Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
δίνω

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

δίνω, ρ. [<μτγν. δίδω <αρχ. δίδωμι], δίνω. 1. (για γονείς, συγγενείς) παντρεύω: «έδωσε την κόρη του σ’ ένα καλό παιδί». (Λαϊκό τραγούδι: στης ακρίβειας τον καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ και μου δώσαν μια γυναίκα που ’τρωγε για πέντε-δέκα). 2. (στη γλώσσα της αργκό) προδίδω, ρουφιανεύω κάποιον: «εσένα ποιος σ’ έδωσε στην αστυνομία;». Συνών. δένω (8) / καρφώνω (7). 3α.(για ακίνητα) αποφέρω εισόδημα: «έχω νοικιασμένο ένα διαμέρισμα που μου δίνει ένα καλό εισόδημα». β. (για μηχανήματα) παράγω: «είναι ολοκαίνουρια η μηχανή και δίνει μεγάλη ταχύτητα || παντρεύτηκαν μικροί κι έδωσαν στον κόσμο ένα σωρό παιδιά». 4. προσφέρω: «μου ’δωσε τον αναπτήρα του, γιατί αγόρασε άλλον». 5. δίνω ως προίκα, προικίζω: «όταν θα παντρευτεί, ο πατέρας της θα της δώσει τρία διαμερίσματα». (Λαϊκό τραγούδι: αχ, αν δε μου δώσει η μάνα σου ογδόντα δυο χιλιάδες αχ, να σ’ έχει να σε χαίρεται, να βόσκεις αγελάδες). 6. πουλώ: «σήμερα έδωσα όλο το εμπόρευμα || πόσο το δίνετε αυτό το έπιπλο;». (Λαϊκό τραγούδι: θα το δώσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς). 7. γεννώ: «παντρεύτηκαν μικροί κι έδωσαν στον κόσμο ένα σωρό παιδιά».(Λαϊκό τραγούδι: αϊτός αϊτό μεγάλωνε του ’λεγε και τον μάλωνε, αϊτόπουλο γεννήθηκες μ’ αϊτό να ζευγαρώσεις αϊτούς και συ να δώσεις).8. με το μυστήριο της βάφτισης δίνω σε ένα παιδί κάποιο όνομα: «την Κυριακή βαφτίζω την κόρη μου. -Τι όνομα θα της δώσετε;». Συνών. βάζω (7). 9α. δώσε, προστακτ. αορ., ανέβασε την ένταση στη μουσική: «δώσε λίγο, γιατί αυτό το ρεμπέτικο τραγούδι μ’ αρέσει πάρα πολύ». β. ανέβασε τις στροφές της μηχανής της μοτοσικλέτας ή του αυτοκινήτου, επιτάχυνε: «δώσε, ρε παιδάκι μου, να περάσουμε αυτή τη νταλίκα, που βαρέθηκα να τη βλέπω μπροστά μου!». 10. στο α΄ πλ. πρόσ. του αορ. δώσαμε, λέγεται, συνήθως επαναλαμβανόμενο, ως ειρωνική άρνηση σε κάποιον που μας ζητάει βοήθεια, ιδίως οικονομική. Από την εικόνα του ατόμου που, με τη δικαιολογία πως έχει ήδη συμβάλλει, αρνείται να προσφέρει τον οβολό του σε κάποιον έρανο. (Ακολουθούν 470 φρ.)·
- αλλού τρως και πίνεις (κι) αλλού πας και το δίνεις (ενν. το μουνί σου), βλ. λ. αλλού·
- αν δε δώσεις, δεν αγιάζεις, αυτός που δίνει σε αυτούς που έχουν ανάγκη, στους φτωχούς έχει την εύνοια του Θεού: «μην περιμένεις την ευλογία του Θεού, βρε τσιγκούναρε, γιατί, αν δε δώσεις, δεν αγιάζεις»·
- αν δεν κλάψει το παιδί, δεν του δίνουνε βυζί, βλ. λ. παιδί·
- αν δεν κλάψει το μωρό, η μάνα του δεν του δίνει να φάει, βλ. λ. μωρό·
- αν του δώσεις ψίχουλο, θα σου ζητά φραντζόλα, βλ. λ. ψίχουλο·
- αναφορά θα σου δώσω; (δώσουμε;), βλ. λ. αναφορά·
- απ’ τ’ Άι-Γιωργιού και πέρα, δώσ’ του φουστανιού σου αέρα, βλ. λ. φουστάνι·
- ας μην (το) δώσει ο Θεός, βλ. λ. Θεός
- αυτά τα χείλη έχουμε, τέτοια φιλιά δίνουμε, βλ. λ. χείλι·
- αφρίζει ξαφρίζει τον παρά μου έδωσα, βλ. λ. παράς·
- βράδυ σου δώσανε το δίπλωμα; βλ. λ. βράδυ·
- δαγκάνει το χέρι που του δίνει ψωμί, βλ. λ. χέρι·
- δε δαγκάνω το χέρι που μου δίνει ψωμί, βλ. λ. χέρι·
- δε δίνει αναφορά σε κανέναν ή δε δίνει σε κανέναν αναφορά, βλ. λ. αναφορά·
- δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν ή δε δίνει σε κανέναν λογαριασμό, βλ. λ. λογαριασμός·
- δε δίνει ούτε την αμαρτία του, βλ. λ. αμαρτία·
- δε δίνει σημεία ζωής ή δε δίνει σημείο ζωής, βλ. λ. ζωή·
- δε δίνει του αγγέλου του νερό ή δε δίνει ούτε στον άγγελό του νερό, βλ. λ. άγγελος·
- δε δίνει του αγίου του θυμίαμα ή δε δίνει ούτε στον άγιό του θυμίαμα, βλ. λ. άγιος·
- δε δίνει του αγίου νερό ή δε δίνει ούτε στον άγιό του νερό, βλ. λ. άγιος·
- δε δίνει χαμπάρι, βλ. λ. χαμπάρι·
- δε δίνω δεκάρα (τσακιστή), βλ. λ. δεκάρα·
- δε δίνω δίφραγκο, βλ. λ. δίφραγκο·
- δε δίνω δραχμή (τσακιστή), βλ. λ. δραχμή·
- δε δίνω δυάρα, βλ. λ. δυάρα·
- δε δίνω έναν παρά, βλ. λ. παράς·
- δε δίνω έναν πούτσο, βλ. λ. πούτσος·
- δε δίνω μία, βλ. λ. μία·
- δε δίνω πενηνταράκι, βλ. λ. πενηνταράκι·
- δε δίνω πεντάρα (τσακιστή), βλ. λ. πεντάρα·
- δε δίνω πίστη (ενν. σε κάποιον ή στα λόγια κάποιου), βλ. λ. πίστη·
- δε δίνω σημασία, βλ. λ. σημασία·
- δε δίνω τσεντέσιμο, βλ. λ. τσεντέσιμο·
- δε δίνω φράγκο (τσακιστό), βλ. λ. φράγκο·
- δέκα θα σου δίνω και μία θα μετράς (ενν. μπουνιές, ξυλιές κ.λπ.), βλ. λ. δέκα·
- δε μου ’δωσε (καμιά, καθόλου) σημασία, βλ. λ. σημασία·
- δεν του δίνω (καμιά, καθόλου) σημασία, βλ. λ. σημασία·
- δίνε του! α. φύγε αμέσως: «δίνε του, γιατί δε σε σηκώνει άλλο το κλίμα!». β. (απειλητικά ή προειδοποιητικά) φύγε! εξαφανίσου, γιατί διαφαίνεται κάποιος κίνδυνος, γκρεμοτσακίσου! ξεκουμπίσου! άδειασέ μου τη γωνιά(!): «δίνε του, ρε παιδάκι μου, δεν κατάλαβες ακόμα πως έχεις γίνει ενοχλητικός;». Συνών. κόβε! ή κόψε! / σπάνε! ή σπάσε! / στρίβε ή στρίψε(!)·
- δίνει και παίρνει, λέγεται για κάτι που γίνεται με μεγάλη συχνότητα ή με τη συμμετοχή όλων των παρευρισκομένων: «το πείραγμα δίνει και παίρνει»· βλ. και φρ. δίνω και παίρνω ·
- δίνει και το βρακί του, βλ. λ. βρακί·
- δίνει μπόι, (για ρούχα), βλ. λ. μπόι·
- δίνει ρεσιτάλ, βλ. λ. ρεσιτάλ·
- δίνει σόου, βλ. λ. σόου·
- δίνει στη γη βάρος ή δίνει βάρος στη γη, βλ. λ. γη·
- δίνει τα φιλιά της, βλ. λ. φιλί·
- δίνει το κορμί της, βλ. λ. κορμί·
- δίνει χρώμα στη φωνή του, βλ. λ. χρώμα·
- δίνουμε τα χέρια, βλ. λ. χέρι·
- δίνω αβάντζο (σε κάποιον), βλ. λ. αβάντζο·
- δίνω αγώνα, βλ. λ. αγώνας·
- δίνω αίμα, βλ. λ. αίμα·
- δίνω ακάλυπτη επιταγή, βλ. λ. επιταγή·
- δίνω αμανάτι, βλ. λ. αμανάτι·
- δίνω αμνηστία, βλ. λ. αμνηστία·
- δίνω αναφορά, βλ. λ. αναφορά·
- δίνω ανοιχτή επιταγή, βλ. λ. επιταγή·
- δίνω απάντηση, βλ. λ. απάντηση·
- δίνω αρραβώνα, βλ. λ. αρραβώνας·
- δίνω άσπρη κόλλα, βλ. λ. κόλλα·
- δίνω άφεση αμαρτιών, βλ. λ. άφεση·
- δίνω αφορμή για σχόλια, βλ. λ. αφορμή·
- δίνω αφτί, βλ. λ. αφτί·
- δίνω βάρος, βλ. λ. βάρος·
- δίνω βάση στα λόγια του, βλ. λ. βάση·
- δίνω βάση, βλ. λ. βάση·
- δίνω βερεσέ, βλ. λ. βερεσέ·
- δίνω γεύμα, βλ. λ. γεύμα·
- δίνω γη και ύδωρ, βλ. λ. γη·
- δίνω γνωριμία, βλ. λ. γνωριμία·
- δίνω γραμμή, βλ. λ. γραμμή·
- δίνω δείγμα γραφής ή δίνω δείγματα γραφής, βλ. λ. γραφή·
- δίνω δελτίο, βλ. λ. δελτίο·
- δίνω διαταγή, βλ. λ. διαταγή·
- δίνω δικαίωμα ή δίνω δικαιώματα, βλ. λ. δικαίωμα·
- δίνω διορία, βλ. λ. διορία·
- δίνω έκταση (σε κάτι), βλ. λ. έκταση·
- δίνω ελεημοσύνη, βλ. λ. ελεημοσύνη·
- δίνω ελπίδα ή δίνω ελπίδες (σε κάποιον), βλ. λ. ελπίδα·
- δίνω (ένα) πήδημα, βλ. λ. πήδημα·
- δίνω (ένα) σάλτο, βλ. λ. σάλτο·
- δίνω ένα (έναν) τράκο, βλ. λ. τράκος·
- δίνω ένα χέρι (χεράκι), βλ. λ. χέρι·
- δίνω εξετάσεις, βλ. λ. εξέταση·
- δίνω εξηγήσεις, βλ. λ. εξήγηση·
- δίνω εξήγηση, βλ. λ. εξήγηση·
- δίνω έτσι ή δίνω στο έτσι, βλ. λ. έτσι·
- δίνω ζωή, βλ. λ. ζωή·
- δίνω ιδιαίτερα (ενν. μαθήματα), βλ. λ. ιδιαίτερος·
- δίνω και παίρνω, α. έχω κυρίαρχο ρόλο σε μια δουλειά, κατάσταση ή υπόθεση: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου, δίνει και παίρνει». Συνών. λύνω και δένω. β.έχω δοσοληψίες, αλισβερίσι, είμαι άνθρωπος της αγοράς, είμαι μέσα στα πράγματα: «μια ζωή δίνει και παίρνει, αλλά προκοπή δεν είδε»· βλ. και φρ. δίνει και παίρνει ·
- δίνω και τη ζωή μου (για κάποιον ή για κάτι), βλ. λ. ζωή·
- δίνω και την καρδιά μου (για κάποιον ή για κάτι), βλ. λ. καρδιά·
- δίνω και την ψυχή μου (για κάποιον ή για κάτι), βλ. λ. ψυχή·
- δίνω και το βρακί μου, βλ. λ. βρακί·
- δίνω καιρό ή δίνω τον καιρό (σε κάποιον), βλ. λ. καιρός·
- δίνω καπάρο, βλ. λ. καπάρο·
- δίνω κέρδος, βλ. λ. κέρδος·
- δίνω κέφι, βλ. λ. κέφι·
- δίνω κλοτσιά ή δίνω κλοτσιές, βλ. λ. κλοτσιά·
- δίνω κουράγιο, βλ. λ. κουράγιο·
- δίνω κώλο, βλ. λ. κώλος·
- δίνω λαβή, βλ. λ. λαβή
- δίνω λαβή για σχόλια, βλ. λ. λαβή·
- δίνω λάσκο, βλ. λ. λάσκος·
- δίνω λευκή επιταγή (σε κάποιον), βλ. λ. επιταγή·
- δίνω λογαριασμό (σε κάποιον), βλ. λ. λογαριασμός·
- δίνω λόγο, βλ. λ. λόγος·
- δίνω λόγο των πράξεών μου, βλ. λ. λόγος·
- δίνω λύση ή δίνω τη λύση, βλ. λ. λύση·
- δίνω μάθημα, (για σπουδαστές) βλ. λ. μάθημα·
- δίνω μαθήματα, (για δασκάλους) βλ. λ. μάθημα·
- δίνω μαύρες κατάρες, βλ. λ. κατάρα·
- δίνω μάχη ή δίνω τη μάχη (για κάτι), βλ. λ. μάχη·
- δίνω μάχη για τη ζωή ή δίνω τη μάχη για τη ζωή, βλ. λ. μάχη·
- δίνω μια απόφαση, βλ. λ. απόφαση·
- δίνω μια βόλτα, βλ. λ. βόλτα·
- δίνω μια γύρα, βλ. λ. γύρα·
- δίνω μια γυροβολιά, βλ. λ. γυροβολιά·
- δίνω μια ιδέα, βλ. λ. ιδέα·
- δίνω μια στροφή, βλ. λ. στροφή·
- δίνω μια τράκα, βλ. λ. τράκα·
- δίνω μούντζες ή δίνω τις μούντζες μου, βλ. λ. μούντζα·
- δίνω μπαξίσι, βλ. λ. μπαξίσι·
- δίνω μπέσα, βλ. λ. μπέσα·
- δίνω μπόι, βλ. λ. μπόι·
- δίνω ντουμάνι, (για φωτιά), βλ. λ. ντουμάνι·
- δίνω ξυλιές, βλ. λ. ξυλιά·
- δίνω ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- δίνω όπλα, (για λαούς, φυλές ή ομάδες)βλ. λ. όπλο·
- δίνω όρκο, βλ. λ. όρκος·
- δίνω παίρνω, α. έχω συνεχείς εμπορικές δοσοληψίες με κάποιον: «μη με ρωτάς τώρα για το υπόλοιπο του λογαριασμού, γιατί δίνω παίρνω μ’ αυτόν τον άνθρωπο και δεν έχουμε κλείσει ακόμα λογαριασμό». β. συμμετέχω σε διαδικασία ανταλλαγής, παρουσιάζω κινητική συμπεριφορά: «έτσι είναι αυτά τα πράγματα, δίνεις παίρνεις, αλλιώς κάθεσαι και περιμένεις άπραγος». Πολλές φορές, επαναλαμβανόμενο·
- δίνω πανιά, βλ. λ. πανί·
- δίνω παράσταση, βλ. λ. παράσταση·
- δίνω παράτα, βλ. λ. παράτα1·
- δίνω παράτα, βλ. λ. παράτα2·
- δίνω παρηγοριά (σε κάποιον), βλ. λ. παρηγοριά·
- δίνω πάσα, βλ. λ. πάσα·
- δίνω πέναλτι, (για διαιτητές) βλ. λ. πέναλτι·
- δίνω πενταροδεκάρες, βλ. λ. πενταροδεκάρες·
- δίνω πεσκέσι, βλ. λ. πεσκέσι·
- δίνω πίστη (ενν. σε κάποιον ή στα λόγια κάποιου), βλ. λ. πίστη·
- δίνω πίστη στα λόγια του, βλ. λ. πίστη·
- δίνω πίσω (σε κάποιον κάτι), βλ. λ. πίσω·
- δίνω πίσω τον αρραβώνα, βλ. λ. αρραβώνας·
- δίνω πνοή (σε κάτι), βλ. λ. πνοή·
- δίνω προσοχή (σε κάποιον ή σε κάτι), βλ. λ. προσοχή·
- δίνω ραπόρτο, βλ. λ. ραπόρτο·
- δίνω ρέστα ή δίνω τα ρέστα μου, βλ. λ. ρέστα·
- δίνω σάρκα και οστά (σε κάτι), βλ. λ. σάρκα·
- δίνω σινιάλο, βλ. λ. σινιάλο·
- δίνω σκοπό (σε κάποιον), βλ. λ. σκοπός·
- δίνω σουτ, βλ. λ. σουτ·
- δίνω (στη) δημοσιότητα, βλ. λ. δημοσιότητα·
- δίνω στόχο, βλ. λ. στόχος·
- δίνω συνέχεια (σε κάτι), βλ. λ. συνέχεια·
- δίνω σύρμα, βλ. λ. σύρμα·
- δίνω συχωροχάρτι, βλ. λ. συχωροχάρτι·
- δίνω τ’ όνομά μου (σε κάποια ή σε κάποιον), βλ. λ. όνομα·
- δίνω τα μαλλιά της κεφαλής μου, βλ. λ. μαλλί·
- δίνω τα μαλλιοκέφαλά μου, βλ. λ. μαλλιοκέφαλα·
- δίνω τα φώτα μου, βλ. λ. φως·
- δίνω τέλος, βλ. λ. τέλος·
- δίνω τέρμα, βλ. λ. τέρμα·
- δίνω τη βάση, (για εκπαιδευτικούς), βλ. λ. βάση·
- δίνω τη βόλτα μου, βλ. λ. βόλτα·
- δίνω τη ζωή μου (για κάποιον ή για κάτι), βλ. λ. ζωή·
- δίνω τη ζωή μου για την πατρίδα, βλ. λ. ζωή·
- δίνω τη θέση μου (σε κάποιον), βλ. λ. θέση·
- δίνω την εντύπωση πως… ή δίνω την εντύπωση ότι…, βλ. λ. εντύπωση·
- δίνω την υπογραφή μου, βλ. λ. υπογραφή·
- δίνω την υπογραφή μου και με τα δυο μου, βλ. λ. υπογραφή·
- δίνω την υπογραφή μου και με χέρια και με πόδια, βλ. λ. υπογραφή·
- δίνω την ψυχή μου (για κάποιον ή για κάτι), βλ. λ. ψυχή·
- δίνω τις βόλτες μου, βλ. λ. βόλτα·
- δίνω τις γνώσεις μου, βλ. λ. γνώση·
- δίνω τις γύρες μου, βλ. λ. γύρα·
- δίνω τις γυροβολιές μου, βλ. λ. γυροβολιά·
- δίνω τις στροφές μου, βλ. λ. στροφή·
- δίνω τις στροφές της (ενν. της μηχανής μοτοσικλέτας ή αυτοκινήτου), βλ. λ. στροφή·
- δίνω (το) άδικο (σε κάποιον), βλ. λ. άδικος·
- δίνω το αίμα μου, βλ. λ. αίμα·
- δίνω το αίμα μου για την πατρίδα, βλ. λ. πατρίδα·
- δίνω το δαχτυλίδι (σε κάποιον), βλ. λ. δαχτυλίδι·
- δίνω το δικαίωμα (σε κάποιον), βλ. λ. δικαίωμα·
- δίνω το ελεύθερο να…, βλ. λ. ελεύθερος·
- δίνω το ένα μου μάτι για να…, βλ. λ. μάτι·
- δίνω το ένα μου πόδι για να…, βλ. λ. πόδι·
- δίνω το ένα μου χέρι για να…, βλ. λ. χέρι·
- δίνω το εντάξει, βλ. λ. εντάξει·
- δίνω το κακό παράδειγμα, βλ. λ. παράδειγμα·
- δίνω το καλό παράδειγμα, βλ. λ. παράδειγμα·
- δίνω το κλειδί της καρδιάς μου (σε κάποιον, σε κάποια), βλ. λ. κλειδί·
- δίνω το λογαριασμό (σε κάποιον), βλ. λ. λογαριασμός·
- δίνω το λόγο, βλ. λ. λόγος·
- δίνω το λόγο μου ή δίνω το λόγο της τιμής μου, βλ. λ. λόγος·
- δίνω το οκέι, βλ. λ. οκέι·
- δίνω το παράδειγμα, βλ. λ. παράδειγμα·
- δίνω (το) παρών, βλ. λ. παρών·
- δίνω (το) πράσινο φως να…, βλ. λ. φως·
- δίνω το πρόσχημα (σε κάποιον), βλ. λ. πρόσχημα·
- δίνω το σκοπό (σε κάποιον ή κάποιους), βλ. λ. σκοπός·
- δίνω το στίγμα μου, βλ. λ. στίγμα·
- δίνω το τηλέφωνό μου, βλ. λ. τηλέφωνο·
- δίνω το τιμόνι, βλ. λ. τιμόνι·
- δίνω το φιλί του Ιούδα, βλ. λ. Ιούδας·
- δίνω το χέρι μου (σε κάποιον), βλ. λ. χέρι·
- δίνω το χέρι της, βλ. λ. χέρι·
- δίνω τον εαυτό μου, βλ. λ. εαυτός·
- δίνω τον τόνο (σε κάποιον ή κάποιους), βλ. λ. τόνος·
- δίνω τόνο, βλ. λ. τόνος·
- δίνω τόπο στην οργή, βλ. λ. τόπος·
- δίνω τραπέζι, βλ. λ. τραπέζι·
- δίνω τράτο, βλ. λ. τράτο·
- δίνω τροφή, βλ. λ. τροφή·
- δίνω τροφή για σχόλια, βλ. λ. τροφή·
- δίνω υπόσχεση ή δίνω την υπόσχεσή μου, βλ. λ. υπόσχεση·
- δίνω υπόσχεση γάμου, βλ. λ. γάμος·
- δίνω φακελάκι, βλ. λ. φακελάκι·
- δίνω φάουλ, (για διαιτητές) βλ. λ. φάουλ·
- δίνω φόρα, βλ. λ. φόρα·
- δίνω φόρμα (σε κάτι), βλ. λ. φόρμα·
- δίνω φόρτσα, βλ. λ. φόρτσα·
- δίνω φτερά (σε κάποιον), βλ. λ. φτερό·
- δίνω χαμπέρι, βλ. λ. χαμπέρι·
- δίνω χάρη, βλ. λ. χάρη·
- δίνω χέρι βοηθείας (σε κάποιον), βλ. λ. χέρι·
- δίνω χρώμα (κάπου), βλ. λ. χρώμα·
- δίνω ψήφο ή δίνω την ψήφο μου, βλ. λ. ψήφος·
- δίνω ψυχή (σε κάτι), βλ. λ. ψυχή·
- δώσ’ εδώ και δώσ’ εκεί πώς θα κάνουμε βρακί; βλ. λ. βρακί·
- δώσ’ ένα χέρι (χεράκι), βλ. λ. χέρι·
- δώσ’ και σε μένα μπάρμπα ή δώσε και μένα μπάρμπα βλ. λ. μπάρμπας·
- δώσ’ μου, κυρά, τον άντρα σου κι εσύ κράτα τον κόπανο, βλ. λ. κόπανος·
- δώσ’ τα! βλ. φρ. δώσ’ τα όλα(!)·
- δώσ’ τα όλα! α. επιφώνημα ενθουσιασμού σε άτομο, ιδίως σε γυναίκα που χορεύει κάποιο λαϊκό χορό, ιδίως τσιφτετέλι, και την προτρέπουμε συνάμα να εξαντλήσει στο έπακρο όλες τις χορευτικές της ικανότητες. (Λαϊκό τραγούδι: ανέβα πίστα, τα μάτια κλείσ’ τα και δώσ’ τα όλα ως το πρωί, ανέβα πίστα, τα μάτια κλείσ’ τα γλυκιά μου αγάπη αμαρτωλή). Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το μεγάλη. Είναι και φορές που λέγεται με ειρωνική διάθεση, όταν η γυναίκα ξεπεράσει τα όρια και χορεύει πολύ λάγνα, πολύ προκλητικά. β. επιφώνημα ενθουσιασμού σε μουσικό, που παίζει σόλο μπουζούκι και τον προτρέπουμε συνάμα να εξαντλήσει στο έπακρο τις ικανότητες της δεξιοτεχνίας του. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το μεγάλε. γ.προτρεπτικό επιφώνημα με ειρωνική διάθεση σε άτομο που βήχει, φτύνει ή κάνει εμετό. Και σε αυτή την περίπτωση, πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το μεγάλε. Τέλος, να μην ξεχνάμε και την παρορμητική προτροπή του Αντρέα Παπανδρέου σε προεκλογική συγκέντρωση του κόμματός του το 1985 προς τον τότε υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησής του: Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα(!)· βλ. και φρ. τα δίνω όλα·
- δώσ’ τε και σώσ’ τε, απευθύνεται ως παράκληση από απελπισμένο άνθρωπο για άμεση παροχή βοήθειας, από την οποία εξαρτά τη σωτηρία του: «δώσ’ τε και σώσ’ τε, ρε παιδιά, γιατί δε τη βγάζω καθαρή». Από το διαφημιστικό μήνυμα του εράνου, για τον αντικαρκινικό αγώνα·
- δώσ’ το δρόμο! (για πράγματα), βλ. λ. δρόμος·
- δώσ’ το χέρι σου, βλ. λ. χέρι·
- δώσ’ τον (την) δρόμο! (για πρόσωπα), βλ. λ. δρόμος·
- δώσ’ του! έκφραση με την οποία προτρέπουμε, παρακινούμε κάποιον να ενεργήσει δυναμικά εναντίον κάποιου: «δώσ’ του ρε, μην τον φοβάσαι!»·
- δώσ’ του αέρα! βλ. λ. αέρας·
- δώσ’ του δρόμο! βλ. λ. δρόμος·
- δώσ’ του και…, συνέχεια, με επιμονή, χωρίς διακοπή: «δώσ’ του και ζητούσε απ’ όλους δανεικά || κάθε φορά που αποτύγχανε, δώσ’ του και ξανάρχιζε με περισσότερο πείσμα || επειδή είχε αργήσει, δώσ’ του κι έτρεχε για να προλάβει το τρένο»· βλ. και φρ. και δώσ’ του(!)·
- δώσ’ του κλοτσιά ή δώσ’ του μια κλοτσιά, βλ. λ. κλοτσιά·
- δώσ’ του μια! βλ. λ. μια·
- δώσ’ του να πάρει μια βόλτα, βλ. λ. βόλτα·
- δώσ’ του φάιροπ! βλ. λ. φάιροπ·
- δώσ’ του χαβαδάκι! βλ. λ. χαβαδάκι·
- δώσαμε τα χέρια, βλ. λ. χέρι·
- δώσε βάση, βλ. λ. βάση·
- δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ’ ανέβει στο κρεβάτι, βλ. λ. θάρρος·
- δώσε μου το τηλέφωνό σου, βλ. λ. τηλέφωνο·
- δώσε ό,τι καταλαβαίνεις, βλ. λ. καταλαβαίνω·
- δώσε πέντε, βλ. λ. πέντε·
- δώσε το βίντεο, (στη γλώσσα της τηλεόρασης) βλ. λ. βίντεο·
- έγινε δώσ’ και σε μένα μπάρμπα ή έγινε δώσε και μένα μπάρμπα, βλ. λ. μπάρμπας·
- έδωσα όσο μπορούσα ή έδωσα ό,τι μπορούσα, προσπάθησα για κάτι ή βοήθησα κάποιον, σύμφωνα με τις δυνατότητές μου: «δεν πρέπει να ’χεις παράπονο από μένα, γιατί έδωσα όσο μπορούσα στην περίπτωσή σου»·
- έδωσε αέρα λεφτά, βλ. λ. αέρας·
- έδωσε και…, μπόρεσε, κατόρθωσε, αξιώθηκε επιτέλους: «όταν του επανέλαβα για πέμπτη φορά τι εννοούσα, έδωσε και κατάλαβε || μετά από τόσον καιρό έδωσε κι ήρθε να με δει». Πολλές φορές, άλλοτε προτάσσεται και άλλοτε ακολουθεί του ρ. της φρ. το επιτέλους·
- έδωσε ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- έδωσε τέλος στη ζωή του, βλ. λ. ζωή·
- έδωσε τέρμα στη ζωή του, βλ. λ. ζωή·
- είναι όλο στο δώσε και στο δώσε, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος είναι πολύ απαιτητικό, ζητά συνέχεια, ιδίως χρήματα: «του έδωσα κάποτε κάτι δανεικά, και από τότε είναι όλο στο δώσε και στο δώσε»·
- έτσι μου την έδωσε, βλ. λ. έτσι·
- θα σου δώσουν το βραβείο ή θα σου δώσουν το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, βλ. λ. βραβείο·
- θα σου δώσουν το μεγαλόσταυρο, βλ. λ. μεγαλόσταυρος·
- θα σου δώσουν το παράσημο ή θα σου δώσουν το παράσημο της ανοιχτής παλάμης, βλ. λ. παράσημο·
- θα σου δώσουν τον αργυρό σταυρό, βλ. λ. σταυρός·
- θα σου δώσω καθάρσιο, βλ. λ. καθάρσιο·
- θα σου δώσω να φας το μουστάκι σου, βλ. λ. μουστάκι·
- θα σου δώσω τ’ άντερα στα χέρια ή θα σου δώσω τ’ άντερα στο χέρι, βλ. λ. άντερο·
- θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα στα δώσω να τα φας, βλ. λ. αρχίδι·
- θα σου ξυρίσω το μουστάκι και θα στο δώσω να το φας, βλ. λ. μουστάκι·
- και δώσ’ του, δηλώνει επίμονη επανάληψη: «όλο το βράδυ μάλωναν και δώσ’ του ο ένας δώσ’ του η άλλη, έγιναν ρεζίλι σ’ όλη την πολυκατοικία»· βλ. και φρ. δώσ’ του και(…)·
- και τι δε θα ’δινα (για) να…, εκφράζει πολύ μεγάλη επιθυμία για κάτι: «και τι δε θα ’δινα να μπορούσα κι εγώ να ’χα ένα σπιτάκι κοντά στη θάλασσα!». Το αντάλλαγμα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι υλικό, αλλά ηθικό ή ίσως και σωματικό·
- καιρός να του δίνω! ή καιρός να του δίνουμε! βλ. λ. καιρός·
- καμιά φορά κι ο άγνωστος φρόνιμη γνώμη δίνει, βλ. λ. γνώμη·
- κόβω τα πάρε δώσε (με κάποιον), βλ. λ. κόβω·
- κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει, βλ. λ. παραμύθι·
- λογαριασμό θα σου δώσω; βλ. λ. λογαριασμός·
- μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις, βλ. λ. μάχαιρα·
- με το κουτάλι μου το δίνει, με τη χουλιάρα μου το παίρνει, βλ. λ. χουλιάρι·
- μη δίνεις (καμιά, καθόλου) προσοχή, βλ. λ. προσοχή·
- μη δίνεις (καμιά, καθόλου) σημασία, βλ. λ. σημασία·
- μην του δίνεις (καμιά, καθόλου) προσοχή, βλ. λ. προσοχή·
- μην του δίνεις (καμιά, καθόλου) σημασία, βλ. λ. σημασία·
- μου δίνει και τρώω ψωμί ή μου δίνει ψωμί και τρώω, βλ. λ. ψωμί·
- μου δίνει στα νεύρα ή μου τη δίνει στα νεύρα βλ. λ. νεύρο·
- μου έδωσε την ιδέα (κάποιος), βλ. λ. ιδέα·
- μου έδωσε της ελιάς το μέσα και του καρυδιού τ’ απ’ έξω, βλ. λ. ελιά·
- μου τη δίνει (κάτι), α. μου αρέσει κάποιο άτομο ή κάτι υπερβολικά: «πολύ μου τη δίνει αυτή η γυναίκα || πολύ μου τη δίνει αυτό το φαγητό». (Λαϊκό τραγούδι: χάιντε χάιντε χάιντε ντε μου την έδωσες κοντέ, μου την έδωσες κοντέ οι ψηλοί είναι ντεμοντέ). β. ξαφνικά σε στιγμή μεγάλης ψυχικής ευφορίας, σε στιγμή μεγάλης στενοχώριας ή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, προβαίνω σε πράξη ακατανόητη, τρελαίνομαι: «μου τη δίνει κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι και τα σπάω όλα πάνω στο κέφι μου || μου τη δίνει κάθε φορά που σκέφτομαι πως έχασα τον πατέρα μου και με παίρνουν τα κλάματα || κάπου κάπου μου τη δίνει και δεν ξέρω τι κάνω»· βλ. και φρ. μου την έδωσε·
- μου τη δίνει (ενν. στα νεύρα), με εκνευρίζει, με νευριάζει υπερβολικά κάποιος ή κάτι: «πολύ μου τη δίνει αυτός ο τύπος, γιατί κάθε τόσο μου κάνει μόστρα τα λεφτά του || αυτή η μουσική πολύ μου τη δίνει, γιατί είναι σκέτος θόρυβος»·
- μου την έδωσε, α. επηρεάστηκα ευχάριστα από την κατανάλωση ικανής ποσότητας οινοπνευματώδους ποτού, από κάπνισμα χασισιού ή τη χρήση άλλου ναρκωτικού, φτιάχτηκα: «στο πέμπτο ποτήρι μου την έδωσε κι έπιασα το τραγούδι || μόλις έφτασε το τσιγαρλίκι στη μέση, μου την έδωσε κι άρχισα να χαμογελάω». Συνών. την άκουσα (γ) / την είδα (γ) / την κατάλαβα (β). β.εκνευρίστηκα, νευρίασα υπερβολικά από κάποιον ή από κάτι: «μου την έδωσε, μόλις τον είδα να κοροϊδεύει γέρο άνθρωπο και τον πλάκωσα στο ξύλο». γ. ξαφνικά σε στιγμή μεγάλης ψυχικής ευφορίας, σε στιγμή μεγάλης στενοχώριας ή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο συμπεριφέρομαι ακατανόητα: «με το τρίτο γκολ που τους βάλαμε, μου την έδωσε κι άρχισα να φιλώ όποιον έβρισκα μπροστά μου || εκεί που καθόμουν ήσυχα, μου την έδωσε απότομα και τους παράτησα όλους σύξυλους». (Λαϊκό τραγούδι: μου την έδωσε απόψε· μ’ έχει πιάσει το τρελό· ένα μου ’χει κάνει εκείνη θα της κάνω εκατό – για να δει ποιος είμ’ εγώ
- μου την έδωσε ή μου την έχει δώσει, εκνευρίστηκα, νευρίασα πάρα πολύ: «μου την έδωσε για τις βλακείες που έλεγε και σηκώθηκα κι έφυγα || μου την είχε δώσει με τις εξυπνάδες που έλεγε και τον πλάκωσα στο ξύλο». (Λαϊκό τραγούδι: άσε με, κυρ-λοχαγέ, γιατί μου την έχει δώσει, το κορίτσι μου ποτέ Τούρκος δε θα ζυγώσει
- μου την έδωσε κατακέφαλα, βλ. λ. κατακέφαλα·
- μου την έδωσε κατάκορφα, βλ. λ. κατάκορφα·
- μου την έδωσε κατακούτελα, βλ. λ. κατακούτελα·
- μου την έδωσε στο δόξα πατρί, βλ. λ. δόξα πατρί·
- μου την έδωσε στο έτσι, βλ. λ. έτσι·
- μου την έδωσε στο κεφάλι, βλ. λ. κεφάλι·
- μου το ’δωσε για δικό μου, βλ. λ. δικός·
- μπάτε σκύλοι αλέστε (και αλεστικά μη δώστε), βλ. λ. σκύλος·
- να μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν’ αντέξεις, βλ. λ. Θεός·
- να μην (το) δώσει η μοίρα, βλ. λ. μοίρα·
- να μην (το) δώσει η τύχη, βλ. λ. τύχη·
- να μην (το) δώσει ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- να σε (σου) δώσω μια (ενν. μπάτσα, σφαλιάρα, κατραπακιά, μπουνιά). (Λαϊκό τραγούδι: βρε ντουνιά να σε δώσω μια να σε κάνω μεγάλη ζημιά
- να τρώει η μάνα και στο παιδί να  μη δίνει ή να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει, βλ. λ. μάνα· 
- να τρώει ο γέρος και στη γριά να μη δίνει ή να τρώει ο γέρος και της γριάς να μη δίνει, βλ. λ. γέρος·
- να ’χαν οι κουρούνες γνώση, να σου δίνανε καμπόση, βλ. λ. κουρούνα·
- νύχτα σου δώσανε το δίπλωμα; βλ. λ. νύχτα·
- νύχτα σου δώσανε το πτυχίο; βλ. λ. νύχτα·
- ο Θεός να δώσει! βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός να μη το δώσει, βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός να μου κόβει μέρες και να σου δίνει χρόνια, βλ. λ. Θεός·
- ο Θεός να σου δίνει φώτιση, βλ. λ. Θεός·
- όποιος δίνει σε φτωχό, δανείζει στο Θεό, βλ. λ. Θεός·
- όπου δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια, βλ. λ. ανίψι·
- όσα δίνεις, τόσα παίρνεις, βλ. λ. όσος·
- όσο θέλεις δούλευε κι όσα θέλει ο Θεός θα σου δώσει, βλ. λ. Θεός·
- όταν δίνει ο Θεός τ’ αλεύρι, παίρνει ο διάβολος το σακί, βλ. λ. Θεός·
- ό,τι δίνεις, παίρνεις, βλ. λ. ό,τι·
- ούτε την κόρη του δίνει ούτε το συμπέθερο κακοκαρδίζει, βλ. λ. κόρη·
- πάρ’ ένα ξύλο και δώσ’ το(νε!), βλ. λ. ξύλο·
- πάρε δώσε, βλ. λ. παίρνω·
- πάρε μια βέργα και δώσ’ το(νε!), βλ. λ. βέργα·
- πόσα δίνεις; πόσα χρήματα είσαι διαθετειμένος να πληρώσεις: «πόσα δίνεις γι’ αυτό το κάδρο;»·
- σ’ αυτή τη ζωή ό,τι δίνεις, παίρνεις, βλ. λ. ζωή·
- σαν πολύ αέρα σου δώσαμε! ή σαν πολύ αέρα δε σου δώσαμε; βλ. λ. αέρας·
- σαν πολύ θάρρος σε δώσαμε! ή σαν πολύ θάρρος δε σε δώσαμε; βλ. λ. θάρρος·
- σου δίνω ευχή και κατάρα, βλ. λ. ευχή·
- σου δίνω το λόγο μου, βλ. λ. λόγος·
- στο δίνω και γραμμένο, βλ. λ. γραμμένος·
- στους γιατρούς να τα δώσεις! βλ. λ. γιατρός·
- στους δικηγόρους να τα δώσεις! βλ. λ. δικηγόρος·
- τα δίνει όλα, (για γυναίκες) δεν έχει καμιά αναστολή κατά τη σεξουαλική πράξη: «είναι απ’ αυτές που, όταν γουστάρει ένα άντρα τα δίνει όλα». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ αρέσει που τα δίνεις όλα στον έρωτα που ένιωσες για μένα. Μ’ αρέσει μα φοβάμαι κι όλα μην πέσουν τα φτερά μου τσακισμένα
- τα δίνω (ενν. τα λεφτά, τα χρήματα), τα προσφέρω, τα χαλάω, τα ξοδεύω: «μ’ αρέσει ό,τι βγάζω να τα δίνω στα γλέντια και στις διασκεδάσεις». (Λαϊκό τραγούδι: θα σου τα δίνω, φίλε μου, αυτό δεν σου τ’ αρνιέμαι, αγάπα με όπως σ’ αγαπώ, να μην παραπονιέμαι
- τα δίνω όλα, α. εντείνω όλες μου τις προσπάθειες για να πετύχω κάτι: «κάθε φορά που έχουμε εξετάσεις, τα δίνω όλα || στα τελευταία μέτρα τις κούρσας ο αθλητής τα ’δωσε όλα». β. αποδέχομαι όλες τις απαιτήσεις κάποιου, προκειμένου να πετύχω κάτι: «τα ’δωσα όλα στο καθοίκι, μέχρι να δεχτεί ν’ αποσύρει τη μήνυσή του». γ. θυσιάζω τα πάντα για κάποιον ή για κάτι: «απ’ ό,τι ξέρω, για τη γυναίκα του τα δίνει όλα || είναι πολύ δημοκρατικός άνθρωπος και για τη δημοκρατία τα δίνει όλα»·
- τα πάρε δώσε, βλ. λ. παίρνω·
- τα σχόλια δίνουν και παίρνουν, βλ. λ. σχόλιο·
- τη δίνω, βλ. φρ. του δίνω ·
- τη δίνω ίσια, βλ. λ. ίσος·
- την (τον) δίνω δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- της (του) δίνω τη βέρα πίσω, βλ. λ. βέρα·
- της δίνω (το) διαβατήριο, βλ. λ. διαβατήριο·
- της δίνω δρόμο (ενν. της μοτοσικλέτας), βλ. λ. δρόμος·
- της δίνω ένα σάνφιστικ, βλ. λ. σάνφιστικ·
- της δίνω ένα σικτίρ πιλάφ ή της δίνω σικτίρ πιλάφ ή της δίνω το σικτίρ πιλάφ της, βλ. λ. σικτίρ πιλάφ·
- της δίνω όλα της τα γκάζια ή της δίνω τα γκάζια της (ενν. της μοτοσικλέτας), βλ. λ. γκάζι·
- της δίνω πανί, βλ. λ. πανί·
- της δίνω πασαπόρτι ή της δίνω το πασαπόρτι της, βλ. λ. πασαπόρτι·
- της δίνω πόδι, βλ. λ. πόδι·
- της δίνω σουτ, βλ. λ. σουτ·
- της δίνω σουτάρισμα, βλ. λ. σουτάρισμα·
- της δίνω τ’ άπλυτα στο χέρι ή της δίνω τ’ άπλυτά της στο χέρι, βλ. λ. άπλυτα·
- της δίνω τα μπογαλάκια στο χέρι ή της δίνω τα μπογαλάκια της στο χέρι, βλ. λ. μπογαλάκι·
- της δίνω τα πανιά της στο χέρι, βλ. λ. πανί·
- της δίνω τα παπούτσια στο χέρι ή της δίνω τα παπούτσια της στο χέρι, βλ. λ. παπούτσι·
- της δίνω τα συμπράγκαλα στο χέρι ή της δίνω τα συμπράγκαλά της στο χέρι, βλ. λ. συμπράγκαλα·
- της δίνω τη βόλτα της, βλ. λ. βόλτα·
- της δίνω τις στροφές της (ενν. της μηχανής μοτοσικλέτας ή αυτοκινήτου), βλ. λ. στροφή·
- της δίνω το διαβατήριο στο χέρι ή της δίνω το διαβατήριό της στο χέρι, βλ. λ. διαβατήριο·
- της δίνω το ξεσκιζόλ της, βλ. λ. ξεσκιζόλ·
- της δίνω τον απολυσώνα στο χέρι ή της δίνω τον απολυσώνα της στο χέρι, βλ. λ. απολυσώνας·
- της δίνω φύλλο πορείας, βλ. λ. φύλλο·
- της τα δίνω όλα στα χέρια ή της τα δίνω όλα στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- της τον (τη, το) δίνω (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή, το πέος, το καυλί), της επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «χτες βράδυ της τον έδωσα και το φχαριστήθηκα»·
- της τον (τη, το) δίνω στο στόμα (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. λ. στόμα·
- της τον (τη, το) δίνω γλειφιτζούρι, (κλαρίνο, κορνέτα, μινέτο, μπιμπερό, πίπα, πίπιζα, πιπίλα, πνευστό, σαξόφωνο, τρομπέτα, τσιμπούκι, υδραυλικό, φλογέρα) (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή, το πέος, το καυλί), βλ. αντίστοιχα λήμματα·
- τι δίνεις! δεν είναι καθόλου πολλά αυτά τα χρήματα που δίνεις, αυτά τα χρήματα που πληρώνεις: «τι δίνεις γι’ αυτό το ρολόι που θέλεις να ’ναι κι ελβετικό!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το μήπως (σάματις, σάμπως) εσύ (κι εσύ). Άλλες φορές, της φρ. προτάσσεται μόνο το μήπως (σάματις, σάμπως) και η φρ. κλείνει με το εσύ (κι εσύ)·
- τι δίνεις; πόσα χρήματα δίνεις, πόσα χρήματα είσαι διατεθειμένος να δώσεις(;): «εγώ το πουλάω είκοσι χιλιάδες, εσύ τι δίνεις;»·
- το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει, βλ. λ. πουλί·
- το δίνει (ενν. το μουνί της), η γυναίκα για την οποία γίνεται λόγος, είναι πολύ εύκολη στον έρωτα, ενδίδει αμέσως στις ερωτικές προτάσεις των αντρών: «του ’κανε την παρθένα και δεν ήξερε το χαϊβάνι ότι αυτή το δίνει από μικρή»·
- το δίνει με το σταγονόμετρο, βλ. λ. σταγονόμετρο·
- το δίνει όσο όσο, βλ. λ. όσος·
- το δίνω για παλιοσίδερα, (για αυτοκίνητα), βλ. λ. παλιοσίδερα·
- το δίνω δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- του δίνω, φεύγω, αποχωρώ: «είναι ώρα να του δίνω»·
- του δίνω αέρα, βλ. λ. αέρας·
- του δίνω βρομόξυλο ή του δίνω ένα βρομόξυλο, βλ. λ. βρομόξυλο·
- του δίνω γραμμή, βλ. λ. γραμμή·
- του δίνω δίκιο, βλ. λ. δίκιο·
- του δίνω δρόμο, βλ. λ. δρόμος·
- του δίνω δύναμη, βλ. λ. δύναμη·
- του δίνω ένα μάθημα ή του δίνω ένα καλό μάθημα, βλ. λ. μάθημα·
- του δίνω ένα (έναν) τράκο, βλ. λ. τράκος·
- του δίνω ένα χέρι (χεράκι) ξύλο, βλ. λ. χέρι·
- του δίνω θάρρος, βλ. λ. θάρρος·
- του δίνω ίσια, βλ. λ. ίσιος·
- του δίνει και καταλαβαίνει, βλ. φρ. του δίνω να καταλάβει·
- του δίνω κουτόχορτο, βλ. λ. κουτόχορτο·
- του δίνω μια γροθιά, βλ. λ. γροθιά·
- του δίνω μια μούντζα ή του δίνω δυο μούντζες ή του δίνω τις μούντζες του, βλ. λ. μούντζα·
- του δίνω να καταλάβει, α. κάνω κάτι υπερβολικά και με πάθος είτε γιατί μου αρέσει πάρα πολύ είτε γιατί προηγουμένως το είχα στερηθεί: «όταν κάθομαι να πιω μετά από ένα διάστημα αποχής, του δίνω και καταλαβαίνει». β. τον δέρνω άγρια, τον ταράζω στο ξύλο: «επειδή του ’βρισε την αδερφή του, τον άρπαξε στα χέρια του και του ’δωσε να καταλάβει»·
- του δίνω ξύλο, βλ. λ. ξύλο·
- του δίνω ξύλο αλύπητο, βλ. λ. ξύλο·
- του δίνω ξύλο μετά μουσικής, βλ. λ. ξύλο·
- του δίνω όλα τα γκάζια (ενν. του αυτοκινήτου), βλ. λ. γκάζι·
- του δίνω όπλα, βλ. λ. όπλο·
- του δίνω πανί, βλ. λ. πανί·
- του δίνω παρηγοριά, βλ. λ. παρηγοριά·
- του δίνω πασαπόρτι ή του δίνω το πασαπόρτι του, βλ. λ. πασαπόρτι·
- του δίνω πάτημα, βλ. λ. πάτημα·
- του δίνω πόδι, βλ. λ. πόδι·
- του δίνω πρόσωπο, βλ. λ. πρόσωπο·
- του δίνω σημασία, βλ. λ. σημασία·
- του δίνω σικτίρ πιλάφ, βλ. λ. σικτίρ πιλάφ·
- του δίνω σουτ, βλ. λ. σουτ·
- του δίνω σουτάρισμα, βλ. λ. σουτάρισμα·
- του δίνω τ’ άπλυτα στο χέρι ή του δίνω τ’ άπλυτά του στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- του δίνω τα γκάζια του ή του δίνω όλα του τα γκάζια (ενν. του αυτοκινήτου), βλ. λ. γκάζι·
- του δίνω τα μπογαλάκια στο χέρι ή του δίνω τα μπογαλάκια του στο χέρι, βλ. λ. μπογαλάκι·
- του δίνω τα παπούτσια στο χέρι ή του δίνω τα παπούτσια του στο χέρι, βλ. λ. παπούτσι·
- του δίνω τα συμπράγκαλα στο χέρι ή του δίνω τα συμπράγκαλά του στο χέρι, βλ. λ. συμπράγκαλα·
- του δίνω τη βόλτα του, βλ. λ. βόλτα·
- του δίνω τη χαριστική βολή, βλ. λ. βολή·
- του δίνω την παπάρα του ή του δίνω μια παπάρα, βλ. λ. παπάρα·
- του δίνω το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, βλ. λ. βραβείο·
- του δίνω το διαβατήριο στο χέρι ή του δίνω το διαβατήριό του στο χέρι, βλ. λ. διαβατήριο·
- του δίνω το λόγο, βλ. λ. λόγος·
- του δίνω το ξεσκιζόλ του, βλ. λ. ξεσκιζόλ·
- του δίνω το ξύλο της χρονιάς του, βλ. λ. ξύλο·
- του δίνω το πανί του ή του δίνω τα πανιά του, βλ. λ. πανί·
- του δίνω το παράσημο της ανοιχτής παλάμης, βλ. λ. παράσημο·
- του δίνω τον απολυσώνα στο χέρι ή του δίνω τον απολυσώνα του στο χέρι, βλ. λ. απολυσώνας·
- του δίνω φάιροπ, βλ. λ. φάιροπ·
- του δίνω φτερά να πετάξει, βλ. λ. φτερό·
- του δίνω φύλλο πορείας, βλ. λ. φύλλο·
- του ’δωσα γροθιές ή του ’δωσα τις γροθιές του, βλ. λ. γροθιά·
- του ’δωσα ένα ζίλι, βλ. λ. ζίλι·
- του ’δωσα ένα μπάτσο, βλ. λ. μπάτσα·
- του ’δωσα ένα σκαμπίλι, βλ. λ. σκαμπίλι1·
- του ’δωσα ένα φούσκο, βλ. λ. φούσκος·
- του ’δωσα ένα χαστούκι, βλ. λ. χαστούκι·
- του ’δωσα ζίλια ή του ’δωσα τα ζίλια του, βλ. λ. ζίλι·
- του ’δωσα καρπαζιές ή του ’δωσα τις καρπαζιές του, βλ. λ. καρπαζιά·
- του ’δωσα κλοτσιές ή του ’δωσα τις κλοτσιές του, βλ. λ. κλοτσιά·
- του ’δωσα μια γροθιά, βλ. λ. γροθιά·
- του ’δωσα μια καρπαζιά, βλ. λ. καρπαζιά·
- του ’δωσα μια κλοτσιά, βλ. λ. κλοτσιά·
- του ’δωσα μια μπάτσα, βλ. λ. μπάτσα·
- του ’δωσα μια σφαλιάρα, βλ. λ. σφαλιάρα·
- του ’δωσα μια φάπα, βλ. λ. φάπα·
- του ’δωσα μπάτσα ή του ’δωσα μπάτσες ή του ’δωσα τα μπάτσα του ή του ’δωσα τις μπάτσες του, βλ. λ. μπάτσα·
- του ’δωσα ντουμάνι, βλ. λ. ντουμάνι·
- του ’δωσα σκαμπίλια ή του ’δωσα τα σκαμπίλια του, βλ. λ. σκαμπίλι1·
- του ’δωσα σφαλιάρες ή του ’δωσα τις σφαλιάρες του, βλ. λ. σφαλιάρα·
- του ’δωσα τα δόντια του να τα φάει για καραμέλες, βλ. λ. δόντι·
- του ’δωσα το αίμα μου, βλ. λ. αίμα·
- του ’δωσα το αίμα της καρδιάς μου, βλ. λ. αίμα·
- του ’δωσα φάπες ή του ’δωσα τις φάπες του, βλ. λ. φάπα·
- του ’δωσα φλιτ, βλ. λ. φλιτ·
- του ’δωσα φούσκους ή του ’δωσα τους φούσκους του, βλ. λ. φούσκος·
- του ’δωσα χαστούκια ή του ’δωσα τα χαστούκια του, βλ. λ. χαστούκι·
- του ’δωσαν τα χρόνια του Χριστού ή του ’δωσαν του Χριστού τα χρόνια, βλ. λ. Χριστός·
- του ’δωσαν το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, βλ. λ. βραβείο·
- του ’δωσαν το βραβείο της χείρας με τα πέντε ορφανά, βλ. λ. βραβείο·
- του ’δωσαν το παράσημο της ανοιχτής παλάμης, βλ. λ. παράσημο·
- του ’δωσε γκολ στο πιάτο, βλ. λ. γκολ·
- του ’δωσε ένα τσάφκο, βλ. λ. τσάφκο·
- του ’δωσε ο Θεός πετσάκι κι αυτός άνοιξε βυρσοδεψείο, βλ. λ. πετσάκι·
- του ’δωσε παρά μίαν τεσσαράκοντα, βλ. λ. τεσσαράκοντα·
- του ’δωσε τ’ άντερα στα χέρια ή του ’δωσε τ’ άντερα στο χέρι, βλ. λ.άντερο·
- του ’δωσε χυλόπιτα, βλ. λ. χυλόπιτα·
- του τα δίνει ο Θεός με τη σέσουλα, βλ. λ. Θεός·
- του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι, βλ. λ. ζεμπίλι·
- του τα δίνει ο Θεός με το τσουβάλι, βλ. λ. Θεός·
- του τα δίνω όλα στα χέρια ή του τα δίνω όλα στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- του (της) δίνω τ’ όνομα, βλ. λ. όνομα·
- του (της) δίνω τον πούλο του (της), βλ. λ. πούλος·
- του (της) δίνω φύλλο πορείας, βλ. λ. φύλλο·
- του (της) δίνω φύσημα, βλ. λ. φύσημα·
- του τις έδωσα στ’ αφτιά, βλ. λ. αφτί·
- τρώει ό,τι του δίνουν, βλ. λ. τρώω·
- χαμπάρι δε δίνει, βλ. λ. χαμπάρι·
- ώρα να του δίνω! ή ώρα να του δίνουμε! βλ. λ. ώρα.

