Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
κατάστρωμα

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

κατάστρωμα, το, ουσ. [<αρχ. κατάστρωμα <καταστρώννυμι], το κατάστρωμα·
- ταξιδεύω κατάστρωμα, ταξιδεύω με πλοίο ως επιβάτης τρίτης θέσης: «όταν ήμουν φοιτητής, ταξίδευα πάντα κατάστρωμα, γιατί έτσι ταξίδευε όλη η νεολαία».