Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
κάπως

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

κάπως, επίρρ. [από την αρχ. φρ. κἂν πώς]. 1. με κάποιον τρόπο: «πλούσια ή φτωχικά, κάπως θα μπορέσουμε κι εμείς να ζήσουμε!». 2. λίγο: «είναι κάπως ακριβό για μένα αυτό το κόσμημα»·
- είμαι κάπως, (στη νεοαργκό) βρίσκομαι σε ψυχολογική κατάσταση που δεν μπορώ ακριβώς να καθορίσω, να προσδιορίσω, κινούμαι ακαθόριστα και αβέβαια: «σήμερα είμαι κάπως, γιατί, απ’ το πρωί, δεν ξέρω ακριβώς τι, αλλά κάτι δεν πάει καλά»·
- κάπως έτσι, περίπου έτσι: «κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα || κάπως έτσι πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί η κατάσταση»·
- μου κάνει κάπως, (στη νεοαργκό) μου προξενεί δυσάρεστη έκπληξη, δεν μπορώ να το πιστέψω: «απ’ τη μέρα που κέρδισε το λαχείο, μου κάνει κάπως με τη συμπεριφορά του»·
- νιώθω κάπως, (στη νεοαργκό) βλ. φρ. είμαι κάπως·
- την είδε κάπως ή την έχει δει κάπως, (στη νεοαργκό) συμπεριφέρεται στους άλλους αφ’ υψηλού, τους σνομπάρει, επειδή έχει την εντύπωση πως είναι σπουδαίος: «μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει με τον τάδε και την έχει δει κάπως;»· βλ. και φρ. την είδε, λ. είδα·
- το παίζει κάπως, (στη νεοαργκό) συμπεριφέρεται με ένα προσποιητό ύφος: «τι συμβαίνει με τον τάδε και το παίζει κάπως;»· βλ. φρ. την είδε κάπως.