Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
δύναμη

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

δύναμη, η, ουσ. [<αρχ. δύναμις], η δύναμη. 1. οτιδήποτε δίνει ανωτερότητα ή ισχύ σε κάποιον: «στη σημερινή εποχή, περισσότερο κι από το πνεύμα η δύναμη στον άνθρωπο είναι το χρήμα». (Λαϊκό τραγούδι: στον κόσμο το σημερινό αυτό το ξέρουν όλοι, η δύναμη στον άνθρωπο είναι το πορτοφόλι). 2. οτιδήποτε μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τον κόσμο: «η τηλεόραση είναι μεγάλη δύναμη». 3. η ένταση: «είχε τέτοια δύναμη η φωνή του, που τους ξύπνησε όλους». (Ακολουθούν 26 φρ.)·
- βάζει και την πορδή του δύναμη, βλ. λ. πορδή·
- βάζω όλες τις δυνάμεις μου ή βάζω όλες μου τις δυνάμεις, βλ. φρ. βάζω όλα τα δυνατά μου, λ. δυνατός·
- βρίσκω τη δύναμη να…, βρίσκω, αποκτώ το σθένος, το κουράγιο να…: «για ένα διάστημα μετά τη χρεοκοπία του δεν ήξερε τι του γινόταν, αλλά, σιγά σιγά βρήκε τη δύναμη να ξαναστήσει την επιχείρησή του»·
- γαϊδουρινή δύναμη, η πολύ μεγάλη δύναμη: «δεν παλεύει κανένας μαζί του γιατί ο τύπος έχει γαϊδουρινή δύναμη»·
- δεν έχω τις δυνάμεις να…, α. δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να…: «με βρήκες σε άσχημη στιγμή και δεν έχω τις δυνάμεις να σε βοηθήσω για να πάει μπροστά η δουλειά σου». β. έχω εξαντληθεί σωματικά για να…: «δεν έχω τις δυνάμεις να προχωρήσω περισσότερο»·
- είναι δύναμη, είναι πλούσιος, έχει ισχύ, κύρος, επιρροή: «αν σου υποσχέθηκε πως θα σε βοηθήσει, μη φοβάσαι τίποτα, γιατί είναι δύναμη»·
- είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου ή είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου, ξεπερνάει κάτι τις δυνατότητες ή τις ικανότητές μου: «μέχρις αυτό το σημείο μπορώ να σε βοηθήσω, αλλά για περισσότερο μην ελπίζεις, γιατί είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου || δεν μπορώ ν’ αναλάβω μια τόσο δύσκολη δουλειά, γιατί είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου»·
- επίδειξη δυνάμεως, ενέργεια που έχει ως κύριο σκοπό να δείξει ότι κάποιος έχει την υπεροχή σε έναν τομέα, ιδίως στρατιωτικό, πολιτικό ή οικονομικό: «η στρατιωτική παρέλαση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια επίδειξη δυνάμεως σε όσους επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας μας»·
- έχω δύναμη, έχω επιρροή, επιβολή, ισχύ, κύρος: «όσο έχω δύναμη σ’ αυτό το χώρο, θα βοηθώ όποιον έχει ανάγκη»·
- η δύναμη σου, φράση που λέγεται στα μικρά παιδιά, όταν τα ταΐζουμε και δε θέλουν να τελειώσουν το φαγητό τους, ιδίως για την τελευταία μπουκιά που, για να τα πείσουμε να την καταπιούν, λέμε ότι περιέχει όλη τη δύναμη της τροφής που τρώνε: «τη δύναμη σου θα αφήσεις στο πιάτο;»·