άγγελος

άγγελος, ο, ουσ. [<αρχ. ἄγγελος], ο άγγελος. 1. άνθρωπος πολύ καλός, πολύ αγνός, άδολος, αθώος: «δεν πιστεύω να εκφράστηκε με τέτοια λόγια για σένα, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, αυτός ο άνθρωπος είναι ένας άγγελος». 2. άνθρωπος πολύ όμορφος, πολύ ωραίος: «γνώρισα μια γυναίκα, που είναι άγγελος σωστός || ο μεγάλος του ο γιος είναι κανονικός, αλλά ο μικρός του είναι άγγελος». (Λαϊκό τραγούδι: στάσου, βρε βάρκα, μην φεύγεις ναύτη, στάσου, βρε ναύτη, να ’ρθω κι εγώ· αυτόν τον άγγελο πο ’χεις μαζί σου, αυτό το πλάσμα, το ’χα κι εγώ).Υποκορ. αγγελάκι κ. αγγελούδι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 15 φρ.)·
- άγγελέ μου! προσφώνηση λατρείας σε πρόσωπο που αγαπάμε πάρα πολύ: «τι θέλεις να σου φέρω, άγγελέ μου! || γιατί στενοχωριέσαι, άγγελέ μου!»·
- άγγελος κακών, το άτομο που φέρνει δυσάρεστες, κακές ειδήσεις: «κάθε φορά που τον βλέπω, τρέμω, γιατί πάντα είναι άγγελος κακών αυτός ο άνθρωπος»·
- άγγελος του θανάτου, ο Χάρος: «άλλος νωρίς κι άλλος αργά, όλοι μας θα πάμε κάποτε στο ραντεβού με τον άγγελο του θανάτου».
- άγγελος φύλακας ή φύλακας άγγελος, ο προστάτης, ο υπερασπιστής κάποιου: «ο πατέρας είναι άγγελος φύλακας της οικογένειας». (Λαϊκό τραγούδι: μα τώρα βρήκα το μεγάλο έρωτά μου άγγελο φύλακα εσένα έχω κοντά μου και να με βλάψουν οι μικροί δεν το μπορούν 
- βγάζει αγγέλους, (για τραγουδιστές) έχει καταπληκτική φωνή: «στο τάδε μαγαζί υπάρχει μια νεαρή τραγουδίστρια που βγάζει αγγέλους»·
- βλέπει τον άγγελό του, πεθαίνει, ψυχορραγεί: «οι γιατροί τον άνοιξαν και τον έκλεισαν κι αυτή τη στιγμή βλέπει τον άγγελό του»· βλ. και φρ. βλέπω τον άγγελό μου·
- βλέπω τον άγγελό μου, βασανίζομαι, υποφέρω, τυραννιέμαι πάρα πολύ: «κάθε μέρα βλέπω τον άγγελό μου για να τα βγάλω πέρα». Συνών. βλέπω τη Δευτέρα Παρουσία / βλέπω την κηδεία μου / βλέπω την κόλαση / βλέπω το διάβολό μου / βλέπω το μνήμα μου / βλέπω του κώλου μου την τρύπα· βλ. και φρ. είδα τον άγγελό μου·
- δε δίνει του αγγέλου του νερό ή δε δίνει ούτε στον άγγελό του νερό, είναι πολύ τσιγκούνης, πολύ φιλάργυρος: «πήγε να ζητήσει δανεικά απ’ τον τάδε, αλλά έσπασε τα μούτρα του, γιατί δεν ήξερε πως ο τύπος δε δίνει τ’ αγγέλου του νερό». Συνών. δε δίνει ούτε την αμαρτία του / δε δίνει του αγίου του θυμίαμα ή δε δίνει ούτε στον άγιό του θυμίαμα / δε δίνει του αγίου νερό ή δε δίνει ούτε στον άγιό του νερό·
- είδα τον άγγελό μου, κινδύνεψα άμεσα, γλίτωσα από βέβαιο θάνατο: «κάναμε τέτοια τράκα, που είδα τον άγγελό μου». Συνών. είδα τη Δευτέρα Παρουσία / είδα την κηδεία μου / είδα την κόλαση / είδα το διάβολό μου / είδα το μνήμα μου / είδα του κώλου μου την τρύπα· βλ. και φρ. βλέπω τον άγγελό μου·
- έναν καιρό ήμουν άγγελος, τώρ’ αγγελεύουν άλλοι, (στη βρύση που έπινα νερό, τώρα το πίνουν άλλοι), έκφραση που λέγεται συνήθως με παραδοχή και παράπονο από ηλικιωμένους προς νεότερους, όταν οι δεύτεροι, από αβροφροσύνη, τους λένε πως εξακολουθούν να είναι ωραίοι, και έχει την έννοια πως πέρασε πια ο καιρός της ομορφιάς και της νεότητάς τους και πως, αυτά τώρα ανήκουν σε άλλους που είναι νεότεροι·
- ζωγραφίζει αγγέλους, βλ. φρ. φτιάχνει αγγέλους·
- μαλλιά αγγέλου, βλ. λ. μαλλί·
- ο καλός μου, (σου, του κ.λπ.) άγγελος, βλ. φρ. φύλακας άγγελος·
- φτιάχνει αγγέλους, δημιουργεί αριστουργήματα στο είδος του, στο χώρο του, επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό: «δεν αλλάζω με καμιά κυβέρνηση μηχανικό, γιατί, αυτός που έχω, φτιάχνει αγγέλους || κάθε φορά που καταπιάνεται με τη ζωγραφική, φτιάχνει αγγέλους»·
- φύλακας άγγελος, βλ. λ. φύλακας.

άγιος

άγιος, -ία κ. -ια, -ιο, επίθ. [<αρχ. ἅγιος], άγιος. 1. που είναι καλός, τίμιος, ευσεβής, ενάρετος, αγνός: «ο τάδε είναι άγιος άνθρωπος κι όλοι τον υποληπτόμαστε || αποκλείεται να σ’ έβρισε, γιατί αυτός είναι άγιος». 2. που δεν ενοχλεί, που δεν πειράζει, που δεν κάνει κακό σε κανέναν: «ο τάδε είναι άγιος και δεν μπερδεύεται στις διαμάχες της γειτονιάς». 3. οτιδήποτε έχει πολύ μεγάλη ηθική αξία για κάποιον: «κανείς εχθρός δε θα πατήσει τ’ άγια χώματα της πατρίδας μας». 4. προσφώνηση ιερωμένου ή τιτλούχου ή μεταξύ ιερωμένων ή τιτλούχων της Εκκλησίας μας: «πώς τέτοια ώρα απ’ το σπίτι μου, άγιε πατέρα; || άγιε ηγούμενε, σε θέλουν στην Αγία Επιστασία». 5. το αρσ. ως ουσ. ο άγιος, (στη γλώσσα της αργκό) ο πρωκτός, η κωλοτρυπίδα: «μου ’δωσε μια κλωτσιά και με βρήκε κατευθείαν στον άγιο». Επίρρ. άγια. (Ακολουθούν 59 φρ.)·
-Άγια Νύχτα, βλ. λ. νύχτα·
- άγιε Νικόλα μου, βοήθα με. -Κούνα κι εσύ τα χέρια σου, βλ. λ. χέρι·
- άγιες μέρες, βλ. λ. μέρα·
- Άγιοι Τόποι, βλ. λ. τόπος·
- άγιος Βασίλης ή αγιο-Βασίλης, αυτός που σκορπάει τα λεφτά του, που μοιράζει δώρα, ο χουβαρντάς: «κάποτε ήταν πολύ φτωχός, αλλά τώρα που τα κονόμησε είναι σκέτος αγιο-Βασίλης». Αναφορά στον ομώνυμο άγιο, που φέρνει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς δώρα στα μικρά παιδιά·
- βρήκες άγιο ν’ ανάψεις κερί, λέγεται στην περίπτωση που ενεργούμε άστοχα, ακατάλληλα: «αν τα βρω σκούρα στη δουλειά, θα ζητήσω τη βοήθεια του τάδε. -Βρήκες άγιος ν’ ανάψεις κερί. Αυτός, αγόρι μου, είναι απατεώνας!». Πολλές φορές, άλλοτε μετά το ρ. και άλλοτε μετά το άγιο της φρ.ακολουθεί το κι εσύ·
- γίνομαι σαν τον άγιο, βλ. φρ. γίνομαι σαν τον άγιο Ονούφριο·
- γίνομαι σαν τον άγιο Ονούφριο, αδυνατίζω, εξαντλούμαι πάρα πολύ από υπερβολική κούραση, δίαιτα, νηστεία ή μακροχρόνια αρρώστια: «με τόσο εξαντλητική δίαιτα που έκανε, έγινε σαν τον άγιο Ονούφριο || έμεινε δυο μήνες στην κλινική κι έγινε σαν τον άγιο Ονούφριο»·
- δε δίνει του αγίου θυμίαμα ή δε δίνει ούτε στον άγιό του θυμίαμα, βλ. φρ. δε δίνει του αγίου του νερό·
- δε δίνει του αγίου του νερό ή δε δίνει ούτε στον άγιό του νερό, είναι πολύ τσιγκούνη, πολύ φιλάργυρος: «απ’ αυτόν μωρέ, πήγες να πάρεις κι εσύ δανεικά; Αυτός δε δίνει του αγίου του νερό». Συνών. δε δίνει ούτε την αμαρτία του / δε δίνει του αγγέλου του νερό ή δε δίνει ούτε στον άγγελό του νερό / δε δίνει του αγίου του θυμίαμα ή δε δίνει ούτε στον άγιό του θυμίαμα·
- δεν είμαι άγιος, έκφραση με την οποία θέλει να δικαιολογήσει κάποιος μια ανήθικη πράξη του ή για να δηλώσει πως έπαψε πια να ανέχεται κάτι που μέχρι τώρα απέβαινε σε βάρος του: «μόλις είδα το ταμείο ανοιχτό άπλωσα το χέρι μου, γιατί δεν είμαι άγιος || δεν ανέχομαι άλλο να μ’ εκμεταλλεύεσαι, γιατί δεν είμαι άγιος». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εγώ και μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το κανένας. (Λαϊκό τραγούδι: εγώ δεν είμαι άγιος για να σε συγχωράω, εσύ να κάνεις σφάλματα κι εγώ να σ’ αγαπάω
- δουλειά και άγιος ο Θεός, βλ. λ. δουλειά·
- ε μα τον άγιο! έκφραση αγανάκτησης ή δυσφορίας: «ε μα τον άγιο, σταμάτα αυτή την γκρίνια σου!». Συνών. ε μα την αλήθεια! (α) / ε μα την πίστη μου! / ε μα το Θεό! / ε μα το ναι(!)·
- έγιναν όλα καλά κι άγια, έγιναν όλα με το σωστό, με τον ενδεδειγμένο τρόπο: «δεν υπάρχει καμιά εκκρεμότητα μεταξύ μας, γιατί όλα έγιναν καλά κι άγια || είμαι πολύ ευχαριστημένος με τη δουλειά που μου παρέδωσες, γιατί έγιναν όλα καλά κι άγια»·
- έγινε η νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου, βλ. λ. νύχτα·
- έγινε σαν τον άγιο Γαμώτο, βρίσκεται σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, κάτι που γίνεται αμέσως αντιληπτό: «απ’ τη μέρα που χώρισε με τη γυναίκα του, έγινε σαν τον άγιο Γαμώτο»·
- είχε άγιο ή είχε κι άγιο, α. ήταν πολύ τυχερός και δεν έπαθε κάτι κακό, ιδίως σε κάποιο δυστύχημα, είχε προστάτη: «δε θα γλίτωνε μετά από τέτοιο τρακάρισμα, αν δεν είχε άγιο». β. πέτυχε στη ζωή του ή σε κάποια δραστηριότητά του, όχι μόνο επειδή ήταν άξιος, αλλά επειδή είχε και την εύνοια της τύχης: «είναι έξυπνο και ικανό άτομο, αλλά είχε κι άγιο που πρόκοψε τόσο πολύ». (Λαϊκό τραγούδι: καλή είν’ η υπομονή, καλό και το κουράγιο, μα πρέπει να ’χεις κι άγιο
- έπεσε η αγία ράβδος, βλ. λ. ράβδος·
- η Αγία Κοινωνία, βλ. λ. κοινωνία·
- η επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος, βλ. λ. επιφοίτηση·
- θα γίνει η νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου, βλ. λ. νύχτα·
- θα πέσει (η) αγία ράβδος, βλ. λ. ράβδος·
- κάθομαι άγια ή κάθομαι καλά κι άγια, συμπεριφέρομαι σωστά, φρόνιμα, με σύνεση, καθώς πρέπει: «δεν έχω παράπονο απ’ το γιο σου, γιατί, όσο έλειπες, κάθισε καλά κι άγια». (Λαϊκό τραγούδι: αλλού έκανες τα κόλπα σου εδώ θα κάτσεις άγια, γιατί άλλα μάτια έχει ο λαγός κι άλλα η κουκουβάγια
- καλά κι άγια, έκφραση με την οποία επικροτούμε αυτά που είπε ή έκανε κάποιος: «καλά κι άγια του τα ’πες του παλιοαλήτη! || καλά κι άγια αυτά που έκανες μέχρι τώρα και σου εύχομαι να συνεχίσεις με τον ίδιο τρόπο»·
- καλός κι άγιος, είναι καλός και ευσεβής: «καλός κι άγιος αυτός ο άνθρωπος, δε λέω, αλλά με το σταυρό στο χέρι δεν πρόκοψε κανένας στη ζωή του»·
- καλός κι άγιος… (ακολουθεί κύριο όνομα), αλλά…, έκφραση με την οποία θέλουμε να μετριάσουμε την κακή κριτική μας για το άτομο στο οποίο αναφερόμαστε: «καλός κι άγιος ο Τάκης, αλλά πολύ πίνει, ρε παιδάκι μου!»·
- κάνω τον άγιο, βλ. φρ. κάνω τον άγιο Ονούφριο·
- κάνω τον άγιο Ονούφριο, α. προσποιούμαι, υποκρίνομαι τον καλό, τον τίμιο: «κάθε φορά που θέλει να τον βοηθήσουμε, μας κάνει τον άγιο Ονούφριο». β. προσποιούμαι τον ανήξερο, τον αθώο: «κάθε φορά που γίνεται θέμα για τον καβγά, κάνω τον άγιο Ονούφριο, γιατί είχα πάρει κι εγώ μέρος σ’ αυτόν»·
- κατά τον άγιο και το κερί του, λέγεται στην περίπτωση εκείνη που κάποια ενέργεια εξυπηρετεί ή ταιριάζει σε κάποια περίσταση: «τον διευθυντή της τράπεζας που κάθε τόσο μ’ εξυπηρετεί με διάφορα δάνεια, θα του κάνω ένα πολύ ακριβό δώρο, γιατί κατά τον άγιο και το κερί του».. Συνών. κατά το πάπλωμα και το ξάπλωμα / κατά τον καιρό και το χορό·   
- … κι άγιος ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- κι ο άγιος θέλει φοβέρα, βλ. λ. φοβέρα·
- κολάζει κι άγιο, (για γυναίκες) είναι προκλητικά ντυμένη ή πολύ όμορφη και προκλητική: «κάθε φορά που βλέπω αυτή τη γυναίκα, κάνω ένα σωρό πονηρές σκέψεις, γιατί, όπως βλέπεις, κολάζει κι άγιο». Συνών. κολάζει και παπά·
- μα τον άγιο! όρκος για να γίνουμε πιστευτοί για αυτά που λέμε σε κάποιον: «μα τον άγιο, σου λέω, τα πράγματα έγιναν έτσι ακριβώς, όπως στα λέω!». (Λαϊκό τραγούδι: κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο, είπα να σκοτωθώ, μα τον άγιο). Για έναν που ζει σε πόλη, όταν κάνει αυτόν τον όρκο, υποσυνείδητα τις πιο πολλές φορές αναφέρεται στον πολιούχο άγιο της πόλης στην οποία κατοικεί. Έτσι, στα Επτάνησα, η αναφορά γίνεται στον άγιο Διονύσιο και στον άγιο Σπυρίδωνα, στη Θεσσαλονίκη η αναφορά γίνεται στον άγιο Δημήτριο, στην Πάτρα στον άγιο Ανδρέα και σε άλλες πόλεις σε άλλους. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το σου λέω·
- μα τον άγιο Κωνσταντίνο! α. όρκος για να γίνουμε πιστευτοί για αυτά που λέμε σε κάποιον: «μα τον άγιο Κωνσταντίνο, δε σου λέω ψέματα!». (Τραγούδι: κι εκεί στου μακελειού την άψη δαγκώνω τα σκοινιά τα λύνω και μα τον άγιο Κωνσταντίνο όλους τους ρίχνω μες στη χάψη δεμένους με τα χέρια πίσω). β. είναι και φορές που ακούγεται χάριν ομοιοκαταληξίας: «είναι αλήθεια πως πήγε ο τάδε στο Λονδίνο; -Μα τον άγιο Κωνσταντίνο! || δε στο δίνω, δε στο δίνω, μα τον άγιο Κωνσταντίνο!». γ. ιδίως σε χρήση από τα παιδιά στο παιχνίδι του κρυφτού, που, όταν το παιδί που τα φυλούσε τελείωνε την προσυμφωνημένη αρίθμηση κατέληγε με τη στερεότυπη φρ. φτου και βγαίνω κι όποιον βλέπω τονε φτύνω, μα τον άγιο Κωνσταντίνο·
- μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι, βλ. λ. κερί·
- μην του φύγει το άγιο μύρο, βλ. λ. μύρο·
- μιλώ τίμια κι άγια, μιλώ ακριβοδίκαια, εκφέρω τη γνώμη μου χωρίς φόβο και χωρίς πάθος, τα λέω ντόμπρα και σταράτα: «σε θέματα δικαιοσύνης δεν παίρνω το μέρος κανενός και μιλώ τίμια κι άγια»·
- ο άγιος (άι) Βασίλης, χαρακτηρισμός ατόμου που πηγαίνει κάπου φορτωμένος με δώρα: «παιδιά, τρέξ’ τε, ήρθε ο παππούς, ήρθε ο άγιος Βασίλης!»·
- ο χωριάτης άγιος κι αν γενεί, σκατένια έχει τη χάρη, βλ. λ. χωριάτης·
- ούτε του αγίου Βασιλείου δεν ήταν έτσι, έκφραση απόλυτης ικανοποίησης για την καθαριότητα και την τάξη που επικρατεί σε έναν κλειστό ιδίως χώρο: «μόλις έμαθε πως θα ’ρθουν οι φίλοι του να τον επισκεφθούν, έφτιαξε το δωμάτιό του, που ούτε του αγίου Βασιλείου δεν ήταν έτσι». Από το ότι στη γιορτή του αγίου Βασιλείου, που συμπίπτει με την πρώτη μέρα του χρόνου, συνήθως όλα τα σπίτια λάμπουν από πάστρα·
- περπατώ καλά κι άγια ή περπατώ τίμια κι άγια, ζω, συμπεριφέρομαι με τιμιότητα και δικαιοσύνη, συμπεριφέρομαι όπως πρέπει, όπως αρμόζει σε άγιο άνθρωπο: «δεν έχω να φοβηθώ κανέναν στη ζωή μου, γιατί πάντα περπατώ τίμια κι άγια || απ’ τη μέρα που βγήκε απ’ τη φυλακή, περπατάει τίμια κι άγια»·            
- σ’ άγιο, μικρό και τρελό μην τάξεις, τρεις περιπτώσεις που πρέπει κανείς να το σκέφτεται καλά πριν υποσχεθεί, πριν τάξει κάτι, γιατί θα πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του, το τάξιμό του·
- σαν τον άγιο (άι) Βασίλη, λέγεται για κάποιον που πηγαίνει κάπου φορτωμένος με δώρα: «κάθε φορά που έρχεται ο παππούς στο σπίτι, τα εγγόνια του κάνουν τρελές χαρές, γιατί είναι φορτωμένος σαν τον άι Βασίλη»·
- τα Άγια Πάθη, βλ. λ. πάθος·
- τα άγια των αγίων, ο πιο ιερός χώρος του χριστιανικού ναού, όπου η είσοδος επιτρέπεται μόνο στους ιερείς·
- της αγίας καθίστρας, βλ. λ. καθίστρας·
- το άγιο μύρο, βλ. λ. μύρο·
- το άγιο φως, βλ. λ. φως·
- τον άγιο που σε βοηθά, μην τονε προσκυνάς, αυτόν που ούτως ή άλλως σε βοηθά δε χρειάζεται να τον καλοπιάνεις: «κοίταξε να βρεις τρόπο να πλησιάσεις το διευθυντή κι άσε τον υποδιευθυντή που είναι φίλος σου, γιατί τον άγιο που σε βοηθά, μην τονε προσκυνάς»·
- τον έκανα άγιο, τον ικέτευσα, τον θερμοπαρακάλεσα: «τον έκανα άγιο ν’ αποσύρει τη μήνυση, ώσπου στο τέλος ενέδωσε || τον έκανα άγιο να με βοηθήσει, αλλά αυτός τίποτα»·
- του αγίου άναβε κερί και του διαβόλου δέκα, βλ. λ. διάβολος·
- του αγίου Μάμα, βλ. φρ. του αγίου Πούτσου ανήμερα·
- του αγίου Ποτέ, βλ. φρ. του αγίου Πούτσου ανήμερα·
- του αγίου Πούτσου, βλ. φρ. του αγίου Πούτσου ανήμερα·
- του αγίου Πούτσου ανήμερα, λέγεται ειρωνικά για οφειλή που ποτέ δε θα επιστραφεί ή για υπόσχεση που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί ή γενικά ειρωνικά ως απάντηση σε κάποιον που μας ρωτάει πότε θα πραγματοποιηθεί κάποια παράκληση ή απαίτησή του: «αφού δάνεισες λεφτά σ’ αυτόν τον μπαταξή, θα τα πάρεις πίσω του αγίου Πούτσου ανήμερα || αν σου υποσχέθηκε πως θα σε πάρει στη δουλειά του, να είσαι σίγουρος πως θα σε πάρει του αγίου Πούτσου ανήμερα || πότε θα μου επιστρέψεις τα λεφτά που σου δάνεισα; -Του αγίου Πούτσου ανήμερα». Συνών. στις τριάντα δύο του μηνός / τη μέρα που δεν έχει αύριο / το μήνα που δεν έχει Σάββατο / του χρόνου που δεν έχει Σάββατο·
- του χωριού ο άγιος δόξα δεν έχει, λέγεται στην περίπτωση που υποτιμάμε τα ντόπια προϊόντα τα οποία μπορούμε να τα έχουμε σε πρώτη ζήτηση και προτιμάμε προϊόντα τα οποία περιμένουμε να έρθουν από ξένη περιοχή, από ξένο κράτος, μόνο και μόνο για να αποχτήσουμε προϊόντα ξενόφερτα: «είναι κι αυτός της νοοτροπίας πως ό,τι είναι ξένο είναι καλό και δεν εμπιστεύεται τα ελληνικά προϊόντα. -Του χωριού ο άγιος δόξα δεν έχει»· βλ. και φρ. ουδείς προφήτης στον τόπο του, λ. προφήτης· 
- τρεις κι (η) άγια Τριάδα, (για προσπάθειες) έκφραση με την οποία κάποιος, που απέτυχε στις δυο προηγούμενες προσπάθειές του να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ζητάει να επιχειρήσει να επαναλάβει την προσπάθειά του για τρίτη και τελευταία φορά, γιατί έχει την πεποίθηση πως τώρα θα πετύχει, μια και προϋπάρχει η πείρα από τις δυο προηγούμενες φορές· βλ. και φρ. τρίτη και φαρμακερή, λ. τρίτος·
- των αγίων τα καλά, α. αφθονία υλικών αγαθών: «κάθε φορά που πληρώνεται, κουβαλάει στο σπίτι του των αγίων τα καλά». β. απευθύνεται σε κάποιον και ως ευχή: «ο Θεός να σου δίνει των αγίων τα καλά!»·
- φέρομαι καλά κι άγια ή φέρομαι τίμια κι άγια, βλ. φρ. περπατώ καλά κι άγια·
- φτωχός άγιος δοξολογία δεν έχει, βλ. λ. φτωχός.

αέρας

αέρας κ. αγέρας, ο, ουσ. [<αρχ. ἀήρ], ο αέρας. 1. αποτέλεσμα μηδέν, ψεύτικη υπηρεσία ή εκδούλευση: «για αέρα πράμα δε δίνω δραχμή». 2α. χρηματικό ποσό που εισπράττει κάποιος από εκείνον που του εκχώρησε την εμπορική του φίρμα ή τη φίρμα του καταστήματός του: «αν σου παραχωρήσω τη φίρμα μου, τι αέρα θα μου δώσεις;». β. χρηματικό ποσό που απαιτεί κάποιος για να ξενοικιάσει ένα κατάστημα: «για να ξενοικιάσω το μαγαζί, θέλω τόσα χρήματα αέρα». γ. χρηματικό ποσό που απαιτεί κάποιος ιδιοκτήτης για να νοικιάσει κάποιο κατάστημά του σε κάποιον ενδιαφερόμενο: «για να σου νοικιάσω το μαγαζί, θέλω τόσα χρήματα αέρα». 3. η παραχώρηση του δικαιώματος σε κάποιον να χτίσει σε ένα χτίσμα τους επιπλέον ορόφους πάνω από τον τελευταίο χτισμένο όροφο: «σου δίνω προίκα ένα σπίτι δίπατο μαζί με τον αέρα του». 4. ως επιρρ., πολύ γρήγορα: «μόλις τους σφύριξε κάποιος στ’ αφτί πως έρχονταν να τον πιάσουν, έφυγε αέρας». 5. ως επιθετικό επιφών. αέρααα! χαρακτηριστική επιθετική πολεμική κραυγή των Ελλήνων στρατιωτών στον πόλεμο του 1940: «οι Έλληνες μαχητές του 1940 με την ιαχή «αέρααα!» ορμούσαν με γενναιότητα κατά του φασιστικού στρατού του Μουσολίνι, που τον ανάγκασαν σε άτακτη υποχώρηση». (Τραγούδι: ξεκινάει την άλλη μέρα, μα και πάλι ακούει αέρα από τον τσολιά). Ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντ/τος Ευζώνων κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων 1912-1913 (βλ. Τάκης Νατσούλης, Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις, σελ. 33). Υποκορ. αεράκι και αγεράκι, το. (Ακολουθούν 137 φρ.)·
- αέρα, αέρα να φύγει η χολέρα! βλ. λ. χολέρα·
- αέρα δέρνω, βλ. συνηθέστ. αέρα κοπανίζω·
- αέρα καβουρντίζω, βλ. συνηθέστ. αέρα κοπανίζω·
- αέρα κοπανίζω, δεν καταφέρνω τίποτα, δε φέρνω κανένα αποτέλεσμα σε κάποια προσπάθειά μου, ματαιοπονώ: «απ’ το πρωί προσπαθεί να επιδιορθώσει το πλυντήριο, αλλά μέχρι τώρα αέρα κοπανίζει»·
- αέρα χαβανίζω, βλ. φρ. αέρα κοπανίζω·
- αέρα λεφτά! α. χρήματα που κερδίσθηκαν χωρίς την διακινδύνευση ιδίων κεφαλαίων: «είναι ασφαλιστής και κερδίζει ένα σωρό λεφτά. -Αέρα λεφτά!». β. χρήματα που δαπανήθηκαν άσκοπα: «έδωσε ένα σωρό λεφτά κι αγόρασε ένα οικόπεδο πάνω στ’ άγρια βουνά. -Αέρα λεφτά! || ό,τι αγοράζω το εξετάζω πολύ καλά, γιατί δε θέλω να δίνω αέρα λεφτά!»·
- αέρα μπανά, (στη γλώσσα της αργκό) αερολογία, αερολογίες: «πες μου αυτό που πραγματικά σκέφτεσαι κι όχι αέρα μπανά»·
- αέρα πατέρα! λέγεται γι’ αυτόν που ενεργεί χωρίς περίσκεψη, τσαπατσούλικα, ασύδοτα: «πώς να μην πέσει έξω η δουλειά, απ’ τη στιγμή που όλοι οι μέτοχοι αέρα πατέρα!»·
- αέρας κοπανιστός, α. λόγια, συζήτηση χωρίς νόημα, χωρίς περιεχόμενο, βλακείες, αηδίες: «σου μιλούσε τόση ώρα και τι σου ’λεγε; Αέρα κοπανιστό, σου ’λεγε». β. υποσχεμένη παροχή που δεν πραγματοποιήθηκε: «δε μ’ ενδιαφέρει τι σου υποσχέθηκε, εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι ότι πήρες αέρα κοπανιστό»·
- αέρας στη διπλή, πολύ ανόητος λόγος: «όλα όσα μας είπες ήταν αέρας στη διπλή». Ίσως αναφορά στη διπλή ταρίφα (βλ. λ.)·
- αέρας στο τετράγωνο, βλ. λ. αέρας στη διπλή·
- αέρας φρέσκος, βλ. συνηθέστ. αέρας κοπανιστός·
- αλλάζω αέρα ή αλλάζω τον αέρα μου, πηγαίνω σε άλλο μέρος από αυτό στο οποίο διαμένω, ιδίως για λόγους υγείας: «ο γιατρός μας συμβούλεψε ν’ αλλάξει το παιδί αέρα, γι’ αυτό θα πάμε στη Χαλκιδική». (Νησιώτικο τραγούδι: στην Πάρο και στη Νάξο τον αέρα μου θ’ αλλάξω
- αλλάζω τον αέρα, ανανεώνω τον αέρα ενός κλειστού χώρου, ανοίγοντας πόρτα ή παράθυρα: «κάθε πρωί η μητέρα αλλάζει τον αέρα του δωματίου μου»·
- αναπνέω άλλον αέρα, βλ. φρ. υπάρχει άλλος αέρας·
- ανοίγω τον αέρα, παρέχω αέρα με το άνοιγμα κάποιας βαλβίδας ή συσκευής: «άνοιξε τώρα τον αέρα για να φουσκώσω το λάστιχο»·
- απ’ τ’ Άι-Γιωργιού και πέρα, δώσ’ του φουστανιού σου αέρα, βλ. λ. φουστάνι·
- αρπάζω στον αέρα (κάτι), εκμεταλλεύομαι ταχύτατα κάτι: «όταν καταλάβει πως θ’ αποφέρει κάποια δουλειά, την αρπάζει στον αέρα»·
- αφήνω έναν (λίγο) αέρα, αφήνω (κάποιο) ελεύθερο διάστημα, (κάποιο) περιθώριο: «σ’ αυτό το σημείο πρέπει ν’ αφήσεις έναν αέρα για να περάσουμε το καλώδιο»·
- βγάζει αέρα λεφτά, κερδίζει χρήματα χωρίς να διακινδυνεύει προσωπικά του κεφάλαια ή χωρίς να κοπιάζει πολύ: «είναι ασφαλιστής και βγάζει αέρα λεφτά»·
- βγάζω στον αέρα, α. αερίζω κάτι: «κάθε φορά που γυρίζω απ’ την ταβέρνα στο σπίτι, βγάζω στον αέρα τα ρούχα μου, γιατί βρομούν τσικνίλα». β. δημοσιοποιώ, κοινολογώ: «η απόφαση του συμβουλίου θα βγει στον αέρα μετά από μια βδομάδα». γ. (για εκφωνητές ή παρουσιαστές) μεταδίδω από το ραδιόφωνο, παρουσιάζω από την τηλεόραση: «ποιος θα βγάλει στον αέρα τις ειδήσεις των οχτώ;»·
- βγαίνει στον αέρα, (για ειδήσεις) μεταδίδεται από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση: «δε θα βγαίνει στον αέρα καμιά είδηση, αν δεν εγκρίνεται πρώτα από μένα || πότε βγήκε στον αέρα αυτή η είδηση;»·
- βγαίνω στον αέρα, (για εκφωνητές ή παρουσιαστές) αρχίζω να παρουσιάζω το πρόγραμμα στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση: «τι ώρα βγαίνω στον αέρα;»·
- βγήκε αέρας, άρχισε να φυσάει: «όλη τη μέρα ο καιρός ήταν καλός, αλλά προς το βράδυ βγήκε αέρας»·
- βρίσκομαι στον αέρα, βλ. φρ. είμαι στον αέρα·
- βρίσκω αέρα, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου), βλ. συνηθέστ. κάνω αέρα·
- γλυκός αέρας, που είναι απαλός: «καθώς περπατούσα στην παραλία, ένιωθα έναν γλυκό αέρα να χαϊδεύει το πρόσωπό μου»·
- δε με νοιάζει για αέρα που δεν μπαίνει στα πανιά μου, δεν πρέπει να ενδιαφέρεται κανείς για πράγματα που δεν τον αφορούν: «από μικρός έχω μάθει να κοιτάζω μόνο τη δουλειά μου και δε με νοιάζει για αέρα που δεν μπαίνει στα πανιά μου». Συνών. από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει κι αν καεί ή από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί / μη σε νοιάζει Μαριωρή, ξένη πίτα κι αν καεί / τι μας νοιάζει εμάς, αν πέθανε ο ψωμάς / τι μας νοιάζει εμάς για του Χατζηγιάννη τ’ αρνιά, αν είν’ εφτά, αν είν’ εννιά / τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνής·  
- δε με σηκώνει ο αέρας, οι κλιματολογικές συνθήκες επιβαρύνουν την υγεία μου: «πρέπει να εγκατασταθώ στην εξοχή, γιατί δε με σηκώνει ο αέρας της πόλης»· βλ. και φρ. δε με σηκώνει το κλίμα, λ. κλίμα·
- δεν πα(ς) να σε φυσήξει λίγο ο αέρας! ή δεν πα(ς) να σε φυσήξει λίγος αέρας! ειρωνική προτροπή σε άτομο που ζητάει ή λέει παράλογα πράγματα ή που τερατολογεί. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το μήπως και συνέλθεις·
- διαβολεμένος αέρας, που είναι πολύ δυνατός, ανυπόφορος, τρομερός: «απ’ το πρωί φυσούσε ένας διαβολεμένος αέρας που μας κράτησε στο σπίτι»·
- δίνει άλλον αέρα, λέγεται όταν κάτι προσδίδει σε κάποιον ξεχωριστή άνεση στους τρόπους ή στη συμπεριφορά του, που του δίνει ξεχωριστή γοητεία, θελκτικότητα: «ένα σπορ αυτοκίνητο, δίνει άλλον αέρα στον άντρα || η ομορφιά δίνει άλλον αέρα στη γυναίκα || όσο να πεις, τα λεφτά δίνουν άλλον αέρα στον άνθρωπο || απ’ τη μέρα που του ’πεσαν στο λαχείο εκείνα τα εκατομμύρια, έχει άλλον αέρα || όταν φοράει το καινούριο του κουστούμι, έχει άλλον αέρα || είναι όμορφη γυναίκα, αλλά όταν φοράει την έξωμη τουαλέτα της, έχει άλλον αέρα»·
- δώσ’ του αέρα! (συμβουλευτικά) διώξ’ τον, απομάκρυνέ τον: «δώσ’ του αέρα του αλήτη αφού είναι τόσο συστηματικός κοπανατζής!»·
- έβγαλε αέρα, άρχισε να φυσάει: «μέχρι το μεσημέρι ο καιρός ήταν καλός, τ’ απόγευμα όμως έβγαλε αέρα»·
- έδωσε αέρα λεφτά, πλήρωσε άσκοπα, γιατί η αγορά που έκανε δεν άξιζε: «πήγε κι έδωσε αέρα λεφτά για ένα αυτοκίνητο που είναι σαραβαλιασμένο»·
- έγινε αέρας, (για περιουσία) κατασπαταλήθηκε, εξανεμίστηκε: «είχε βρει μεγάλη περιουσία απ’ τον πατέρα του, αλλά με τα ξενύχτια και τα γλέντια έγινε αέρας»·
- είμαι στον αέρα, α. (για εκφωνητές ή παρουσιαστές) παρουσιάζω το πρόγραμμα στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση: «δεν μπορείς να τον δεις αυτή τη στιγμή, γιατί είναι στον αέρα». β. (για αεροπόρους και γενικά για πρόσωπα) πετώ με το αεροπλάνο: «ήμασταν δυο ώρες στον αέρα μέχρι να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη»·
- είναι στον αέρα, α. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, δεν έχει βάση ή κάποιο λογικό έρεισμα: «είναι σίγουρο πως θ’ αποτύχει στην προσπάθειά του, γιατί όλες του οι ενέργειες είναι στον αέρα». β. (για αεροπλάνα) πετάει: «πόσα αεροπλάνα είναι στον αέρα αυτή τη στιγμή;»· βλ. και φρ. είμαι στον αέρα·
- έκοψε ο αέρας, σταμάτησε ή λιγόστεψε: «προς τ’ απόγευμα έκοψε ο αέρας»·
- έπεσε ο αέρας, βλ. φρ. έκοψε ο αέρας·
- έπιασε αέρα, (για ποδοσφαιριστές) δεν κατάφερε να χτυπήσει την μπάλα με το πόδι του, που χτύπησε στον αέρα: «ήταν μονάχος του μπροστά σε κενή εστία κι έπιασε αέρα ο άχρηστος»·
- έπιασε αέρας, άρχισε να φυσάει: «ξαφνικά έπιασε αέρας»·
- έσπασε ο αέρας, βλ. φρ. έκοψε ο αέρας·
- έχει άλλον αέρα, βλ. φρ. δίνει άλλον αέρα·
- έχει έναν ( λίγο) αέρα, δεν ενώνει, δεν εφάπτεται απόλυτα: «σ’ αυτό το σημείο τα σανίδια έχουν έναν αέρα και πρέπει να ενώσουν»·
- έχω αέρα ή έχω έναν αέρα! α. έχω άνεση, θάρρος στις σχέσεις με τους άλλους, γενικά συμπεριφέρομαι με άνεση: «είναι καινούριος στην παρέα μας, αλλά έχει έναν αέρα λες και είναι χρόνια!». β. έχω φινέτσα, χάρη: «έχει αέρα αυτή η γυναίκα στο περπάτημά της»·
- έχω έναν αέρα, προπορεύομαι έναντι κάποιου σε μια αναμέτρηση: «από τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, ο τάδε έχει έναν αέρα έναντι του αντιπάλου του»·
- έχω πολύ αέρα, έχω μεγάλη άνεση, μεγάλο θάρρος στις σχέσεις με τους άλλους, γενικά συμπεριφέρομαι με μεγάλη άνεση: «αν και καινούριος στην παρέα μας, έχει πολύ αέρα με όλους μας»·
- ζω με αέρα ή ζω με τον αέρα, α. είμαι πολύ φτωχός, άπορος: «απ’ τη μέρα που έπεσαν έξω οι δουλειές του, ζει με αέρα». β. τρώω πολύ λίγο, είμαι λιτοδίαιτος: «επειδή φροντίζει τη σιλουέτα του, γι’ αυτό ζει με τον αέρα»·
- ήρθε μ’ έναν αέρα! ήρθε με μια έπαρση, με ένα θάρρος, με ένα θράσος(!): «ήρθε μ’ έναν αέρα και μου ζητούσε δανεικά, λες και τον ήξερα χρόνια!»·
- θα μου τα κάνεις αέρα (ενν. τ’ αρχίδια μου), δεν μπορείς να μου κάνεις κανένα κακό, δε σε υπολογίζω, δε σε φοβάμαι: «εσύ θα δείρεις εμένα; Το μόνο που μπορείς είναι να μου τα κάνεις αέρα!»·
- θα σε στείλω να πάρεις τον αέρα σου, (απειλητικά) θα σε διώξω, ιδίως από τη δουλειά μου: «αν συνεχίσεις να κάνεις κοπάνα, θα σε στείλω να πάρεις τον αέρα σου»·
- θα τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, βλ. λ. μυαλό·
- θα τον πάρει ο αέρας, είναι πάρα πολύ λεπτός, αδύνατος: «βγήκε προχτές απ’ το νοσοκομείο κι αν τον δεις, νομίζεις πως θα τον πάρει ο αέρας»·
- θέλει έναν (λίγο) αέρα, (ιδίως για είδη ένδυσης) χρειάζεται λίγο φάρδος: «είναι καλό το σακάκι σου, αλλά εκεί στις μασχάλες θέλει έναν αέρα, γιατί μου φαίνεται κάπως στενό»·
- καλύτερα σπουργίτης και στο χέρι, παρά αετός και στον αέρα, βλ. λ. σπουργίτης·
- κάνε μας αέρα ή κάν’ τα μας αέρα (ενν. τα αρχίδια μας), πάψε επιτέλους να μιλάς, γιατί δεν μπορώ να σ’ ακούω άλλο ή γιατί δεν πιστεύω αυτά που μου λες: «κάν’ τα μας αέρα, ρε φίλε, γιατί δε σ’ αντέχω άλλο». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- κάνω αέρα, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) δεν καταφέρνω να χτυπήσω την μπάλα με το πόδι μου, χτυπώ με το πόδι μου αέρα: «κι ενώ ήταν μοναχός του μπροστά σ’ άδειο τέρμα, έκανε αέρα κι έχασε το γκολ»·
- κάνω αέρα (σε κάποιον ή σε κάτι), φυσώ με το στόμα μου ή δημιουργώ αέρα με άλλο τεχνητό μέσο: «έκανε αέρα πάνω στο σημείο που κάηκε ο φίλος του, φυσώντας δυνατά με το στόμα του || άρχισε να κάνει αέρα μ’ ένα φυσερό για να δυναμώσει τη φωτιά»·
- κάνω κωλοτούμπες στον αέρα, βλ. λ. κωλοτούμπα·
- καυτός αέρας, που είναι πάρα πολύ θερμός: «στις ακτές της Αφρικής φυσάει καυτός αέρας»·
- κενό αέρος, διαφορά υψομετρικής πίεσης που προκαλεί  στο αεροπλάνο που πετάει απότομη απώλεια του ύψους του: «κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, πέσαμε σε αρκετά κενά αέρος και πήγε η ψυχή μας στην Κούλουρη»·
- κι αέρα στα πανιά σου, ειρωνική έκφραση σε άτομο που απειλεί πως θα αποχωρήσει από την παρέα μας, πράγμα που μας αφήνει αδιάφορους ή και που μας χαροποιεί. Αποτελεί μέρος της φρ. ώρα καλή στην πρύμη σου κι αέρα στα πανιά σου κι ούτε πολύ πετούμενο να μη βρεθεί μπροστά σου. Συνών. (και) να μας γράφεις / κι απ’ το πεζοδρόμιο·
- κλείνω τον αέρα, βλ. φρ. κόβω τον αέρα (β)·
- κόβω τον αέρα, α. μετριάζω την ορμή του αέρα με κάποιο τεχνητό μέσο: «έβαλε στο άνοιγμα μια λαμαρίνα για να κόβει τον αέρα». β. διακόπτω την παροχή ή την εξαγωγή αέρα με το κλείσιμο κάποιας βαλβίδας ή συσκευής: «μόλις φούσκωσε το λάστιχο, έκοψε τον αέρα για να μη σκάσει || μόλις ξεφούσκωσε αρκετά το λάστιχο, έβαλε την ασφάλεια για να κόψει τον αέρα»· βλ. και φρ. του κόβω τον αέρα·
- κωλοτούμπες στον αέρα να κάνεις! βλ. λ. κωλοτούμπα·  
- λόγια του αέρα, βλ. λ. λόγος
- μ’ ένα φύσημα τ’ αέρα, με την πρώτη ελάχιστη πίεση ή δυσκολία: «έλεγε πως μ’ αγαπούσε, αλλά με το πρώτο φύσημα τ’ αέρα την κοπάνησε». (Τραγούδι: πόσο γελάστηκα μητέρα, έφυγε εκείνη μ’ ένα φύσημα τ’ αέρα κι έμεινες πλάι μου με πιο πολλή στοργή, για να γιατρέψεις τη δική μου την πληγή
- μ’ έναν αέρα διαφορά, δηλώνει ελάχιστη απόσταση, ελάχιστη ποσότητα σε περίπτωση συναγωνισμού ή ανταγωνισμού: «ο τάδε δρομέας είναι μπροστά απ’ τον δεύτερο μ’ έναν αέρα διαφορά || ο τάδε υποψήφιος, μετά την καταμέτρηση των μισών ψηφοδελτίων, προηγείται του αντιπάλου του μ’ έναν αέρα διαφορά»· βλ. και φρ. με διαφορά στήθους, λ. στήθος·
- μαλάκωσε ο αέρας, βλ. φρ. έκοψε ο αέρας·
- με αέρα; βλ. συνηθέστ. με κώλο; λ. κώλος·
- με αέρα, με άνεση, με ευχέρεια: «μιλούσε με αέρα || κινούνταν με αέρα»·
- με τον αέρα της νίκης, βλ. φρ. με τον αέρα του νικητή·
- με τον αέρα της νιότης, με τη δύναμη, την ορμή, την αυτοπεποίθηση που δίνουν σε κάποιον τα νιάτα: «με τον αέρα της νιότης που διέθετε, είχε την εντύπωση πως μπορούσε να κατακτήσει όλον τον κόσμο»·
- με τον αέρα του νικητή, με την αυτοπεποίθηση πως θα νικήσει, με την άνεση ή με τη σιγουριά με την οποία συμπεριφέρεται ένας νικητής: «ο υποψήφιος για το αξίωμα του προέδρου χαιρετούσε τους παρευρισκομένους με τον αέρα του νικητή || μετά τη συντριπτική νίκη τους, ο αρχηγός της ομάδας μίλησε στους δημοσιογράφους με τον αέρα του νικητή»·
- μιλάει με αέρα ή μιλάει μ’ έναν αέρα! μιλάει με άνεση, με ευκολία,με ευχέρεια: «πάντοτε αυτό το παιδί μιλούσε με αέρα || πριν από λίγο τον βάλαμε στην παρέα μας και μιλάει μ’ έναν αέρα, λες και μας ξέρει χρόνια!»·
- μιλώ στον αέρα, α. μιλώ χωρίς να με ακούει, χωρίς να με προσέχει κανένας: «προσπάθησε να τους δώσει να καταλάβουν πώς έπρεπε να ενεργήσουν, αλλά μιλούσε στον αέρα». β. αερολογώ: «δεν τον προσέχει κανείς, γιατί μιλάει στον αέρα»·
- μου ’ρχεται να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, βλ. λ. μυαλό·
- μου τα ’κανε αέρα (ενν. τ’ αρχίδια μου), δεν μου έκανε απολύτως τίποτα από όσα απειλούσε πως θα μου κάνει: «έλεγε πως θα με δείρει, αλλά, όταν συναντηθήκαμε, μου τα ’κανε αέρα»·
- μου τίναξε το σπίτι στον αέρα, βλ. λ. σπίτι·
- ο αέρας κι η γυναίκα δεν κλειδώνονται, βλ. λ. γυναίκα·
- όποιος αέρας κι αν φυσάει, ο μύλος πάντα αλέθει, βλ. λ. μύλος·
- πάει να πάρει τον αέρα του, α. ειρωνική απάντηση ή απάντηση αδιαφορίας στην ερώτηση κάποιου πού πήγε ο τάδε ή πού είναι ο τάδε. β. απάντηση στην ερώτηση κάποιου πού πήγε ο τάδε ή πού είναι ο τάδε, όταν δε θέλουμε να αποκαλύψουμε πού πραγματικά πήγε ή πού είναι·
- παίρνει αέρα, είναι μειωμένης διανοητικής ικανότητας: «μην τον συνερίζεσαι, αν κάνει και καμιά βλακεία, γιατί παίρνει αέρα ο φουκαράς»·
- παίρνει στροφές στον αέρα, βλ. λ. στροφή·
- παίρνω αέρα, αποκτώ οικειότητα, θάρρος, ξεθαρρεύω: «λίγο να του χαμογελάσεις, αμέσως παίρνει αέρα»·
- παίρνω λίγο αέρα, σταματώ προσωρινά τη δουλειά μου για να ξεκουραστώ: «κάποια στιγμή σταμάτησε το σκάλισμα του κήπου για να πάρει λίγο αέρα». Από την εικόνα του ατόμου που, όταν κουράζεται, σταματάει για να πάρει αναπνοή ·
- παίρνω τον αέρα, αποκτώ ευχέρεια σε μια δουλειά ή σε μια διαδικασία, αντιμετωπίζω με άνεση και αυτοπεποίθηση μια κατάσταση: «τώρα που πήρε τον αέρα της δουλειάς, δεν τον σταματάει τίποτα». Συνών. παίρνω το κολάι·
- παίρνω τον αέρα μου, α. κάθομαι και ρεμβάζω στο μπαλκόνι, στη βεράντα, στην ταράτσα ή στο παράθυρο του σπιτιού μου και γενικά σε ανοιχτό χώρο: «κάθε Κυριακή πρωί παίρνω τον αέρα μου στο μπαλκόνι του σπιτιού μου». β. πάω μια βόλτα, βολτάρω: «κάθε απόγευμα παίρνω τον αέρα μου στην παραλία». (Λαϊκό τραγούδι: ώσπου να χειμωνιάσουμε εδώ θα την περάσουμε· θα μας τρώει η ρουτίνα κάθε μέρα, και μονάχα την Κυριακή θα παίρνουμε αέρα, γιατί δε φτάνει ο μισθός να πάμε πέρα-πέρα).γ. πάω στην εξοχή, πάω για παραθερισμό: «το καλοκαίρι θα πάω να πάρω τον αέρα μου στη Χαλκιδική». δ. ξεκουράζομαι ύστερα από εντατική εργασία, κάνω διάλειμμα: «σκοτώθηκε όλο το πρωί μέχρι να βάψει το δωμάτιο και τώρα είναι στην αυλή και παίρνει τον αέρα του». ε. με διώχνουν από τη δουλειά στην οποία εργάζομαι: «το παράκανα με τις κοπάνες, γι’ αυτό κάποια μέρα πήρα τον αέρα μου»· βλ. και φρ. του παίρνω τον αέρα·
- πήγε στον αέρα, αποδείχτηκε μάταιο, άσκοπο, δεν έφερε αποτέλεσμα: «όλη μου η προσπάθεια να τον συνετίσω πήγε στον αέρα || οι συμβουλές μου πήγαν στον αέρα»·
- πήραν τα μυαλά του αέρα ή πήρε το μυαλό του αέρα, βλ. λ. μυαλό·
- πήρε αέρας, άρχισε να φυσάει: «τ’ απόγευμα ξαφνικά πήρε αέρας»·
- πήρε ο κώλος του αέρα ή πήρε αέρα ο κώλος του, βλ. λ. κώλος·
- πήρε πολύ αέρα, απόκτησε πολλή οικειότητα, πολύ θάρρος, ιδίως χωρίς να του έχει δώσει κανένας αυτό το δικαίωμα: «να πεις του φίλου σου να καθίσει φρόνιμα, γιατί πήρε πολύ αέρα». Πολλές φορές, μετά το τέλος της φρ. ακολουθεί το μου φαίνεται·
- πιάνει πουλιά στον αέρα, βλ. λ. πουλί·
- πιάνω αέρα, α. τα δάχτυλά μου, οι παλάμες μου κλείνουν χωρίς να καταφέρω να πιάσω κάτι που μου πετάνε από κάποια απόσταση: «μου πέταξε τον αναπτήρα του από τη θέση που καθόταν, αλλά έπιασα αέρα κι έπεσε μέσα στις λάσπες». β. (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) βλ. φρ. κάνω αέρα·
- πνέει αέρας…, βλ. φρ. φυσάει αέρας(…)·
- ποιος αέρας σ’ έριξε…, βλ. φρ. ποιος αέρας σ’ έφερε(…)·
- ποιος αέρας σ’ έφερε…, έκφραση που δηλώνει πικρία ή απογοήτευση για τη συνάντηση που είχαμε κάποτε με το συνομιλητή μας, γιατί αυτή δεν είχε καλό αποτέλεσμα, καλή κατάληξη γι’ αυτόν: «ποιος αέρας σ’ έφερε στη ζωή μου και σε κατάστρεψα φουκαρά με τις συμβουλές που σου ’δινα!». Συνών. ποιος δρόμος σ’ έφερε(…)·
- ποιος καλός αέρας σ’ έριξ’ εδώ; βλ. φρ. ποιος καλός αέρας σ’ έφερ’ εδώ(;)·
- ποιος καλός αέρας σ’ έφερ’ εδώ; ή ποιος καλός αέρας σε φέρνει εδώ; ποιος είναι ο λόγος που ήρθες; για ποιον λόγο ήρθες; Απευθύνεται σε άτομο που μας επισκέπτεται ξαφνικά και ύστερα από πολύ καιρό. Ο επιθ. προσδιορισμός καλός για να προκαταλάβουμε τον επισκέπτη μας πως η επίσκεψή του έχει καλό σκοπό. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το διπλό και πιο σπάνια τριπλό μπα. Συνών. ποιος καλός δρόμος σ’ έφερ’ εδώ; ή ποιος καλός δρόμος σε φέρνει εδώ(;)·   
- πουλώ αέρα (κοπανιστό), α. κερδίζω χρήματα προσφέροντας ψεύτικες υπηρεσίες ή εκδουλεύσεις: «μπορεί να πουλάει αέρα, αλλά τα κονομάει». β. λέω ανοησίες, λέω ψέματα, αερολογώ: «τους μάζεψε όλους γύρω του και τους πουλούσε αέρα κοπανιστό»·
- ρίχνω στον αέρα, α. πυροβολώ στον αέρα, ιδίως για εκφοβισμό: «οι αστυνομικοί έριξαν στον αέρα για να τον εκφοβίσουν» β. πυροβολώ στον αέρα από ενθουσιασμό: «μόλις η νύφη κι ο γαμπρός βγήκαν απ’ την εκκλησία, οι φίλοι του ζευγαριού άρχισαν να ρίχνουν στον αέρα»·
- σαν πολύ αέρα πήρε ο κώλος σου! ή σαν πολύ αέρα δεν πήρε ο κώλος σου; βλ. λ. κώλος·
- σαν πολύ αέρα σου δώσαμε! ή σαν πολύ αέρα πήρες! ή σαν πολύ αέρα δε σου δώσαμε; ή σαν πολύ αέρα δεν πήρες; απειλητική έκφραση σε κάποιον, όταν θέλουμε να του αφαιρέσουμε τη μεγάλη οικειότητα που του δώσαμε ή που ο ίδιος πήρε από μόνος του·
- σηκώθηκε αέρας, άρχισε να φυσάει δυνατά: «ξαφνικά σκοτείνιασε ο ουρανός και σηκώθηκε αέρας»·
- σκορπίζω στον αέρα, (για χρήματα ή περιουσία) σπαταλώ ασυλλόγιστα, εξανεμίζω: «του άφησε ο πατέρας του ατράνταχτη περιουσία, αλλά με τις παλιοπαρέες που πήγε κι έμπλεξε, τη σκόρπισε στον αέρα»·
- σκόρπισε τα μυαλά του στον αέρα, βλ. λ. μυαλό·
- στέκεται στον αέρα, α. δεν έχει σταθερή βάση, είναι ετοιμόρροπος: «μετά το σεισμό πολλά σπίτια στέκονται στον αέρα». β. είναι ανεφάρμοστος: «τα επιχειρήματά σου στέκονται στον αέρα»·
- στηρίζεται στον αέρα, βλ. φρ. στέκεται στον αέρα·
- στον καθαρό αέρα, στο ύπαιθρο: «κάθε Κυριακή πρωί παίρνει την οικογένειά του και πηγαίνει έξω απ’ την πόλη στον καθαρό αέρα»·
- σφυρίζω στον αέρα, προσποιούμαι πως δεν ακούω, πως δεν καταλαβαίνω, αδιαφορώ: «όταν μου λένε κάτι που είναι ενάντια στα συμφέροντά μου, σφυρίζω στον αέρα». (Τραγούδι: κι όσους τα βράδια συναντώ μου λένε καλησπέρα, μα εγώ δεν ξέρω τι να πω, σφυρίζω στον αγέρα
- τινάζω στον αέρα (κάτι), καταστρέφω κάτι με ανατίναξη: «έβαλαν δυναμίτη και τίναξαν τη γέφυρα στον αέρα»·
- τινάζω στον αέρα (κάποιον ή κάτι), διαλύω, καταστρέφω κάποιον, μια δουλειά, μια επιχείρηση, μια υπόθεση, μια κατάσταση ή μια σχέση από κακό υπολογισμό ή χειρισμό ή και από αδιαφορία: «είχε για συμβουλάτορά του τον τάδε και τον τίναξε στον αέρα τον άνθρωπο με τις συμβουλές που του ’δινε || τόσα χρόνια σκληροί κόποι και αγώνες για να στήσει ο πατέρας του αυτή τη δουλειά, κι ήρθε ο γιος του και την τίναξε στον αέρα || σχέση πέντε χρόνων και για μια ανοησία την τίναξε στον αέρα». (Λαϊκό τραγούδι: κάτσε καλά, θα τινάξεις στον αέρα την αγάπη μας, κάτσε καλά, όλα τελειώνουν μια φορά
- τινάζω τα δίχτυα στον αέρα, βλ. λ. δίχτυ·
- τινάζω τη δουλειά στον αέρα, βλ. λ. δουλειά·
- τινάζω την μπάνκα στον αέρα, βλ. λ. μπάνκα·
- τινάζω το σπίτι μου στον αέρα, βλ. λ. σπίτι·
- τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, βλ. λ. μυαλό·
- το πιάνει (ο) αέρας, το βρίσκει, το χτυπάει: «μην αγοράσεις το βορινό διαμέρισμα, γιατί το πιάνει ο αέρας»·
- τον έστειλα να πάρει τον αέρα του, τον έδιωξα από τη δουλειά μου: «επειδή έκανε συνέχεια κοπάνα, τον έστειλα να πάρει τον αέρα του»·
- του δίνω αέρα, του συμπεριφέρομαι με μεγάλη οικειότητα: «μόλις του δώσαμε λίγο αέρα, άρχισε να κινείται με περισσότερη άνεση μέσα στην παρέα μας || μην του δίνεις πολύ αέρα αυτού του ανθρώπου, γιατί θα σε καβαλικέψει χωρίς να το πάρεις μυρουδιά»·
- του κόβω τον αέρα, α. του αφαιρώ τη μεγάλη οικειότητα, το μεγάλο θάρρος, τον βάζω στη θέση του: «μπήκε μέσα χαμογελαστός κι άρχισε τις χαιρετούρες, όμως ο διευθυντής του του ’κοψε αμέσως τον αέρα». β. τον αποθαρρύνω: «ήθελε να ξανοιχτεί στη δουλειά του, αλλά του ’κοψα τον αέρα». γ. εμποδίζω με το σώμα μου ή με άλλο μέσο τον αέρα να φτάσει σε αυτόν: «μόλις κατάλαβα πως του ’κοβα τον αέρα, έφυγα από μπροστά του»· βλ. και φρ. κόβω τον αέρα·
- του παίρνω τον αέρα, α. του επιβάλλομαι: «βρήκα τον τρόπο και του πήρα τον αέρα». β. παύω να τον φοβάμαι: «από τη μέρα που του πήρε τον αέρα, τον κάνει ό,τι θέλει». (Λαϊκό τραγούδι: δυο μάγκες μες τη φυλακή τα βάλαν με το διευθυντή, τον αέρα να του πάρουν ό,τι θέλουν για να κάνουν
- του τίναξε τα μυαλά στον αέρα, βλ. λ. μυαλό·
- τρελός αέρας, πολύ δυνατός αέρας: «απ’ το πρωί φυσούσε τρελός αέρας και δε βγήκα απ’ το σπίτι μου»·
- τρώω αέρα κοπανιστό, δεν τρώω τίποτα, είτε γιατί δε θέλω είτε γιατί δεν έχω χρήματα να αγοράσω τροφή: «το ’χει ρίξει στη δίαιτα για ν’ αδυνατίσει, και τρώει αέρα κοπανιστό || τον δέρνει τέτοια φτώχεια, που τρώει αέρα κοπανιστό»·
- υπάρχει άλλος αέρας, υπάρχει κάτι που προσδίδει ιδιαίτερα ευχάριστη διάθεση σε ένα άτομο ή ιδιαίτερα ευχάριστη ατμόσφαιρα σε ένα χώρο: «μ’ αρέσει η τάδε παρέα, γιατί αποτελείται από ευγενικούς κι ευχάριστους ανθρώπους, οπότε υπάρχει άλλος αέρας || πηγαίνω και τρώω πάντα στο τάδε μαγαζί, γιατί, εκτός από ωραίο φαγητό, έχει προσεγμένο διάκοσμο και διακριτικό φωτισμό, οπότε υπάρχει άλλος αέρας»·     
- φρέσκος αέρας, ο καθαρός αέρας της εξοχής ή της θάλασσας: «πήγαμε εκδρομή στο βουνό κι αναπνεύσαμε φρέσκο αέρα»·
- φυσάει αέρας…, (με αισιόδοξη διάθεση)επικρατεί κλίμα, διάθεση…: «φυσάει αέρας αλλαγής || φυσάει αέρας ανανέωσης». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το ένας·
- χάνει αέρα, α. είναι μειωμένης διανοητικής αντίληψης: «μην παίρνεις σοβαρά  αυτά που σου λέει, γιατί χάνει αέρα ο άνθρωπος». β. (για σωλήνες) παρουσιάζει διαφυγή αέρα: «η σωλήνα έκανε μια τρυπίτσα και χάνει αέρα». γ. (για φούσκες, μπάλες ή σαμπρέλες) ξεφουσκώνει λόγω διαφυγής αέρα: «απ’ τη στιγμή που χτύπησε η μπάλα στα σύρματα, χάνει αέρα»·
- χορταίνω αέρα, ζω έντονα, ιδίως με γλέντια και διασκεδάσεις: «από τη μέρα που του ’πεσε το λαχείο, χορταίνει κι αυτός αέρα»·
- χτίζω κάστρα στον αέρα, βλ. λ. χτίζω στον αέρα·
- χτίζω πύργους στον αέρα, βλ. λ. χτίζω στον αέρα·
- χτίζω στον αέρα, οικοδομώ, δημιουργώ πάνω σε σαθρές βάσεις, ματαιοπονώ: «πολλοί με το μυαλό τους χτίζουν κάστρα στον αέρα κι όταν συνέρχονται προσγειώνονται ανώμαλα». Συνών.  χτίζω στην άμμο·
- ώρα καλή στην πρύμη σου κι αγέρα (αέρα) στα πανιά σου, βλ. λ. ώρα.

αίμα

αίμα κ. γαίμα, το, ουσ. [<αρχ. αἷμα], το αίμα. (Ακολουθούν 117 φρ.)· 
- αθώο αίμα, αίμα ανθρώπων που δε φταίνε σε τίποτα, αίμα αθώων ανθρώπων: «κάθε Σαββατοκύριακο, η άσφαλτος γεμίζει με αθώο αίμα από την ασυνειδησία ορισμένων οδηγών»·
- άναψαν τα αίματα, α. η κατάσταση έγινε εκρηκτική και επικίνδυνη: «πες ο ένας πες ο άλλος, στο τέλος άναψαν τα αίματα κι ήταν έτοιμοι για καβγά». β. η κατάσταση ήρθε σε πλήρη ευθυμία: «μόλις άρχισαν να παίζουν τα μπουζούκια, άναψαν τα αίματα κι έγινε το σώσε μέσα στο μαγαζί»·
- άναψαν τα αίματά μου, α. κυριεύτηκα από οργή, εξαγριώθηκα: «ήταν η δεύτερη φορά που ενοχλούσε το κορίτσι μου κι άναψαν τα αίματά μου». β. ήρθα σε κατάσταση πλήρους ευθυμίας: «μόλις άναψαν τα αίματά μου, άρχισα να σκορπώ τα χιλιάρικα στην ορχήστρα»·
- ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου, βλ. φρ. μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι·
- αχνίζει ακόμη το αίμα του, η δολοφονία, ο φόνος του ατόμου για το οποίο γίνεται λόγος, είναι πολύ πρόσφατος: «μη μιλάς μπροστά του για φόνους και δολοφονίες, γιατί αχνίζει ακόμη το αίμα του αδερφού του, που τον ξέκανε ένας μανιακός»·
- βάζω αίμα, δυναμώνω τρώγοντας το κατάλληλο φαγητό, αναλαμβάνω τις σωματικές μου δυνάμεις: «μόλις βγήκε απ’ το νοσοκομείο τον πλάκωσε η γυναίκα στις κοτόσουπες και στις μπριζόλες για να βάλει αίμα, γιατί είχε γίνει σαν ακτινογραφία || μόλις βάλει λίγο αίμα, παίρνει αμέσως τους δρόμους»·
- βάζω στα αίματα, α. παρακινώ συστηματικά κάποιον να αποφασίσει κάτι: «κάθε τόσο μου αναφέρει το μέγεθος της προίκας της και με βάζει στα αίματα να σκέφτομαι το γάμο». β. κάνω κάποιον να θέλει πάρα πολύ να αποκτήσει κάτι: «αφού μου μιλάς συνέχεια για τα πλεονεκτήματά του, μ’ έβαλες στα αίματα ν’ αγοράσω αυτό τ’ αυτοκίνητο».  (Λαϊκό τραγούδι: με βάζεις μέσ’ στα αίματα και με γεμίζεις ψέματα)· βλ. και φρ. τους βάζω στα αίματα·
- βαρύς φόρος αίματος, βλ. λ. φόρος·
- βάφω με αίμα ή βάφω στο αίμα, προκαλώ μεγάλη αιματοχυσία: «οι αμερικανικοί πύραυλοι έβαψαν με αίμα τους δρόμους της Βαγδάτης || οι νατοϊκοί πύραυλοι έβαψαν στο αίμα τη Γιουγκοσλαβία»·
- βάφω τα χέρια μου με αίμα ή βάφω τα χέρια μου στο αίμα βλ. λ. χέρι·
- βγάζει αίμα, (για πληγές ή μύτες), βλ. φρ. τρέχει αίμα·
- βγάζω αίμα, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω υπερβολικά μέχρι να πετύχω κάτι: «έβγαλα αίμα μέχρι να σας μεγαλώσω»·
- βγάζω το ψωμί (μου) με αίμα και ιδρώτα ή βγάζω το ψωμί (μου) με ιδρώτα και αίμα, βλ. λ. ψωμί·
- βουτώ τα χέρια μου στο αίμα, βλ. συνηθέστ. βάφω τα χέρια μου με αίμα·
- βράζει το αίμα μου ή βράζουν τα αίματά μου, α. νιώθω δυνατός, είμαι όλος ορμή και δύναμη: «είναι νέο παλικάρι και βράζει το αίμα του». β. είμαι ακούραστος, ακαταπόνητος: «άσ’ τον να εργαστεί τώρα που είναι νέος και βράζει το αίμα του». γ. αν και είμαι κάποιας ηλικίας, εντούτοις νιώθω δυνατός σαν νέος: «μην τον βλέπεις που σε λίγο βγαίνει στη σύνταξη, βράζουν τα αίματά του!»·
- βράζουν τα αίματα, η κατάσταση είναι εκρηκτική και επικίνδυνη: «μόλις είδα πως άρχισαν να βράζουν τα αίματα, πήρα το κορίτσι μου κι έφυγα»·
- για να ξυπνάν τα αίματα! ή για να ξυπνούν τα αίματα! έκφραση με την οποία δικαιολογεί κάποιος κάποια απότομη ή βίαιη κίνηση ή ενέργειά  του, που την κάνει για να βρίσκεται σε καλή φυσική κατάσταση, σε φόρμα: «κάπου κάπου παλεύουμε μεταξύ μας για να ξυπνάν τα αίματα!». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν μας γουστάρει κι ο καβγάς, δεν πρέπει να μας κυνηγάς, μαλώνουμε στα ψέματα για να ξυπνάν τα αίματα). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έτσι·
- δεν έχει αίμα μέσα του, α. δεν έχει καθόλου σωματική δύναμη: «μην τον φορτώνεις υπερβολικά, δε βλέπεις που δεν έχει αίμα μέσα του;». β. δεν έχει ζωντάνια, ενεργητικότητα, είναι νωθρός, οκνός: «άντε ρε, κουνήσου λιγάκι, δεν έχεις αίμα μέσα σου;». γ. είναι δειλός, φοβητσιάρης: «πώς να τα βάλω μαζί του, δε βλέπεις που δεν έχει αίμα μέσα του!». Πρβλ.: όλους τους δήθεν καταλαβαίνω, αυτοί ποτέ τους δεν πετάξανε ψηλά, στα όνειρά τους πατάνε φρένο και μέσ’ στις φλέβες του δεν ξέρουν τι κυλά (Λαϊκό τραγούδι). δ. είναι υπερβολικά ψύχραιμος, υπερβολικά ψυχρός: «κάνω τα πάντα  για να τον προκαλέσω, αλλά με κοιτάζει απαθής λες και δεν έχει αίμα μέσα του». ε. είναι κίτρινος, ωχρός: «τον είδα και κατατρόμαξα, γιατί το πρόσωπό του ήταν κατακίτρινο, λες και δεν έχει αίμα μέσα του»·
- δεν έχει αίμα πάνω του, βλ. συνηθέστ. δεν έχει αίμα μέσα του·
- δεν έχει αίμα στις φλέβες του, βλ. φρ. δεν έχει αίμα μέσα του·
- δεν κυλάει αίμα μέσα του ή δεν κυλάει αίμα στις φλέβες του, βλ. συνηθέστ. δεν έχει αίμα μέσα του·
- δεν τρέχει αίμα μέσα του ή δεν τρέχει αίμα στις φλέβες του, βλ. φρ. δεν έχει αίμα μέσα του·
- δεσμός αίματος, βλ. λ. δεσμός·
- δίνω αίμα, α. κουράζομαι, δυσκολεύομαι πάρα πολύ για να πετύχω κάτι: «έδωσα αίμα μέχρι να χτίσω κι εγώ ένα σπιτάκι». β. είμαι τακτικός αιμοδότης: «δυο φορές το χρόνο πηγαίνω στον Ερυθρό Σταυρό και δίνω αίμα»·
- δίνω το αίμα μου, α. κουράζομαι, δυσκολεύομαι πάρα πολύ για να πετύχω κάτι: «έδωσα το αίμα μου μέχρι να σας μεγαλώσω». β. αγαπώ υπερβολικά κάποιον, του δίνω ό,τι πολυτιμότερο έχω: «δίνω το αίμα μου γι’ αυτόν τον άνθρωπο»· βλ. και φρ. χύνω το αίμα μου·
- δίνω το αίμα μου για την πατρίδα, βλ. φρ. χύνω το αίμα μου για την πατρίδα·
- δίψα για αίμα, βλ. λ. δίψα·
- διψάει για αίμα, νιώθει ασυγκράτητη επιθυμία για αιματοχυσία, για εκδίκηση με φόνο: «οι συγγενείς του δράστη τρέμουν απ’ το φόβο τους, γιατί ο αδερφός του νεκρού διψάει για αίμα»·
- έγινε αίμα και άμμος, επικράτησε μεγάλη σύγχυση και φασαρία, ξέσπασαν βίαια και αιματηρά επεισόδια: «όταν οι διαδηλωτές ήρθαν αντιμέτωποι με την αστυνομία, έγινε αίμα και άμμος». Ίσως αναφορά στις ρωμαϊκές αρένες·
- έδειξε αίμα στο σεντόνι, (για γαμπρούς) απέδειξε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν παρθένα: «το πρωί, μετά την πρώτη νύχτα του γάμου, ο γαμπρός μάζεψε την οικογένειά του κι έδειξε αίμα στο σεντόνι». Η εθιμική αυτή συνήθεια σε πολλές περιοχές της ελληνικής επαρχίας κράτησε και μέχρι λίγο πριν από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, εποχή που η τιμή της γυναίκας θεωρούνταν ιερή και γινόταν για να αποδείξει ο γαμπρός ότι η γυναίκα που είχε παντρευτεί ήταν παρθένα και ότι το αίμα στο σεντόνι ήταν από τη διάρρηξη του παρθενικού υμένα της νύφης. Έπειτα, το σεντόνι αυτό το κρεμούσαν στο μπαλκόνι το σπιτιού για να δει όλο το χωριό του λόγου το αληθές, αλλά και για να τιμηθεί και η οικογένεια της νύφης. Κατά καιρούς έχουν αναφερθεί διάφορα ευτράπελα, όπως ότι το αίμα στο σεντόνι ήταν του κόκορα από το κοτέτσι του γαμπρού ή αίμα δικό του, καθώς είχε αυτοτραυματιστεί για να καλύψει την ντροπή του, που δεν είχε παντρευτεί γυναίκα παρθένα, αλλά και την ντροπή της νύφης και των δυο οικογενειών τους· 
- είμαι πνιγμένος στο αίμα, βλ. φρ. πνίγομαι στο αίμα·
- είναι αθώος του αίματος (κάποιου), δεν έχει σχέση με την εγκληματική πράξη για την οποία γίνεται λόγος: «δεν πρέπει να καταδικάσουμε τον άνθρωπο αυτό, γιατί είναι αθώος του αίματος του δολοφονημένου»·
- είναι αίμα μου, είναι παιδί μου, σπλάχνο μου: «ό,τι στραβό και να κάνει, πρέπει να το υπομένω, γιατί, βλέπεις, είναι αίμα μου»·
- είναι βουτηγμένος στο αίμα, α. είναι δράστης πολλών φόνων, είναι μεγάλος εγκληματίας: «ο ανακριτής δεν ξέρει για ποιον φόνο να τον πρωτοκατηγορήσει, γιατί ο δράστης είναι βουτηγμένος στο αίμα». β. είναι αιμόφυρτος, πλέει στο αίμα: «όταν οι τροχονόμοι έκοψαν τις λαμαρίνες και τον έβγαλαν απ’ τ’ αυτοκίνητό του, ήταν βουτηγμένος στο αίμα»·
- είναι να το ’χεις στο αίμα σου να… ή είναι να το ’χει κανείς στο αίμα του να…, πρέπει να έχεις κάτι έμφυτο για να αναδειχθείς, για να προκόψεις, για να ξεχωρίσεις: «είναι να το ’χεις στο αίμα σου να γίνεις ποιητής || είναι να το ’χει κανείς στο αίμα του να γίνει έμπορος»·
- είναι στο αίμα του, βλ. φρ. το ’χει στο αίμα του·
- είναι το αίμα μου, αποτελεί για μένα ό,τι το πολυτιμότερο: «γνώρισα πολλές γυναίκες, αλλά η γυναίκα αυτή που παντρεύτηκα είναι το αίμα μου». (Λαϊκό τραγούδι: χαστούκια και φιλιά δώσ’ μου τα μαζεμένα. Είσαι το αίμα μου κι εγώ είμαι για σένα
- έχει αριστοκρατικό αίμα, κατάγεται από αριστοκρατική οικογένεια: «είναι ευγενικός άνθρωπος, γιατί έχει αριστοκρατικό αίμα». Πολλές  φορές, η φρ. κλείνει με το στις φλέβες του ή μέσα στις φλέβες του·
- έχει βασιλικό αίμα, α. κατάγεται από βασιλική οικογένεια, από βασιλική γενιά: «δεν καταδέχεται τους απλούς ανθρώπους, γιατί έχει βασιλικό αίμα || στην Ελλάδα δεν απόμεινε κάποιος που να ’χει βασιλικό αίμα». β. λέγεται και με ειρωνική διάθεση: «δεν καταδέχεται να μας κάνει παρέα, γιατί έχει βασιλικό αίμα». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το στις φλέβες του ή μέσα στις φλέβες του·    
- έχει κρύο αίμα, δεν επηρεάζεται από τα συναισθήματά του, είναι πολύ ψύχραιμος, πολύ ψυχρός: «δε χάνει ποτέ την ψυχραιμία του, γιατί έχει κρύο αίμα»·
- έχει μέσ’ στο αίμα του (κάτι) ή έχει στο αίμα του (κάτι), βλ. φρ. το ’χει μέσ’ στο αίμα του. (Λαϊκό τραγούδι: εσένα δεν σου άξιζε αγάπη, εσένα δεν σου άξιζε στοργή, έχεις στο αίμα σου την αμαρτία είσ’ ένα ψέμα χωρίς ντροπή). Συνών. έχει μέσ’ στη φλέβα του (κάτι) ή έχει στη φλέβα του (κάτι)·
- έχουμε το ίδιο αίμα, α. είμαστε συγγενείς πρώτου βαθμού. (Λαϊκό τραγούδι: έχουμε αίμα το ίδιο κι οι δυο, ήπιες το γάλα που ήπια κι εγώ, μέσ’ απ’ την ίδια αγκαλιά). β. είμαστε συγγενείς, σόι·
- θα γίνει αίμα και άμμος, (απειλητικά) θα επικρατήσει μεγάλη σύγχυση και φασαρία, θα ξεσπάσουν βίαια και αιματηρά επεισόδια: «αν επιχειρήσει η αστυνομία να εμποδίσει τη φοιτητική πορεία προς τ’ αμερικάνικο προξενείο, θα γίνει αίμα και άμμος». Αναφορά ίσως στη ρωμαϊκή αρένα·
- θα σε κάνω να χέσεις αίμα, (απειλητικά) θα σε καταβασανίσω, θα σε καταταλαιπωρήσω, θα σε τιμωρήσω πολύ αυστηρά: «αν σε ξαναπιάσω να βάζεις χέρι στο ταμείο, θα σε κάνω να χέσεις αίμα»·
- θα σου πιω το αίμα, α. (απειλητικά) θα σε σκοτώσω: «αν δεν παντρευτείς την αδερφή μου, που την έχεις εκθέσει, θα σου πιω το αίμα». Από το ότι, μετά από μια μονομαχία με μαχαίρι, επικρατούσε η συνήθεια μεταξύ των ρεμπέτηδων, ο νικητής να γλείφει από τη λάμα του μαχαιριού του το αίμα του αντιπάλου του, που τραυμάτισε ή σκότωσε. Πρβλ.: βάρα με με το στιλέτο, ρε, κι όσο αίμα βγάλω πιέτο (Λαϊκό τραγούδι).β. θα σε καταβασανίσω, θα σε καταταλαιπωρήσω: «αν ξαναπειράξεις την κόρη μου, θα σου πιω το αίμα». γ. θα κάνω τα πάντα για να σε καταστρέψω ψυχικά ή οικονομικά: «αν δεν τακτοποιήσεις τους λογαριασμούς σου, θα βάλω δικηγόρο και θα σου πιω το αίμα»·
- θα σου ρουφήξω το αίμα, βλ. φρ. θα σου πιω το αίμα·
- κόκκινο αίμα ή κόκκινο σαν αίμα ή κόκκινο σαν το αίμα, το έντονο κόκκινο χρώμα: «το καρπούζι είναι κόκκινο αίμα || φορούσε ένα φουστάνι κόκκινο σαν αίμα». (Λαϊκό τραγούδι: είκοσι τριαντάφυλλα κόκκινα σαν το αίμα σου ’δωσε νιάτα η μάνα σου και του αϊτού το βλέμμα
- κολυμπώ στο αίμα, βλ. φρ. πλέω στο αίμα·
- κόπηκε το αίμα μου ή μου κόπηκε το αίμα, φοβήθηκα πάρα πολύ, τρομοκρατήθηκα: «μόλις τον είδα ν’ αγριεύει, μου κόπηκε το αίμα»·
- κύκλος αίματος, βλ. λ. κύκλος·
- λερώνω τα χέρια μου με αίμα, βλ. λ. χέρι·
- λούστηκε στο αίμα, είναι αιμόφυρτος είτε από δικό του είτε από αίμα άλλου: «τον παρέσυρε μια νταλίκα και λούστηκε στο αίμα ο κακομοίρης || έβγαλε το μαχαίρι του κι όπως χτυπούσε δεξιά αριστερά τον κόσμο, λούστηκε στο αίμα»·
- λουτρό αίματος, βλ. λ. λουτρό·
- μ’ ανάβουν τα αίματα, με ερεθίζουν, με εξοργίζουν, με εξαγριώνουν: «κάθε φορά που μ’ ανάβουν τα αίματα, γίνομαι άλλος άνθρωπος»·
- μ’ άναψε το αίμα ή μ’ άναψε τα αίματα, το άτομο για το οποίο γένεται λόγος με ερέθισε, με εξόργισε, με εξαγρίωσε: «μ’ άναψε το αίμα, όταν τον άκουσα να βρίζει γέρο άνθρωπο, κι αν δε με συγκρατούσαν, θα τον σάπιζα στο ξύλο»·
- μαύρο αίμα, βλ. συνηθέστ. σκοτωμένο αίμα·
- με αίμα, με σκληρή προσπάθεια, με υπερβολική ταλαιπωρία και πολλά βάσανα: «με αίμα έχτισα κι εγώ ένα σπιτάκι για να βάλω την οικογένειά μου μέσα»· με φόνο: «εκδικήθηκε με αίμα τη δολοφονία του αδερφού του»·
- με αίμα και δάκρυα ή με δάκρυα και αίμα, βλ. φρ. με αίμα και ιδρώτα. (Λαϊκό τραγούδι: άλλος για Σύρο τράβηξε πήγε άλλος για Μυτιλήνη κι άλλος στης Σύρας τα στενά αίμα και δάκρυα αφήνει)·
- με αίμα και ιδρώτα ή με ιδρώτα και αίμα, με αφάνταστες θυσίες και κόπους: «με αίμα και ιδρώτα κερδίζω το ψωμί μου || με αίμα και ιδρώτα κατάφερα κι εγώ να σπουδάσω τα παιδιά μου». (Λαϊκό τραγούδι: ζωή γεμάτη πίκρες και καημοί με αίμα και με ιδρώτα τρώμε το ψωμί // με ιδρώτα και με αίμα σαν το σκλάβο προσπαθώ ώσπου να ’ρθει κάποια μέρα να πεθάνω να σωθώ
- με παίρνουν τα αίματα, ματώνω, αιμορραγώ: «μου ’δωσε μια μπουνιά στη μύτη και με πήραν τα αίματα || έχω μια ευαισθησία στη μύτη και με το παραμικρό χτύπημα με παίρνουν τα αίματα»·
- μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός μου, βλ. λ. ρανίδα·
- μου ανέβασε το αίμα στο κεφάλι, με εκνεύρισε πάρα πολύ, με εξόργισε: «με τις βλακείες που έλεγε συνέχεια, μου ανέβασε το αίμα στο κεφάλι και παραλίγο να τον πλάκωνα στο ξύλο»·
- μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, θύμωσα πάρα πολύ, εξοργίστηκα, θόλωσα: «μόλις άρχισε να επαναλαμβάνει τις παράλογες απαιτήσεις του, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και απέκλεισα κάθε συνεργασία μαζί του»·
- μου βύζαξε το αίμα, βλ. φρ. μου ήπιε το αίμα·
- μου ’γινε το αίμα κομπόστα, συγχύστηκα υπερβολικά, στενοχωρήθηκα: «μόλις τον άκουσα να λέει τόσο τρομερά ψέματα για μένα, μου ’γινε το αίμα κομπόστα». Αναφορά σε αυτούς που πάσχουν από ζαχαρώδη διαβήτη και που, όταν συγχύζονται, ανεβαίνει η ποσότητα του ζάχαρου στο αίμα τους·
- μου έφερε το αίμα στο κεφάλι, βλ. φρ. μου ανέβασε το αίμα στο κεφάλι·
- μου ήπιε το αίμα, α. με εξάντλησε οικονομικά, ψυχικά ή σωματικά: «τα ’μπλεξα με μια πιτσιρίκα και μου ήπιε το αίμα». (Λαϊκό τραγούδι: μαύρα πουλιά μου πίνουνε το αίμα από μικρός παιδεύουμαι στα ξένα κι όταν φωνάζω “ήρθαν οι λησταί” Πιλάτοι νίβουν τα χέρια τους, Χριστέ).β. με εκμεταλλεύτηκε χωρίς καθόλου οίκτο: «έμπλεξα μ’ έναν τοκογλύφο, που μου ήπιε το αίμα»·
- μου ’κοψε το αίμα, με φόβισε πάρα πολύ, με τρομοκράτησε: «με χτύπησε ξαφνικά στην πλάτη μου από πίσω μέσ’ στ’ άγριο σκοτάδι και μου ’κοψε το αίμα»·
- μου παίρνουν αίμα, είμαι τακτικός αιμοδότης: «δυο φορές το χρόνο πηγαίνω στον Ερυθρό Σταυρό και μου παίρνουν αίμα»·
- μου πίνει το αίμα σαν βδέλλα ή μου πίνει το αίμα σαν τη βδέλλα, βλ. λ. βδέλλα·
- μου ρουφάει το αίμα σαν βδέλλα ή μου ρουφάει το αίμα σαν τη βδέλλα, βλ. λ. βδέλλα·
- μου ρούφηξε το αίμα, βλ. φρ. μου ήπιε το αίμα·
- μπαίνω στα αίματα, α. παρακινούμαι από κάποιον ή κάποιους να αναμιχθώ κάπου: «επειδή όλοι υποστήριζαν πως ήταν συμφέρουσα δουλειά, μπήκα στα αίματα  να τη χρηματοδοτήσω». β. παρακινούμαι από κάποιον ή από κάποιους και φτάνω στο σημείο να θέλω να αποκτήσω κάτι: «κάθε φορά που συναντιόμασταν, μου εκθείαζε τα προτερήματα αυτού του αυτοκινήτου, κι έτσι μπήκα στα αίματα να το αγοράσω»·
- να τον μαχαιρώσεις, αίμα δε θα βγάλει ή να τον μαχαιρώσεις, δε θα βγάλει αίμα, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος είναι πολύ στενοχωρημένο, πολύ απελπισμένο, πολύ δυστυχισμένο: «απ’ τη μέρα που έμαθε πως ο γιος του κύλησε στα ναρκωτικά, να τον μαχαιρώσεις, αίμα δε θα βγάλει»·
- νέο αίμα, η είσοδος σε κόμμα, επιχείρηση, οργανισμό ή ομάδα νεότερων προσώπων, που αντικαθιστούν τους παλαιότερους ή γεροντότερους: «με την είσοδο νέου αίματος στο κόμμα,  προσδοκούμε να γίνουμε κυβέρνηση»·
- νερούλιασε το αίμα μου, α. έχασα τη δύναμή μου, το σφρίγος μου, τη ζωντάνια μου: «πέρασαν πια τα χρόνια μου και νερούλιασε το αίμα μου». β. φοβήθηκα πάρα πολύ: «μόλις τον είδα να ’ρχεται καταπάνω μου με το πιστόλι του στο χέρι, νερούλιασε το αίμα μου»·
- ξεπλένω την ντροπή μου με αίμα, βλ. λ. ντροπή·
- ξερνώ αίμα, βλ. συνηθέστ. φτύνω αίμα·
- ο νόμος του αίματος, βλ. λ. βεντέτα·
- πάγωσε το αίμα μου ή πάγωσε το αίμα στις φλέβες μου, φοβήθηκα πάρα πολύ, τρομοκρατήθηκα: «μόλις τον είδα να βγάζει το μαχαίρι του, πάγωσε το αίμα στις φλέβες μου»·
- παίρνω αίμα, (για γιατρούς) κάνω αφαίμαξη από αιμοδότη ή από ασθενή για θεραπευτικούς λόγους: «πρέπει να σου πάρω αίμα για ανάλυση»·
- παίρνω πίσω το αίμα μου ή παίρνω το αίμα μου πίσω, α. εκδικούμαι: «δε θα ησυχάσω, αν δεν πάρω το αίμα μου πίσω». β. κερδίζω κάποιον που με είχε κερδίσει παλιότερα: «παίξαμε τάβλι και πολύ χάρηκα που πήρα το αίμα μου πίσω»·
- πλέω σε λίμνη αίματος, βρίσκομαι πεσμένος μέσα σε ποσότητα αίματος: «μετά τη σφοδρή σύγκρουση των δυο πούλμαν, νεκροί και τραυματίες έπλεαν σε λίμνες αίματος»·
- πλέω στο αίμα, είμαι αιμόφυρτος: «όταν τον βρήκανε, έπλεε στο αίμα»·
- πληρώνω με αίμα ή πληρώνω με το αίμα μου, υφίσταμαι τις οδυνηρές συνέπειες από τη στάση ή τις πράξεις μου ή από τη στάση ή τις πράξεις κάποιου. (Λαϊκό τραγούδι: τη ζωή μου έπαιξα για σένα, τη ζημιά σου πλήρωσα με αίμα
- πνίγω στο αίμα, καταστέλλω βίαια και αιματηρά εξέγερση ή επανάσταση: «τα τανκς της χούντας έπνιξαν στο αίμα τη φοιτητική εξέγερση του Πολυτεχνείου || οι Τούρκοι έπνιξαν στο αίμα την επανάσταση της Χαλκιδικής»·
- ποταμοί αίματος (ενν. τρέχουν), βλ. λ. ποταμός·
- σιγά τα αίματα! ειρωνική ή κοροϊδευτική έκφραση σε κάποιον που καυχιέται για φανταστικούς ηρωισμούς ή ξυλοδαρμούς, ή σε κάποιον που ισχυρίζεται πως θα μας δείρει ή πως μπορεί να μας δείρει. Συνήθως, για εντυπωσιασμό, η φρ. λέγεται πιο ολοκληρωμένη σιγά, μας πήραν τα αίματα! ή σιγά τα αίματα, μας πιτσίλισες(!)·
- σκοτωμένο αίμα, το μελάνιασμα που προκαλείται από τη συσσώρευση αίματος ακριβώς κάτω από το σημείο του δέρματος που δέχτηκε κάποιο δυνατό χτύπημα, ή το αίμα που τρέχει μετά το άνοιγμα αυτού του σημείου και έχει μαυριδερό χρώμα: «αμέσως μετά το χτύπημα που δέχτηκε στο μπράτσο του, το σημείο εκείνο μελάνιασε απ’ το σκοτωμένο αίμα || ο γιατρός άνοιξε το χτυπημένο σημείο για να τρέξει το σκοτωμένο αίμα»·
- στάζει αίμα, α. είναι πολύ κόκκινο: «θα καταλάβεις αμέσως για ποια σου λέω, γιατί φοράει ένα φουστάνι που στάζει αίμα || είναι τόσο ώριμο το καρπούζι, που στάζει αίμα». β. (για πληγές ή μύτες) αιμορραγεί: «το έλκος μου στάζει αίμα || η μύτη μου στάζει αίμα·
- στάζει η καρδιά μου αίμα, βλ. λ. καρδιά·
- στις φλέβες του τρέχει (ρέει) αίμα…, βλ. λ. φλέβα·
- της ήρθαν τα αίματα, της ήρθε η περίοδος, της ήρθαν τα ρούχα της, της ήρθαν τα έμμηνά της: «η γυναίκα μου δε θα ’ρθει μαζί σας για μπάνιο, γιατί της ήρθαν τα αίματα»·
- το αίμα νερό δε γίνεται, α. η στενή συγγένεια ή η μεγάλη φιλία όσο και αν δοκιμαστούν, επέρχεται πάλι η ομόνοια και η αγάπη: «τ’ αδέρφια παραμέρισαν όλες τις διαφορές τους και μόνοιασαν γιατί, βλέπεις, το αίμα νερό δε γίνεται». β. όσο και να γεράσει ο άνθρωπος δεν ξεχνά τη ζωή ή τις καταστάσεις που πέρασε, είναι στενά δεμένος με το παρελθόν του: «όσον καιρό έλειπε στα ξένα πάντα θυμόταν και συνεχώς μνημόνευε το χωριό του, γιατί το αίμα νερό δε γίνεται». (Λαϊκό τραγούδι: στη μάνα μου θα πάω κι ας μη μ’ αφήνετε το αίμα το αίμα νερό δε γίνεται). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βλέπεις·
- το αίμα του Χριστού, η Θεία Κοινωνία·
- το ’χει μέσ’ στο αίμα του ή το ’χει στο αίμα του, έχει έμφυτη μια καλή ή κακή ιδιότητα: «το ’χει στο αίμα του το εμπόριο || το ’χει μέσ’ στο αίμα του να κατηγορεί τους άλλους». (Λαϊκό τραγούδι: Πειραιώτισσα, το ’χεις μέσ’ στο αίμα σου, να τρελαίνονται οι άντρες μ’ ένα βλέμμα σου). Συνών. το ’χει μέσ’ στη φλέβα του ή το ’χει στη φλέβα του· βλ. και φρ. είναι να το ’χεις στο αίμα σου να(…)·
- τον κάνω να φτύσει αίμα, τον υποβάλλω σε μεγάλους κόπους, σε μεγάλες ταλαιπωρίες: «απ’ τη μέρα που τον πήρα στη δουλειά μου, τον έκανα να φτύσει αίμα»·
- του ’δωσα το αίμα μου, τον αγάπησα υπερβολικά, του έδωσα ό,τι πολυτιμότερο είχα: «εγώ του ’δωσα το αίμα μου κι αυτός γι’ αντάλλαγμα με πρόδωσε»·
- του ’δωσα το αίμα της καρδιά μου, βλ. φρ. του ’δωσα το αίμα μου·
- του ’κανα το αίμα κομπόστα, τον σύγχυσα, τον έφερα σε οριακό σημείο, τον εκνεύρισα σε σημείο να εκραγεί: «όταν άρχισα να τον ειρωνεύομαι για τα χάλια της ομάδας του, του ’κανα το αίμα κομπόστα και μου πέταξε ένα ποτήρι»· βλ. και φρ. μου ’γινε το αίμα κομπόστα·
- του κόβω το αίμα, τον κατατρομάζω, τον καταφοβίζω: «του ’κοψα το αίμα μόλις πετάχτηκα ξαφνικά μπροστά του μέσα στο σκοτάδι»·
- του παγώνω το αίμα, βλ. φρ. του κόβω το αίμα·
- τους βάζω στα αίματα, τους ερεθίζω, τους εξοργίζω, τους εξαγριώνω, γίνομαι αίτιος αιματηρής συμπλοκής: «σου είπα να σταματήσεις τα υπονοούμενα, αλλά φαίνεται το ’χες σκοπό να τους βάλεις στα αίματα τους ανθρώπους». (Λαϊκό τραγούδι: δε θέλω ψευτιές εμένα να μου λες· αλήθεια να λες και θα ’χεις ό,τι θες. Είναι κακό να λες τα ψέματα, να βάζεις τους άντρες στα αίματα
- τραβάει το αίμα, λέγεται στην περίπτωση που τα παιδιά κληρονομούν τα προτερήματα ή τα ελαττώματα των γονιών τους: «είναι νοικοκυρά σαν τη μητέρα της, γιατί τραβάει το αίμα || είναι μεθύστακας σαν τον πατέρα του, γιατί τραβάει το αίμα». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βλέπεις·
- τρέχει αίμα, (για πληγές ή μύτες) αιμορραγεί: «έκοψε το δάχτυλό του με το μαχαίρι και τρέχει αίμα || τον χτύπησα κατά λάθος με τον αγκώνα μου στην μύτη του και τρέχει αίμα»·
- τρέχει το αίμα (μου) ποτάμι, τρέχει άφθονο αίμα, έχω μεγάλη αιμορραγία: «όπως έκοβα ξύλα με το τσεκούρι, χτύπησα το χέρι μου κι έτρεξε το αίμα μου ποτάμι»·
- φτύνω αίμα, υποβάλλομαι σε μεγάλους κόπους για να πετύχω κάτι, κοπιάζω, ταλαιπωρούμαι πάρα πολύ: «έφτυσα αίμα μια ζωή μέχρι να πάρω τη σύνταξη μου || μέχρι να κάνω αυτό το σπιτάκι στην εξοχή, έφτυσα αίμα»·
- φτύνω μαύρο αίμα, υποβάλλομαι σε αφάνταστους κόπους, σε αφάνταστες ταλαιπωρίες για να πετύχω κάτι: «έφτυσα μαύρο αίμα μέχρι να σπουδάσω τα παιδιά μου». (Λαϊκό τραγούδι: χρόνια και χρόνια πλάι σου έφτυσα μαύρο αίμα, μα η υπομονή έχει όρια κι ο πόνος έχει τέρμα
- φωνάζει το αίμα του σκοτωμένου, ο νεκρός ζητάει επίμονα εκδίκηση, νιώθω έντονα την ανάγκη να εκδικηθώ για το φόνο πολύ αγαπημένου ή συγγενικού μου προσώπου: «δεν μπορώ να κοιμηθώ απ’ τη μέρα που δολοφόνησαν τον αδερφό μου, γιατί φωνάζει το αίμα του σκοτωμένου»·  
- χάνω αίμα, αιμορραγώ: «του έκαναν μετάγγιση, γιατί, μέχρι να τον πάνε στο νοσοκομείο, έχασε πολύ αίμα»·
- χόρτασε αίμα, ικανοποίησε απόλυτα τα αιμοβόρικα ένστικτά του: «ξεκλήρισε ολόκληρη οικογένεια μ’ ένα χασαπομάχαιρο και χόρτασε αίμα ο σχιζοφρενής δολοφόνος»·
- χύθηκε αίμα, έγινε αιματοχυσία: «καθώς οι αστυνομικοί προσπαθούσαν ν’ απομακρύνουν τους διαδηλωτές απ’ την αμερικάνικη πρεσβεία, χύθηκε αίμα»· βλ. και φρ. χύνεται αίμα·
- χύνεται αίμα, παρατηρείται αιματοχυσία, τραυματίζεται ή σκοτώνεται κάποιος ή κάποιοι: «κάθε Σαββατοκύριακο χύνεται αίμα στην άσφαλτο από ένα σωρό τροχαία δυστυχήματα»·
- χύνω αίμα, σκοτώνω ανθρώπους σε πόλεμο ή εγκληματώ: «στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ήταν πολλοί αυτοί που έχυσαν αίμα στα πεδία των μαχών || όταν έμαθε πως τον απάτησε η γυναίκα του, έφυγε στο εξωτερικό για να μη χύσει αίμα»· βλ. και φρ. χύνω το αίμα μου·
- χύνω το αίμα (κάποιου), πραγματοποιώ δολοφονική ενέργεια σε βάρος κάποιου, δολοφονώ κάποιον: «σε μια στιγμή παροξυσμού, πήγε κι έχυσε το αίμα του αντιζήλου του»·  
- χύνω το αίμα μου, α. κουράζομαι, ταλαιπωρούμαι υπερβολικά για να πετύχω κάτι: «έχυσα το αίμα μου για να φτιάξω αυτή την επιχείρηση». β. αυτοκτονώ: «ο βλάκας, πήγε κι έχυσε το αίμα του, επειδή τον άφησε μια παρδαλή». (Λαϊκό τραγούδι: θα προτιμήσω θάνατο Κωστάκη δε σ’ αφήνω, το αίμα μου το χύνω). γ. σκοτώνομαι, ιδίως σε μάχη: «πολλά παλικάρια έχυσαν το αίμα τους στη μάχη του Λαχανά»·
- χύνω το αίμα μου για την πατρίδα, θυσιάζομαι για την πατρίδα: «στο έπος του 1940 πολλά παλικάρια έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα». (Λαϊκό τραγούδι: μα τώρα φως μ’ σ’ αφήνω γεια πάω να πολεμήσω για τη γλυκιά πατρίδα μας το αίμα μου να χύσω
- ως την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, βλ. λ. ρανίδα.

αλλού

αλλού, επίρρ. [<μσν. ἀλλοῦ <αρχ. ἄλλος], αλλού. 1. σε άλλο μέρος, σε άλλο τόπο: «τον έστειλα στο σπίτι σου κι αυτός ο βλάκας πήγε αλλού». 2. σε άλλον άνθρωπο: «τον έστειλα σε σένα κι αυτός πήγε αλλού». (Λαϊκό τραγούδι: αλλού έκανες τα κόλπα σου εδώ θα κάτσεις άγια, γιατί άλλα μάτια έχει ο λαγός κι άλλα η κουκουβάγια). (Ακολουθούν 53 φρ.)·
- αγαπώ αλλού, α. έχω ήδη κάποια ερωτική σχέση, είμαι δεσμευμένος: «όμορφη η κοπέλα που μου γνώρισες, αλλά δεν είμαι για τίποτα περισσότερο, γιατί αγαπώ αλλού». β. έχω διαφορετικά ενδιαφέροντα από εκείνα που είχα: «κάποτε διασκέδαζα κι εγώ στα μπουζούκια, εδώ και πολλά χρόνια όμως αγαπώ αλλού»·
- αλλού αυτά! λέγεται σε ψεύτες ή υποκριτές που δε γίνονται πια από εμάς πιστευτοί (και τους προτρέπουμε αόριστα να πάνε σε άλλους να πούνε τις ψευτιές τους ή να πάνε σε άλλους να τους κοροϊδέψουν ή να τους εξαπατήσουν). Συνοδεύεται συνήθως από απωθητική χειρονομία ή χειρονομία αδιαφορίας·
- αλλού βαρούν τα τύμπανα κι αλλού χορεύει η νύφη, βλ. λ. νύφη·
- αλλού βρέχει, α. λέγεται για άτομο που δεν προσέχει, που του είναι αδιάφορο αυτό που λέγεται ή που συμβαίνει: «μια ώρα τον συμβουλεύω, αλλά αυτός αλλού βρέχει». β. δεν υπάρχει καθόλου κατανόηση, υπάρχει πλήρης αδιαφορία: «τους είπα χίλιες φορές να τακτοποιήσουν αυτά τα πράγματα, αλλά αυτοί αλλού βρέχει». Συνών. πέρα βρέχει·
- αλλού βρέχει και βροντά, επιτείνει την παραπάνω ερμηνεία·
- αλλού γι’ αλλού, σε διάφορες μεριές, εδώ κι εκεί, ακατάστατα: «αφήνει αλλού γι αλλού τα πράγματά του και, όταν τα χρειαστεί, κάνει με τις ώρες να τα βρει»·
- αλλού κι αλλού μπορεί να…, βλ. φρ. αλλού κι αλλού ξέρει να(…)·
- αλλού κι αλλού ξέρει να…, λέγεται για άτομο που δε συμπεριφέρεται και σε εμάς με τον τρόπο με τον οποίο  συμπεριφέρεται σε άλλους, ενώ θα θέλαμε να μας συμπεριφερθεί το ίδιο: «αλλού κι αλλού ξέρει να δίνει τα χρέη του, ενώ σε μας κάνει το κορόιδο»·
- αλλού λαλούν οι κόκοροι κι αλλού γεννούν οι κότες, βλ. λ. κόκορας·
- αλλού με τρίβεις, δέσποτα, κι αλλού ’χω γω τον πόνο, βλ. λ. πόνος·
- αλλού με τρώει, Γιάννη μου, κι αλλού εσύ με ξύνεις, βλ. λ. Γιάννης·
- αλλού να τα λες αυτά! βλ. φρ. αλλού αυτά(!)·
- αλλού να τα πουλάς αυτά! βλ. φρ. αλλού αυτά(!). Πρβλ.: αυτά τα ψευτομάγκικα αλλού να πουλήσεις και σαν ιππότης μίλα μου, αν θες να με κερδίσεις (Λαϊκό τραγούδι)·
- αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του, βλ. λ. παπάς·
- αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται, α. είναι αποπροσανατολισμένος, μπερδεμένος, δεν ξέρει πώς να ενεργήσει: «έχει τέτοιο μπέρδεμα στη δουλειά του, που αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται ο φουκαράς». β. είναι πολύ μεθυσμένος και περπατάει παραπατώντας επικίνδυνα: «πρόσεχέ τον όταν πίνει πολύ, γιατί αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται και μπορεί να πέσει στη μέση του δρόμου»· βλ. και φρ. εδώ πατάει κι εκεί βρίσκεται, λ. εδώ·
- αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θάμα (θαύμα), βλ. λ. όνειρο·
- αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες, βλ. λ. κακάρισμα·
- αλλού τα μάτια κι αλλού τ’ αφτιά ή αλλού τ’ αφτιά κι αλλού τα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- αλλού το πάει, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, επιδιώκει κάτι διαφορετικό από αυτό που δείχνει: «απ’ ό,τι λέει, θέλει να σε βοηθήσει, αλλά πρέπει να προσέχεις, γιατί έχω την εντύπωση πως αλλού το πάει»·
- αλλού τρως και πίνεις, (κι) αλλού πας και το δίνεις (ενν. το μουνί σου), α. λέγεται ειρωνικά για γυναίκα που έχει ένα άντρα για να της εξυπηρετεί τις βιοτικές της ανάγκες και έναν άλλον για να της εξυπηρετεί τις σεξουαλικές. β. (γενικά) λέγεται για άτομο που, ενώ εξυπηρετείται ή βοηθιέται συστηματικά από κάποιον, όταν του παρουσιάζεται κάποια ευχέρεια, προσφέρει σε άλλον·
- βρίσκεται αλλού, α. (στη νεοαργκό) δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα, ζει στον κόσμο του: «δεν μπορείς να συνεννοηθείς μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί βρίσκεται αλλού». β. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) βρίσκεται υπό την επήρεια του ναρκωτικού: «δεν καταλαβαίνει τίποτα, γιατί βρίσκεται αλλού»· βλ. και φρ. είναι αλλού·
- εδώ μένω κι αλλού φουρνίζω, βλ. λ. φουρνίζω·
- εδώ πατάει κι αλλού βρίσκεται, βλ. φρ. πατάει εδώ και βρίσκεται αλλού·
- είναι αλλού, α. (στη νεοαργκό) είναι ονειροπαρμένος, είναι εκτός τόπου και χρόνου: «μην του έχεις εμπιστοσύνη, γιατί είναι αλλού». β. αγαπάει άλλον (άλλη): «πολύ μ’ αρέσει αυτή η γυναίκα, αλλά δυστυχώς είναι αλλού». γ. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) είναι ναρκομανής: «δεν τον κάνει κανείς παρέα, γιατί είναι αλλού»· βλ. και φρ. βρίσκεται αλλού·
- είναι αλλού νυχτωμένος, βλ. λ. νυχτωμένος·
- είναι αλλού ξημερωμένος, βλ. λ. ξημερωμένος·
- είναι απ’ αλλού, (αόριστα) το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος είναι από διαφορετικό τόπο ή χώρα από ό,τι εμείς: «εγώ είμαι απ’ τη Θεσσαλονίκη, αλλά αυτός είναι απ’ αλλού || εγώ είμαι απ’ την  Ελλάδα, αλλά αυτός είναι απ’ αλλού, κι αν δεν κάνω λάθος απ’ την Ισπανία»·
- είναι εδώ, αλλά βρίσκεται αλλού, είναι πολύ αφηρημένος: «πώς να καταλάβει τι του λέω, αφού είναι εδώ, αλλά βρίσκεται αλλού»·
- είναι κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια ή έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια ή υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια, βλ. λ. πορτοκαλιά·
- είναι στο πολύ αλλού, α. (στη νεοαργκό) είναι πολύ ονειροπαρμένος, είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας, εντελώς εκτός τόπου και χρόνου: «δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, γιατί είναι στο πολύ αλλού». β. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) είναι πολύ εξαρτημένος από τα ναρκωτικά: «είναι στο πολύ αλλού αυτός ο τύπος και δε βλέπω να ’χει πολλή ζωή ακόμα»·
- εμείς γι’ αλλού πηγαίναμε κι αλλού η ζωή μας πάει, βλ. λ. ζωή·
- έχει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- έχει άλλού το νου του, βλ. λ. νους·
- η ζωή είναι αλλού, βλ. λ. ζωή·
- ήρθε απ’ αλλού, ήρθε από διαφορετικό δρόμο ή από άλλο τόπο ή χώρα: «εγώ ήρθα απ’ τον περιφερειακό κι ο τάδε ήρθε απ’ αλλού || ο τάδε ήρθε απ’ τη Θεσσαλονίκη, ενώ ο δείνα ήρθε απ’ αλλού || ο αδερφός μου ήρθε απ’ τη Γερμανία κι ο φίλος του απ’ αλλού»·
- και τα πρόβατα σαν ξεπορτίσουν, πάν’ αλλού για να βοσκήσουν, βλ. λ. πρόβατο·
- μ’ έστειλε αλλού, (στη νεοαργκό) α. (για ποτά) μέθυσα πάρα πολύ, δεν ήξερα τι μου γινόταν από το μεθύσι: «ήταν τόσο μπόμπα το ουίσκι, που με την πρώτη γουλιά μ’ έστειλε αλλού». β. δεν έγινε δεκτή η πρότασή μου για σύναψη ερωτικής σχέσης, έφαγα χυλόπιτα: «μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η γυναίκα, αλλά μόλις τις τα ’ριξα μ’ έστειλε αλλού». Συνών. μ’ έστειλε για τσάι· 
- ο Θεός αλλού πλάθει κι αλλού κλάνει, βλ. λ. Θεός·
- ο νους του πάει αλλού ή πάει αλλού ο νους του, βλ. λ. νους·
- ο νους του πετάει αλλού ή πετάει αλλού ο νους του, βλ. λ. νους·
- ο νους του τρέχει αλλού ή τρέχει αλλού ο νους του, βλ. λ. νους·
- πατάει αλλού και βρίσκεται αλλού, βλ. φρ. αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται·
- πατάει αλλού κι αλλού, παραπατάει από το πολύ μεθύσι που έχει ή βρίσκεται κάτω από την επήρεια ναρκωτικού: «τον είδα άγρια μεσάνυχτα, που γυρνούσε στο σπίτι του, και πατούσε πάλι αλλού κι αλλού»·
- πατάει εδώ και βρίσκεται αλλού, βλ. φρ. αλλού πατάει κι αλλού βρίσκεται·
- πού αλλού; δηλώνει πως το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος βρίσκεται εκεί που συνήθως βρίσκεται. Η φρ. δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση κάποιου πού είναι (ο τάδε): «πού είναι το φιλαράκι σου; -Πού αλλού; Στο μπαρ»·
- πού αλλού, έκφραση με την οποία επιβεβαιώνουμε την ερώτηση κάποιου αν βρίσκεται το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος στο μέρος που μας αναφέρει, από τη στιγμή που γνωρίζουμε καλά πως συνήθως βρίσκεται εκεί: «πάλι στο μπαρ είναι ο φίλος σου; -Πού αλλού». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εμ·
- το μυαλό του πάει αλλού ή πάει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- το μυαλό του πετάει αλλού ή πετάει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- το μυαλό του τρέχει αλλού ή τρέχει αλλού το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- το πάει αλλού, βλ. φρ. αλλού το πάει·
- το χρήμα αλλού ανοίγει τα στόματα κι αλλού τα κλείνει, βλ. λ. χρήμα·
- φέρνει τη συζήτηση αλλού, βλ. λ. συζήτηση·
- φέρνει την κουβέντα αλλού, βλ. λ. κουβέντα.

αμαρτία

αμαρτία, η, ουσ. [<αρχ. ἁμαρτία], η αμαρτία. 1. μεγάλος λάθος, μεγάλο σφάλμα: «παρά τις τόσες αμαρτίες του, δε λέει να βάλει μυαλό». (Λαϊκό τραγούδι: ιστορία μου, αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο, είσ’ αρρώστια μου μες στα στήθια μου και πώς θα σε βγάλω). 2. η εκτός νόμου ζωή, η παρανομία: «κανείς δεν είχε καλό τέλος, ζώντας στην αμαρτία». (Λαϊκό τραγούδι: αλάνι μέσ’ στην παραλία χρόνια μέσ’ στην αμαρτία, ο μπαγλαμάς και το μπουζούκι δεν του λείπει το τσιμπούκι). 3. ειρωνική, χαϊδευτική ή θαυμαστική προσφώνηση σε οικείο πρόσωπο: «έλα δω, ρε αμαρτία, μεγάλωσαν οι δουλειές σου και δε μας μιλάς; || ω, καλώς την αμαρτία, καιρό έχουμε να σε δούμε! || πώς τα κατάφερες, ρε αμαρτία, και πρόκοψες τόσο πολύ;». (Ακολουθούν 37 φρ.)·
- αμαρτία εξομολογουμένη μισοσυχωρεμένη, βλ. φρ. αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία·
- αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία, στην περίπτωση που κάποιος παραδέχεται με ειλικρίνεια κάποιο παράπτωμά του ή που λέει την κρυφή του άποψη για κάποιον ή για κάτι που είναι όμως διαφορετική από την άποψη των πολλών, τότε αντιμετωπίζεται σαν μια ελεύθερη έκφραση της γνώμης, χωρίς να της χρεώνεται κάποια υστεροβουλία: «εγώ πιστεύω πως αυτός ο άνθρωπος δεν είναι όπως τον παρουσιάζετε, κι αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία»·
- αμαρτίες (αμαρτίαι) γονέων παιδεύουσι τέκνα, λέγεται στην περίπτωση που τα σφάλματα των γονέων έχουν αντίκτυπο και στα παιδιά τους·
- ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει, α. οι άρρωστοι και οι οδοιπόροι εξαιρούνται από την τήρηση της νηστείας, οι μεν πρώτοι για λόγους υγείας, οι δε δεύτεροι γιατί συνήθως τρώνε ό,τι βρίσκουν ή ό,τι τους προσφέρουν. β. πολλές φορές, λέγεται και σε περιπτώσεις που για κάποιον λόγο θέλουμε να δικαιολογήσουμε κάποιον και ζητάμε να εξαιρεθεί από την τήρηση ορισμένων κανόνων ή να επιδειχθεί ανοχή για την παρεκτροπή του από κάποιο τυπικό·
- για να πω την αμαρτία μου, βλ. φρ. να σου πω την αμαρτία μου·
- δε δίνει ούτε την αμαρτία του, είναι πολύ τσιγκούνης, πολύ φιλάργυρος: «απ’ αυτόν πας να ζητήσεις δανεικά; Αυτός, αγόρι μου, δε δίνει ούτε την αμαρτία του», δηλ. ακόμη και την αμαρτία του θέλει να την κρατήσει, για να μη νιώσει την αίσθηση ότι δίνει κάτι. Συνών. δε δίνει του αγγέλου του νερό ή δε δίνει ούτε στον άγγελό του νερό / δε δίνει του αγίου του θυμίαμα ή δε δίνει ούτε στον άγιό του θυμίαμα / δε δίνει του αγίου του νερό ή δε δίνει ούτε στον άγιό του νερό·
- δεν είναι αμαρτία; α.(για πρόσωπα, ζώα ή για κάτι) λέγεται στην περίπτωση που εκφράζουμε τον  οίκτο, τη λύπη ή τη συμπάθειά μας για κάποιον ή για κάτι ή προτρέπουμε κάποιον άλλον να μη συμπεριφερθεί σκληρά ή να μην κάνει κακό σε κάποιον ή σε κάτι: «μην το ταλαιπωρείς άλλο τ’ ανθρωπάκι, δεν είναι αμαρτία; || δεν είναι αμαρτία να βασανίζετε τα ζώα; || δεν είναι αμαρτία να κόψεις ένα τόσο ωραίο δέντρο». (Λαϊκό τραγούδι: ως πότε, πες – αμάν, αμάν, δεν είναι αμαρτία να λιώνω γω για σένανε – αμάν, αμάν, και νάσ’ εσύ η αιτία). β. δεν είναι σωστό, είναι άδικο: «΄δεν είναι αμαρτία να χάσεις μια τόσο καλή δουλειά || δεν είναι αμαρτία να γκρεμίσουν αυτό το νεοκλασικό κτίριο»·
- δίνω άφεση αμαρτιών, βλ. λ. άφεση·
- είναι αμαρτία, α. (για πρόσωπα) είναι πονηρός, έξυπνος και χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του για να κάνει κατεργαριές, απατεωνιές και, κατ’ επέκταση, ο κατεργάρης, ο απατεώνας: «μην μπλέξεις σε καμιά δουλειά μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί είναι αμαρτία». β. είναι άδικο: «μην του φέρεσαι μ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί είναι αμαρτία». (Λαϊκό τραγούδι: ως πότε πες μου βλάμισσα αμάν, αμάν, δεν είναι αμαρτία να λιώνω εγώ για σένανε και να ’σαι συ αιτία)· βλ. και φρ. δεν είναι αμαρτία(;)·
- είναι αμαρτία απ’ το Θεό, δεν είναι καθόλου σωστό, είναι μεγάλο άδικο: «το να θέλεις να παρατήσεις τη δουλειά τώρα που την έφτασες σχεδόν στο τέλος της, είναι αμαρτία απ’ το Θεό || μην καταστρέφετε αυτό το δασάκι, είναι αμαρτία απ’ το Θεό»·
- είναι βουτηγμένος στην αμαρτία, α. είναι ακόλαστος, έκφυλος: «ο πατέρας της πάει να σκάσει απ’ το κακό του, γιατί η κόρη του τραβιέται μ’ έναν  τύπο, που είναι βουτηγμένος στην αμαρτία». β. είναι μεγάλος απατεώνας: «μην του έχεις την παραμικρή εμπιστοσύνη, γιατί ο τύπος είναι βουτηγμένος στην αμαρτία»·
- είναι μεγάλη αμαρτία, α. είναι πανέξυπνος, αλλά χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του για κατεργαριές, για απατεωνιές και, κατ’ επέκταση ο μεγάλος κατεργάρης, ο μεγάλος απατεώνας: «είναι μεγάλη αμαρτία ο τύπος που κάνεις παρέα, γι’ αυτό πρόσεχε να μην μπλέξεις». β. έχει ψηθεί στην παρανομία: «τον ξέρουν όλοι μέσα στην πιάτσα, γιατί είναι μεγάλη αμαρτία»·
- είναι μια αμαρτία! επιτείνει το είναι μεγάλη αμαρτία. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το μα τι αμαρτία ή με το Θεός να σε φυλάει·
- είναι παλιά αμαρτία, πέρασε τη ζωή του στην παρανομία, στην ακολασία και στη διαφθορά: «αυτόν που βλέπεις είναι παλιά αμαρτία»· βλ. και φρ. παλιά αμαρτία·
- είναι σκέτη αμαρτία, λέγεται ιδίως για γυναίκα, που είναι πολύ όμορφη, πολύ ελκυστική και μπορεί να βάλει στον πειρασμό τον καθένα: «είχε μαζί του μια γυναίκα που ήταν σκέτη αμαρτία»·
- είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω, ό,τι ήταν να πω, το είπα ή ό,τι ήταν να συμβουλεύσω, το συμβούλευσα, από δω και πέρα δεν ευθύνομαι στο παραμικρό για ό,τι συμβεί, ιδίως κακό: «αν μπλέξεις μ’ αυτόν τον άνθρωπο, θα ’χεις κακά ξεμπερδέματα, είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω». Πρβλ.: εἰ μή ἦλθον καί ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν ουκ εἶχον· νῦν δέ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περί τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. (Ιωάν. ιε΄ 22)·
- ζω στην αμαρτία, α. ζω στην παρανομία. (Λαϊκό τραγούδι: για μιας γυναίκας συμβουλή, ξημέρωσε μια χαραυγή να ζω στην αμαρτία, ω ω ω και μες στη δυστυχία). β. ζω ανήθικα, ζω στη διαφθορά, στην ακολασία: «έφυγε μικρή μικρή απ’ το σπίτι της και ζει στην αμαρτία». (Λαϊκό τραγούδι: με την παρέα που ’κανα ήτανε αλητεία· έτσι με καταντήσανε να ζω στην αμαρτία
- η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, έκφραση με την οποία χαρακτηρίζουμε την ανήθικη γυναίκα, τη γυναίκα που έχει περιπέσει σε πολλά λάθη: «τη χώρισε, γιατί δεν μπορούσε να ζήσει άλλο με την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Από το τροπάριο που ψάλλεται στον όρθρο και τον εσπερινό της Μ. Τρίτης, το οποίο έγραψε η βυζαντινή ποιήτρια (9ος αιών.) Κασσία ή Εικασία, γνωστότερη με το όνομα Κασσιανή. «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, / τήν σήν αἰσθομένη θεότητα / μυροφόρου ἀναλαβοῦσαν τάξιν(…)». Είναι και φορές, που αντί της λ. γυνή χρησιμοποιείται άλλο ουσιαστικό του ιδίου γένους: «η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα κυβέρνηση, πρέπει να παραιτηθεί || η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα διοίκηση, πρέπει να λογοδοτήσει»·  
- κάνω αμαρτία ή κάνω αμαρτίες, αμαρτάνω: «όποιος κάνει αμαρτίες, θα πάει στην Κόλαση»·
- λέω την αμαρτία μου, βλ. φρ. τη λέω την αμαρτία μου· βλ. και φρ. να σου πω την αμαρτία μου·
- να σου πω την αμαρτία μου, α. να σου ομολογήσω το λάθος μου, το σφάλμα μου: «να σου πω την αμαρτία μου, μετάνιωσα που βοήθησα αυτόν τον άνθρωπο». β. να σου αποκαλύψω το ευαίσθητό μου σημείο, τον κρυφό μου πόθο, το κρυφό μου πάθος ή την κρυφή μου άποψη, να σου μιλήσω με κάθε ειλικρίνεια: «να σου πω την αμαρτία μου, μόλις μου χαμογελάσουν λίγο με συμπάθεια, μου φεύγει αμέσως κάθε θυμός || να σου πω την αμαρτία μου, κι εμένα μ’ αρέσει το ποτό || να σου πω την αμαρτία μου, έχω άλλη γνώμη γι’ αυτόν τον άνθρωπο»·
- ξένες αμαρτίες, παρανομίες ή σφάλματα που δεν είναι δικά μου. (Λαϊκό τραγούδι: απ’ το φιλότιμό του κι απ’ την καλή του την καρδιά για ξένες αμαρτίες καταδικάστηκε βαριά
- ο δρόμος της αμαρτίας, βλ. λ. δρόμος·
- ο καρπός της αμαρτίας, βλ. λ. καρπός·
- παίρνω άφεση αμαρτιών, βλ. λ. άφεση·
- παίρνω την αμαρτία πάνω μου, αναλαμβάνω την ευθύνη για παράπτωμα, για σφάλμα άλλου: «άλλη φορά δε θα πάρω την αμαρτία πάνω μου, επειδή εσύ έχεις τα μυαλά πάνω απ’ το κεφάλι σου!»·
- παλιά αμαρτία, το παλιό ερωτικό ταίρι, ο παλιός εραστής, η παλιά ερωμένη: «άργησα να ’ρθω, γιατί συνάντησα στο δρόμο μια παλιά αμαρτία μου και τα ’παμε λιγάκι στο πόδι». (Λαϊκό τραγούδι: δεν έχεις το δικαίωμα ξανά να μου θυμίσεις μια αμαρτία μου παλιά που πάει να σβηστεί)· βλ. και φρ. είναι παλιά αμαρτία·
- πληρώνω αμαρτίες, τιμωρούμαι για σφάλματα ή παρανομίες που έχω κάνει. (Λαϊκό τραγούδι: μπελάδες και τραβήγματα ξενύχτια, φασαρίες, και ταχτικά τραβιόμουνα και πλήρωνα αμαρτίες
- πληρώνω ξένες αμαρτίες, τιμωρούμαι για σφάλματα ή παρανομίες που έχουν κάνει άλλοι: «βαρέθηκα μια ζωή να πληρώνω ξένες αμαρτίες»·
- πληρώνω παλιές αμαρτίες, α. υφίσταμαι τις συνέπειες από παλιά μου λάθη, που εξακολουθούν να έχουν αντίκτυπο στη ζωή μου: «δεν μπορεί να βρει δουλειά, γιατί έχει τη ρετσινιά του καταχραστή και πληρώνει ακόμη παλιές αμαρτίες». β. εξοφλώ παλιά  χρέη: «απ’ όσα λεφτά βγάζω μου μένουν ελάχιστα, γιατί πληρώνω παλιές αμαρτίες»·
- προφάσεις εν αμαρτίαις, βλ. λ. πρόφαση·
- σαν αμαρτία, οτιδήποτε είναι πάρα πολύ ελκυστικό, οτιδήποτε βάζει σε πειρασμό κάποιον: «τις θέλω τις γαρίδες σαν αμαρτία, όμως ο γιατρός μου τις έχει απαγορέψει, γιατί έχουν πολλή χοληστερίνη || συνόδευε μια γυναίκα, τι να σου πω, σαν αμαρτία!». (Λαϊκό τραγούδι: σ΄ αγαπώ σαν αμαρτία, σε μισώ σαν φυλακή, κόψε με αν θες στα τρία, στάλα αίμα δε θα βγει
- σιχαίνομαι σαν τις αμαρτίες μου (κάποιον ή κάτι), απεχθάνομαι πάρα πολύ κάποιον ή κάτι: «δε θέλω ούτε να τον δω αυτόν τον άνθρωπο, γιατί τον σιχαίνομαι σαν τις αμαρτίες μου || ούτε ν’ ακούσω δε θέλω για κουκιά, γιατί τα σιχαίνομαι σαν τις αμαρτίες μου»·
- σώθηκαν οι αμαρτίες, πέρασαν πια οι δυσκολίες: «τώρα που σώθηκαν οι αμαρτίες, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε πιο γρήγορα τη δουλειά»·
- τη λέω την αμαρτία μου, ομολογώ, παραδέχομαι το σφάλμα μου, παρόλο που δε με κολακεύει: «α, το ποτό μ’ αρέσει πολύ, τη λέω την αμαρτία μου || παρόλο που είμαι παντρεμένος, μ’ αρέσουν οι πιτσιρίκες, τη λέω την αμαρτία μου». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το α, εγώ·
- τι αμαρτία! α. δηλώνει ατυχία, κακοτυχία: «τι αμαρτία, ρε γαμώτο! Αρρώστησε αυτός που θα μας έκανε το πάρτι, κι έτσι αναβλήθηκε προς το παρόν». β. δηλώνει συμπάθεια στην ατυχία, στην κακοτυχία κάποιου: «τι αμαρτία να μην περάσει στο πανεπιστήμιο το παιδί, ύστερα από τόσο διάβασμα που έκανε! || τι αμαρτία! Τόσο όμορφη γυναίκα και να είναι κουτσή!»·
- το σπίτι της αμαρτίας, βλ. λ. σπίτι·
- το τρίγωνο της αμαρτίας, βλ. λ. τρίγωνο.

αναφορά

αναφορά, η, ουσ. [<αρχ. ἀναφορά], η αναφορά. 1. (στη γλώσσα του στρατού) ανακοίνωση ενδιαφέροντος γεγονότος στον αρμόδιο ανώτερο ή ανακοίνωση παραπτώματος κατώτερου σε ανώτερο από κάποιον. 2. πρωινή συγκέντρωση των στρατιωτών ενός στρατοπέδου για να εξακριβωθεί αν όλοι είναι παρόντες: «στην αναφορά έλειπαν δυο στρατιώτες, που ήταν αδικαιολόγητοι»·
- αναφορά θα σου δώσω; ή αναφορά θα σου δώσουμε; δεν υπάρχει κανένας λόγος να σου πω τα όσα έγιναν ή ειπώθηκαν ή δεν υπάρχει κανένας λόγος να σου πω πώς θα ενεργήσω: «τι είπατε χτες, που ήσασταν όλοι μαζεμένοι; -Αναφορά θα σου δώσω; || τι θα κάνεις από δω και πέρα; -Αναφορά θα σου δώσω;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το γιατί. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Από τη γλώσσα του στρατού, όπου κάποιος κατώτερος ανακοινώνει στον αρμόδιο ανώτερό του αυτά που είναι απαραίτητο να μάθει·
- βαράω αναφορά, σημαίνω, προσκαλώ σε συνάθροιση: «βάρα αναφορά στο προσωπικό, γιατί, όπου να ’ναι, έρχεται ο καινούριος διευθυντής». Από τη γλώσσα του στρατού, όταν την πρωινή συγκέντρωση των στρατιωτών αναγγέλλει (βαράει) ο σαλπιγκτής με τη σάλπιγγά του·
- βγαίνω (στην) αναφορά, (στη γλώσσα του στρατού) παρουσιάζομαι ιεραρχικά στην πρωινή συγκέντρωση για να ζητήσω άδεια ή για να παραπονεθώ για κάτι: «ο τάδε βγήκε στην αναφορά και ζήτησε φοιτητική άδεια». (Λαϊκό τραγούδι: μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά και το πρωί, λεβέντη μου, βγες στην αναφορά
- δε δίνει αναφορά σε κανέναν ή δε δίνει σε κανέναν αναφορά, α. ενεργεί αυθαίρετα: «μπορεί και κάνει ό,τι θέλει και δε δίνει αναφορά σε κανέναν, γιατί είναι ο γιος τ’ αφεντικού μας». β. δε λογοδοτεί σε κανέναν για τις πράξεις του: «έχει τέτοια θέση στην επιχείρηση, που δε δίνει αναφορά σε κανέναν»·
- δίνω αναφορά, α. αναφέρω λεπτομερειακά σε κάποιον κάτι, ιδίως με καταδοτική διάθεση: «πρόσεχε τι λες, όταν βρίσκεται στην παρέα μας ο τάδε, γιατί μετά πηγαίνει και δίνει αναφορά  στον διευθυντή». Από τη γλώσσα του στρατού, όταν κάποιος κατώτερος αναφέρει στον αρμόδιο ανώτερό του αυτά που είναι απαραίτητο να μάθει. β. λογοδοτώ, απολογούμαι για κάτι: «έρχεται κάποτε η μέρα που όλοι δίνουμε αναφορά για τις πράξεις μας»·
- κάνω αναφορά, κάνω λόγο για κάποιον ή για κάτι, αναφέρω: «μια και μιλάμε γι’ αυτό το θέμα, θέλω με την ευκαιρία να  κάνω αναφορά και στο εξής»·
- με βγάζει (στην) αναφορά, (στη γλώσσα του στρατού) κάποιος, ιδίως ανώτερός μου, με παρουσιάζει στον αρμόδιο ανώτερο της πρωινής συγκέντρωσης των στρατιωτών, για να ζητήσω άδεια ή για να λογοδοτήσω για κάτι ή για να τιμωρηθώ: «ο αξιωματικός μου μ’ έβγαλε αναφορά, για να ζητήσω φοιτητική άδεια || ο αξιωματικός μου μ’ έβγαλε στην αναφορά, γιατί με τσάκωσε να κάνω λούφα»·
- μου κάνει αναφορά, (στη γλώσσα του στρατού) κάποιος, ιδίως ανώτερός μου, με παρουσιάζει στον αρμόδιο ανώτερο της πρωινής συγκέντρωσης των στρατιωτών, ιδίως για να τιμωρηθώ για κάποιο παράπτωμά μου: «μου ’κανε αναφορά ο τάδε, γιατί δεν υπάκουσα στις διαταγές του»·
- παίρνω αναφορά, ακούω τα όσα μου αναφέρει κάποιος λεπτομερειακά, ιδίως με καταδοτική διάθεση: «ο διευθυντής έχει τον τάδε στο γραφείο του και παίρνει αναφορά για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά την απουσία του». Από τη γλώσσα του στρατού·
- χτυπώ αναφορά, βλ. συνηθέστ. βαράω αναφορά.

ανίψι

ανίψι κ. ανιψίδι, το, ουσ. [<ανιψιός | κατάλ. -ι], ο ανεψιός, η ανεψιά: «ο παππούς περιμένει τ’ ανίψια του κι είναι όλο χαρά». Υποκορ. ανιψούδι, το·
- όπου δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια, λέγεται γιατί έχει παρατηρηθεί ότι τα άτεκνα ζευγάρια δείχνουν όλη την αγάπη και στοργή τους στα τυχόν ανίψια τους, πράγμα που τα κακομαθαίνει και γίνονται κακότροπα και καταπιεστικά.

άντερο

άντερο, το, ουσ. [<μσν. ἄντερον <αρχ. ἔντερον], το άντερο· το πέος ηλικιωμένου άντρα, που δεν μπορεί πια να έρθει σε στύση: «ποια γυναίκα να πάει τώρα μαζί του, αφού, μόλις δει τ’ άντερό του, θα το βάλει στα πόδια». Από παρομοίωση του πέους με το άντερο, που κρέμεται άτονο. Υποκορ. αντεράκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 43 φρ.)·
- άνοιξε τ’ άντερό μου, βλ. φρ. άνοιξε το στομάχι μου, λ. στομάχι·
- βγάζει άντερα, (για μουσικούς) είναι δεξιοτέχνης σε κάποιο μουσικό όργανο: «πήρε το μπουζούκι στα χέρια του κι όση ώρα έπαιζε, έβγαζε άντερα»·
- βγάζει άντερα ή βγάζει τ’ άντερά του, κερδίζει πολλά χρήματα, ιδίως  από τη δουλειά του: «βγάζει άντερα απ’ την καινούρια του δουλειά || έχει ένα σουβλατζίδικο μέσα στην αγορά και βγάζει τ’ άντερά του». Συνών. βγάζει λεφτά με ουρά / βγάζει λεφτά με τη σέσουλα / βγάζει λεφτά με το ζεμπίλι / βγάζει λεφτά με το τσουβάλι / βγάζει παρά με ουρά ή βγάζει παράδες με ουρά / βγάζει τα κέρατά του / βγάζει τα μαλλιά της κεφαλής του / βγάζει τα μαλλιοκέφαλά του / βγάζει της Παναγιάς τα μάτια / βγάζει τρελά λεφτά (α) / βγάζει χοντρά λεφτά / βγάζει χοντρό χρήμα / βγάζει χρήμα με ουρά·
- βγάζω τ’ άντερα (κάποιου μηχανήματος), το ξεχαρβαλώνω: «προσπάθησε να βρει μόνος του τη βλάβη της μηχανής τ’ αυτοκινήτου του, αλλά της έβγαλε τ’ άντερα και την παράτησε»·
- βγάζω τ’ άντερά μου, α. κάνω ακατάσχετο εμετό: «έκανε τέτοιο κούνημα το καράβι, που έβγαλα τ’ άντερά μου». β. μιλώ με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς για να κατηγορήσω ή για να μειώσω κάποιον: «όταν μιλάει για τον κουνιάδο του, βγάζει τ’ άντερά του». Από την εικόνα του ατόμου που κάνει ακατάσχετο εμετό. Συνοδεύεται πολλές φορές από χειρονομία, με το χέρι να ανεβαίνει ορμητικά από το μέρος της κοιλιάς προς το στόμα υπονοώντας την εκκένωση του στομάχου. Συνών. βγάζω τα μέσα μου / βγάζω τα σπλάχνα μου / βγάζω τα σωθικά μου·  βλ. και φρ. βγάζει άντερα·
- δε μασάω άντερα, ενεργώ όπως εγώ θέλω και δε φοβάμαι, δεν υπολογίζω κανένα: «δε με τρομάζεις με μπράβους και δικηγόρους, γιατί, όταν έχω δίκιο, δε μασάω άντερα»·
- δεν αγαπάει ούτε τ’ άντερά του, είναι πάρα πολύ κακός, πάρα πολύ μοχθηρός: «απ’ αυτόν περιμένεις καλοσύνη! Αυτός δεν αγαπάει ούτε τ’ άντερά του»·
- δε συμφωνούν κοιλιά με άντερα, λέγεται στην περίπτωση που είναι πάρα πολύ δύσκολο να συμφωνήσουν δυο άνθρωποι ή δυο ομάδες ανθρώπων: «άσ’ τους να φαγώνονται, γιατί εδώ, που λέει ο λόγος, δε συμφωνούν κοιλιά με άντερα και θα συμφωνήσουν αυτοί που έχουν τόσες μεγάλες διαφορές;»· 
- δεν άφησε άντερο, (για χρήματα ή περιουσία) σπατάλησε ολοκληρωτικά: «είχε ατράνταχτη περιουσία, αλλά έμπλεξε με τα χαρτιά και δεν άφησε άντερο». Από την εικόνα του ατόμου που πάνω στη βουλιμία του τρώει και τα άντερα του σφαγίου. Συνών. δεν άφησε κολυμπηθρόξυλο / δεν άφησε κουκούτσι / δεν άφησε λέπι / δεν άφησε ρουθούνι / δεν άφησε σάλιο / δεν άφησε σπυρί / δεν άφησε σταγόνα / δεν άφησε φλούδα·
- δεν έμεινε άντερο, α. (για χρήματα ή περιουσία) σπαταλήθηκε ολοκληρωτικά: «έφυγα το πρωί απ’ το σπίτι μου μ’ εκατό χιλιάρικα και μέχρι να γυρίσω δεν έμεινε άντερο». β. (για εμπορεύματα) εξαντλήθηκε, πουλήθηκε, καταναλώθηκε  όλο: «μόλις δειγμάτισα στην αγορά το καινούριο προϊόν, δεν έμεινε άντερο». Συνών. δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο / δεν έμεινε κουκούτσι / δεν έμεινε λέπι / δεν έμεινε ρουθούνι / δεν έμεινε σάλιο / δεν έμεινε σπυρί / δεν έμεινε σταγόνα / δεν έμεινε φλούδα. γ. η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν τόσο αστεία, που δεν έμεινε κανείς αμέτοχος: «είχε τόσο πλάκα η όλη κατάσταση, που, όταν ξαφνικά άρχισε να γελάει κάποιος, δεν έμεινε άντερο»·
- δεν έχει άντερα, δεν έχει θάρρος, δεν είναι θαρραλέος: «λίγο να κάνεις πως τον αγριεύεις το βάζει στα πόδια, γιατί δεν έχει άντερα»·
- δεν καταλαβαίνει τ’ αντερά του, α. δεν αλλάζει τη γνώμη του, είναι ανένδοτος, αμετάπειστος: «απ’ τη στιγμή που είπε πως δε θα σου δώσει άδεια, μην τον ενοχλείς άλλο, γιατί δεν καταλαβαίνει τ’ άντερά του». β. είναι αναίσθητος, σκληρός: «δεν έχει βοηθήσει ποτέ κανέναν, γιατί είναι άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει τ’ άντερά του». γ. δε δείχνει την παραμικρή διάθεση κατανόησης ή συνεννόησης: «αφού έχεις διαφορές μαζί του, μόνο στα δικαστήρια θα μπορέσεις να βρεις το δίκιο σου, γιατί είναι άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει τ’ άντερά του». δ. δεν αντιλαμβάνεται το παραμικρό από όσα συμβαίνουν γύρω του, ιδίως κακά: «εδώ συμβαίνουν τόσα παρατράγουδα στην επιχείρηση κι αυτός δεν καταλαβαίνει τ’ άντερά του». Συνών. δεν καταλαβαίνει γρυ / δεν καταλαβαίνει τη μάνα του / δεν καταλαβαίνει μία / δεν καταλαβαίνει Χριστό·
- είπαμε του τρελού να χέσει, έβγαλε και τ’ άντερά του, βλ. λ. χέζω·
- έκλεισε τ’ άντερό μου, βλ. φρ. έκλεισε το στομάχι μου, λ. στομάχι·
- έπιασε άντερα, (για τερματοφύλακες) αποσόβησε αρκετά γκολ που ήταν σίγουρα: «στο παιχνίδι της προηγούμενης Κυριακής ο τερματοφύλακάς μας έπιασε άντερα»·
- έφαγε άντερα ή έφαγε τ’ άντερά του, α. έφαγε πάρα πολύ, μέχρι σκασμού: «τον καλέσαμε στο τραπέζι μας για να πάρει έναν μεζέ, κι αυτός έφαγε τ’ άντερά του». β. καταχράστηκε πολλά χρήματα, ιδίως του δημοσίου: «απ’ τη μέρα που έγινε κυβέρνηση το κόμμα του, έφαγε άντερα || ήταν υπάλληλος στο υπουργείο Οικονομικών κι έφαγε τ’ άντερά του». γ. σπατάλησε πολλά χρήματα: «έφαγες πολλά λεφτά στη ζωή σου, δε λέω, αλλά ο τάδε έφαγε τ’ άντερά του». Συνών. έφαγε το καταπέτασμα / έφαγε τον αβλέμονα / έφαγε τον αγλέουρα / έφαγε τον άμπακο / έφαγε τον περίδρομο· βλ. και φρ. τρώει άντερα·
- θα σου βγάλω τ’ άντερα, θα σε τιμωρήσω σκληρά, παραδειγματικά, θα σε ξεκοιλιάσω: «αν σε δώ να βάζεις ξανά χέρι στο ταμείο, θα σου βγάλω τ’ άντερα»·  
- θα σου δώσω τ’ άντερα στα χέρια ή θα σου δώσω τ’ άντερα στο χέρι, επιτείνει την παραπάνω φράση·
- κατεβάζει άντερα (ενν. ο Θεός., ο ουρανός), βλ. συνηθέστ. ρίχνει άντερα·
- κατεβάζει άντερα (ενν. στην κοιλιά του), βλ. συνηθέστ. ρίχνει άντερα (ενν. στην κοιλιά του)·
- κερδίζει άντερα ή κερδίζει τ’ άντερά του, βλ. φρ. βγάζει άντερα ή βγάζει τ’ άντερά του·
- κόλλησε τ’ άντερό μου, πεινώ υπερβολικά: «βάλε μου γρήγορα να φάω, γιατί κόλλησε τ’ άντερό μου»·
- λάδωσε τ’ άντερό μου (τ’ αντεράκι μου), α. μετά από αλλεπάλληλες οικονομικές ατυχίες και δυσκολίες, επανήλθα σε καλή οικονομική κατάσταση (και άρχισα να τρώω πάλι καλά ως οικονομικά ευκατάστατος): «ευτυχώς που πήγε καλά η τελευταία δουλειά και λάδωσε τ’ άντερό μου». β. έφαγα χορταστικά ύστερα από πολύ καιρό: «ευτυχώς τέλειωσε η περίοδος της νηστείας και λάδωσε τ’ άντερό μου»·
- λέει άντερα, α. λέει τα χειρότερα λόγια, που μπορεί να πει κανείς για κάποιον: «όταν μιλάει για τον κουνιάδο του, λέει άντερα». β. λέει βλακείες, ανοησίες: «τον άρχισαν όλοι μαζί στις σφαλιάρες, γιατί επί μια ώρα μας έλεγε άντερα». γ. λέει πράγματα ασύστολα, τερατολογεί: «δεν τον πιστεύει κανένας, γιατί συνηθίζει να λέει άντερα»·
- λίγδωσε τ’ άντερό μου (τ΄ αντεράκι μου), βλ. φρ. λάδωσε τ’ άντερό μου (τ’ αντεράκι μου)·
- μ’ ανακατώνει τ’ άντερα, βλ. φρ. μου γυρίζει τ’ άντερα·
- μασώ άντερα, είμαι πολύ θυμωμένος, είμαι εξοργισμένος: «μην του λες κουβέντα, γιατί απ’ το πρωί μασάει άντερα»·
- μέχρις άντερα ή μέχρις άντερο, ολοκληρωτικά, μέχρι το τέλος, ως τα άκρα: «έφαγε την περιουσία του μέχρις άντερο || θα σε κυνηγήσω μέχρις άντερα»·
- μου βγάζει τ’ άντερα, με ταλαιπωρεί πάρα πολύ, γίνεται πολύ ενοχλητικός, πολύ πιεστικός: «κάθε φορά που έρχεται στο γραφείο μου να με δει, μου βγάζει τ’ άντερα μ’ ένα σωρό βλακείες που μ’ αραδιάζει»· βλ. και λ. του βγάζω τ’ άντερα·
- μου ’βγαλε τ’ άντερα, (για τροχοφόρα) με ταλαιπώρησε υπερβολικά με τις συνεχείς αναταράξεις και κραδασμούς του: «ταξίδεψα μ’ ένα προπολεμικό λεωφορείο και μου ’βγαλε τ’ άντερα μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου»·
- μου γυρίζει τ’ άντερα, μου είναι πολύ αντιπαθητικός, μου προκαλεί αηδία: «κάθε φορά που βλέπω αυτόν τον τύπο, μου γυρίζει τ’ άντερα». Συνών. μου γυρίζει τα μέσα μου / μου γυρίζει τα σπλάχνα / μου γυρίζει τα σωθικά / μου γυρίζει το στομάχι·
- μου γυρίζουν τ’ άντερα, α. αηδιάζω υπερβολικά από κάτι που βλέπω ή ακούω: «όταν ακούω τέτοιες βλακείες, μου γυρίζουν τ’ άντερα». β. νιώθω ναυτία: «κάθε φορά που ταξιδεύω με πλοίο, μου γυρίζουν τ’ άντερα»·
- μου γύρισαν τ’ άντερα, ένιωσα έντονη αηδία, έντονη τάση για εμετό ή έκανα ακατάσχετο εμετό: «μόλις είδα τα κορμιά διαμελισμένα πάνω στην άσφαλτο, μου γύρισαν τ’ άντερα». Συνών. μου γύρισαν τα μέσα μου / μου γύρισαν τα σπλάχνα / μου γύρισαν τα σωθικά / μου γύρισε το στομάχι·
- ξερνώ άντερα ή ξερνώ τ’ άντερά μου, α. αηδιάζω υπερβολικά από κάτι που βλέπω ή ακούω: «αν άκουγες τις αηδίες που έλεγε, θα ξερνούσες άντερα». β. ομολογώ, προδίδω τα πάντα: «πήγε στην Ασφάλεια και ξέρασε άντερα». γ. μιλώ με τα χειρότερα λόγια για κάποιον, ιδίως με πρόθεση να τον βλάψω: «κάθε φορά που μιλάει γι’ αυτόν τον άνθρωπο, ξερνάει τ’ άντερά του». δ. κάνω ακατάσχετο εμετό: «έφαγα χαλασμένο φαγητό και ξέρασα τ’ άντερά μου»·
- πίνω άντερα ή πίνω τ’ άντερά μου, πίνω υπερβολικά, είμαι μεγάλος πότης: «δεν μπορεί κανένας να του παραβγεί στο πιοτό, γιατί πίνει τ’ άντερά του»·
- ρίχνει άντερα (ενν. ο Θεός, ο ουρανός), βρέχει ραγδαία: «δεν είναι να πας σήμερα πουθενά, γιατί απ’ το πρωί ρίχνει άντερα»·
- ρίχνει άντερα (ενν. στην κοιλιά του), τρώει πάρα πολύ: «τον είδα σ’ ένα εστιατόριο να ρίχνει άντερα»·
- στριμμένο άντερο, α. άνθρωπος δύστροπος, ιδιότροπος: «δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, γιατί είναι στριμμένο άντερο». β. άνθρωπος κακός: «όλα να τα περιμένεις απ’ αυτόν, γιατί είναι στριμμένο άντερο»·
- τον πέρασα απ’ του σκυλιού τ’ άντερο, βλ. λ. σκυλί·
- του ’βγαλε τ’ άντερα, α. τον μαχαίρωσε την κοιλιά, τον ξεκοίλιασε: «πάνω στον καβγά του ’δωσε μια με το μαχαίρι και του ’βγαλε τ’ άντερα». β. τον ταλαιπωρώ πάρα πολύ: «μέχρι να τελειώσει τη δουλειά που του ανέθεσε, του ’βγαλε τ’ άντερα»· βλ. και φρ. μου βγάζει τ’ άντερα·
- του ’δωσε τ’ άντερα στα χέρια ή του ’δωσε τ’ άντερα στο χέρι, α. τον μαχαίρωσε στην κοιλιά, τον ξεκοίλιασε: «τράβηξε το μαχαίρι και του ’δωσε τ’ άντερα στα χέρια». Από την εικόνα του ατόμου που, όταν δεχτεί χτύπημα με μαχαίρι στην κοιλιά, φέρνει και τα δυο του χέρια πάνω στο τραύμα, δίνοντας την εντύπωση πως συγκρατεί τα άντερά του. β. του αφαιρώ κάθε επιχείρημα: «μόλις αποκάλυψε ο άλλος πως έπαιζε ο τύπος σε δυο ταμπλό, του ’δωσε τ’ άντερα στα χέρια»·
- του τα πήρα μέχρις άντερα ή του τα πήρα μέχρις άντερο, α. του πήρα όλα του τα χρήματα που απαιτούσα: «τον κυνήγησα δικαστικά και του τα πήρα μέχρις άντερα». β. του κέρδισα όλα του τα χρήματα, ιδίως στο χαρτοπαίγνιο: «παίξαμε χαρτιά και του τα πήρα μέχρις άντερο»·
- τρώει άντερα ή τρώει τ’ άντερά του, τρώει πάρα πολύ, μέχρι σκασμού: «δεν μπορείς να τον ακολουθήσεις στο φαγητό, γιατί τρώει τ’ άντερά του». Συνών. τρώει το καταπέτασμα / τρώει τον αβλέμονα / τρώει τον αγλέουρα / τρώει τον άμπακο / τρώει τον περίδρομο.

άπλυτα

άπλυτα, τα, ουσ. [πλ. ουδ. του επιθ. άπλυτος]. 1. ρούχα βρόμικα, ιδίως εσώρουχα και πουκάμισα, που είναι για πλύσιμο. (Λαϊκό τραγούδι: τα λερωμένα τ’ άπλυτα, τα παραπεταμένα, μάσ’ τα και φύγε φίλε μου, δεν κάνεις πια για μένα). 2. κρυφές και επιλήψιμες πράξεις: «έννοια σου κι έχω μάθει τ’ άπλυτά σου»·
- βγάζω τ’ άπλυτά του στη φόρα, φέρνω στο φως, αποκαλύπτω δημόσια τις κακές ή τις επιλήψιμες πράξεις του: «όποιος θα κάνει βλακείες, θα βγάζω τ’ άπλυτά του στη φόρα». (Λαϊκό τραγούδι: καλά τα λες, Μαρίκα μου, και όλους μας πειράζεις, μα τα δικά σου τ’ άπλυτα στη φόρα δε τα βγάζεις
- βγάζω τ’ άπλυτά του στο δρόμο, βλ. συνηθέστ. βγάζω τ’ άπλυτά του στη φόρα·
- βγαίνουν τ’ άπλυτά μου στη φόρα, έρχονται στο φως, αποκαλύπτονται δημόσια οι κακές ή οι επιλήψιμες πράξεις μου: «αν καταθέσει ο τάδε μάρτυρας στη δίκη, θα βγουν όλα τ’ άπλυτά μου στη φόρα»·
- μάζεψε τ’ άπλυτά του κι έφυγε, έφυγε καταντροπιασμένος: «μόλις τον ξεμπρόστιασαν, μάζεψε τ’ άπλυτά του κι έφυγε»·
- πήρε τ’ άπλυτά του κι έφυγε, βλ. φρ. μάζεψε τ’ άπλυτά του κι έφυγε·
- της δίνω τ’ άπλυτα στο χέρι ή της δίνω τ’ άπλυτά της στο χέρι, διαλύω τον ερωτικό δεσμό που έχω μαζί της, τη διώχνω: «όποια θέλει να πάρει το πάνω χέρι στο δεσμό μας, της δίνω τ’ άπλυτα στο χέρι»·
- του βγάζω τ’ άπλυτα στη φόρα, φανερώνω, αποκαλύπτω δημόσια τις κακές ή τις επιλήψιμες πράξεις του: «μπράβο του, που είχε το θάρρος να του βγάλει τ’ άπλυτά του στη φόρα»·
- του βγάζω τ’ άπλυτα στο δρόμο, βλ. συνηθέστ. του βγάζω τ’ άπλυτα στη φόρα·
- του δίνω τ’ άπλυτα στο χέρι ή του δίνω τ’ άπλυτά του στο χέρι, α. τον διώχνω βάναυσα, προσβλητικά: «μόλις κατάλαβα πως επιδίωκε να μ’ εξαπατήσει, του ’δωσα τ’ άπλυτά του στο χέρι και του ’κλεισα κατάμουτρα την πόρτα». β. (γενικά) διώχνω, αποπέμπω κάποιον: «μάζεψε όλους τους κοπανατζήδες που είχε στη δουλειά του, και τους έδωσε τ’ άπλυτά τους στο χέρι».

απολυσώνας

απολυσώνας, ο, ουσ. [<απόλυση + κατάλ. -ώνας], (στη γλώσσα της αργκό). 1. η παύση κάποιου από την  εργασία ή από την υπηρεσία του: «ο φόβος του απολυσώνα τους κάνει όλους εργατικούς». 2. η διακοπή ερωτικού δεσμού, ιδίως η αποπομπή του ενός από τον άλλον:«όταν της μιλάω γι’ απολυσώνα, βάζει αμέσως τα κλάματα». 3. η αποφυλάκιση, το αποφυλακιστήριο: «όλη τη μέρα έχουν το μυαλό στον απολυσώνα τους οι δόλιοι οι φυλακισμένοι»·
- παίρνω τον απολυσώνα μου ή παίρνω τον απολυσώνα μου στο χέρι, α. με παύουν από την εργασία μου ή από την υπηρεσία μου: «απ’ την πρώτη μέρα δε με χώνεψε ο νέος διευθυντής και με την πρώτη ευκαιρία πήρα τον απολυσώνα μου στο χέρι». β. με διώχνει το ερωτικό μου ταίρι: «μόλις άρχισα να μιλάω για γάμο, πήρα τον απολυσώνα μου». γ. με αποφυλακίζουν: «πότε θα ’ρθει επιτέλους η μέρα να πάρω κι εγώ τον απολυσώνα μου!»·
- της δίνω τον απολυσώνα στο χέρι ή της δίνω τον απολυσώνα της στο χέρι, διαλύω τον ερωτικό δεσμό που είχα μαζί της, διαλύω το γάμο μου, τη διώχνω: «αφού δεν εννοούσε ν’ αφήσει την γκρίνια, της έδωσα τον απολυσώνα της στο χέρι κι ησύχασα»·
- του δίνω τον απολυσώνα στο χέρι ή του δίνω τον απολυσώνα του στο χέρι, τον διώχνω από τη θέση εργασίας που του είχα προσφέρει, τον διώχνω από τη δουλειά μου, την επιχείρησή μου, τον απολύω: «δεν έκανε καλά τη δουλειά του, γι’ αυτό και του ’δωσα τον απολυσώνα του στο χέρι».

αρραβώνας

αρραβώνας, ο κ. αρρεβώνας, ο, ουσ. [<αρχ. ἀρραβών]. 1. (και για τα δυο φύλα) η μνηστεία: «έραψε καινούριο κουστούμι για τον αρραβώνα της κόρης του». 2. το χρηματικό ποσό που δίνεται ως προκαταβολή κατά τη σύναψη συμφωνίας, αγοραπωλησίας ή ενοικίασης: «αφού συμφωνήσαμε σ’ όλα, μου ’δωσε κι εκατό χιλιάρικα για αρραβώνα». 3. το δαχτυλίδι της μνηστείας και αυτή η ίδια η μνηστεία: «της πέρασε στο δάχτυλο τον αρραβώνα». 4. το αρραβώνιασμα (βλ. λ.)·
- βάζω αρραβώνα, μνηστεύομαι (δηλ. βάζω το δαχτυλίδι του αρραβώνα μου): «την άλλη Κυριακή βάζω αρραβώνα με την κόρη του τάδε»·
- γυρίζω πίσω τον αρραβώνα, διαλύω τη μνηστεία μου (δηλ. επιστρέφω το δαχτυλίδι του αρραβώνα): «επειδή υπήρχε ασυμφωνία χαρακτήρων, γύρισα πίσω τον αρραβώνα»·
- δίνω αρραβώνα, δίνω κάποιο χρηματικό ποσό ως προκαταβολή για τη σύναψη κάποιας εμπορικής συμφωνίας, αγοραπωλησίας ή ενοικίασης: «απ’ τη στιγμή που μ’ άρεσε το διαμέρισμα, έδωσα αρραβώνα εκατό χιλιάρικα, μέχρι να υπογράψουμε το τελικό συμβόλαιο αγοράς»· βλ. και φρ. βάζω αρραβώνα·
- δίνω πίσω τον αρραβώνα, επιστρέφω σε κάποιον το χρηματικό ποσό που εισέπραξα ως προκαταβολή για τη σύναψη κάποιας εμπορικής συμφωνίας, αγοραπωλησίας ή ενοικίασης: «επειδή κατά την υπογραφή των συμβολαίων διαφωνήσαμε, του ’δωσα πίσω τον αρραβώνα»· βλ. και φρ. γυρίζω πίσω τον αρραβώνα·
- θα ’χουμε αρραβώνες, λέγεται στην περίπτωση που διασταυρώνονται μεταξύ τους οι χειραψίες δυο ζευγαριών, γιατί υπάρχει η λαϊκή αντίληψη πως ύστερα από αυτή την περίπτωση κάποιο από τα άτομα που συμμετείχε στη χειραψία αυτή θα αρραβωνιαστεί·
- παίρνω αρραβώνα, εισπράττω από κάποιον ένα χρηματικό ποσό ως προκαταβολή για τη σύναψη κάποιας εμπορικής συμφωνίας, αγοραπωλησίας ή ενοικίασης: «δεν κάνω καμιά εμπορική συμφωνία, αν προηγουμένως δεν πάρω αρραβώνα»·
- παίρνω πίσω τον αρραβώνα, παίρνω από κάποιον το χρηματικό ποσό που του είχα πληρώσει ως προκαταβολή, για τη σύναψη κάποιας εμπορικής συμφωνίας, αγοραπωλησίας ή ενοικίασης: «απ’ τη στιγμή που άλλα συμφωνήσαμε κι άλλα μου παρουσίασε, πήρα πίσω τον αρραβώνα που του είχα δώσει»·
- το στρίβειν δια του αρραβώνος, όταν θέλει κανείς να διαλύσει έναν μακροχρόνιο δεσμό με γυναίκα, τον διαλύει πιο εύκολα, όταν την αρραβωνιαστεί, γιατί μετά μπορεί να επικαλεστεί ασυμφωνία χαρακτήρων.

αρχίδι

αρχίδι κ. αρκίδι, το, πληθ. αρχίδια κ. αρκίδια, τα, ουσ. [<μτγν. ὀρχίδιον, υποκορ. του αρχ. ὄρχις], το αρχίδι. 1. άντρας άχρηστος, ανάξιος λόγου, ασήμαντος, τιποτένιος: «δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάνεις παρέα μ’ αυτό τ’ αρχίδι». 2α. άτομο με κακό χαρακτήρα, ο παλιοχαρακτήρας: «πού το βρήκες αυτό τ’ αρχίδι και το κάνεις παρέα!». β. εκστομίζεται και ως βρισιά: «τι είπες, ρε αρχίδι;». 3α. στον πλ. χωρίς άρθρο αρχίδια, δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση κάποιου αν τελειώσαμε κάποια δουλειά ή κάποια υπόθεση που έπρεπε να είχαμε τελειώσει, και δηλώνει πως δεν την τελειώσαμε: «πλήρωσες τη Δ.Ε.Η; -Αρχίδια». Πολλές φορές, επαναλαμβάνεται και το ρ. της ερώτησης: «πλήρωσες τη Δ.Ε.Η; -Αρχίδια πλήρωσα», ενώ είναι και φορές που επαναλαμβάνεται όλη η ερώτηση: «πλήρωσες τη Δ.Ε.Η; -Αρχίδια πλήρωσα τη Δ.Ε.Η.». 4. ως επιφών. αρχίδια!έκφραση αμφισβήτησης στα λεγόμενα κάποιου: «το βράδυ θα είναι και ο τάδε στη παρέα μας. -Αρχίδια! || το μάθατε πως ο δείνα έδειρε τον τάδε; -Αρχίδια! || το τάδε αμάξι είναι το καλύτερο απ’ όλα. -Αρχίδια!». Πολλές φορές, μετά το επιφώνημα επαναλαμβάνεται από τον αμφισβητία και το ρ. της φρ. που του ανακοινώνεται: «το βράδυ θα είναι και ο τάδε στην παρέα μας. -Αρχίδια θα είναι! || το μάθατε πως ο δείνα έδειρε τον τάδε; -Αρχίδια τον έδειρε! || το τάδε αμάξι είναι το καλύτερο απ’ όλα. -Αρχίδια είναι!», ενώ είναι και φορές που ο αμφισβητίας επαναλαμβάνει όλη τη φρ. που του ανακοινώνεται: «το μάθατε πως ο δείνα έδειρε τον τάδε; -Αρχίδια ο δείνα έδειρε τον τάδε». Συνών. αβγά μελάτα! / αρχίδια καλαβρέζικα! / αρχίδια καπαμά! / αρχίδια μαρινάτα! / κουραφέξαλα! (2) / μαλλιά! (2) / μαμούκαλα! (β) / μαμούνια! (3β) / μαρούλια! (2) / μπαρμπούτσαλα! / μπούρδες! (β) / παπάρες! (4β) / παπάρια! (5γ) / παπαριές! (β) πίπες! (2β) / σάλια! (2β) / σκατά! (4β) / σκατουλάκια! (5) / σκατούλες! (5) / σκατούλια! (4) / τρίχες! (2β) / τσουτσούνια! (2) / φασόλια! (2) / φλούδες! (2). Συνήθως στον πλ. αριθμ. τα αρχίδια, επειδή αποτελούνται από δυο γεννητικούς αδένες του άρρενος οι οποίοι παράγουν το σπέρμα: «του ’δωσε μια κλοτσιά στ’ αρχίδια και τον ξάπλωσε κάτω». Θεωρούνται ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία του άντρα. Συνών. αμελέτητα / απαυτά / αποτέτοια / αυτά / βαρίδια / γιουβαρλάκια / κάκαλα / καλαμπαλίκια / καρύδια / μπαλάκια / μπιχλιμπίδια / μπομπόλια (2) / οικογένεια (ενν. μαζί με το πέος) / ούμπαλα / παπάρια / πελεντούρια / τέτοια. Μεγεθ. αρχιδάρα (βλ. λ.). Υποκορ. αρχιδάκι, το. Τέλος, οι λαϊκοί άνθρωποι φαίνεται πως δίνουν περισσότερη σημασία στο μέγεθος που έχουν τα αρχίδια παρά στο μέγεθος του πέους, γι’ αυτό, όταν θέλουν να μιλήσουν θαυμαστικά ή μειωτικά για έναν άντρα αναφέρονται στα αρχίδια. Ίσως από το ότι τα αρχίδια παράγουν το σπέρμα. (Ακολουθούν 112 φρ.)·
- αδειανός καλόγερος τ’ αρχίδια του έλυε κι έδενε, βλ. λ. καλόγερος·
- αερίζω τ’ αρχίδια μου, δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω: «εδώ πνιγόμαστε στη δουλειά κι αυτός αερίζει τ’ αρχίδια του»·
- ακόμη δεν έβγαλε τρίχες στ’ αρχίδια του, λέγεται ειρωνικά ή υποτιμητικά για άτομο που, χωρίς να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις στη ζωή του, σε ένα επάγγελμα ή μια τέχνη, λόγω μικρής ηλικίας, θέλει ή προσπαθεί να συμβουλέψει άλλους, που είναι και μεγαλύτεροί του αλλά και πολύ πιο έμπειροι από αυτό: «ακόμη δεν έβγαλε τρίχες στ’ αρχίδια του, θέλει να μας κάνει και το δάσκαλο». Το ότι δεν έβγαλε τρίχες στ’ αρχίδια του, παραπέμπει σε παιδική ηλικία. Για συνών. βλ. φρ. ακόμη δε βγήκε απ’ το καβούκι του, λ. καβούκι·
- αν είχε η γιαγιά μου αρχίδια, θα τη λέγαμε παππούλη, βλ. λ. γιαγιά·
- αν έχεις αρχίδια, έλα να λογαριαστούμε ή αν έχεις αρχίδια, έλα να μετρηθούμε, αν τολμάς, αν έχεις θάρρος, έλα να αναμετρηθούμε δυναμικά, έλα να μαλώσουμε, να παλέψουμε: «με τα λόγια μπορείς να λες ό,τι θέλεις, αλλά, αν έχεις αρχίδια, έλα να μετρηθούμε»·
- αν έχεις αρχίδια, έλα να παραβγούμε, αν τολμάς, έλα να συναγωνιστούμε, ιδίως σε αγώνα ταχύτητας δρόμου: «εσύ νομίζεις πως είσαι πιο γρήγορος από μένα, αλλά, αν έχεις αρχίδια, έλα να παραβγούμε»·
- άντρας μ’ εφτά καντάρια αρχίδια, επιτείνει την αμέσως παρακάτω φράση, γιατί, αν θυμηθούμε καλά, το καντάρι είναι μονάδα βάρους που ισούται με 44 οκάδες ή 56, 320 κιλά·
- άντρας με κάτι αρχίδια να! α. έκφραση θαυμασμού που χαρακτηρίζει τον άντρα για τον οποίο γίνεται λόγος ως πολύ θαρραλέο, πολύ γενναίο, πολύ ειλικρινή, πολύ καθώς πρέπει, ότι δηλ. δεν έχει μόνο αρχίδια αλλά τα έχει συγχρόνως και πολύ μεγάλα: «όλοι θέλουμε να τον έχουμε στην παρέα μας, γιατί είναι άντρας με κάτι αρχίδια να!». β. άντρας με πολύ ισχυρή προσωπικότητα: «πάντοτε γίνεται το δικό του, γιατί είναι άντρας με κάτι αρχίδια να!». Συνοδεύεται από παράλληλη χειρονομία με την οποία οι δυο παλάμες ενωμένες θέλουν να δείξουν ότι περιέχουν κάτι πολύ μεγάλο ή συνοδεύεται από χειρονομία με την οποία η χούφτα, σαν να ’ναι γεμάτη από κάτι, ανεβοκατεβαίνει ενδεικτικά, όπως όταν θέλει κανείς να υπολογίσει το βάρος του περιεχομένου της·
- αρχίδια καλαβρέζικα! βλ. αρχίδια(!)·
- αρχίδια καπαμά! βλ. αρχίδια(!)·
- αρχίδια μαρινάτα! βλ. αρχίδια(!)·
- αρχίδια πατέρα! λέγεται γιαπράγματα που είναι πολύ απίθανο να συμβούν: «θέλει να του πέσει το λαχείο, να βγάλει εξάρι στο λότο, να πιάσει το δεκατριάρι στο προπό, για να κάθεται μια ζωή, δηλαδή, αρχίδια πατέρα!». Από το ότι είναι απίθανο να μιλήσει κανείς με αυτόν τον τρόπο στον πατέρα του·
- αρχίδια ριγανάτα, βλ. αρχίδια(!)·
- άσ’ το μωρέ τ’ αρχίδι! μην ασχολείσαι με αυτόν τον άνθρωπο, μη σε απασχολεί, γιατί είναι άχρηστος, ανάξιος λόγου, τιποτένιος: «άσ’ το μωρέ τ’ αρχίδι, που κάθεσαι και στενοχωριέσαι!»·
- αυτή η δουλειά θέλει αρχίδια, βλ. λ. δουλειά·
- βγάζω τρίχες στ’ αρχίδια μου, γίνομαι έφηβος: «μόλις έβγαλε τρίχες στ’ αρχίδια του, άρχισε να γλυκοκοιτάζει τα κοριτσόπουλα»·
- βγήκα από πλούσια αρχίδια ή βγήκαμε από πλούσια αρχίδια, γεννήθηκα από πλούσιο πατέρα, από πλούσιους γονείς και, κατ’ επέκταση, είμαι πλούσιος: «ευτυχώς που βγήκα από πλούσια αρχίδια και δεν ταλαιπωρήθηκα στη ζωή μου || χαρά σε μας που βγήκαμε από πλούσια αρχίδια! || αλίμονο σε μας που δε βγήκαμε από πλούσια αρχίδια!». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- βγήκα από φτωχά αρχίδια ή βγήκαμε από φτωχά αρχίδια, γεννήθηκα από φτωχό πατέρα, από φτωχούς γονείς και κατ’ επέκταση, είμαι φτωχός: «αφού βγήκα από φτωχά αρχίδια, έτσι θα σέρνομαι μια ζωή! || αλίμονο σε μας που βγήκαμε από φτωχά αρχίδια!». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- για δε(ς) έν’ αρχίδι! βλ. φρ. για κόψ’ έν’ αρχίδι! Το για τονισμένο·
- για κόψ’ έν’ αρχίδι! α. επιτιμητική ή υποτιμητική αναφορά σε άτομο που λέει ή κάνει ανοησίες, βλακείες: «για κόψ’ έν’ αρχίδι, που μας έκανε άνω κάτω με τις βλακείες του!». β. ειρωνική αναφορά σε ανάξιο άτομο, που επιδιώκει να επιδεικνύεται ως σπουδαίο: «για κόψ’ έν’ αρχίδι, που το παίζει παράγοντας!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το ρε και συνήθως συνοδεύεται από παράλληλη χειρονομία με το χέρι ή νεύμα με το κεφάλι, που δείχνει το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος. Το για τονισμένο·
- για φάε έν’ αρχίδι! βλ. φρ. για κόψ’ έν’ αρχίδι! Το για τονισμένο·
- γλείφω αρχίδια, βλ. συνηθέστ. γλείφω κώλους, λ. κώλος·
- δε θέλω κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου) ή δε θέλουμε κεχαγιά στ’ αρχίδια μας, βλ. λ. κεχαγιάς·   
- δε σε βάλαμε κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου) ή δε σε βάλανε κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου), βλ. λ. κεχαγιάς·
- δεν αδειάζω να ξύσω τ’ αρχίδια μου, α. είναι πολύ απασχολημένος: «κλείνω τον ισολογισμό της χρονιάς και δεν αδειάζω να ξύσω τ’ αρχίδια μου». β. έχω συνεχή δουλειά: «δεν ξέρω αν έχουν δουλειά οι άλλοι, πάντως εγώ δεν αδειάζω να ξύσω τ’ αρχίδια μου». Συνών. δεν αδειάζω να ξύσω τ’ αφτί μου / δεν αδειάζω να ξύσω τη μύτη μου / δεν αδειάζω να ξύσω τον κώλο μου·
- δεν είσαι ούτε κολόνια για τ’ αρχίδια μου, βλ. φρ. δεν είσαι ούτε μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια μου·
- δεν είσαι ούτε μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια μου, δε σε υπολογίζω διόλου, απαξιώ: «δεν ξέρω τι καπνό φουμάρουν οι άλλοι, αλλά εσύ δεν είσαι ούτε μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια μου»·
- δεν έχει αρχίδια, α. δεν είναι άντρας, δεν έχει θάρρος, δεν του βαστάει: «εγώ μαλώνω μαζί του ό,τι ώρα λάχει, αυτός όμως δεν έχει αρχίδια να μαλώσει μαζί μου». β. δεν έχει προσωπικότητα: «μα και βέβαια τον κάνουν ό,τι θέλουν, αφού δεν έχει αρχίδια ο άνθρωπος να τους επιβληθεί»·
- δεν ήταν ούτε κολόνια για τ’ αρχίδια μου, βλ. φρ. δεν ήταν ούτε μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια μου·
- δεν ήταν ούτε μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια μου, το χρηματικό ποσό για το οποίο γίνεται λόγος, ήταν εντελώς ασήμαντο για μένα: «δε θέλω ευχαριστίες, γιατί το ποσό που σου δάνεισα δεν ήταν ούτε μια τρίχα απ’ τ’ αρχίδια μου». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το έλα μωρέ ή το εντάξει μωρέ ή το σιγά μωρέ·
- δεν πρόλαβα να ξύσω τ’ αρχίδια μου, σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα, σχεδόν αστραπιαία: «δεν πρόλαβα να ξύσω τ’ αρχίδια μου κι αυτός μου την κοπάνησε». Συνών. δεν πρόλαβα να ξύσω τ’ αφτί μου / δεν πρόλαβα να ξύσω τη μύτη μου / δεν πρόλαβα να ξύσω τον κώλο μου·
- δεν προλαβαίνω να ξύσω τ’ αρχίδια μου, α. είμαι πολύ απασχολημένος: «μου ’φεραν να ελέγξω όλα τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης και δεν προλαβαίνω να ξύσω τ’ αρχίδια μου». β. έχω συνεχή δουλειά: «είχα τόση δουλειά σήμερα, που δεν προλάβαινα να ξύσω τ’ αρχίδια μου». Συνών. δεν προλαβαίνω να ξύσω τ’ αφτί μου / δεν προλαβαίνω να ξύσω τη μύτη μου / δεν προλαβαίνω να ξύσω τον κώλο μου·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, ζυγίζει τ’ αρχίδια του, βλ. λ. δουλειά·
- δουλειά δεν είχε ο διάβολος κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή ο διάβολος δουλειά δεν είχε κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή όταν ο διάβολος δεν έχει δουλειά, ξύνει τ’ αρχίδια του, βλ. λ. δουλειά· 
- δουλειά δεν είχε ο τεμπέλης και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή ο τεμπέλης δουλειά δεν είχε και ζύγιζε τ’ αρχίδια του ή όταν ο τεμπέλης δεν έχει δουλειά, ζυγίζει τ’ αρχίδια του, βλ. λ. δουλειά·
- δουλειά δεν είχε ο τεμπέλης κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή ο τεμπέλης δουλειά δεν είχε κι έξυνε τ’ αρχίδια του ή όταν ο τεμπέλης δεν έχει δουλειά, ξύνει τ’ αρχίδια του, βλ. λ. δουλειά·
- είναι αρχίδι, α. είναι άχρηστος, ανάξιος λόγου, τιποτένιος: «δεν κάνω παρέα μαζί του, γιατί είναι αρχίδι». β. έχει κακό χαρακτήρα, είναι παλιοχαρακτήρας: «να προσέχεις αυτόν που κάνεις παρέα, γιατί είναι αρχίδι»·
- είναι έν’ αρχίδι και μισό, είναι πολύ περισσότερο από ένα αρχίδι: «δε τον υπολογίζω διόλου, γιατί είναι έν’ αρχίδι και μισό»·
- είναι μεγάλο αρχίδι, α. είναι εντελώς άχρηστος, εντελώς ανάξιος λόγου, εντελώς τιποτένιος: «δεν καταδέχομαι να του πω ούτε καλημέρα, γιατί είναι μεγάλο αρχίδι». β. έχει πάρα πολύ κακό χαρακτήρα: «πρόσεχε μ’ αυτόν που κάνεις παρέα, γιατί είναι μεγάλο αρχίδι»·
- είναι πολύ αρχίδι, βλ. συνηθέστ. είναι μεγάλο αρχίδι·
- έπιασε τον πάπα απ’ τ’ αρχίδια! νομίζει ότι έκανε ή ότι κατάφερε κάτι σπουδαίο: «αγόρασε κι αυτός έν’ αυτοκινητάκι και νομίζει ότι έπιασε τον πάπα απ’ τ’ αρχίδια!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το ναι μωρέ ή το σιγά μωρέ·
- έφαγα έν’ αρχίδι ή έφαγα τ’ αρχίδια μου, απέτυχα να πραγματοποιήσω το σκοπό που επιδίωκα: «της έκανα πρόταση να τα φτιάξουμε κι έφαγα τ’ αρχίδια μου || προσκόμισα όλα τα δικαιολογητικά για να πάρω τη θέση που είχε προκηρυχτεί, αλλά στο τέλος έφαγα τ’ αρχίδια μου»·
- έφαγα (μια) κλοτσιά στ’ αρχίδια, η επιδίωξή μου είχε πολύ οδυνηρή κατάληξη για μένα: «έριξα όλα μου τα λεφτά στην τάδε επιχείρηση, γιατί νόμισα πως θα κερδίσω, αλλά αυτή χρεοκόπησε κι έφαγα κλοτσιά στ’ αρχίδια». Από το ότι, ο άντρας που δέχεται κλοτσιά στα αρχίδια του, νιώθει οδυνηρό πόνο·
- έχει αρχίδια, α. είναι άντρας, είναι γενναίος, έχει θάρρος: «απ’ όλη σας την παρέα ο μόνος που έχει αρχίδια είναι ο τάδε». β. έχει προσωπικότητα: «μπορεί να παρασύρει πολύ κόσμο μαζί του, γιατί έχει αρχίδια ο άνθρωπος»·
- έχει βαρβάτα αρχίδια, βλ. φρ. έχει μια μάντρα αρχίδια·
- έχει έναν κουβά αρχίδια, βλ. φρ. έχει μια μάντρα αρχίδια·
- έχει μια μάντρα αρχίδια, α. είναι πολύ άντρας, πολύ γενναίος, πολύ θαρραλέος: «δεν τολμάει να τα βάλει κανείς μαζί του, γιατί είναι άντρας που έχει μια μάντρα αρχίδια». β. έχει ισχυρή προσωπικότητα: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε το εργοστάσιο ο καινούριος διευθυντής, όλοι δουλεύουν ρολόι, γιατί έχει μια μάντρα αρχίδια ο άνθρωπος»·
- έχει μια οκά αρχίδια, βλ. συνηθέστ. έχει μια μάντρα αρχίδια·
- έχεις αρχίδια; είσαι γενναίος άντρας; έχεις θάρρος; τολμάς(;): « έχεις αρχίδια να τα βάλεις μαζί μου;»·
- ζαλίζει αρχίδια, είναι πολύ ενοχλητικός, πολύ εκνευριστικός: «μην τον ξαναφέρνεις αυτόν τον άνθρωπο στη παρέα, γιατί ζαλίζει αρχίδια»·
- θα μας κλάσεις μια μάντρα αρχίδια ή θα μου κλάσεις μια μάντρα αρχίδια, υβριστική έκφραση που επιτείνει την έννοια της παρακάτω φρ. θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια. Για περισσότερη έμφαση, της φρ. προτάσσεται το θα πάρεις φόρα και ή το θα ’ρθεις με την όπισθεν και. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια ή θα μου κλάσεις τ’ αρχίδια, επιθετική έκφραση σε κάποιον, με την έννοια δε θα μου κάνεις τίποτα, δεν μπορείς να μου κάνεις κανένα κακό από αυτά που απειλείς πως θα μου κάνεις: «αν έχεις την εντύπωση πως μπορείς να με δείρεις, σε πληροφορώ πως θα μου κλάσεις τ’ αρχίδια». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- θα μας ξυρίσεις τ’ αρχίδια ή θα μου ξυρίσεις τ’ αρχίδια, ηπιότερη έκφραση της παραπάνω φρ. θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια·
- θα μας ξύσεις τ’ αρχίδια ή θα μου ξύσεις τ’ αρχίδια, βλ. φρ. θα μας ξυρίσεις τ’ αρχίδια·
- θα σε κρεμάσω απ’ τ’ αρχίδια! θα σε τιμωρήσω σκληρά, παραδειγματικά: «αν ενοχλήσεις ξανά την κόρη μου, θα σε κρεμάσω απ’ τ’ αρχίδια!». Συνών. θα σε γδάρω ζωντανό! / θα σε κρεμάσω ανάποδα! / θα σε κρεμάσω απ’ το λαιμό! / θα σε κρεμάσω στο μεσιανό κατάρτι(!)·
- θα σου κόψω τ’ αρχίδια, θα σε τιμωρήσω πολύ αυστηρά, πολύ παραδειγματικά: «αν ξαναπειράξεις την κόρη μου, θα σου κόψω τ’ αρχίδια». Από το ότι είναι πολύ οδυνηρό για την προσωπικότητα ενός άντρα να μην έχει αρχίδια·
- θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα στα δώσω να τα φας, επιτείνει την παραπάνω έκφραση: «αν ξαναβρίσεις τη μάνα μου, θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα στα δώσω να τα φας». Από τη συνήθεια της Μάφιας να τιμωρεί με αυτόν τον τρόπο τους χαφιέδες, δηλαδή, τους έβρισκαν σκοτωμένους με τα αρχίδια τους στο στόμα·
- θα σου λιώσω τ’ αρχίδια, βλ. φρ. θα φας κλοτσιά στ’ αρχίδια·
- θα φάμε τ’ αρχίδια μας, θα μαλώσουμε πολύ άγρια: «αν με ξανακαρφώσεις στο διευθυντή, θα φάμε τ’ αρχίδια μας». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το στο λέω·
- θα φας κλοτσιά στ’ αρχίδια, θα σε τιμωρήσω με σκληρό, οδυνηρό τρόπο: «αν ξαναβάλεις χέρι στο ταμείο, θα φας κλοτσιά στ’ αρχίδια». Από το ότι και η παραμικρή πίεση στα αρχίδια προξενεί οδυνηρό πόνο·
- θέλει κρέμασμα απ’ τ’ αρχίδια, πρέπει να τιμωρηθεί πολύ σκληρά, παραδειγματικά: «όχι μόνο πρέπει να τιμωρηθεί, αλλά θέλει κρέμασμα απ’ τ’ αρχίδια». Για συνών. βλ. φρ. θέλει σκότωμα, λ. σκότωμα·
- θέλω κρέμασμα απ’ τ’ αρχίδια, έκφραση που δηλώνει έντονη μεταμέλεια για κάτι που είπαμε ή κάναμε: «αν ξεστόμισα αυτή την κουβέντα για σένα, θέλω κρέμασμα απ’ τ’ αρχίδια || αν έκανα τέτοιο πράγμα σε βάρος σου, θέλω κρέμασμα απ’ τ’ αρχίδια». Για συνών. θέλω σκότωμα, λ. σκότωμα·
- θύμωσε ο αγάς κι έκοψε τ’ αρχίδια του, βλ. λ. αγάς·
- κάθομαι στ’ αρχίδια μου, α. δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω: «εδώ εμείς πνιγόμαστε στη δουλειά κι αυτός κάθεται στ’ αρχίδια του». β. περνώ δύσκολη περίοδο, ιδίως οικονομική: «μη μου ζητάς να σου δανείσω ούτε δραχμή, γιατί τον τελευταίο καιρό κάθομαι στ’ αρχίδια μου». Από το ότι, όταν ένας άντρας κάθεται πάνω στα αρχίδια του, νιώθει οδυνηρό πόνο·
- καλώς τ’ αρχίδια μας! ή καλώς τ’ αρχίδια μου! ή καλώς τ’ αρχίδια μας τα δυο! ή καλώς τ’ αρχίδια μου τα δυο! ειρωνική ή υποτιμητική προσφώνηση σε ανεπιθύμητο άτομο. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το βρε ή το ωχ·
- κάτσε στ’ αρχίδια σου! βλ. συνηθέστ. κάτσε στ’ αβγά σου! λ. αβγό·
- κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου) σε βάλαμε; ή κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου) σε βάλανε; βλ. λ. κεχαγιάς·
- κλάσε μας τ’ αρχίδι! ή κλάσε μου τ’ αρχίδι! ή κλάσε μας τ’ αρχίδια! ή κλάσε μου τ’ αρχίδια! α. άφησε με ήσυχο, μη με ενοχλείς, παράτα με: «αμάν, ρε παιδάκι μου, μ’ αυτή τη γκρίνια σου, κλάσε μας επιτέλους τ’ αρχίδια να τελειώνουμε!». β. δε μπορείς να μου κάνεις τίποτα, δε σε φοβάμαι. (Λαϊκό τραγούδι: στρείδι, μύδι, Παλαμήδι· μπάτσοι, κλάστε μας τ’ αρχίδι // μάγκες πιάστε τα γεφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια). Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- κόβω τ’ αρχίδια μου, στοιχηματίζω ότι αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα σωστό ή πέρα για πέρα αληθινό: «αν δε γίνουν τα πράγματα έτσι όπως στα λέω, κόβω τ’ αρχίδια μου». Έκφραση που προσδίδει απόλυτη βεβαιότητα στα λεγόμενα κάποιου άντρα, γιατί είναι πολύ υποτιμητικό γι’ αυτόν να μείνει χωρίς αρχίδια. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εγώ·
- κρατάει τον πάπα απ’ τ’ αρχίδια! βλ. φρ. έπιασε τον πάπα απ’ τ’ αρχίδια·
- κρέμομαι απ’ τ’ αρχίδια του, είμαι εντελώς υποχείριό του, γενικά η επιτυχία μου εξαρτάται αποκλειστικά από αυτόν: «πώς να του πάω κόντρα, αφού κρέμομαι απ’ τ’ αρχίδια του!»·
- λιάζω τ’ αρχίδια μου, δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω: «οι άλλοι σκοτώνονται στη δουλειά κι αυτός λιάζει τ’ αρχίδια του»·
- μας έπρηξες τ’ αρχίδια ή μου ’πρηξες τ’ αρχίδια, α. με εκνεύρισες πάρα πολύ με τις συνεχείς ενοχλήσεις σου, ιδίως για ασήμαντα πράγματα, ή με εκνεύρισες πάρα πολύ, ιδίως με τις συνεχείς παρεμβάσεις σου πάνω στο θέμα στο οποίο αναφέρομαι: «μην έρχεσαι κάθε λίγο και λιγάκι και μου ζητάς αυτές τις αηδίες, γιατί μου ’πρηξες τ’ αρχίδια || σταμάτα, ρε παιδάκι μου, να με διακόπτεις κάθε τόσο, γιατί μου ’πρηξες τ’ αρχίδια». β. με εκνεύρισες πάρα πολύ, ιδίως με την επιμονή σου πάνω στο ίδιο θέμα για το οποίο έχω αντίθετη γνώμη, αντίθετη άποψη: «στο ’πα χίλιες φορές πως δε θα ’ρθω και πάψε να επιμένεις άλλο, γιατί μας έπρηξες τ’ αρχίδια». γ. έγινες πολύ ενοχλητικός με την γκρίνια σου, με την πολυλογία σου: «βούλωστο, επιτέλους, γιατί μας έπρηξες τ’ αρχίδια μ’ αυτή την πάρλα σου». δ. με έφερες σε δύσκολη θέση, με ταλαιπώρησες μέχρι να ενδώσεις: «μια χάρη σου ζήτησα κι εγώ στα τόσα χρόνια και μέχρι να μ’ εξυπηρετήσεις μας έπρηξες τ’ αρχίδια». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Συνών. μας τα ’κανες καρπούζια / μας τα ’κανες κουδούνια / μας τα ’κανες μπαρντάκια / μας τα ’πρηξες·
- μας έσπασες τ’ αρχίδια ή μου ’σπασες τ’ αρχίδια, βλ. φρ. μας έπρηξες τ’ αρχίδια·
- μας ζάλισες τ’ αρχίδια ή μου ζάλισες τ’ αρχίδια, βλ. φρ. μας έπρηξες τ’ αρχίδια·
- μας σκότισες τ’ αρχίδια ή μου σκότισες τ’ αρχίδια, βλ. φρ. μας έπρηξες τ’ αρχίδια·
- μη μας ζαλίζεις τ’ αρχίδια ή μη μου ζαλίζεις τ’ αρχίδια, βλ. φρ. μη μας πρήζεις τ’ αρχίδια·
- μη μας πρήζεις τ’ αρχίδια ή μη μου πρήζεις τ’ αρχίδια, παρακλητική έκφραση σε κάποιον να πάψει να μας ενοχλεί με τη συνεχή φλυαρία του, ιδίως να πάψει να μας εκνευρίζει αναφερόμενος συνεχώς στο ίδιο θέμα: «ό,τι θέλεις να πάρεις, πάρ’ το και μη μας πρήζεις κάθε τόσο τ’ αρχίδια || κάνε, επιτέλους, αυτό που σου λέω και μη μου πρήζεις τ’ αρχίδια». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Συνών. μη μας ζαλίζεις τον έρωτα ή μου ζαλίζεις τον έρωτα / μη μας ζαλίζεις το μυαλό ή μη μου ζαλίζεις το μυαλό·
- μη μας σκοτίζεις τ’ αρχίδια ή μη μου σκοτίζεις τ’ αρχίδια, βλ. φρ. μη μας πρήζεις τ’ αρχίδια·
- μη μας σπας τ’ αρχίδια ή μη μου σπας τ’ αρχίδια, βλ. φρ. μη μας πρήζεις τ’ αρχίδια·
- μου ’κλασε τ’ αρχίδια, δεν έκανε τίποτα από όλα εκείνα που απειλούσε πως θα μου κάνει: «έλεγε πως θα με δείρει, αλλά, όταν συναντηθήκαμε, μου ’κλασε τ’ αρχίδια»·
- μου ’ριξε κλοτσιά στ’ αρχίδια, μου δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα: «όταν τον γνώρισα, μου διαβεβαίωνε πως θα μου δώσει μια θέση στη δουλειά του, αλλά όταν πήγα και του τη ζήτησα, μου ’ριξε κλοτσιά στ’ αρχίδια». Από το ότι νιώθει οδυνηρό πόνο ο άντρας, όταν δέχεται κλοτσιά στα αρχίδια του·
- μπερδεύει τ’ αρχίδια με τα μύδια, α. ασχολείται ή συγκρίνει εντελώς ανόμοια πράγματα ή υποθέσεις, ενεργεί παράλογα: «πώς να μην αποτύχει στη δουλειά του, απ’ τη στιγμή που μπερδεύει τ’ αρχίδια με τα μύδια;». β. βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση: «έχασε ο φουκαράς ένα κάρο λεφτά στο χρηματιστήριο και τώρα μπερδεύει τ’ αρχίδια με τα μύδια». Συνών. κρίνει μήλα με πορτοκάλια / μπερδεύει τη γραβάτα με τα σώβρακα ή μπερδεύει τη γραβάτα με το σώβρακο / μπερδεύει τις βούρτσες με τις πούτσες·
- μπλέκει τ’ αρχίδια με τα μύδια, βλ. φρ. μπερδεύει τ’ αρχίδια με τα μύδια·
- να μου κοπούν τ’ αρχίδια, όρκος που δίνει ένας άντρας για να γίνει πιστευτός σε αυτά που λέει: «αν σου λέω ψέματα, να μου κοπούν τ’ αρχίδια». Από το ότι είναι πολύ υποτιμητικό για έναν άντρα να μην έχει αρχίδια·
- ξύνει τ’ αρχίδια του, α. δεν κάνει τίποτα, χάνει τον καιρό του, τεμπελιάζει: «απ’ το πρωί πνιγόμαστε στη δουλειά κι αυτός μας βλέπει και ξύνει τ’ αρχίδια του». β. συμπεριφέρεται προσβλητικά, περιφρονητικά στους παρόντες: «εμείς ήρθαμε μόνο και μόνο για να τον δούμε κι αυτός απ’ τη στιγμή που μας είδε ξύνει τ’ αρχίδια του». Συνών. ξύνει τον κώλο του·
- ξύσ’ τ’ αρχίδια σου, κάνε ό,τι θέλεις, ό,τι καταλαβαίνεις, δε με ενδιαφέρει: «αφού δεν άκουγες μέχρι τώρα τις συμβουλές μου, μη με ρωτάς τι θα κάνεις. Ξύσ’ τ’ αρχίδια σου». Συνήθως έκφραση αδιαφορίας σε κάποιον που μας ρωτάει απεγνωσμένος: τι να κάνω ή τι θα κάνω τώρα· αδιαφόρησε: «πολύ στενοχωριέμαι γι’ αυτόν τον άνθρωπο. -Ξύσ’ τ’ αρχίδια σου, γιατί δεν αξίζει». Συνήθως στη δεύτερη περίπτωση της φρ. προτάσσεται το μωρέ ή το βρε ή το ρε·
- ξύσ’ τ’ αρχίδια σ’ με κασμά, α. επιτείνει την έννοια της παραπάνω φράσης. β. λέγεται και με ειρωνική ή επιθετική διάθεση σε άτομο που μας ενοχλεί συνεχώς με παραδοξολογίες ή φορτικές απαιτήσεις: «ξύσ’ τ’ αρχίδια σ’ με κασμά, που έβγαλες γκόμενα αυτή τη θεά! || ξύσ’ τ’ αρχίδια σ’ με κασμά, που θα σου δανείσω πέντε εκατομμύρια». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το βρε ή το ρε·
- πάρ’ έν’ αρχίδι, βλ. φρ. τσίμπα ένα αρχίδι·
- πάρε φόρα και κλάσε μας τ’ αρχίδια! ή πάρε φόρα και κλάσε μου τ’ αρχίδια! επιτείνει την έκφραση κλάσε μας τ’ αρχίδια(!)·
- πήρα έν’ αρχίδι, βλ. φρ. πήρα τ’ αρχίδια μου·
- πήρα τ’ αρχίδια μου, δεν αποκόμισα κανένα κέρδος, κανένα όφελος, δεν πήρα τίποτα: «είχα την εντύπωση πως θα ’παιρνα κανένα φράγκο για τη βοήθεια που τους πρόσφερα, αλλά στο τέλος πήρα τ’ αρχίδια μου»·
- πιάσ’ έν’ αρχίδι, βλ. συνηθέστ. τσίμπα ένα αρχίδι·
- πρήζει αρχίδια, είναι πολύ ενοχλητικός, πολύ εκνευριστικός: «μην τον ξαναφέρεις αυτόν τον άνθρωπο στην παρέα, γιατί πρήζει αρχίδια»·
- σπάει αρχίδια, α. είναι πάρα πολύ καλός, πάρα πολύ ωραίος, παρά πολύ εντυπωσιακός: «έπιασα μια γκόμενα, που σπάει αρχίδια». β. είναι πολύ ενοχλητικός, πολύ εκνευριστικός: «σπάει αρχίδια μέχρι ν’ αποφασίσει να κάνει αυτό που του λες». γ. (για πράγματα) που προξενεί μεγάλη εντύπωση για την άριστη ή την πανάκριβη κατασκευή του: «αγόρασα ένα αυτοκίνητο που σπάει αρχίδια»·
- στ’ αρχίδια μας! ή στ’ αρχίδια μου! δε με μέλει, δε με ενδιαφέρει, αδιαφορώ τελείως: «στ’ αρχίδια μου, αν θα ’ρθει ή αν δε θα ’ρθει ο τάδε! || στ’ αρχίδια μου ποιο κόμμα θα πάρει την κυβέρνηση!». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία με την παλάμη να πέφτει κάθετα με την κόψη της και δείχνει το σημείο εκείνο του κορμιού, όπου βρίσκονται τα αρχίδια. Πολλές φορές, αντί της φρ. παρατηρείται μόνο η χειρονομία. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Τα τελευταία χρόνια με την ίδια έννοια ακούγεται και από τις γυναίκες και παρατηρείται πολλές φορές και η ίδια χειρονομία. Συνών. στ’ αβγά μας! ή στ’ αβγά μου! / στ’ απαυτά μας! ή στ’ απαυτά μου! / στ’ αποτέτοια μας! ή στ’ αποτέτοια μου! / στ’ αρχαία μας! ή στ’ αρχαία μου! / στ’ αυτά μας! ή αυτά μου! / στα καρύδια μας! ή στα καρύδια μου! / στα μπαλάκια μας! ή στα μπαλάκια μου! / στα παπάρια μας! ή στα παπάρια μου! / στα τέτοια μας! ή στα τέτοια μου! / στα φρύδια μας! ή στα φρύδια μου! / στους όρχεις μας! ή στους όρχεις μου(!)·
- στ’ αρχίδια μας και δέκα αβγά Τουρκίας! ή στ’ αρχίδια μου και δέκα αβγά Τουρκίας! Επιτείνει την έννοια της παραπάνω έκφρασης·
- στ’ αρχίδια μας και μας, Κωστής Παλαμάς! ειρωνική ή επιθετική απάντηση σε κάποιον που απαντά σε αυτά που του λέμε με το στ’ αρχίδια μας! Το όνομα του ποιητή, μόνο και μόνο για να κάνει ρίμα με το και μας. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·    
- στ’ αρχίδια μας (μου) και πάνω τούρλα ή στ’ αρχίδια μας (μου) κι απάνω τούρλα, έκφραση με την οποία επιτείνουμε την έννοια της φρ. στ’ αρχίδια μας(!)·
- τ’ αρχίδια του Καράμπελα και το μουνί της Χάιδως, επιτείνει την έννοια του επιφωνήματος αρχίδια(!)·
- τα γράφω όλα στ’ αρχίδια μου ή τα έχω γραμμένα όλα στ’ αρχίδια μου, δε με μέλει, δε με νοιάζει για τίποτα, αδιαφορώ τελείως για όλα: «όπως έγινε σήμερα η ζωή μας, τα γράφω όλα στ’ αρχίδια μου». Για συνών. βλ. φρ. τα γράφω όλα στα παλιά μου τα παπούτσια ή τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά μου τα παπούτσια, λ. παπούτσι·
- τα γράφω στ’ αρχίδια μου ή τα έχω γραμμένα στ’ αρχίδια μου (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), δεν τα υπολογίζω, δεν τα παίρνω διόλου υπόψη μου: «πάψε να μιλάς, γιατί αυτά μου λες τα γράφω στ’ αρχίδια μου». Για συνών. βλ. φρ. τα γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια ή τα έχω γραμμένα στα παλιά μου τα παπούτσια, λ. παπούτσι· 
- τον γράφω στ’ αρχίδια μου ή τον έχω γραμμένο στ’ αρχίδια μου, α. αδιαφορώ, τον περιφρονώ τελείως, τον αγνοώ: «δεν ξέρω ποια είναι η γνώμη σου για τον τάδε, πάντως εγώ τον έχω γραμμένο στ’ αρχίδια μου». β. δεν τον υπολογίζω, δεν τον φοβάμαι καθόλου: «αν θελήσει ν’ αναμετρηθεί μαζί μου να του πεις πως τον έχω γραμμένο στ’ αρχίδια μου». Για συνών. βλ. φρ. τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια ή τον έχω γραμμένο στα παλιά μου τα παπούτσια, λ. παπούτσι·
- τον κρέμασε απ’ τ’ αρχίδια, τον ξυλοκόπησε πολύ άγρια, του προξένησε σοβαρή σωματική βλάβη, τον εξάντλησε στο ξύλο (γι’ αυτό και δεν είχε τη δύναμη να αντιδράσει): «τον είχε τέτοιο άχτι, που μόλις τον συνάντησε τον κρέμασε απ’ τ’ αρχίδια». Συνών. τον έγδαρε ζωντανό (α) / τον κρέμασε ανάποδα / τον κρέμασε απ’ το λαιμό / τον κρέμασε στο μεσιανό κατάρτι·
- τρίβω τ’ αρχίδια μου, βλ. φρ. ξύνω τ’ αρχίδια μου·
- τρώω τ’ αρχίδια μου, αποτυχαίνω να πραγματοποιήσω το σκοπό που επιδιώκω: «κάθε φορά που είναι να πάρω μια μεγάλη δουλειά, κάτι συμβαίνει και τρώω τ’ αρχίδια μου || της έκανα πρόταση να τα φτιάξουμε κι έφαγα τ’ αρχίδια μου»·
- τσάκο έν’ αρχίδι, βλ. φρ. τσίμπα έν’ αρχίδι·
- τσίμπα έν’ αρχίδι, δεν παίρνεις τίποτα, δεν αποκομίζεις το παραμικρό όφελος, την έπαθες, την πάτησες, ξεγελάστηκες: «αφού δε με πίστεψες πως θα είχε κέρδος η δουλειά, τσίμπα έν’ αρχίδι»· βλ. και φρ. φάε τ’ αρχίδια μου·
- τώρα πιάσε μας τ’ αρχίδια ή τώρα πιάσε μου τ’ αρχίδια, ειρωνική έκφραση σε άτομο που το ξεγελάσαμε, που το εξαπατήσαμε: «τώρα που σου πήρα τα λεφτά, πιάσε μας τ’ αρχίδια»·
- φάε έν’ αρχίδι, βλ. φρ. τσίμπα έν’ αρχίδι·
- φάε τ’ αρχίδια μου, έκφραση αδιαφορίας σε κάποιον που, ενώ ήταν να αποκομίσει κάποια αμοιβή ή παροχή, από καθαρά δική του ευθύνη δεν την αποκόμισε: «αφού δεν ήσουν ακριβώς την ώρα που γινόταν η πληρωμή, φάε τ’ αρχίδια μου». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το τώρα·
- φτύσ’ στ’ αρχίδια σου! ή φτύσ’ τ’ αρχίδια σου! μη σε νοιάζει, μη σε απασχολεί διόλου: «αφού δεν αξίζει ο τύπος, φτύσ’ τ’ αρχίδια σου που κάθεσαι και στεναχωριέσαι!»·
- χαϊδεύω τ’ αρχίδια μου, α. δεν κάνω τίποτα, χάνω τον καιρό μου, τεμπελιάζω: «απ’ το πρωί πνιγόμαστε στη δουλειά κι αυτός μας βλέπει και χαϊδεύει τ’ αρχίδια του». β. συμπεριφέρομαι προσβλητικά, περιφρονητικά στους παρόντες: «εμείς ήρθαμε να τον συμβουλέψουμε κι αυτός απ’ την ώρα που ήρθαμε χαϊδεύει τ’ αρχίδια του».

βάρος

βάρος, το, ουσ. [<αρχ. βάρος], το βάρος. 1. η στενοχώρια, η ενόχληση, η ψυχική δυσφορία: «έχω ένα βάρος στην καρδιά». (Λαϊκό τραγούδι: φέρε να πιω να μου φύγει το βάρος γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος).2. στομαχική δυσφορία: «έχω ένα βάρος στο στομάχι». 3. στον πλ. τα βάρη (βλ. λ.)και τα βάρητα, υποχρεώσεις, ευθύνες ή διάφορες δυσκολίες κυρίως οικονομικές: «τα οικογενειακά βάρητα || τα φορολογικά βάρη». (Λαϊκό τραγούδι: δεν περνάει μέρα να μην πικραθώ, όλα πια τα βάρη πέσανε σε μένα και στα δυο μου πόδια πώς να κρατηθώ). (Ακολουθούν 32 φρ.)·
- βαρέων βαρών, άνθρωπος πολύ χοντρός, γιγαντόσωμος: «μια σταλιά ανθρωπάκι και πήγε να τα βάλει με τον τάδε, που είναι βαρέων βαρών». Αναφορά στην υψηλότερη και δυσκολότερη κατηγορία της πυγμαχίας ή της πάλης·
- γελώ εις βάρος (κάποιου), βλ. φρ. γελώ σε βάρος (κάποιου)·
- γελώ σε βάρος (κάποιου), κοροϊδεύω, περιγελώ κάποιον: «είναι λίγο αγαθός και γελούν όλοι σε βάρος του»·
- γίνομαι βάρος (σε κάποιον), γίνομαι ενοχλητικός, κουραστικός, φορτικός: «άδειασέ μου τη γωνιά, γιατί μου έχεις γίνει βάρος»·
- δίνει στη γη βάρος ή δίνει βάρος στη γη, βλ. λ. γη·
- δίνω βάρος (σε κάποιον), βλ. φρ. γίνομαι βάρος (σε κάποιον)·
- είμαι βάρος (σε κάποιον), βλ. φρ. γίνομαι βάρος (σε κάποιον)·
- εις βάρος μου (σου, του κ.λπ.), βλ. φρ. σε βάρος μου (σου, του κ.λπ.)·
- επαγγελματικά (οικογενειακά, οικονομικά) βάρη, υποχρεώσεις, ευθύνες στη δουλειά, στην οικογένεια: «έχω πολλά επαγγελματικά (οικογενειακά) βάρη»·
- έφυγ’ ένα βάρος από πάνω μου, απαλλάχτηκα από μια δύσκολη, δυσάρεστη ή καταπιεστική κατάσταση, ανακουφίστηκα ψυχικά: «ένιωθα τύψεις για την κακή στάση που κράτησα απέναντί του κι όταν του ζήτησα συγνώμη, έφυγ’ ένα βάρος από πάνω μου || μόλις αποφυλακίστηκα και βρέθηκα πάλι λεύτερος ανάμεσα στον κόσμο, έφυγ’ ένα βάρος από πάνω μου»·
- έχει βάρος η γνώμη του, βλ. λ. γνώμη·
- έχει βάρος ο λόγος του, βλ. λ. λόγος·
- έχω βάρος στη συνείδησή μου, βλ. φρ. το ’χω βάρος στη συνείδησή μου·
- έχω ένα βάρος στην καρδιά, έχω μεγάλη στενοχώρια: «δεν πέρασε πάλι ο γιος μου στο πανεπιστήμιο κι έχω ένα βάρος στην καρδιά»·
- έχω ένα βάρος στην ψυχή, νιώθω ψυχική καταπίεση: «έχω ένα βάρος στην ψυχή απ’ τη μέρα που τον κατηγόρησα άδικα, γι’ αυτό θα πάω να του ζητήσω συγνώμη για να ξαλαφρώσω»·
- και το μυρμήγκι έχει το βάρος του, βλ. λ. μυρμήγκι·
- λέω εις βάρος (κάποιου), βλ. φρ. λέω σε βάρος (κάποιου)·
- λέω σε βάρος (κάποιου), κατηγορώ κάποιον: «δεν είναι σωστό, όταν λείπει ο τάδε, να λες τέτοια πράγματα σε βάρος του»·
- μου ’φυγ’ ένα βάρος, βλ. φρ. έφυγ’ ένα βάρος από πάνω μου·
- παίρνω βάρος, παχαίνω: «πώς να μην παίρνω βάρος με τόσο φαγητό που κάνω!»·
- παίρνω απάνω μου το βάρος ή παίρνω το βάρος απάνω μου, αναλαμβάνω, επωμίζομαι την ευθύνη για κάτι: «δεν πρέπει να φοβάσαι, αφού για ότι έγινε παίρνω το βάρος απάνω μου»·
- ρίχνει το βάρος απάνω μου, μου καταλογίζει την ευθύνη, με κατηγορεί ως υπεύθυνο για κάτι κακό που έγινε: «ό,τι στραβό γίνεται μέσα στο εργοστάσιο, ο διευθυντής ρίχνει το βάρος απάνω μου»·
- ρίχνω όλο το βάρος μου (σε κάτι), ενεργοποιούμαι συστηματικά και εντατικά σε κάτι: «έριξα όλο το βάρος μου στην καινούρια δουλειά που κάνω || έριξα όλο το βάρος μου να καλυτερεύσω τα οικονομικά μου»·
- ρίχνω όλο το κέντρο βάρους, βλ. λ. κέντρο·
- ρίχνω όλο το βάρος μου στη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- σε βάρος μου (σου, του κ.λπ.), α. εναντίον μου (σου, του κ.λπ.): «όλα τα στοιχεία είναι σε βάρος μου και δεν ξέρω πώς να υπερασπιστώ τον εαυτό μου». β. σε μένα τον ίδιο (σε σένα, σε κείνον κ.λπ.) : «χρέωσε το λογαριασμό σε βάρος μου». γ. με ζημία δική μου (σου, του κ.λπ.): «τ’ αποτελέσματα των εκλογών ήταν σε βάρος μου»·
- σηκώνω τα βάρη ή σηκώνω το βάρος, επιβαρύνομαι με κάτι, επωμίζομαι την ευθύνη για κάτι: «με σκληρό αγώνα καταφέρνω και σηκώνω τα βάρη της οικογένειάς μου || δε σηκώνω ξανά το βάρος της κάθε ανόητης ενέργειάς σου»·
- το ’χω βάρος, νιώθω ένοχος, νιώθω τύψεις για κάτι που έκανα ενώ δεν έπρεπε να το κάνω: «το ’χω βάρος που τον πρόσβαλα μπροστά στους γονείς του». (Λαϊκό τραγούδι: είναι σκληρός ο χωρισμός, σα σε χωρίζ’ ο Χάρος! Δεν το ’ξερα, μανούλα μου, και τώρα το ’χω βάρος)· βλ. και φρ. το ’χω βάρος στη συνείδησή μου·
- το ’χω βάρος στη συνείδησή μου, αισθάνομαι πως δεν έπραξα κάτι σωστά, πως παρέλειψα να κάνω κάτι που έπρεπε να κάνω, νιώθω ένοχος, νιώθω τύψεις: «δε φέρθηκα σωστά σ’ αυτόν τον άνθρωπο και το ’χω βάρος στη συνείδησή μου || ενώ μπορούσα να τον βοηθήσω, τον άφησα αβοήθητο στην τύχη του και το ’χω βάρος στη συνείδησή μου». (Λαϊκό τραγούδι: θα κάνεις λάθος αν μ’ αφήσεις, μα τότε θα ’ναι αργά για να γυρίσεις, θα κάνεις λάθος και θυμήσου, θα το ’χεις βάρος στη συνείδησή σου
- το ’χω βάρος στην καρδιά μου, βλ. φρ. το ’χω βάρος στη συνείδησή μου·
- το ’χω βάρος στην ψυχή μου, βλ. συνηθέστ. το ’χω βάρος στη συνείδησή μου·
- χάνω βάρος, αδυνατίζω: «απ’ τη μέρα που έκοψα το φαγητό κι άρχισα τη γυμναστική, άρχισα να χάνω βάρος».

βάση

βάση, η, ουσ. [<αρχ. βάσις <βαίνω], η βάση. 1. ο καθημερινός τόπος, χώρος συγκέντρωσης των φίλων (καφενείο, λέσχη, ουζερί, παμπ, μπαρ, ζαχαροπλαστείο, πάρκο, πλατεία): «πάω να ρίξω μια ματιά στη βάση μας, μήπως και πετύχω τον τάδε». 2. η θεμελιώδης αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται η ύπαρξη ενός συνόλου: «η οικογένεια είναι η βάση της κοινωνίας». 3. το κύριο στοιχείο, συστατικό ενός συνόλου: «η ντομάτα είναι η βάση της σάλτσας || η βάση πολλών γλυκισμάτων είναι η σοκολάτα». 4. το κατώτατο όριο βαθμολογίας που όμως εξασφαλίζει την επιτυχία: «στα χρόνια μας, στο γυμνάσιο η βάση ήταν το 10 και το άριστα το 20, ενώ για το πανεπιστήμιο η βάση είναι το 5 και το άριστα το 10». 5. το σύνολο των μελών ή των ψηφοφόρων ενός κόμματος σε αντιδιαστολή με την ηγεσία του: «η βάση του κόμματος διαφωνεί με την πολιτική που χάραξε η ηγεσία όσον αφορά το συνταξιοδοτικό». 6. στρατιωτική εγκατάσταση: «αεροπορική βάση || η βάση του πυροβολικού». 7. στον πλ. οι βάσεις, α. η κατώτερη βαθμολογία που πρέπει να συγκεντρώσει ο υποψήφιος για να εισαχθεί στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα: «την άλλη βδομάδα το υπουργείο Παιδείας θα ανακοινώσει τις βάσεις της θεωρητικής κατεύθυνσης». β. στρατιωτικές εγκαταστάσεις μεγάλης δύναμης σε άλλη χώρα: «οι Αμερικάνικες βάσεις στη Σούδα της Κρήτης || έξω οι βάσεις του θανάτου (πρώην πασοκικό σύνθημα και μόνιμο αίτημα του Κ.Κ.Ε.)». (Ακολουθούν 24 φρ.)·
- από μηδενική βάση, (για συνομιλίες) χωρίς να θεωρείται τίποτα δεδομένο, χωρίς να είναι τίποτα αποφασισμένο: «οι δυο πλευρές προσήλθαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αποφασισμένοι να συζητήσουν το θέμα από μηδενική βάση»·
- βάζω βάση, βλ. συνηθέστ. δίνω βάση·
- βάζω τη βάση, (για εκπαιδευτικούς) βαθμολογώ με το κατώτατο όριο επιτυχίας: «έγραψα άσχημα στο διαγώνισμα κι ο καθηγητής μου ’βαλε χαριστικά τη βάση»·
- βάζω τις βάσεις, δημιουργώ τις απαραίτητες πνευματικές ή υλικές προϋποθέσεις για να προχωρήσω με επιτυχία στη ζωή μου: «από τώρα που είσαι μικρός πρέπει να βάλεις τις βάσεις, αν θέλεις να προκόψεις στη ζωή σου»·
- βάλε βάση, βλ. συνηθέστ. δώσε βάση. (Λαϊκό τραγούδι: μα εγώ κυρ-πόλισμαν, το ξέρεις, σ’ αγαπώ· βάλε βάση κι άκουσε δυο λόγια να σου πω)·
- γυρίζω στη βάση μου, βλ. φρ. επιστρέφω στη βάση μου·
- (δεν) έχει βάση, (δεν) έχει σχέση με την πραγματικότητα, (δεν) ευσταθεί: «αυτός που λες δεν έχει βάση, γιατί αλλιώς έγιναν τα πράγματα»·
- (δεν) έχω τις βάσεις, α. (δεν) έχω τις απαραίτητες προϋποθέσεις ή ικανότητες να αναλάβω ή να φέρω σε πέρας κάτι: «δεν ξέρω γι’ αυτόν που μου λες, αλλά γι’ αυτόν που σου λέω εγώ έχει τις βάσεις και ν’ αναλάβει και να τελειώσει τη δουλειά». β. (για γνώσεις) (δεν) έχω τη στοιχειώδη μόρφωση: «δεν μπορώ να πω ότι είναι μορφωμένος άνθρωπος, αλλά έχει τις βάσεις»·
- δίνω βάση, α. προσέχω, ακούω προσεκτικά αυτά που μου λένε: «πάντα δίνω βάση, όταν μου μιλάει κάποιος που είναι πιο έμπειρος από μένα». β. βασίζομαι, υπολογίζω, εμπιστεύομαι κάποιον: «μόνο σ’ αυτόν τον άνθρωπο δίνω βάση μέσα στην αγορά, γιατί ξέρει και κρατάει το λόγο του». (Λαϊκό τραγούδι: ο κόσμος όλος σε κατακρίνει κανείς δε σου ’χει εμπιστοσύνη, μα εγώ σε σένα έδωσα βάση και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει)·
- δίνω βάση στα λόγια του, τα εμπιστεύομαι, τα υπολογίζω, επαναπαύομαι σε αυτά που μου λέει: «είναι ντόμπρος άνθρωπος, γι’ αυτό δίνω πάντα βάση στα λόγια του»·
- δίνω τη βάση, (για εκπαιδευτικούς) βαθμολογώ, ιδίως χατιρικά με το κατώτατο όριο επιτυχίας: «δεν έγραψε καλά στο διαγώνισμα, αλλά, επειδή ήταν το τελευταίο μάθημα που είχε, του ’δωσα τη βάση»·
- δώσε βάση, α. πρόσεξε, άκουσε προσεκτικά. (Λαϊκό τραγούδι: όταν παίζει το μπουζούκι, δώσε βάση στην πενιά). β. βασίσου, υπολόγισε, εμπιστεύσου το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος: «μην εμπιστεύεσαι κανέναν, αλλά σ’ αυτόν τον άνθρωπο δώσε βάση»·
- επί εικοσιτετραώρου βάσεως, βλ. φρ. σε εικοσιτετράωρη βάση·
- επί μονίμου βάσεως, μόνιμα, σταθερά: «δουλεύει στο τάδε εργοστάσιο επί μονίμου βάσεως»·
- επιστρέφω στη βάση μου, α. επιστρέφω, ιδίως στο σπίτι μου: «δε θέλει να ξενοκοιμάται και κάθε βράδυ επιστρέφει στη βάση του». β. επιστρέφω στο μόνιμο τόπο διαμονής μου, στην πόλη μου, στην πατρίδα μου: «ύστερα από μια μεγάλη περιοδεία στην επαρχία, επέστρεψε πάλι στη βάση του || αφού ταλαιπωρήθηκε για χρόνια στην ξενιτιά, επέστρεψε στη βάση του». γ. πεθαίνω, με την έννοια ότι επιστρέφω στο χώμα από το οποίο σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση είμαι πλασμένος: «όλοι μας αργά ή γρήγορα θα επιστρέψουμε στη βάση μας». (Λαϊκό τραγούδι: άρχισε ο Χάρος να καλεί τώρα την κλάση μου χτες βράδυ χάσαμε το φίλο μας τον Τάσο. Ήρθ’ ο καιρός να επιστρέψω για τη βάση μου κι απ’ τον αγώνα της ζωής να ξαποστάσω
- έχω γερές βάσεις, κατέχω τα κατάλληλα πνευματικά ή υλικά εφόδια για να προχωρήσω και να πετύχω στη ζωή μου: «μερίμνησε ο πατέρας μου για μένα κι έτσι έχω γερές βάσεις για να συνεχίσω το έργο του»·
- έχω καλές βάσεις, έχω καλή ανατροφή: «μεγάλωσε μέσα σε μια σωστή οικογένεια κι έχει καλές βάσεις»·
- κατά βάση, κυρίως, βασικά, στα κύρια σημεία: «αν είναι τα πράγματα έτσι όπως μου τα λες, δε βλέπω να διαφωνούμε, γιατί κατά βάση συμπίπτουν οι απόψεις μας»· βλ. και φρ. στη βάση·
- παίρνω τη βάση, (για σπουδαστές), βαθμολογούμαι με την κατώτατη βαθμολογία, που όμως μου εξασφαλίζει την επιτυχία: «δεν έγραψα καλά στις εξετάσεις, αλλά ευτυχώς πήρα τη βάση και πέρασα τη χρονιά»·
- πιάνω τη βάση, (για σπουδαστές) βλ. φρ. παίρνω τη βάση·
- σε εικοσιτετράωρη βάση, σε όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου: «το εργοστάσιο δουλεύει σε εικοσιτετράωρη βάση»·
- σε μόνιμη βάση, βλ. φρ. επί μονίμου βάσεως·
- στη βάση (+ γεν.), έχοντας ως προϋπόθεση: «όλες οι κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να λειτουργούν στη βάση της εξυπηρέτησης των Ελλήνων πολιτών»·
- στη βάση του, στο κύριο, στο βασικό μέρος, βασικά: «θα μπορούσα να πω πως στη βάση του το επιχείρημά σου είναι σωστό»· βλ. και φρ. κατά βάση.

βέρα

βέρα, η, ουσ. [<βενετ. vera], χρυσό δαχτυλίδι, που, όποιος το φοράει στον παράμεσο του αριστερού του χεριού, υποδηλώνει πως είναι αρραβωνιασμένος ενώ, όποιος το φοράει στον παράμεσο του δεξιού του χεριού, υποδηλώνει πως είναι παντρεμένος. (Λαϊκό τραγούδι: αχ, έφυγες μακριά δίχως να μου πεις στη δόλια δυο λόγια για παρηγοριά, και μου πέταξες τη βέρα πέρα πέρα κι έφυγες μακριά)· 
- αλλάζω βέρα ή αλλάζω βέρες ή αλλάζω τις βέρες, αρραβωνιάζομαι: «την άλλη Κυριακή αλλάζω βέρες με την τάδε». Συνών. αλλάζω δαχτυλίδι ή αλλάζω δαχτυλίδια ή αλλάζω τα δαχτυλίδια·
- βάζω βέρα ή βάζω βέρες ή βάζω τις βέρες, αρραβωνιάζομαι ή παντρεύομαι: «άντε, βρε παιδάκι μου, είναι καιρός πια να βάλεις βέρα με την κοπέλα!». (Λαϊκό τραγούδι: δε θα μπορέσουν οι γονείς μας να μας χαλάσουν τη ζωή μας, θέλουν δε θέλουν θα μας βάλουν βέρα
- περνώ βέρα ή περνώ βέρες ή περνώ τις βέρες, αρραβωνιάζομαι ή παντρεύομαι: «έμαθα πως θα περάσεις βέρες με την κοπέλα σου». (Λαϊκό τραγούδι: σε πόσα τέρμινα και μέρες θε να περάσουμε τις βέρες). Συνών. περνώ δαχτυλίδι ή περνώ δαχτυλίδια ή περνώ τα δαχτυλίδια·
- της (του) γυρίζω τη βέρα πίσω, α. υπαναχωρώ στην υπόσχεση γάμου που της (του) είχα δώσει, διαλύω τον αρραβώνα μου: «ύστερα από δυο χρόνια αρραβώνα, του γύρισε τη βέρα πίσω, γιατί αποδείχτηκε μεγάλος χαρτοπαίχτης». β. πιο σπάνια, διαλύω το γάμο μου. Συνών. της (του) γυρίζω το δαχτυλίδι πίσω·
- τους αλλάζω τις βέρες, τους αρραβωνιάζω, τους παντρεύω ως κουμπάρος: «τις βέρες θα τους τις αλλάξει η νονά του κοριτσιού». Συνών. τους αλλάζω τα δαχτυλίδια·
- τους περνώ τις βέρες, τους αρραβωνιάζω ή τους παντρεύω ως κουμπάρος: «αυτός που θα τους περάσει τις βέρες είναι παιδικός φίλος του γαμπρού». Συνών. τους περνώ τα δαχτυλίδια·
- φορώ βέρα, είμαι αρραβωνιασμένος ή παντρεμένος (ανάλογα σε ποιο χέρι τη φορώ). (Λαϊκό τραγούδι: και με κοιτάς και μου μιλάς κι εγώ καρφώνομαι στη βέρα που φοράς
- φορώ βέρα ή φορώ βέρες ή φορώ τις βέρες, αρραβωνιάζομαι ή παντρεύομαι: «την Κυριακή φορώ τις βέρες με την κόρη του τάδε». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν τα κουτσοβγάζω πέρα μεροδούλι μεροφάι, σου τη φόρεσα τη βέρα).

βέργα

βέργα, η, ουσ. [<μσν. βέργα <ιταλ. verga], η βέργα· μικρό και ευλύγιστο λεπτό ραβδί, που τα παλιότερα χρόνια αποτελούσε όργανο τιμωρίας κατά των άτακτων μαθητών από το δάσκαλο ή και των παιδιών από τους γονείς τους. Υποκορ. βεργίτσα, η (βλ. λ.) και βεργούλα, η (βλ. λ.)·
- βέργα που σου χρειάζεται! με αυτά που κάνεις είσαι άξιος τιμωρίας με ξυλοδαρμό, αξίζει να τιμωρηθείς με σκληρό, με παραδειγματικό τρόπο. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μωρέ. Για συνών. βλ. φρ. βρεγμένη σανίδα που σου χρειάζεται! λ. σανίδα·
- πάρε μια βέργα και δώσ’ το(νε!), βλ. φρ. πάρ’ ένα ξύλο και δώσ’ το(νε!), λ. ξύλο·
- τις άρπαξε με τη βέργα, έφαγε ξύλο με τη βέργα, ιδίως από τους γονείς του, αλλά και από το δάσκαλο: «επειδή έσπασε το βάζο, τις άρπαξε με τη βέργα ο καημένος || επειδή ο δάσκαλος τον έπιασε αδιάβαστο, τις άρπαξε με τη βέργα». Συνών. τις άρπαξε με τη βίτσα / τις άρπαξε με την παντόφλα / τις άρπαξε με το ζωνάρι / τις άρπαξε με το ζωστήρα / τις άρπαξε με το λουρί·
- τις έφαγε με τη βέργα, βλ. φρ. τις άρπαξε με τη βέργα·
- τον έχει με τη βέργα, του συμπεριφέρεται ή τον επιτηρεί με μεγάλη αυστηρότητα: «μετά τις πρόσφατες αταξίες του, ο πατέρας του τον έχει με τη βέργα»·
- τους έχει όλους με τη βέργα, λέγεται για οικογενειάρχη που συμπεριφέρεται ή επιτηρεί με μεγάλη αυστηρότητα την οικογένειά του: «δεν τολμάει κανένας τους να κάνει κάτι, αν δεν τον ρωτήσει πρώτα, γιατί τους έχει όλους με τη βέργα». Αναφορά σε παλιότερες εποχές που, ο δάσκαλος, χρησιμοποιούσε τη βέργα ως όργανο τιμωρίας κατά των άτακτων μαθητών· βλ. και φρ. τους έχει όλους σαν στρατιωτάκια, λ. στρατιωτάκι.  

βίντεο

βίντεο, το, άκλ. ουσ. [<λατιν. video (=βλέπω)], το βίντεο·
- διώξε το βίντεο, (στη γλώσσα της τηλεόρασης) βλ. φρ. να φύγει το βίντεο·
- δώσε το βίντεο, (στη γλώσσα της τηλεόρασης) βλ. φρ. να φύγει το βίντεο·
- να φύγει το βίντεο, (στη γλώσσα της τηλεόρασης) βάλε τη βιντεοταινία να παίζει, να προβληθεί η βιντεοταινία: «αμέσως μετά από τη ζωντανή μετάδοση του λόγου του πρωθυπουργού, να φύγει το βίντεο με τα έργα της κυβέρνησης»·
- κινέζικο βίντεο, (στη γλώσσα των ναρκωτικών) το χασίσι: «κάθε φορά που πετυχαίνει κινέζικο βίντεο, είναι όλο χαρά»·
- τραβώ βίντεο ή τραβώ σε βίντεο, βιντεοσκοπώ: «τράβηξα βίντεο όλες τις ενδιαφέρουσες στιγμές της εκδρομής μας || τράβηξαν σε βίντεο όλο το μυστήριο του γάμου μου».

βόλτα

βόλτα, η, ουσ. [<ιταλ. volta], η βόλτα. 1α. ο γύρος, η στροφή, η περιστροφή: «δεν μπορεί να πάρει άλλη βόλτα η βίδα, γιατί έσφιξε καλά». β. η χορευτική στροφή: «με την πρώτη βόλτα του ζαλίστηκε κι έπεσε στην πίστα». (Λαϊκό τραγούδι: και στη στερνή τη βόλτα και στη στερνή πενιά χάθηκε σα σκοτάδι μέσα στη σκοτεινιά).2. ο χώρος ή η περιοχή που έχει καθιερωθεί για περίπατο και αυτός ο ίδιος ο περίπατος: «αν ψάχνεις τον τάδε, μου είπαν πως τον είδαν στη βόλτα». (Λαϊκό τραγούδι: καρροτσιέρη, να δυο λίρες για τσοι βόλτες που μας πήρες)· βλ. και λ. νυφοπάζαρο. 3. η πετονιά του ψαρέματος: «στην άκρη της βόλτας έδεσε τ’ αγκίστρι του». 4. φορά: «την επόμενη βόλτα, θ’ αναλάβω εγώ τα έξοδα». Υποκορ. βολτίτσα, η και βολτούλα, η (βλ. λ.). (Ακολουθούν 37 φρ.)·
- άμα (αν) δε γουστάρεις, τη βόλτα σου ή άμα (αν) δε σου γουστάρει, τη βόλτα σου, αν δε σου αρέσει ή αν δε συμφωνείς με αυτό που λέω ή με αυτό που θέλω, με τον τρόπο που ενεργώ ή συμπεριφέρομαι, τότε σήκω και φύγε: «θα πάω να βρω την παρέα μου στα μπουζούκια. Άμα γουστάρεις έρχεσαι, άμα δε γουστάρεις, τη βόλτα σου || θα είναι και ο τάδε μαζί σας; -Αν δε σου γουστάρει, τη βόλτα σου»·
- άμα (αν) δε σ’ αρέσει, τη βόλτα σου, βλ. φρ. άμα (αν) δε γουστάρεις, τη βόλτα σου·
- βγαίνω βόλτα, βλ. φρ. πάω βόλτα·
- δίνω μια βόλτα ή δίνω τη βόλτα μου, βλ. φρ. φέρνω μια βόλτα·
- δίνω τις βόλτες μου, βλ. φρ. φέρνω τις βόλτες μου·
- δώσ’ του να πάρει μια βόλτα, κάν’ το να πάρει μια στροφή, μια περιστροφή: «εγώ θα κρατώ κόντρα από δω κι εσύ δώσ’ του μια βόλτα!»·
- κάνε τη βόλτα σου, (απειλητικά ή προειδοποιητικά) απομακρύνσου, φύγε, μην ενδιαφέρεσαι: «γιατί είναι τόσος κόσμος μαζεμένος εκεί πέρα, ρε φίλε; -Κάνε τη βόλτα σου». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το ρε·
- κάνω βόλτα ή κάνω τη βόλτα μου, α. περπατώ για ευχαρίστηση σε χώρο αναψυχής: «κάθε απόγευμα κάνω βόλτα στην παραλία || αν δεν κάνω τη βόλτα μου κάθε απόγευμα, δεν ησυχάζω». (Λαϊκό τραγούδι: θα σε κάνω όλο βόλτα θα περνάμ’ ζωή και κότα, θα γλεντάμε στην Αθήνα με βιολιά και με ρετσίνα). β. περιφέρομαι: «όταν έχω καιρό, κάνω τη βόλτα μου στις βιτρίνες των μαγαζιών έτσι για ενημέρωση». (Δημοτικό τραγούδι: το φεγγάρι κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα
- κάνω βόλτες, α. περιφέρομαι στους δρόμους χωρίς σκοπό: «όταν δεν έχω δουλειά, κάνω βόλτες μέσα στην πόλη || ποιος να ξέρει πού κάνει βόλτες μέχρι τέτοια ώρα!». (Λαϊκό τραγούδι: τώρα στους δρόμους κάνεις βόλτες,με παγωμένη κι άδεια καρδιά. Μα θα σου φαίνονται βαριές οι πόρτες, που θα σε δέχονται κάθε βραδιά). β. περιφέρομαι γύρω από ένα σημείο: «το γεράκι έκανε βόλτες πάνω απ’ τα κεφάλια μας». (Λαϊκό τραγούδι: το φεγγάρι κάνει βόλτες στης κυράς μου τα μαλλιά, παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι να θυμηθούμε τα παλιά)· βλ. και φρ. φέρνω βόλτες·
- κάνω μια βόλτα ή κάνω τη βόλτα μου, βλ. φρ. φέρνω μια βόλτα·
- κάνω τη βόλτα μου, φεύγω, απομακρύνομαι: «βαρέθηκα τόσες ώρες στο καφενείο κι είπα να κάνω τη βόλτα μου»·
- κάνω τις βόλτες μου, βλ. φρ. φέρνω τις βόλτες μου·
- κόβω βόλτες, α. περιφέρομαι, τριγυρνώ άσκοπα στους δρόμους: «όλο τ’ απόγευμα έκοβε βόλτες μέσα στην πόλη». β. απομακρύνομαι και επιστρέφω συνέχεια στο ίδιο μέρος: «όλο το πρωί έκοβε βόλτες κάτω απ’ το παράθυρο της». (Λαϊκό τραγούδι: άλλοι κόβουν βόλτες στο φεγγάρι κι ο Μαθιός τσαρούχι και ταγάρι
- παίρνω βόλτα, επισκέπτομαι διαδοχικά κάποιους ή κάποιους χώρους: «πήρε βόλτα τους φίλους του κι άρχισε να τους ζητάει να τον βοηθήσουν || αναγκάστηκα να πάρω βόλτα τα μπαράκια για να σε βρω». (Λαϊκό τραγούδι: τις ταβέρνες όλες βόλτα θα τις πάρω και θα πιω και θ’ αρχίσω σαν και πρώτα πάλι να μεθώ)· 
- παίρνω μια βόλτα ή παίρνω τη βόλτα μου, βλ. φρ. φέρνω μια βόλτα. (Λαϊκό τραγούδι: πάρε τη βόλτα σου κι έλα κοντά μου, να σε χορτάσω με τα φιλιά μου
- παίρνω τη βόλτα μου, απομακρύνομαι από κάπου, φεύγω: «κάθε φορά που βλέπω ν’ αγριεύουν τα πράγματα σε μια παρέα, παίρνω τη βόλτα μου»·
- παίρνω την κάτω βόλτα, α. καταστρέφομαι οικονομικά, ηθικά, ψυχικά ή σωματικά: «απ’ τη μέρα που πήρε την κάτω βόλτα, δεν έχει λεφτά ούτε για τα τσιγάρα του || απ’ τη μέρα που πέθανε ο πατέρας του, πήρε την κάτω βόλτα». (Λαϊκό τραγούδι: πήραμε την κάτω βόλτα, όμορφή μου Παναγιώτα, όμορφή μου Παναγιώτα, Γιώτα μου γλυκιά). β. χάνω την υγεία μου, αδυνατίζω, αρρωσταίνω: «οι γιατροί ανησυχούν έντονα, γιατί πήρε την κάτω βόλτα»·
- παίρνω την πάνω βόλτα, αναλαμβάνω οικονομικά, ηθικά, ψυχικά ή σωματικά: «μ’ ένα λαχειάκι που του ’πεσε, πήρε αμέσως την πάνω βόλτα ο άνθρωπος || όταν βγήκε απ’ το νοσοκομείο, ήταν σαν τσίρος, τώρα όμως με το φαγητό που έκανε πήρε πάλι την πάνω βόλτα»·
- παίρνω τις βόλτες μου, βλ. φρ. φέρνω τις βόλτες μου·
- πάρε τη βόλτα σου, (απειλητικά ή προειδοποιητικά), βλ. φρ. κάνε τη βόλτα σου·
- πάω βόλτα, περπατώ για ευχαρίστηση σε κάποιο χώρο αναψυχής: «κάθε απόγευμα πάω βόλτα στην παραλία»·
- ρίχνω μια βόλτα ή ρίχνω τη βόλτα μου, κάνω μια χορευτική στροφή, ιδίως σε ζεϊμπέκικο και κατ’ επέκταση χορεύω: «πάνω στο κέφι σηκώθηκε κι αυτός κι έριξε μια βόλτα». (Λαϊκό τραγούδι: ρίξε μια βόλτα παλικάρι ν’ αναστενάξει το πατάρι)·
- ρίχνω τις βόλτες μου, χορεύω, ιδίως ζεϊμπέκικο χορό: «μόλις ήρθε στο τσακίρ κέφι, σηκώθηκε κι αυτός κι έριξε τις βόλτες του». (Λαϊκό τραγούδι: μέσ’ στην πίστα θα χιμήξω, βρε καρδούλα μου, και τις βόλτες μου θα ρίξω, ωχ, μανούλα μου)·
- τα φέρνω βόλτα, αντεπεξέρχομαι στις δύσκολες καταστάσεις, στις δυσκολίες της ζωής, ιδίως κατορθώνω και κερδίζω τα προς το ζην: «μπορεί να περνάει δυσκολίες, αλλά καταφέρνει και τα φέρνει βόλτα || δεν άφησε ποτέ το σπίτι του νηστικό, γιατί πάντα τα φέρνει βόλτα»·
- τη φέρνω βόλτα, (για γυναίκες) την ξεγελώ και της επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «της έταξε λαγούς με πετραχήλια, ώσπου την έφερε βόλτα την αγαθιάρα»·
- της δίνω τη βόλτα της, (ειρωνικά) διαλύω τον ερωτικό δεσμό που είχα μαζί της, διαλύω το γάμο μου, τη διώχνω: «αφού δεν έλεγε να βάλει μυαλό, της έδωσα τη βόλτα της»·
- τον βγάζω βόλτα, τον οδηγώ ή τον συνοδεύω στον περίπατο: «επειδή ο παππούς πάσχει από την καρδιά του, όταν ο καιρός είναι καλός, τον βγάζω βόλτα στην παραλία»·
- τον κάνω βόλτα, βλ. φρ. τον βγάζω βόλτα·
- τον πάω βόλτα, βλ. φρ. τον βγάζω βόλτα·
- τον πήρε η κάτω βόλτα, α. καταστράφηκε οικονομικά: «έκανε επικίνδυνα ανοίγματα στη δουλειά του, ώσπου τον πήρε η κάτω βόλτα». Συνών. τον πήρε η μπάλα / τον πήρε η μπόρα / τον πήρε το ποτάμι. β. χειροτερεύει η ψυχική ή σωματική του κατάσταση: «απ’ τη μέρα που έπιασε τη γυναίκα του με γκόμενο, τον πήρε η κάτω βόλτα || μεγάλωσε ο πατέρας μου και τον πήρε η κάτω βόλτα». Συνών. τον πήρε η κάτω βόλτα / τον πήρε η μπάλα / τον πήρε η μπόρα·
- τον φέρνω βόλτα, α. τον ξεγελώ, τον πείθω: «από δω τον είχε, από κει τον είχε, τον έφερε βόλτα και του πήρε τα δανεικά». (Λαϊκό τραγούδι: μια γυναίκα σε φέρνει βόλτα και σ’ έχει κάνει να κλαις, κάνε πέρα γυναίκες θα ’βρεις να σ’ αγαπήσουν πολλές). β. τον γυροφέρνω για κάποιο σκοπό: «μέρες τώρα τον φέρνει βόλτα για να του πάρει κάτι δανεικά». (Λαϊκό τραγούδι: τι θέλεις στο κορίτσι μου κι όλο το φέρνεις βόλτα; κι αν ξαναρθείς στο σπίτι μου θα βρεις κλειστή την πόρτα). γ.είναι του χεριού μου, τον νικώ: «σε μένα δεν μπορεί να κουνηθεί, γιατί ξέρει πως τον φέρνω βόλτα». δ. τον αντιμετωπίζω αποτελεσματικά: «είναι τόσο έξυπνος, που μόνο εσύ μπορείς να τον φέρεις βόλτα»·
- του δίνω τη βόλτα του, (ειρωνικά) τον διώχνω, τον απολύω με απότομο, με βίαιο τρόπο από την εργασία μου, από τη δουλειά μου: «επειδή ήταν συστηματικός κοπανατζής, του ’δωσα τη βόλτα του»·
- τρομάζει να τα φέρει βόλτα, καταβάλλει μεγάλο κόπο για να αντεπεξέλθει τις δύσκολες καταστάσεις, ιδίως για να κατορθώσει να κερδίσει τα προς το ζην: «κάθε βράδυ γυρίζει πτώμα στο σπίτι του, γιατί όλη τη μέρα τρομάζει να τα φέρει βόλτα»·    
- φέρνω βόλτα ή φέρνω μια βόλτα (κάτι), α. κάνω κάτι ώστε να φέρει μια περιστροφική ή κυκλική κίνηση: «όσο θα κρατώ εγώ κόντρα, προσπάθησε να φέρεις μια βόλτα τη βίδα». (Λαϊκό τραγούδι: τριγύρω όλοι στις φωτιές, τη βόλτα φέρνει ο αργιλές). β. τριγυρίζω επίμονα στο ίδιο μέρος: «φέρνει βόλτα το σπίτι της, μήπως και τη δει». (Λαϊκό τραγούδι: αν με δεις και φέρνω βόλτα το στριφτό βάλτο στην πόρτα
- φέρνω βόλτες, α. περιπλανιέμαι άσκοπα, αλητεύω: «πού φέρνεις βόλτες απ’ το πρωί, βρε αλητόπαιδο;». β. τριγυρίζω επίμονα στο ίδιο μέρος: «απ’ τη μέρα που τη γνώρισε, φέρνει βόλτες έξω απ’ το σπίτι της»· βλ. και φρ. κάνω βόλτες·
- φέρνω μια βόλτα ή φέρνω τη βόλτα μου, βλ. φρ. ρίχνω μια βόλτα·
- φέρνω τις βόλτες μου, βλ. φρ. ρίχνω τις βόλτες μου. (Λαϊκό τραγούδι: φέρτε μου ούζο και κρασί, βιολιά και σαντουράκια, να φέρνετε τις βόλτες σας μάγκες και κουτσαβάκια).

βραβείο

βραβείο, το, ουσ. [<μτγν. βραβεῖον <βραβεύω], το βραβείο·
- θα πάρεις το βραβείο ή θα πάρεις το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, έκφραση αγανάκτησης, που απευθύνεται σε τροχονόμο, γιατί δεν ενέδωσε στα παρακάλια μας να μη μας επιδώσει την κλήση για τροχαία παράβαση ή για παράνομο παρκάρισμα, ή έκφραση αγανάκτησης, που απευθύνεται σε ευθυνόφοβο δημόσιο υπάλληλο, γιατί δε μας εξυπηρέτησε παρακάμπτοντας ανώδυνα τη γραφειοκρατία, ή έκφραση αγανάκτησης σε κάποιον που, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, ενήργησε ενάντια στα συμφέροντά μας ή μας πρόδωσε αναίτια. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μπράβο ή το μπράβο, τώρα. Συνών. θα πάρεις το μεγαλόσταυρο ή θα σου δώσουν το μεγαλόσταυρο / θα πάρεις το μετάλλιο ή θα σου δώσουν το μετάλλιο / θα πάρεις το παράσημο ή θα πάρεις το παράσημο της ανοιχτής παλάμης ή θα σου δώσουν το παράσημο ή θα σου δώσουν το παράσημο της ανοιχτής παλάμης / θα πάρεις τον αργυρό σταυρό ή θα σου δώσουν τον αργυρό σταυρό·
- θα πάρεις το βραβείο της χείρας (της χήρας) με τα πέντε ορφανά, βλ. φρ. θα πάρεις το βραβείο. Στην προκειμένη περίπτωση γίνεται λογοπαίγνιο λόγω της ηχητικής ομοιότητας της χείρας (= του χεριού)και της χήρας (= της γυναίκας που πέθανε ο άντρας της), ενώ τα πέντε ορφανά υποδηλώνουν τα δάχτυλα. Όταν η έκφραση συνοδεύεται με την επαναληπτική κίνηση του χεριού που μιμείται τον αντρικό αυνανισμό, τότε το βραβείο ερμηνεύεται ως το βραβείο του μαλάκα, ενώ, όταν δεν συνοδεύεται από καμιά χειρονομία, τότε ως βραβείο θεωρείται η μούντζα·   
- θα δυο δώσουν το βραβείο ή θα σου δώσουν το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, βλ. φρ. θα πάρεις το βραβείο·
- πήρε το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, δεν πήρε απολύτως τίποτα: «του είχαν τάξει χίλια δυο, αν θα τέλειωνε έγκαιρα τη δουλειά, κι όταν την τέλειωσε, πήρε το βραβείο της ανοιχτής παλάμης». Συνών. πήρε το παράσημο ή πήρε το παράσημο της ανοιχτής παλάμης·
- πήρε το βραβείο της χείρας (χήρας) με τα πέντε ορφανά, βλ. φρ. πήρε το βραβείο της ανοιχτής παλάμης·
- το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, (ειρωνικά) η μούντζα, το μούντζωμα: «η πιο γνωστή μούντζα στην Ελλάδα είναι το βραβείο της ανοιχτής παλάμης». Συνών. το παράσημο της ανοιχτής παλάμης·
- του δίνω το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, βλ. συνηθέστ. του στέλνω το βραβείο της ανοιχτής παλάμης. Συνών. του δίνω το παράσημο της ανοιχτής παλάμης·
- του ’δωσαν το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, (ειρωνικά) δεν του έδωσαν απολύτως τίποτα, τον ξεγέλασαν, τον κορόιδεψαν: «του είχαν τάξει λαγούς με πετραχήλια, αλλά, μόλις τους τέλειωσε τη δουλειά, του ’δωσαν το βραβείο της ανοιχτής παλάμης». Συνών. του ’δωσαν το παράσημο της ανοιχτής παλάμης·
- του ’δωσαν το βραβείο της χείρας (της χήρας) με τα πέντε ορφανά, βλ. φρ. του ’δωσαν το βραβείο της ανοιχτής παλάμης·
- του στέλνω το βραβείο της ανοιχτής παλάμης, τον μουντζώνω από απόσταση: «όπως με προσπερνούσε αντικανονικά με τ’ αυτοκίνητό του, του ’στειλα το βραβείο της ανοιχτής παλάμης». Συνών. του στέλνω το παράσημο της ανοιχτής παλάμης

βράδυ

βράδυ, το, ουσ. [<μσν. βράδυ <αρχ. βραδύ, ουδ. του επιθ. βραδύς, με ανέβασμα του τόνου], το βράδυ, η νύχτα: «κάθε βράδυ γυρίζει νωρίς στο σπίτι του». (Λαϊκό τραγούδι: η νύχτα θέλει έρωτα και βράδια αξημέρωτα). Υποκορ. βραδάκι, το (βλ. λ.)·
- απ’ το βράδυ ως το πρωί, βλ. λ. πρωί·
- απ’ το πρωί ως το βράδυ, κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου: «απ’ το πρωί ως το βράδυ σκοτώνεται στη δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: πικρό το μεροκάματο κουβέντα με το θάνατο απ’ το πρωί ως το βράδυ ψηλά παραθυρόφυλλα το δάκρυ στα ματόφυλλα και τ’ όνειρο ρημάδι
- απ’ το πρωί ως το βράδυ κι απ’ το βράδυ ως το πρωί, βλ. λ. πρωί·
- αυτά που σου λέω εγώ το πρωί, μας (μου) τα λες εσύ το βράδυ, λέγεται ειρωνικά σε άτομο που επιδιώκει να φανεί πιο έξυπνο από εμάς, κάτι βέβαια που δεν του το αναγνωρίζουμε ή που δεν ισχύει: «σε μένα μην προσπαθείς να κάνεις τον έξυπνο, γιατί, αυτά που σου λέω εγώ το πρωί, μας τα λες εσύ το βράδυ». Ο πλ. και όταν απευθυνόμαστε σε ένα μόνο άτομο·
- βράδυ πρωί ή πρωί βράδυ, ασταμάτητα, συνέχεια, όλο το εικοσιτετράωρο: «βράδυ πρωί κάθεται στα διάφορα μπαράκια και τεμπελιάζει || πρωί βράδυ σκοτώνεται στη δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: στην ξενιτιά, στην ξενιτιά με σπαραγμό σε νοσταλγώ κάθε βραδιά. Βράδυ πρωί μαύρη ζωή μακριά σου ζω Μανταλένα, Μανταλένα δε σε ξεχνώ
- βράδυ σου δώσανε το δίπλωμα; ή βράδυ πήρες το δίπλωμα; ειρωνική παρατήρηση σε ατζαμή οδηγό·
- καλό βράδυ! αποχαιρετιστήρια ευχή που δίνεται μετά το απόγευμα. (Λαϊκό τραγούδι: καλό σας βραδάκι κι ώρα καλή, πάρ’ τε μαζί σας μια συμβουλή
- πιες λάδι κι έλα βράδυ, βλ. φρ. φάε λάδι κι έλα βράδυ, λ. λάδι·
- πρωί βράδυ, βλ. φρ. βράδυ πρωί.

βρακί

βρακί, το, ουσ. [<μσν. βρακίν, υποκορ. του ουσ. βράκα <λατιν. braca, κέλτ. αρχής]. 1. το κάτω αντρικό, ιδίως γυναικείο εσώρουχο, η κιλότα, το κιλοτάκι, γιατί του άντρα συνηθίζεται να το λέμε σώβρακο, σλιπ, σλιπάκι. 2. η προσωπικότητα, η τιμή της γυναίκας, η οικογενειακή τιμή, ιδίως του άντρα: «γι’ αυτόν πες ό,τι θες, μη θίξεις όμως το βρακί της αδερφής του, γιατί γίνεται θηρίο». Στις φρ. το βρακί της μάνας σου ή το βρακί της αδερφής σου, ενν. το ρ. φαίνεται, όπου το υπονοούμενο είναι ότι πρόκειται για γυναίκα ανήθικη, για πόρνη αφού έφτασε στο σημείο να μην ενδιαφέρεται που φαίνεται το βρακί της. Βέβαια, οι παλιοί θα θυμούνται το ομοιοκατάληκτο παιδικό λογοπαίγνιο με τη λ. βρακί και το Πάτερ ημών, όπου ενώ κάποιο παιδί εκφωνούσε το Πάτερ ημών, η ομήγυρη απαντούσε εν χορώ: «Πάτερ ημών -Το βρακί του Σολομών - ο εν τοις ουρανοίς - το βρακί της μαμής - αγιασθήτω το όνομά σου - το βρακί της μαμάς σου - ελθέτω η βασιλεία σου - το βρακί της θείας σου. 3. στον πλ. τα βρακιά, το σύνολο των ρούχων που καλύπτουν το κάτω μέρος του σώματος: «όπως περπατούσε βιαστικά, του ’πεφταν κάθε τόσο τα βρακιά του», δηλ. το παντελόνι του και το βρακί του. (Ακολουθούν 46 φρ.)·
- αβράκωτος έβαλε βρακί και σε κάθε πόρτα το ’δειχνε, βλ. λ. αβράκωτος·
- ακόμη τα κάνει στα βρακιά του ή τα κάνει ακόμη στα βρακιά του, λέγεται ειρωνικά ή υποτιμητικά για άτομο που, χωρίς να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις στη ζωή ή σε ένα επάγγελμα ή μια τέχνη λόγω μικρής ηλικίας, θέλει ή προσπαθεί να συμβουλέψει άλλους, που είναι και μεγαλύτεροί του και πολύ πιο έμπειροι από αυτό: «ακόμη τα κάνει στα βρακιά του και μας υποδεικνύει πώς να ενεργήσουμε!». Για συνών. βλ. φρ. ακόμη δε βγήκε απ’ το καβούκι του, λ. καβούκι·
- ακόμη το βρακί του δεν μπορεί να δέσει, παντρειά μου γυρεύει, λέγεται ειρωνικά για νεαρό άτομο που επιδιώκει κάτι που είναι πάνω από τις δυνάμεις του ή τις δυνατότητές του: «μόλις απολύθηκε απ’ το στρατό και είναι στα μαχαίρια με τον πατέρα του, γιατί θέλει να τον παραμερίσει και ν’ αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης. -Ακόμη το βρακί του δεν μπορεί να δέσει, παντρειά μου γυρεύει». Από το ότι η παντρειά έχει ευθύνες, υποχρεώσεις, χρειάζεται υπευθυνότητα, πράγμα που ίσως δε διαθέτει το νεαρό άτομο·
- άμυαλος βρακί εφόρει, κάθε πάτημα το θώρει, βλ. λ. άμυαλος·
- βρακί δεν έχει ο κώλος μας, λουλούδια θέλ’ η σκούφια μας, βλ. φρ. βρακί δεν έχει ο κώλος μας, λουλούδια θέλει ο πούτσος μας·
- βρακί δεν έχει ο κώλος μας, λουλούδια θέλει ο πούτσος μας, ενώ μας λείπουν τα στοιχειώδη πράγματα στη ζωή μας, εμείς επιζητούμε ανώφελες πολυτέλειες. Πολλές φορές της φρ. προτάσσεται το τώρα μάλιστα·
- γέμισε το βρακί του ή γέμισε τα βρακιά του, βλ. συνηθέστ. τα ’κανε στο βρακί του·
- δεν έχει βρακί στον κώλο του, βλ. φρ. δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του·
- δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του, είναι πάμφτωχος: «δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του κι ονειρεύεται μεγαλεία»·
- δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί, είναι πολύ φτωχός: «κάνει φοβερές οικονομίες ο άνθρωπος για να τα βγάλει πέρα, γιατί δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί»·
- δεν έχει να φορέσει βρακί στον κώλο του, βλ. φρ. δεν έχει να βάλει βρακί στον κώλο του·
- δεν έχει να φορέσει δεύτερο βρακί, βλ. φρ. δεν έχει να βάλει δεύτερο βρακί·
- δεν ξέρει να δέσει το βρακί του, είναι εντελώς άπειρος σε μια δουλειά ή τέχνη: «μοστράρεται για μηχανικός, αλλ’ αυτός, μωρ’ αδερφάκι μου, δεν ξέρει να δέσει το βρακί του»·
- δίνει και το βρακί του, είναι πολύ γαλαντόμος, είναι μεγάλος χουβαρντάς: «ένα του ζητάς δέκα σου δίνει, κι αν έχεις και μεγάλη ανάγκη, σου δίνει και το βρακί του»· βλ. και φρ. δίνω και το βρακί μου·
- δίνω και το βρακί μου, α. δίνω τα πάντα, προκειμένου να αποκτήσω κάτι που το θέλω πάρα πολύ: «γι’ αυτό τ’ αυτοκίνητο δίνω και το βρακί μου || γι’ αυτή τη γυναίκα δίνω και το βρακί μου». β. δίνω τα πάντα, προκειμένου να βοηθήσω κάποιο φιλικό μου πρόσωπο: «γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που τόσες φορές με βοήθησε στο παρελθόν, δίνω και το βρακί μου»· βλ. και φρ. δίνει και το βρακί του·
- δυο κώλοι σ’ ένα βρακί δε χωράνε, βλ. λ. κώλος·
- δυο κωλομέρια σ’ ένα βρακί δε χωράνε, βλ. λ. κωλομέρι·
- δώσ’ εδώ και δώσ’ εκεί πώς θα κάνουμε βρακί; ο σπάταλος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει περιουσία: «θα πεθάνει στην ψάθα αυτός ο άνθρωπος, γιατί δώσ’ εδώ και δώσ’ εκεί πώς θα κάνουμε βρακί;»·
- έβαλε το βρακί, σαρίκι, βλ. λ. σαρίκι·
- ένα βρακί δυο κώλους δε χωράει, βλ. λ. κώλος·  
- είναι κώλος και βρακί, βλ. λ. κώλος·
- έφυγε με γεμάτο βρακί ή έφυγε με γεμάτο το βρακί ή έφυγε με γεμάτα βρακιά ή έφυγε με γεμάτα τα βρακιά, έφυγε από κάπου πολύ φοβισμένος, έφυγε τρομοκρατημένος: «μόλις τους είδε να τρέχουν όλοι καταπάνω του, έφυγε με γεμάτα βρακιά». Από το ότι πολλές φορές, όταν κάποιος αντιμετωπίζει κάποιον σοβαρό κίνδυνο, τα κάνει απάνω του από το φόβο του·
- θέλω να γενώ καλόγερος να σώσω την ψυχή μου, μα δε μ’ αφήνει ο διάβολος που ’χω μέσ’ στο βρακί μου, βλ. λ. διάβολος·
- κατεβάζω το βρακί ή κατεβάζω το βρακί μου ή κατεβάζω τα βρακιά ή κατεβάζω τα βρακιά μου, αποδέχομαι όλες τις απαιτήσεις κάποιου, υποκύπτω ολοκληρωτικά: «του έχει τέτοια αδυναμία που, ό,τι και να του ζητήσει, κατεβάζει τα βρακιά του || τον φοβάται τόσο πολύ που, ό,τι και να του ζητήσει, κατεβάζει το βρακί του || κατέβασα τα βρακιά μου στην τράπεζα για να πάρω ένα δάνειο, που το είχα πολλή ανάγκη»·
- μ’ έπιασε με τα βρακιά κατεβασμένα, βλ. φρ. με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα·
- με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα, με βρήκε εντελώς ανέτοιμο, εντελώς απροετοίμαστο, με πέτυχε σε ακατάλληλη στιγμή: «είχα όλη την καλή πρόθεση να τον βοηθήσω, αλλά με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα, γιατί είχα να καλύψω ένα σωρό δικές μου υποχρεώσεις»·
- με πέτυχε με τα βρακιά κατεβασμένα, βλ. φρ. με βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα·
- μα το βρακί σου! λέγεται με παικτική διάθεση στο ορκίσου που μας λέει ο συνομιλητής μας, όταν εμείς για διάφορους λόγους δε θέλουμε να ορκιστούμε πραγματικά. Συνών. μα τα γένια του σπανού! ή μα του σπανού τα γένια(!)·
- να ’χεις την ευχή μου μέσ’ απ’ το βρακί μου, ευχή που δίνουμε σε κάποιον ή κάποια υπό τύπο αστεϊσμού και με σεξουαλικό περιεχόμενο·
- παστρικό βρακί, (για γυναίκες) είναι γυναίκα ανήθικη, πόρνη: «μας κάνει τη χαμηλοβλεπούσα, αλλά όλοι το ξέρουμε πως είναι παστρικό βρακί»·
- πετιέται σαν ψωλή απ’ το βρακί, βλ. λ. βρακί·
- πότε ο Γιάννης βρακί και τώρα βρακοζώνα; βλ. λ. Γιάννης·
- πούλησε και το βρακί του, έχει υποστεί τέλεια οικονομική καταστροφή: «ήταν μεγάλος και τρανός, αλλά, από μια λανθασμένη κίνηση που έκανε στην τελευταία του δουλειά, πούλησε και το βρακί του»·
- στο βρακί σου, βλ. φρ. μα το βρακί σου·
- στο βρακί της αδερφής σου, ειρωνική απάντηση στο ορκίσου που μας λέει ο συνομιλητής μας, όταν εμείς για διάφορους λόγους δε θέλουμε να ορκιστούμε πραγματικά·
- τα ’κανε στο βρακί του ή τα ’κανε στα βρακιά του, α. φοβήθηκε πάρα πολύ, τρομοκρατήθηκε τόσο, που κατουρήθηκε ή χέστηκε απάνω του: «μόλις τους είδε να ’ρχονται αγριεμένοι, τα ’κανε στο βρακί του». β. χάρηκε πάρα πολύ: «τα ’κανε στα βρακιά του, μόλις έμαθε πως κέρδισε στο λαχείο». Από το ότι συμβαίνει πολλές φορές και στις δυο περιπτώσεις, από μεγάλο φόβο ή μεγάλη χαρά, να τα κάνει κάποιος απάνω του·
- τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους, α. για να ζήσει κανείς πολυτελή ζωή, πρέπει να έχει και τη διάθεση να υποστεί και το ανάλογο κόστος: «θέλει ταξίδια, θέλει κρουαζιέρες, αλλά τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους κι αυτός ο καημένος δεν έχει μία». β. για τη διεκπεραίωση δύσκολων ή ειδικών υποθέσεων απαιτούνται και άτομα με τις κατάλληλες ικανότητες: «έτσι άπειρος που ήταν, έχασε όλα τα λεφτά του στο χρηματιστήριο, γιατί δεν ήξερε ο βλάκας πως τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους» γ. η συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να είναι ανάλογη και με την κοινωνική θέση που κατέχει: «τον πέταξαν κλοτσηδόν απ’ τα μεγάλα σαλόνια, γιατί είχε την εντύπωση πως με τα λεφτά που απόκτησε απ’ την κληρονομιά μπορούσε να κάνει και να λέει ό,τι θέλει, αλλά του διέφευγε πως τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους»·
- την πήρε με το βρακί της, (για γυναίκες) την παντρεύτηκε πάμφτωχη, χωρίς διόλου προίκα: «την αγάπησε και την πήρε με το βρακί της»·
- το βρακί σέρνει καράβι, βλ. λ. καράβι·
- τον βρήκα με το βρακί ή τον βρήκα με τα βρακιά, βλ. φρ. τον βρήκα με το σώβρακο, λ. σώβρακο·
- τον έβαλε στο βρακί της, βλ. φρ. τον έχει στο βρακί της·
- τον έχει δεμένο στο βρακί της, βλ. φρ. τον έχει στο βρακί της·
- τον έχει στο βρακί της, η γυναίκα για την οποία γίνεται λόγος κάνει τον άντρα, με τον οποίο σχετίζεται ή το σύζυγό της, ό,τι θέλει, τον κάνει να τρέχει πίσω της, γιατί την αγαπάει πολύ ή γιατί δεν μπορεί να αντισταθεί στα θέλγητρά της: «αλλού κι αλλού κάνει το σκληρό, όμως η γυναίκα του τον έχει στο βρακί της»·
- του ’φυγαν στο βρακί του ή του ’φυγαν στα βρακιά του, βλ. φρ. τα ’κανε στο βρακί του·
- χέστηκε στο βρακί του ή χέστηκε στα βρακιά του, βλ. φρ. τα ’κανε στο βρακί του.

γέρος

γέρος, ο, θηλ. γριά, η, ουσ. [<μσν. γέρος <αρχ. γέρων], ο γέρος. 1. (χαϊδευτικά) ο ηλικιωμένος σύζυγος: «θα πάρω το γέρο μου και θα πάμε νωρίς για ύπνο». 2. (χαϊδευτικά) ο ηλικιωμένος πατέρας: «θα πάω νωρίς στο σπίτι, γιατί με περιμένει ο γέρος μου». (Τραγούδι: μείνανε ορφανά τα μαξιλάρια κι αν ξυπνήσει ο γέρος τι χαμπάρια). 3. στον πλ. οι γέροι, (χαϊδευτικά) οι ηλικιωμένοι γονείς: «το βράδυ θ’ αργήσουν να ’ρθουν οι γέροι μου στο σπίτι». Θεωρείται επίδειξη μαγκιάς από κάποιον νεαρό να αποκαλεί τον πατέρα του γέρο και τη μητέρα του γριά ή τους γονείς του γέρους, ακόμη και όταν αυτοί δεν είναι ηλικιωμένοι. Οι πιο παλιοί ίσως θα θυμούνται το παιδικό πείραγμα σε ηλικιωμένο σύζυγο που γινόταν εν χορώ: γέρο, γέρο, τη γριά σου την ξέρω, δώσε μου ένα τάλιρο να πάω να στη φέρω· βλ. και λ. γριά. (Ακολουθούν 19 φρ.)·
- γερο λαδάς, βλ. λ. λαδάς·
- γερο πλάτανος, βλ. λ. πλάτανος·
- δεν είναι και κανένας γέρος! δεν είναι γέρος: «ο πατέρας μου είναι ηλικιωμένος, αλλά ο πατέρας σου δεν είναι και κανένας γέρος!»·
- είναι του γέρου τα κανάκια σαν νερόβραστα σπανάκια, οι ερωτικές εκδηλώσεις των ηλικιωμένων είναι άνοστες και σαχλές: «μπορεί να έχουν πείρα οι μεγάλοι στα ερωτικά, αλλά και η δική της πείρα λέει πως είναι του γέρου τα κανάκια σαν νερόβραστα σπανάκια»·  
- είχαμε τη γριά λεχούσα, γέννησε κι ο γέρος, βλ. λ. γριά·
- κάθε γέρος την πορδή του την έχει μόσκο, βλ. λ. πορδή·
- καλύτερα η αγάπη ενός γέρου παρά οι ξυλιές ενός νέου, είναι προτιμότερο για μια γυναίκα να έχει για σύντροφό της κάποιον ηλικιωμένο που την αγαπά παρά κάποιον νέο που την κακομεταχειρίζεται: «παντρεύτηκε έναν που έχει τα διπλάσιά της χρόνια, αλλά από την πείρα της γνωρίζει πως καλύτερα η αγάπη ενός γέρου παρά οι ξυλιές ενός νέου»· 
- κοιμήθηκα νέος και ξύπνησα γέρος, δηλώνει πως η ζωή περνάει πάρα πολύ γρήγορα, χωρίς να το καταλάβουμε: «ούτε που κατάλαβα , παιδάκι μου, πώς πέρασε η ζωή μου. Κοιμήθηκα νέος και ξύπνησα γέρος»·
- με του γέρου το τομάρι παίρνει η νέα παλικάρι, βλ. λ. τομάρι·
- να τρώει ο γέρος και στη γριά να μη δίνει ή να τρώει ο γέρος και της γριάς να μη δίνει, α. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι υπερβολικά τσιγκούνης: «αυτός θα σου δώσει δανεικά! Αυτός, αγόρι μου, είναι να τρώει ο γέρος και της γριάς να μη δίνει». β. το φαγητό για το οποίο γίνεται λόγος, είναι πάρα πολύ νόστιμο: «μας σερβίρισαν ένα φαγητό, να τρώει ο γέρος και της γριάς να μη δίνει». Συνών. να τρώει η μάνα και στο παιδί να μη δίνει·
- ο γέρος ή από πέσιμο (πάει) ή από χέσιμο, δυο διαπιστωμένες αιτίες από τις οποίες μπορεί, εκτός των άλλων, να πεθάνει ένα πολύ ηλικιωμένο άτομο, τα κατάγματα και οι γαστρεντερίτιδες. Συνήθως λέγεται συμβουλευτικά σε ηλικιωμένο άτομο για να προσέχει. Πολλές φορές, διακρίνουμε και μια δόση ειρωνείας·
- ο Γέρος της Δημοκρατίας, προσωνυμία του πολιτικού Γεωργίου Παπανδρέου: «ο Γέρος της Δημοκρατίας, υπήρξε δεινός ρήτορας»·
- ο Γέρος του Μοριά, προσωνυμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: «ο Γέρος του Μοριά, υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία στην εθνεγερσία του 1821»·
- όποιος δεν ακούει τους γέροντες, πάει δέρνοντας, όποιος δεν ακούει τις συμβουλές ανθρώπων που έχουν πείρα, τότε φτάνει σε μια επιτυχία με μεγάλη δυσκολία: «να συμβουλεύεσαι τους γεροντότερους, όταν πρόκειται να κάνεις μια δουλειά, γιατί, όποιος δεν ακούει τους γέροντες, πάει δέρνοντας»·  
- οπού ’ναι γέρος μπουνταλάς, απού τα νιάτα το ’χει, βλ. λ. μπουνταλάς·
- παλιό γιατρό και γέρο καπετάνιο να γυρεύεις, βλ. λ. γυρεύω·
- πήγε (χαμένος) σαν το γερο Μασούρα ή πήγε (χαμένος) σαν το γέρο το Μασούρα, βλ. λ. Μασούρας·
- τεμπέλης νέος, φτωχός γέρος, η τεμπελιά κάποιου νέου θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στα γεροντάματά του: «δούλεψε σκληρά τώρα που είσαι νέος και πάψε να τεμπελιάζεις, γιατί τεμπέλης νέος, φτωχός γέρος»·
- τώρα στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα, βλ. λ. γεράματα.

γιατρός

γιατρός, ο, ουσ. [<μσν. γιατρός <αρχ. ἰατρός], ο γιατρός. 1α. (στη γλώσσα της αργκό) αξιοπρεπής πελάτης χαρτοπαιχτικής λέσχης: «ήρθε προχτές ένας γιατρός στη λέσχη μας, που έκανε σ’ όλους εντύπωση». β. (ειρωνικά) πελάτης χαρτοπαιχτικής λέσχης που χάνει συνέχεια, το κορόιδο: «κάνα δυο τρεις τέτοιοι γιατροί να μας έρθουν ακόμα και τα κονομήσαμε!». 2. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε ανακουφίζει ή θεραπεύει τον ψυχικό πόνο: «αυτή η γυναίκα είναι ο γιατρός κάθε στενοχώριας μου || ο καλύτερος γιατρός για έναν αποτυχημένο έρωτα είναι ο χρόνος». (Λαϊκό τραγούδι: ό,τι ζητούσε ήταν δικό της σε κάθε πόνο εγώ γιατρός της, με μια γυναίκα είπα να μπλέξω κι έπεσα έξω, έπεσα έξω). 3α. ως επφών. γιατρέ! φιλική ή τιμητική προσφώνηση σε οικείο άτομο ή σε άτομο που αναγνωρίζουμε την αξία του, την ανωτερότητά του και του δίνουμε το προβάδισμα: «περάστε γιατρέ να σας κεράσουμε κανένα ποτηράκι!». β. λέγεται και με ειρωνική διάθεση: «τι γίνεται, ρε γιατρέ, πάλι χωρίς δουλειά έμεινες!». Συνών. αρχηγέ! (2α, β) / αφεντικό! (3α, β) / γίγαντα! (4α, β) / δάσκαλε! (4α, β) / καπετάνιε! (4α, β) / μάστορα! (4α, β) / μεγάλε! (9α, β) / ντόκτορ! (3α, β) / στρατηγέ! / τσιφ! (3α, β). Υποκορ. γιατρουδάκι το και γιατρουδάκος, ο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 25 φρ.)·
- από δικηγόρο νεαρό, κληρονομιά χαμένη, κι από νεαρό γιατρό, τάφοι γεμισμένοι, βλ. λ. νεαρός·
- γιατρό μη διαλέγεις φίλο σου, αλλά τον καλύτερο, σε θέματα υγείας δεν παίζει ρόλο η φιλία: «μπορεί να είσαι γιατρός και φίλος μου, αλλά, επειδή το πρόβλημά μου είναι πολύ σοβαρό, γιατρό μη διαλέγεις φίλο, αλλά τον καλύτερο»· 
- (δε) με πιάνουν γιατρό ή (δεν) πιάνομαι γιατρός, (δεν) εξαπατώμαι, (δεν) ξεγελιέμαι, (δεν) πέφτω θύμα εξαπάτησης για να χάνω όλα τα χρήματά μου, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο: «πιάστηκα γιατρός κι έδωσα ένα κάρο λεφτά για σκάρτο εμπόρευμα || ακόμα δεν το πήρες χαμπάρι πως κάθε βράδυ σε πιάνουν γιατρό και σε μαδάνε;». Συνών. (δε) με πιάνουν βιδέλο ή (δεν) πιάνομαι βιδέλο / (δε) με πιάνουν γιαγλή ή (δεν) πιάνομαι γιαγλής / (δε) με πιάνουν θύμα ή (δεν) πιάνομαι θύμα / (δε) με πιάνουν κορόιδο ή (δεν) πιάνομαι κορόιδο / (δε) με πιάνουν κότσο ή (δεν) πιάνομαι  κότσος / (δε) με πιάνουν μπαγλαμά ή (δεν) πιάνομαι μπαγλαμάς·
- δεν πα(ς) να σε δει κανένας (κάνας) γιατρός ή δεν πα(ς) να σε κοιτάξει κανένας (κάνας) γιατρός! λέγεται ειρωνικά σε κείνον που μας λέει ή μας ζητάει απίθανα πράγματα, που δεν είναι λογικός, που είναι παράλογος: «θέλεις να σου δώσω ένα εκατομμύριο; Δεν πα(ς) να σε κοιτάξει κανένας γιατρός!». Ο γιατρός που υποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση είναι ο ψυχίατρος·
- είναι του γιατρού (ενν. του ψυχίατρου), (στη νεοαργκό) είναι εντελώς τρελός, είναι για τα σίδερα: «μη συνερίζεσαι τα λόγια του, γιατί είναι του γιατρού ο ταλαίπωρος»·
- έκλασε ο άρρωστος, χέστηκε ο γιατρός, βλ. φρ. κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος, λ. κώλος·
- ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα, απομακρύνει από κοντά μας το γιατρό και, κατ’ επέκταση, την αρρώστια, αν τρώμε κάθε μέρα ένα μήλο, γιατί θεωρείται πολύ υγιεινό. Πολλές φορές, αντί για μήλο λέγεται η τροφή που θέλουμε να προβάλουμε (γάλα, γιαούρτι κτλ.) και με περιπαικτική διάθεση: ένας πούτσος την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα·
- κουράντε  γιατρός, ο γιατρός που κουράρει κάποιον άρρωστο, ο θεράποντας γιατρός: «ποιον έχεις κουράντε γιατρό;». Το κουράντε [<ιταλ. curante]· βλ. και λ. κουράνης·
- κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος, βλ. λ. κώλος·
- κώλος που κλάνει, γιατρό δε ζητάει, βλ. λ. κώλος·
- κώλος που κλάνει, γιατρός δε φτάνει, βλ. λ. κώλος·
- ο γιατρός είπε, σ’ ό,τι λέει, να λέμε ναι, ειρωνική έκφραση για να μειώσουμε τη σοβαρότητα κάποιου: «μην αντιλέγεις στα λεγόμενά του, γιατί ο γιατρός είπε, σ’ ό,τι λέει, να λέμε ναι». Ο υποτιθέμενος γιατρός, εννοείται ότι είναι ο ψυχίατρος·
- ο Λέλος ο γιατρός! βλ. συνηθέστ. ο Μιμίκος ο γιατρός(!)·
- ο Μιμίκος ο γιατρός! ειρωνική απάντηση σε φιλικό ή συγγενικό πρόσωπο, όταν χτυπάμε την πόρτα του σπιτιού του και ρωτάει, πριν ακόμα ανοίξει την πόρτα, ποιος είναι. Λέγεται με την έννοια ποιος ήθελες να είναι ή ποιος μπορεί να είναι. Συνών. ο γαλατάς! / ο γείτονας! / ο Λέλος ο γιατρός! / ο παπάς της ενορίας(!)·
- ο παθός, γιατρός, βλ. λ. παθός·
- ο χρόνος είναι ο καλύτερος  γιατρός, με το πέρασμα του χρόνου κάθε δυσάρεστο γεγονός, μεγάλος ερωτικός ή ψυχικός πόνος αμβλύνεται ή και ξεχνιέται: «κάποια μέρα θα ξεχάσεις την προδοσία αυτής της γυναίκας, γιατί ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός». Πρβλ.: πάντων ἰατρὸς τῶν ἀναγκαίων κακῶν χρόνος ἐστίν (Μένανδρος)·
- όπου μπαίνει ο ήλιος, βγαίνει ο γιατρός, προτρεπτική έκφραση για συνεχή αερισμό των χώρων όπου ζει κανείς: «ν’ ανοίγεις καθημερινά τα παράθυρα του δωματίου σου, γιατί, όπου μπαίνει ο ήλιος, βγαίνει ο γιατρός»·   
- ουδείς μωρότερος των γιατρών, αν δεν υπήρχαν οι δάσκαλοι, έκφραση που θέλει να δείξει την έπαρση που έχουν τα άτομα που ανήκουν σε αυτούς τους κλάδους, και που πολλές φορές φτάνει και μέχρι τη γελοιότητα. Από το ότι παλιότερα ο γιατρός και ο δάσκαλος (μαζί με τον παπά και τον χωροφύλακα), αποτελούσαν στις μικρές κοινωνίες (μικρές πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά) ξεχωριστά πρόσωπα, πράγμα που τους έκανε πολλές φορές να συμπεριφέρονται με έπαρση·
- παλιό γιατρό και γέρο καπετάνιο να γυρεύεις, βλ. λ. γυρεύω·
- παπάς, γιατρός και χωροφύλακας καλύτερα να μην μπαίνουνε στο σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
- σπίτι που δεν το βλέπει ο ήλιος, το βλέπει ο γιατρός, βλ. λ. σπίτι·
- στο γιατρό σου και στο δικηγόρο σου να μη λες ποτέ σου ψέματα, βλ. λ. ψέμα·
- στου γαϊδάρου το χωριό όλοι κάνουν το γιατρό, βλ. λ. γάιδαρος·
- στους γιατρούς να τα δώσεις! κατάρα υπό τύπο αστεϊσμού σε κάποιον που μας κέρδισε σημαντικό χρηματικό ποσό, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο ή άλλο τυχερό παιχνίδι, και που κυριολεκτούμε, όταν αντιληφθούμε πως μας το κέρδισε με δόλο. Είναι και φορές που ακούγεται απλώς στους γιατρούς! Συνών. στους δικηγόρους να τα δώσεις(!)·
- τον πιάνω γιατρό, τον ξεγελώ, τον εξαπατώ και του κερδίζω όλα του τα χρήματα, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο: «τον έπιασα γιατρό και του ’φαγα τα λεφτά». Συνών. τον πιάνω βιδέλο / τον πιάνω γιαγλή / τον πιάνω θύμα / τον πιάνω κορόιδο / τον πιάνω κότσο / τον πιάνω μπαγλαμά.

γκάζι

γκάζι, το, πλ. γκάζια, τα, ουσ. [<γαλλ. gaz]. 1. το φωταέριο (εξού και η περιοχή Γκάζι της Αθήνας, όπου υπήρχε εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου). 2. το πετρέλαιο: «αγόρασα ένα μπετονάκι γκάζι για τη σόμπα». (Λαϊκό τραγούδι: δίχως γκάζι δίχως λάδι πώς θ’ ανάψει το λυχνάρι). 3. ειδικό εξάρτημα του αυτοκινήτου που, όταν το πατάμε με το πόδι, δίνουμε ταχύτητα στην κίνησή του. 4. ειδικό εξάρτημα στο τιμόνι της μοτοσικλέτας, με το οποίο δίνουμε ταχύτητα στην κίνησή της, όταν το στρέψουμε από τα δεξιά προς τα αριστερά. Οι παρακάτω φρ., όσες αφορούν τη μοτοσικλέτα ή το αυτοκίνητο, χρησιμοποιούνται συνήθως από μηχανόβιους ή από άτομα που έχουν σχέση με το αγωνιστικό αυτοκίνητο. Όλοι οι άλλοι τις χρησιμοποιούν μόνο για λόγους εντυπωσιασμού. (Ακολουθούν 23 φρ.)·
- ανοίγω (το) γκάζι ή ανοίγω (τα) γκάζια ή ανοίγω τα γκάζια της (ενν. της μοτοσικλέτας), αναπτύσσω ταχύτητα: «όταν έχω ελεύθερο δρόμο, ανοίγω τα γκάζια της»·
- ανοίγω τα γκάζια ή ανοίγω όλα τα γκάζια της ή ανοίγω όλα της τα γκάζια (ενν. της μοτοσικλέτας), αναπτύσσω όλη τη δυνατή ταχύτητα: «μόλις μπω στην εθνική οδό, ανοίγω όλα της τα γκάζια της»·
- μ’ όλα τα γκάζια (ενν. έρχομαι, φεύγω, τρέχω), α. με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα: «ήθελε να τους προλάβει, πριν μπουν στ’ αεροπλάνο, κι έφυγε μ’ όλα τα γκάζια», β. (γενικά) με όλη μου την καλή διάθεση, με όλες μου τις δυνάμεις: «θα σε βοηθήσω μ’ όλα τα γκάζια»· βλ. και φρ. τέρμα γκάζια·
- παντοφλιάζω το γκάζι, (ενν. του αυτοκινήτου) αναπτύσσω τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα: ¨κάθε φορά που βγαίνω στην εθνική και δεν έχει πολλή κίνηση, παντοφλιάζω το γκάζι κι ευχαριστιέμαι ταχύτητα». Λέγεται και για μοτοσικλέτα.
- πατώ (το) γκάζι, α. (για αυτοκίνητα) αναπτύσσω ταχύτητα: «όταν δεν έχει κίνηση ο δρόμος, πατώ γκάζι». (Λαϊκό τραγούδι: μοντέλο νέο αγάπησες κι αρχίζεις να φουλάρεις, το γκάζι μην πατάς πολύ, μην τύχει και τρακάρεις). β. (γενικά) πηγαίνω βιαστικά, κινούμαι με γρήγορο ρυθμό. (Λαϊκό τραγούδι: δε με νοιάζει, καρδιά μου δε με νοιάζει, πάτα γκάζι απόψε κι όπου βγει
- τέρμα γκάζια ή τέρμα τα γκάζια, (για μοτοσικλέτες ή αυτοκίνητα) με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα: «τον είδα που έτρεχε στην παραλιακή λεωφόρο με τέρμα τα γκάζια»· βλ. και φρ. μ’ όλα τα γκάζια·
- την πλακώνω στα γκάζια (ενν. τη μοτοσικλέτα), αναπτύσσω όλη τη δυνατή ταχύτητα: «μόλις μπήκα στην εθνική οδό, την πλάκωσα στα γκάζια»·
- της ανοίγω όλα τα γκάζια (ενν. της μοτοσικλέτας), βλ. φρ. της δίνω όλα τα γκάζια·
- της ανοίγω τα γκάζια της (ενν. της μοτοσικλέτας), βλ. φρ. της δίνω τα γκάζια της·
- της δίνω όλα τα γκάζια (ενν. της μοτοσικλέτας), αναπτύσσω όλη τη δυνατή ταχύτητα: «μόλις βγήκα στην εθνική οδό, της έδωσα όλα τα γκάζια»·
- της δίνω τα γκάζια της, (ενν. της μοτοσικλέτας), αναπτύσσω ταχύτητα: «επειδή βιαζόμουν, της έδωσα τα γκάζια της»·
- της ρίχνω όλα τα γκάζια (ενν. της μοτοσικλέτας), βλ. φρ. της δίνω όλα τα γκάζια·
- της ρίχνω τα γκάζια της (ενν. της μοτοσικλέτας), βλ. φρ. της δίνω τα γκάζια της·
- το πλακώνω στα γκάζια (ενν. το αυτοκίνητο), αναπτύσσω όλη τη δυνατή ταχύτητα: «μια και δεν είχε κίνηση ο δρόμος, το πλάκωσα στα γκάζια»·
- τον έχω στα γκάζια, (στη νεοαργκό) τον έχω σε πλήρη ετοιμότητα: «μόλις βγείτε στη γωνία, θα ’ρθει να σας πάρει αμέσως, γιατί τον έχω στα γκάζια». Από την εικόνα του οδηγού μοτοσικλέτας ή αυτοκινήτου, που, όση ώρα βρίσκεται σταματημένος μπροστά σε διάβαση πεζών (κόκκινο φανάρι), πατάει συνεχώς το γκάζι, για να έχει ανεβασμένες τις στροφές της μηχανής, ώστε με την αλλαγή του σήματος (πράσινο φανάρι) να φύγει αστραπιαία. Από τις διαβάσεις των πεζών αρχίζουν, συνήθως, πολλές άτυπες κόντρες ανάμεσα σε μηχανόβιους ή οδηγούς αυτοκινήτων·
- του δίνω όλα τα γκάζια του (ενν. του αυτοκινήτου), αναπτύσσω όλη τη δυνατή ταχύτητα: «μόλις μπήκα στην εθνική οδό, του ’δωσα όλα τα γκάζια»·
- του δίνω τα γκάζια του (ενν. του αυτοκινήτου), αναπτύσσω ταχύτητα: «επειδή δεν είχε κίνηση ο δρόμος, του ’δωσα τα γκάζια του»·
- του πατώ όλα τα γκάζια του (ενν. του αυτοκινήτου), βλ. φρ. του δίνω όλα τα γκάζια του·
- του πατώ τα γκάζια του (ενν. του αυτοκινήτου), βλ. φρ. του δίνω τα γκάζια του·
- του ρίχνω όλα τα γκάζια του (ενν. του αυτοκινήτου), βλ. φρ. του δίνω όλα τα γκάζια του·
- του ρίχνω τα γκάζια του (ενν. του αυτοκινήτου), βλ. φρ. του δίνω τα γκάζια του·
- τσίτα γκάζια ή τσίτα τα γκάζια, (ιδίως για μοτοσικλέτα), με όλη τη δυνατή ταχύτητα: «έτρεχε με τσίτα τα γκάζια»·
- τσιτώνω τα γκάζια, (στη νεοαργκό) βρίσκομαι σε μεγάλη ψυχική ή ψυχολογική ένταση: «πρόσεχε την υγεία σου και μη στενοχωριέσαι, γιατί έτσι είχε τσιτώσει τα γκάζια κι ένας άλλος κι ύστερα τα τσίτωσε για καλά».

γνώμη

γνώμη, η, ουσ. [<αρχ. γνώμη <γιγνώσκω], η γνώμη. (Ακολουθούν 24 φρ.)·
- αγοράζω γνώμες, ακούω προσεκτικά διάφορες γνώμες για το θέμα που με απασχολεί, για να ενεργήσω σύμφωνα με την καλύτερη ή τη συμφερότερη: «όταν έχω κάποιο πρόβλημα, κάθομαι και αγοράζω γνώμες και πράττω ανάλογα»·
- αλλάζει γνώμες σαν τα πουκάμισα, βλ. λ. πουκάμισο·
- αλλάζω γνώμη, αλλάζω άποψη, αλλάζω στάση σε κάποιο θέμα, σκέφτομαι ή υποστηρίζω διαφορετικά από ό,τι σκεφτόμουνα ή υποστήριζα προηγουμένως: «στην αρχή ήταν εναντίον της πρότασής μου, αλλά, όταν τη μελέτησε καλύτερα, άλλαξε γνώμη». (Λαϊκό τραγούδι: κοίταξε ν’ αλλάξεις γνώμη, να μαζέψεις τα μυαλά σου κι αν σου μένει μια δεκάρα, να τη φέρνεις στα παιδιά σου
- βαραίνει η γνώμη του, βλ. φρ. μετρά η γνώμη του·
- δε μετρά η γνώμη του, δεν υπολογίζεται στη λήψη μιας κοινής απόφασης: «επειδή είναι καινούριο μέλος στο σύλλογο, σύμφωνα με το καταστατικό, δεν μετρά η γνώμη του κατά την ψηφοφορία»·
- δεν έχω γνώμη (για κάτι), δεν μπορώ να εκφέρω την άποψή μου για κάτι, γιατί δεν είμαι γνώστης του θέματος, δεν είμαι κατάλληλος ή ειδικός: «δεν μπορώ να συμβουλέψω κανέναν πάνω σε θέματα χρηματιστηρίου, γιατί δεν έχω γνώμη»·   
- είμαι της γνώμης, είμαι της άποψης, έχω την άποψη: «είμαι της γνώμης να φύγουμε νωρίς, αν δε θέλουμε να χάσουμε το τρένο»·
- έχει βάρος η γνώμη του, βλ. φρ. μετρά η γνώμη του·
- έχω τη γνώμη, βλ. φρ. είμαι της γνώμης·
- έχω το θάρρος της γνώμης, βλ. λ. θάρρος·
- ζητώ τη γνώμη (κάποιου), ζητώ από κάποιον να εκφέρει τη γνώμη του πάνω στο θέμα που με απασχολεί, που με προβληματίζει: «πρέπει να ζητήσω τη γνώμη του δικηγόρου μου πριν υπογράψω αυτό το συμβόλαιο»·
- ζυγίζει η γνώμη του, βλ. φρ. μετρά η γνώμη του·
- η κοινή γνώμη, α. η αντίληψη, η κρίση μιας κοινωνίας ως συνόλου πάνω σε ορισμένο θέμα: «η κοινή γνώμη είναι αντίθετη με το χειρισμό των εθνικών μας θεμάτων από την κυβέρνηση». β. η αποδοχή μιας άποψης από την κοινωνία ως σύνολο: «είναι γνωστό πως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διαμορφώνουν την κοινή γνώμη». γ. (γενικά) η κοινωνία ως σύνολο: «η κοινή γνώμη είναι ανάστατη με την εξάπλωση των ναρκωτικών»·
- καμιά φορά κι ο άγνωστος φρόνιμη γνώμη δίνει, ένας άγνωστος, μια και δεν έχει κανένα λόγο να μας πει ψέματα ή να μας παραπλανήσει, κρίνει αμερόληπτα την υπόθεση που μας απασχολεί: «θα εκθέσουμε το πρόβλημά μας στον τάδε, που δε μας ξέρει, για να μας πει ποιος έχει δίκιο, γιατί καμιά φορά κι ο άγνωστος φρόνιμη γνώμη δίνει»· 
- κατά τη γνώμη μου, σύμφωνα με αυτό που νομίζω ή πιστεύω: «κατά τη γνώμη μου έχεις άδικο || κατά τη γνώμη μου έχεις δίκιο». Συνών. κατά την άποψή μου / κατά την εκτίμησή μου / κατά την κρίση μου·
- λέω τη γνώμη μου, εκφράζω την άποψή μου: «όταν δυο άνθρωποι έχουν μια διαφωνία, λέω τη γνώμη μου μόνο αν μου τη ζητήσουν»·
- μετρά η γνώμη του, έχει κύρος,υπολογίζεται σοβαρά: «αν σε προτείνει ο τάδε, σίγουρα θα σε προσλάβουν, γιατί μετρά η γνώμη του»·
- μια δεύτερη γνώμη, άποψη που παραδέχεται, που στηρίζει ή που αμφισβητεί κάποια προηγούμενη: «όπως μου τα λες, είναι όλα όμορφα κι ωραία, αλλά, για να κάνω αυτή τη δουλειά, θέλω να πάρω και μια δεύτερη γνώμη»· 
- ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μηδέ τη γνώμη του άλλαξε μηδέ την κεφαλή του ή ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το πετσί του, μηδέ τη γνώμη του άλλαξε μηδέ την κεφαλή του ή ο λύκος τρίχα αλλάζει γνώμη δεν αλλάζει, βλ. λ. λύκος·
- πετώ μια γνώμη, βλ. φρ. ρίχνω μια γνώμη·
- πετώ μια γνώμη στο τραπέζι, βλ. φρ. ρίχνω μια γνώμη στο τραπέζι·
- ρίχνω μια γνώμη, εκφράζω μια άποψη: «έλα, ρε φίλε, εγώ έριξα μια γνώμη και δε σου είπε κανένας πως πρέπει να την ασπαστείς!»·
- ρίχνω μια γνώμη στο τραπέζι, εκφράζω μια άποψή μου και τη θέτω υπό συζήτηση: «επειδή το θέμα είναι σοβαρό, θα ρίξω μια γνώμη στο τραπέζι κι από κει και πέρα θα κάνουμε ό,τι πει η πλειοψηφία»·
- στροφή της κοινής γνώμης, βλ. λ. στροφή.

γραμμένος

γραμμένος, -η -ο, επίθ. [μτχ. του ρ. γράφω], γραμμένος. 1. που είναι πάρα πολύ  όμορφος: «συνόδευε μια κοπέλα,. που δεν μπορούσες να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από πάνω της, γιατί ήταν γραμμένη». Πρβλ.: πού ήσουν πέρδικα γραμμένη κι ήρθες το πρωί βρεμένη; -Ήμουνα πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια. Συνών. ζωγραφιστός. 2.(ειδικά για χείλη) που διαγράφονται λεπτά και είναι καλοσχηματισμένα: «τα γραμμένα χείλη της έβαζαν πολλούς άντρας στον πειρασμό». (Λαϊκό τραγούδι: απ’ τα χείλη σου τα γραμμένα δυο φιλιά σου μαγεμένα μου φαρμάκωσαν τη ζωή μια Κυριακή, μια Κυριακή!). 3. που έχει καταχωρηθεί σε μια λίστα, σε έναν κατάλογο: «θα εκφωνήσω τα ονόματα κι όποιος δεν είναι γραμμένος, να σηκώσει το χέρι του». 3. το ουδ. ως ουσ. το γραμμένο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 37 φρ.)·
- είναι γραμμένο με τα πόδια, βλ. λ. πόδι·
- είναι γραμμένο στο γόνατο, βλ. λ. γόνατο·
- είναι γραμμένο στο πόδι, βλ. λ. πόδι·
- είναι γραμμένος στο τεφτέρι ή είναι γραμμένος στα τεφτέρια, βλ. λ. τεφτέρι·
- όλα τα χαρτιά είναι γραμμένα απ’ το ίδιο χέρι, βλ. λ. χέρι·
- πού το βρήκες αυτό γραμμένο; έκφραση απορίας ή έκπληξης για κάτι παράδοξο που μας λένε ή για κάτι παράλογο που μας ζητάνε: «και πού το βρήκες αυτό γραμμένο, άλλος να σου κάνει άλλος τη ζημιά κι εγώ να στην πληρώνω!». (Λαϊκό τραγούδι: πάντα με μάσκα εσύ μιλούσες κι ήθελες να ’χεις δυο αγκαλιές, μα πού το βρήκες αυτό γραμμένο εσύ να παίζεις με δυο καρδιές). Συνών. πού το γράφουν αυτό τα χαρτιά(;)·
- πού το ’δες αυτό γραμμένο; βλ. φρ. πού το βρήκες αυτό γραμμένο(;)·
- στο δίνω και γραμμένο, σου το εγγυώμαι απόλυτα: «το ότι είναι καλός άνθρωπος, στο δίνω και γραμμένο». (Λαϊκό τραγούδι: κορίτσι μου γιατί μελαγχολείς, πως σ’ αγαπώ στο δίνω και γραμμένο, σου έτυχε στο ζάρι της ζωής καλό παιδί, μα κακομαθημένο
- τα έχω γραμμένα (ενν. όλα στ’ αρχίδια μου, στον πούτσο μου, στον ψώλο μου, στην πούτσα μου, στην ψωλή μου, στο πέος μου, στο καυλί μου, στα παλιά μου τα παπούτσια, στα παλιά μου υποδήματα, στα τελευταία των υποδημάτων μου, στο παλιό μου το τεφτέρι, στου διαβόλου το κατάστιχο, εκεί που δεν πιάνει μελάνη), δε με μέλει, δε με νοιάζει για τίποτα, αδιαφορώ τελείως για όλα: «ότι και να γίνεται σήμερα στον κόσμο, τα έχω γραμμένα»·
- τα έχω γραμμένα εκεί που δεν πιάνει μελάνι (ενν. τα λόγια σου, ατά που μου λες), μελάνι·
- τα έχω γραμμένα όλα εκεί που δεν πιάνει μελάνι, βλ. λ. μελάνι·
- τα έχω γραμμένα όλα στ’ αρχίδια μου, βλ. λ. αρχίδι·
- τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά μου τα παπούτσια, βλ. λ. παπούτσι·
- τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά μου υποδήματα ή τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά των υποδημάτων μου ή τα έχω γραμμένα όλα στα τελευταία των υποδημάτων μου, βλ. λ. υπόδημα·
- τα έχω γραμμένα όλα στο μουνί μου, βλ. λ. μουνί·
- τα έχω γραμμένα όλα στο παλιό μου το τεφτέρι, βλ. λ. τεφτέρι·
- τα έχω γραμμένα όλα στον πούτσο μου, στον ψώλο μου, στην πούτσα μου, στην ψωλή μου, στο πέος μου, στο καυλί μου), βλ. λ. πούτσος·
- τα έχω γραμμένα όλα στου διαβόλου το κατάστιχο, βλ. λ. διάβολος·
- τα έχω γραμμένα στ’ αρχίδια μου (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. αρχίδι·
- τα έχω γραμμένα στα παλιά μου τα παπούτσια (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. παπούτσι·
- τα έχω γραμμένα στα παλιά μου υποδήματα ή τα έχω γραμμένα στα παλιά των υποδημάτων μου ή τα έχω γραμμένα στα τελευταία των υποδημάτων μου (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. υπόδημα·
- τα έχω γραμμένα στο μουνί μου (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. μουνί·
- τα έχω γραμμένα στο παλιό μου το τεφτέρι (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. τεφτέρι·
- τα έχω γραμμένα στον πούτσο μου, στον ψώλο μου, στην πούτσα μου, στην ψωλή μου, στο πέος μου, στο καυλί μου) (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. πούτσος·
- τα έχω γραμμένα στου διαβόλου το κατάστιχο (ενν. τα λόγια σου, αυτά που μου λες), βλ. λ. διάβολος·
- τον έχω γραμμένο (ενν. στ’ αρχίδια μου, στον πούτσο μου, στον ψώλο μου, στην πούτσα μου, στην ψωλή μου, στο πέος μου, στο καυλί μου, στα παλιά μου τα παπούτσια, στα παλιά μου υποδήματα, στα τελευταία των υποδημάτων μου, στο παλιό μου το τεφτέρι, στου διαβόλου το κατάστιχο, εκεί που δεν πιάνει μελάνι), δεν τον υπολογίζω καθόλου, τον περιφρονώ τελείως, τον αγνοώ: «εσένα σ’ εκτιμώ πάρα πολύ, αλλά το φίλο σου τον έχω γραμμένο»·
- τον έχω γραμμένο εκεί που δεν πιάνει μελάνι, βλ. λ. μελάνι·
- τον έχω γραμμένο στ’ αρχίδια μου, βλ. λ. αρχίδι·
- τον έχω γραμμένο στα παλιά μου τα παπούτσια, βλ. λ. παπούτσι·
- τον έχω γραμμένο στα παλιά μου υποδήματα ή τον έχω γραμμένο στα παλιά των υποδημάτων μου ή τον έχω γραμμένο στα τελευταία των υποδημάτων μου, βλ. λ. υπόδημα·
- τον έχω γραμμένο στη μαύρη λίστα, βλ. λ. λίστα·
- τον έχω γραμμένο στο μαύρο πίνακα, βλ. λ. πίνακας·
- τον έχω γραμμένο στο μαυροπίνακα, βλ. λ. μαυροπίνακας·
- τον έχω γραμμένο στο μουνί μου, βλ. λ. μουνί·
- τον έχω γραμμένο στο παλιό μου το τεφτέρι, βλ. λ. τεφτέρι·
- τον έχω γραμμένο στο τεφτέρι, βλ. λ. τεφτέρι·
- τον έχω γραμμένο στον πούτσο μου (στον ψώλο μου, στην πούτσα μου, στην ψωλή μου, στο πέος μου, στο καυλί μου), βλ. λ. πούτσος·
- τον έχω γραμμένο στου διαβόλου το κατάστιχο, βλ. λ. διάβολος.

γραμμή

γραμμή, η, ουσ. [<αρχ. γραμμή <γράφω], η γραμμή. 1. το όριο: «η ιδιοκτησία σου φτάνει μέχρι αυτή τη γραμμή». 2. η εξωτερική εμφάνιση, το παρουσιαστικό, η μορφή, το περίγραμμα ανθρώπινου σώματος ή πράγματος: «αυτή η γυναίκα έχει ωραία γραμμή || αυτό τ’ αυτοκίνητο έχει ωραία γραμμή». (Τραγούδι: είσαι παιδί μου πειρασμός, σεισμός, α για, για, για, για, στόμα, χαμόγελο, κορμί, γραμμή, α για, για, για για). