάνς, βλ. λ. ρελάνς·
- τα παίρνω κόντρα (ενν. τα γένια μου), ξυρίζομαι από κάτω προς τα πάνω: «όταν ξυρίζομαι, δεν τα παίρνω ποτέ κόντρα, γιατί ερεθίζεται το δέρμα μου»· βλ. και φρ. παίρνω την κόντρα μου.

κόντρα

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

κόντρα, η, ουσ. [από το επίρρ. κόντρα]. 1. έντονη αντιπαράθεση, το μάλωμα, ο καβγάς: «χτες βράδυ έγινε μεγάλη κόντρα στο μαγαζί του τάδε και δεν έμεινε τίποτα όρθιο». 2. το ξύρισμα με αντίθετη φορά: «έριξε την κόντρα του, παρφουμαρίστηκε και βγήκε τσάρκα». 3. ανάποδο πάτημα του πεντάλ του ποδηλάτου για να φρενάρει: «την τελευταία στιγμή πάτησα την κόντρα κι έτσι δεν έπεσα πάνω του». 4. (για τυχερά παιχνίδια) το τρίτο και τελευταίο παιχνίδι, που όποιος το κερδίσει, είναι ο νικητής: «όση ώρα έπαιζαν την κόντρα στο τάβλι, όλοι από γύρω παρακολουθούσαν μ’ ενδιαφέρον». 5. (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) η τοποθέτηση του ποδιού μπροστά στην μπάλα τη στιγμή που ο αντίπαλος παίχτης επιχειρεί σουτ: «φοβάται τις κόντρες, γιατί παλιότερα είχε σπάσει το πόδι του». 6. (στη γλώσσα των μηχανόβιων) συνήθως στον πλ. οι κόντρες, αυτοσχέδιος νυχτερινός αγώνας ταχύτητας με μοτοσικλέτες υπό μορφή χρηματικού στοιχήματος: «κονομάει ένα σωρό λεφτά απ’ τις κόντρες». Ισχύει και για αυτοκίνητα. Συνών. κολλητήρια. Στις μεγάλες πόλεις υπάρχουν καθορισμένοι χώροι όπου γίνονται αυτοί οι αγώνες και παρόλο το κυνηγητό που έχει εξαπολύσει η αστυνομία, οι ενδιαφερόμενοι συνεχίζουν απτόητοι·
- μ’ έχει στην κόντρα, μου συμπεριφέρεται επίτηδες με άσχημο τρόπο για να εκνευριστώ και να τσακωθούμε, μου μπαίνει άγρια, με κοντράρει: «πώς να συνεργαστώ μαζί του, αφού, απ’ την μέρα που πάτησε το πόδι του, μ’ έχει διαρκώς στην κόντρα!»·
- παίρνω την κόντρα μου ή παίρνω τις κόντρες μου, βλ. φρ. ρίχνω την κόντρα μου·
- πας μια κόντρα; ή είσαι για μια κόντρα; (στη γλώσσα των μηχανόβιων) συμφωνείς να συναγωνιστούμε σε έναν αγώνα ταχύτητας(;)·
- πήρα μια κόντρα, (στη γλώσσα των μηχανόβιων) κέρδισα έναν αγώνα ταχύτητας: «κερνώ εγώ τα ποτά, γιατί πήρα μια κόντρα»·
- ρίχνω την κόντρα μου ή ρίχνω τις κόντρες μου, ξυρίζομαι με μεγάλη επιμέλεια: «κάθε φορά που είναι να βγω ραντεβού με καινούρια γκόμενα, ρίχνω τις κόντρες μου για να δείχνω πιο ωραίος»·
- τα παίρνει σε κόντρες, (στη γλώσσα των μηχανόβιων) κερδίζει χρήματα σε αγώνες ταχύτητας: «τα βολεύει μια χαρά στη ζωή του, γιατί τα παίρνει σε κόντρες»·
- την κόντρα ή το πάτσι ή το κόντρα ή το πάτσι (ενν. παιχνίδι), πρόταση από το χαμένο παίχτη στον κερδισμένο για επανάληψη του παιχνιδιού, ιδίως στο τάβλι, με την ελπίδα να ισοφαρίσει: «θα παίξουμε την κόντρα ή το πάτσι, κι αν με ξανακερδίσεις, θα σταματήσουμε».