- καμιά δύναμη, απολύτως τίποτε, κανένας: «καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να με κάνει να χωρίσω με τη γυναίκα μου || καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να καταλύσει στο εξής τη δημοκρατία στην Ελλάδα»·
- κάνω οικονομία δυνάμεων, βλ. λ. οικονομία·
- κινητήρια δύναμη, το χρήμα: «όταν σου λείπει η κινητήρια δύναμη, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία με την οποία η μέσα πλευρά του διπλωμένου δείκτη, τρίβει επανειλημμένα τη μέσα πλευρά του αντίχειρα·
- κρατώ εφεδρείες δυνάμεων, βλ. λ. εφεδρεία·
- Κύριε των δυνάμεων! βλ. λ. κύριος·
- μαζεύω δύναμη ή μαζεύω δυνάμεις, βλ. φρ. παίρνω δύναμη·
- με δικές μου δυνάμεις ή με τις δικές μου δυνάμεις ή με τις δικές μου τις δυνάμεις, με τις προσωπικές μου δυνατότητες: «δεν πρέπει να με ζηλεύεις, γιατί, ό,τι κι αν έγινα, έγινα με τις δικές μου τις δυνάμεις»·
- με καμιά δύναμη, με κανέναν τρόπο: «δε θα κάνω με καμιά δύναμη αυτό που μου ζητάς, γιατί είναι αντίθετο με τη φιλοσοφία μου»·
- με όλες μου τις δυνάμεις ή με όλες τις δυνάμεις μου, επιστρατεύοντας κάθε υλική ή σωματική μου ισχύ, κάθε δυνατό μέσο που διαθέτω: «θα σε βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις»·
- παίρνω δύναμη ή παίρνω δυνάμεις, α. ενισχύω τον οργανισμό μου, τον τονώνω με καλή διατροφή και υγιεινή ζωή: «επειδή ήσουν ένα μήνα ξάπλα στο νοσοκομείο, πρέπει ν’ αρχίσεις να τρως καλά και να γυμνάζεσαι για να πάρεις πάλι δυνάμεις». β. δυναμώνω ψυχικά, ανακτώ το κουράγιο μου: «τον συμβούλεψα σαν πατέρας και μ’ αυτά που του ’πα πήρε δύναμη να παλέψει για να ξεφύγει απ’ τα ναρκωτικά». γ. οργανώνομαι, ανασυντάσσομαι συστηματικά για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού: «ανέλαβα μια καινούρια δουλειά και παίρνω δυνάμεις για να τη φέρω σε πέρας όσο πιο καλά μπορώ»·
- σκοτεινές δυνάμεις, λέγεται για να δηλώσουμε απροσδιόριστους παράγοντες, που επεμβαίνουν αρνητικά στη ζωή ενός ατόμου, ιδίως στη ζωή ενός συνόλου ατόμων: «σκοτεινές δυνάμεις κινούν τα νήματα του ελληνικού χρηματιστηρίου || σκοτεινές δυνάμεις κατέλυσαν τη δημοκρατία της Ελλάδας το 1967»·
- στο μέτρο των δυνάμεων (κάποιου), βλ. συνηθέστ. στο μέτρο του δυνατού, λ. δυνατός·
- το κατά δύναμιν, όσο μπορεί να αντέξει ή μπορεί να κάνει κανείς κάτι: «θα με βοηθήσεις; -Το κατά δύναμιν»·
- του δίνω δύναμη, του δίνω κουράγιο να ξεπεράσει κάποια δυσκολία του: «όταν απελπίστηκε από τη ζωή, μόνο ο φίλος του του ’δινε δύναμη και τον βοηθούσε»·
- χάνω τη δύναμή μου, χάνω την ισχύ μου, την επιρροή μου, το κύρος μου: «απ’ τη μέρα που το κόμμα έχασε την κυβέρνηση, έχασα κι εγώ τη δύναμή μου»·
- χάνω τις δυνάμεις μου, εξαντλούμαι σωματικά: «μετά από πορεία τεσσάρων ωρών, έχασα τις δυνάμεις μου».

κύριος

κύριος, ο, ουσ. [αρσ. του επιθ. κύριος]. 1. αυτός που έχει υπό την εξουσία του κάτι ή κάποιον, αυτός που εξουσιάζει, που ελέγχει, ο εξουσιαστής, ο κυρίαρχος: «ο Χίτλερ ονειρευόταν να γίνει ο κύριος ολόκληρου του κόσμου, αλλά την πάτησε». 2. άντρας ευγενικός, με άψογη συμπεριφορά, καθώς πρέπει, αξιοπρεπής: «μ’ αρέσει να κάνω παρέα μαζί του, γιατί είναι πολύ κύριος». 3. συνοδευτικό ονόματος άντρα: «ο κύριος Γιάννης || ο κύριος Γιώργος || ο κύριος Νίκος». 4. τιμητική προσφώνηση σε άντρα ή προσφώνηση σε άντρα που δε γνωρίζουμε το όνομά του: «πώς είσθε, κύριε Νίκο; || με συγχωρείτε, κύριε, πώς θα πάω σ’ αυτή τη διεύθυνση;». 5. χαρακτηρισμός ή προσφώνηση του οικοδεσπότη από το υπηρετικό προσωπικό: «με καλέσατε, κύριε; || μήπως θέλετε τίποτε άλλο, κύριε;». 6. ο δάσκαλος, ο καθηγητής: «ο κύριός μας μας πληροφόρησε πως αύριο θα πάμε εκδρομή». 7. με κεφαλαίο, ο Κύριος, ο Θεός, ο Χριστός. Ακούγεται και κύργιος, ο. Πρβλ..: Κυργιαλέησον! έθιμο των κατοίκων της Μηλιάς Κοζάνης κατά το οποίο τα ξημερώματα των Φώτων, πριν ακόμη αγιαστούν τα νερά, οι νέοι του χωριού παίρνουν τις άγιες εικόνες από το εξωκλήσι της Αγίας Ειρήνης και τις περιφέρουν στους αγρούς επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο Κυργιαλέησον! για να έχουν καλή σοδειά. (Ακολουθούν 35 φρ.)·
- αποδήμησε εις Κύριον, πέθανε: «αυτόν που ζητάτε, αποδήμησε εις Κύριον πριν από έναν χρόνο»·
- γίνομαι ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- γίνομαι κύριος της καταστάσεως, βλ. λ. κατάσταση·
- γίνομαι κύριος του παιχνιδιού, βλ. λ. παιχνίδι·
- έγινε ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- έγινε χαλασμός Κυρίου, βλ. λ. χαλασμός·
- είμαι ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- είμαι κύριος, είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, απόλυτα βολεμένος, δεν έχω την ανάγκη κανενός: «τώρα που μου ’πεσε αυτή η κληρονομιά, είμαι κύριος || τώρα που μπήκα στο δημόσιο, είμαι κύριος»·
- είμαι κύριος της καταστάσεως, βλ. λ. κατάσταση·
- είμαι κύριος του εαυτού μου, βλ. λ. εαυτός·
- είμαι κύριος του παιχνιδιού, βλ. λ. παιχνίδι·
- έφυγε σαν κύριος, α. αποχώρησε από κάπου με αξιοπρέπεια και με τιμές: «όταν βγήκε στη σύνταξη και παρέδωσε τη διεύθυνση, έφυγε σαν κύριος απ’ το εργοστάσιο, γιατί υπήρξε δίκαιος και αγαπητός απ’ όλους τους εργαζομένους». β. αν και ήταν ένοχος ή υπόλογος για κάτι, εντούτοις βρήκε την ευκαιρία και έφυγε από κάποιο χώρο χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανένα: «την ώρα που οι δυο πελάτες αρπάχτηκαν μέσα στο μαγαζί κι όλοι έτρεξαν να τους χωρίσουν, αυτός σήκωσε το ταμείο κι έφυγε σαν κύριος». Από το ότι έναν κύριο δύσκολα τολμά κανείς να το σταματήσει ή να τον ελέγξει· 
- η οδός του Κυρίου, βλ. λ. οδός·
- Θεέ και Κύριε! ή Κύριε ελέησον! ή Κύριε των δυνάμεων! ή Μέγας είσαι, Κύριε! ή μνήσθητί μου, Κύριε! ή σώσον Κύριε τον λαόν σου! έκφραση θαυμασμού, έκπληξης, αγανάκτησης ή απορίας για κάτι που γίνεται ή λέγεται μπροστά μας ή για κάτι που μας λένε: «Κύριε των δυνάμεων, τι θα δούνε ακόμα τα μάτια μας! || Κύριε ελέησον, τι θ’ ακούσουν ακόμα τ’ αφτιά μας!». Οι φρ. παρμένες από την εκκλησιαστική υμνολογία·
- θου Κύριε (φυλακήν τω στόματί μου), έκφραση με την οποία δηλώνουμε πως προτιμάμε να σιωπήσουμε, γιατί, αν μιλήσουμε, θα πρέπει αναγκαστικά να πούμε κάτι κακό για κάποιον ή να τον βρίσουμε·
- καλός κύριος! βλ. φρ. σπουδαίος κύριος(!)·
- κύριος Ηλιθιόπουλος, βλ. λ. Ηλιθιόπουλος·
- κύριος Καριολίδης, βλ. λ. Καριολίδης·
- κύριος με τα όλα του, από όλες τις απόψεις καθώς πρέπει άντρας: «ο τάδε που μου γνώρισες, είναι κύριος με τα όλα του»·
- κύριος Μπουφίδης, βλ. λ. Μπουφίδης·
- Κύριος οίδε! λέγεται για κάτι που μας είναι εντελώς άγνωστο, εντελώς αβέβαιο, που ο μόνο ο Θεός το ξέρει: «Κύριος οίδε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα! || μήπως ξέρεις πότε θα ’ρθει ο τάδε; -Κύριος οίδε!». Συνών. ένας Θεός ξέρει ή ένας Θεός το ξέρει·
- κύριος Τοκτοκίδης, βλ. λ. Τοκτοκίδης·
- κύριος Χαζοβιολίδης, βλ. λ. Χαζοβιολίδης·
- μάλιστα κύριε, έκφραση με την οποία επιβεβαιώνει κάποιος στο συνομιλητή του το φόβο του ή τη δυσαρέσκειά του γι’ αυτά που προηγουμένως έχουν ειπωθεί: «βγαίνεις το πρωί απ’ το σπίτι σου για να πας στη δουλειά σου και μέχρι να φτάσεις στη στάση των λεωφορείων, παθαίνεις καρδιακό και ξάπλα κάτω. Μάλιστα κύριε || αντί να μου πει ευχαριστώ που τον βοήθησα, πήγε και με κατηγόρησε. Μάλιστα κύριε». (Λαϊκό τραγούδι: μα τις νυχτιές σαν συλλογιέμαι τα μάτια της τα μενεξιά, φοβάμαι και αναρωτιέμαι πώς θα σ’ αντέξω μοναξιά. Μάλιστα κύριε
- Μέγας είσαι Κύριε! βλ. φρ. Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου(!)·
- Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου! βλ. λ. έργο·
- ο κύριος αρχιφύλακας ή ο κύριος διευθυντής ή ο κύριος υπάλληλος, (στη γλώσσα της φυλακής) ο προδότης, ο καταδότης: «όταν έρχεται ο κύριος αρχιφύλακας, αρχίζουμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων»·
- ο κύριος τίποτα, βλ. λ. τίποτα·
- όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε, α. λέγεται για δραστήρια ενέργεια που γίνεται συνήθως λόγω ελλείψεως χρόνου: «καθυστέρησα και δεν πρόλαβα να πάρω τίποτα, γιατί, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε». Συνών. η πίτα τρώγεται ζεστή / κάλλιο να το παρά πού ’ν’ το / κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει (β) / στη βράση κολλάει το σίδερο / το γοργόν και χάριν έχει. Αντίθ. δεν είναι βία / εις αύριο τα σπουδαία / κι αύριο μέρα είναι / σπεύδε βραδέως (β). β. (για εμπορεύματα) έγινε ανάρπαστο λόγω πρωτοτυπίας του ή λόγω της  φτηνής τιμής του: «μόλις άνοιξα το μαγαζί, έγινε όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε και σε μια ώρα είχα ξεπουλήσει»·
- σπουδαίος κύριος! (ειρωνικά ή υποτιμητικά) έκφραση με την οποία κρίνουμε αρνητικά τη συμπεριφορά ενός άντρα: «μόλις τον βάλαμε στην παρέα μας, άρχισε να ρίχνετε στις γυναίκες μας. -Σπουδαίος κύριος!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μμμ, τι να σου πω ·
- συμφωνία κυρίων, βλ. λ. συμφωνία·
- τα κάνω ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα·
- το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς, βλ. λ. παπάς·
- τον κάνω ανάστα ο Κύριος, βλ. λ. ανάστα.

οικονομία

οικονομία, η, ουσ. [<αρχ. οἰκονομία], η οικονομία·
- κάνω οικονομία, (για τάβλι) καθυστερώ όσο μπορώ, να βάζω πούλια στο μέρος που θα αρχίσω το μάζεμα είτε για να μην ξεπλακώσω πιασμένο πούλι του αντιπάλου μου είτε για να τον υποχρεώσω να ξεπλακώσει κάποιο δικό μου που έχει πιασμένο: «θα κάνω οικονομία όσο αντέξω, μήπως και μπορέσω να τον κάνω να ξεπλακώσει το πούλι μου»·
- κάνω οικονομία δυνάμεων, δεν εξαντλώ όλες τις ψυχικές, ιδίως τις σωματικές μου δυνάμεις σε κάποια προσπάθεια που καταβάλλω, για να τις χρησιμοποιήσω σε κάποια καταλληλότερη στιγμή: «όταν ξεκινώ κάτι, στην αρχή κάνω οικονομία δυνάμεων και στην κατάλληλη στιγμή τα δίνω όλα»·
- οικονομία με πήλινα πόδια, λέγεται, ιδίως για οικονομία κράτους που παρ’ όλη την ανάπτυξή της, στηρίζεται πάνω σε σαθρές βάσεις: «ενώ η οικονομία έδειχνε στα χαρτιά πως ήταν πολύ ισχυρή, με την πρώτη αναταραχή αποδείχτηκε πως ήταν οικονομία με πήλινα πόδια».

πορδή

πορδή, η, ουσ. [<αρχ. πορδή], η πορδή. 1. (υποτιμητικά ή υβριστικά και για τα δυο φύλα) αυτός που είναι ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος: «δεν είναι σωστό εσύ, κοτζάμ επιστήμονας, να κάνεις παρέα μ’ αυτή την πορδή». 2. ειρωνική, υποτιμητική ή υβριστική προσφώνηση σε άντρα: «πάρε δρόμο από δω, ρε πορδή, που θέλεις να ’ρθεις μαζί μας!». 3. ειρωνική ή επιτιμητική προσφώνηση σε πολύ μικρό στην ηλικία ή πολύ κοντό και αδύναμο άτομο: «φύγε από δω, ρε πορδή, που ακόμα δεν έβγαλες μουστάκια και θέλεις να μας πεις και τη γνώμη σου! || πρόσεχε, ρε πορδή, γιατί, έτσι όπως μπερδεύεσαι ανάμεσα στα πόδια μου, μπορεί να σε πατήσω!». Υποκορ. πορδίτσα και πορδούλα, η. Μεγέθ. πόρδος, ο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 17 φρ.)·
- αρχόντου λόγος και πορδές γαϊδάρου ένα, βλ. λ. γάιδαρος·
- αφήνω μια πορδή, κλάνω: «επειδή έφαγα φασουλάδα, άφηνα κάθε τόσο μια πορδή». (Τραγούδι: έρχεστε κατά πάνω μου μιλώντας σαν τρελλοί, τ’ αυτιά μου κλείνω κι αφήνω μια πορδή
- βάζει και την πορδή του δύναμη, δίνει μεγάλη σημασία, μεγιστοποιεί κάτι πολύ ασήμαντο που έχει κάνει: «αγόρασε ένα αυτοκινητάκι, κι αυτό μεταχειρισμένο, και το διαδίδει σ’ όλη τη γειτονιά, αλλά έτσι ήταν από μικρό παιδί, βάζει και την πορδή του δύναμη»·
- είχαμε πορδές σακιά, μας ήρθανε κι απ’ τα χωριά, βλ. συνηθέστ. τα ’χαμε χύμα, μας ήρθαν και τσουβαλάτα, λ. χύμα·
- έριξε πορδή και το ’κανε κανόνι, μεγιστοποίησε στο έπακρο κάποια μικρή του επιτυχία: «έβγαλε κι αυτός το λύκειο και κοκορεύεται λες κι έκανε κάτι. -Έριξε πορδή και το ’κανε κανόνι»·
- η πορδή κι αν δε βρομάει, πάντα πορδή είναι, ο κακός ο λόγος ακόμη και αν δε μας θίγει άμεσα, δεν παύει να είναι δυσάρεστος: «τι ι αν δε με αφορούν αυτές οι ανοησίες που λέει, γιατί η πορδή κι αν δε βρομάει, πάντα πορδή είναι»·
- κάθε γέρος την πορδή του την έχει μόσκο, βλ. συνηθέστ. ο καθένας την πορδή του μοσχολίβανο την έχει·
- με πορδές δε βάφονται αβγά ή με πορδές αβγά δε βάφονται ή με πορδές δε βάφονται τ’ αβγά ή με πορδές τ’ αβγά δε βάφονται, βλ. λ. αβγό·
- με πορδές δε γίνονται δουλειές ή με πορδές δουλειές δε γίνονται ή με πορδές δε γίνονται οι δουλειές ή με πορδές οι δουλειές δε γίνονται, βλ. λ. δουλειά·
- μια πορδή άνθρωπος ή μιας πορδής άνθρωπος, αυτός που είναι πολύ μικρός σε ηλικία ή πολύ κοντός και αδύναμος και, κατ’ επέκταση, άνθρωπος ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος: «μια πορδή άνθρωπος και θέλει να με συμβουλέψει! || ήταν μιας πορδής άνθρωπος κι ήθελε να τα βάλει μ’ έναν γίγαντα! || ήταν μια πορδή άνθρωπος και θέλησε να κοντραριστεί στον πλειοδοτικό διαγωνισμό μ’ έναν βιομήχανο». Συνών. μια μπουκιά άνθρωπος ή μιας μπουκιάς άνθρωπος / μια πήχη άνθρωπος ή μιας πήχης άνθρωπος / μια πιθαμή άνθρωπος ή μιας πιθαμής άνθρωπος / μια σταλιά άνθρωπος ή μιας σταλιάς άνθρωπος / μια φτυσιά άνθρωπος ή μιας φτυσιάς άνθρωπος / μια φυσηξιά άνθρωπος ή μιας φυσηξιάς άνθρωπος / μια χαψιά άνθρωπος ή μιας χαψιάς άνθρωπος·
- μίλα με γαϊδάρους να γροικάς πορδές, βλ. λ. γάιδαρος·
- μίλα με κώλους ν’ ακούσεις πορδές, βλ. λ. κώλος·
- ξεπετιέται σαν πορδή (στη μέση) ή ξεπετιέται σαν την πορδή (στη μέση), βλ. φρ. πετιέται σαν πορδή (στη μέση)·  
- ο καθένας την πορδή του μοσχολίβανο την έχει, ο καθένας αντιμετωπίζει τα ελαττώματά του με μεγάλη επιείκεια, και ακόμη μπορεί να τα παρουσιάσει και σαν προτερήματα: «μην περιμένεις να παραδεχτεί τα ελαττώματά του, γιατί ο καθένας την πορδή του μοσχολίβανο την έχει»·
- ο κώλος μας ο μάστορας βγάζει πορδές ματζόρε, βλ. λ. κώλος·
- οπού ακολουθάει το γάιδαρο, πίνει και τις πορδές του, βλ. λ. γάιδαρος·
- πετιέται σαν πορδή (στη μέση) ή πετιέται σαν την πορδή (στη μέση), διακόπτει κάθε τόσο μια συνομιλία, μια κουβέντα για να πει και αυτός τη γνώμη του: «δε σ’ αφήνει να πεις αυτό που θέλεις, γιατί, κάθε τόσο, πετιέται σαν πορδή στη μέση και σε διακόπτει».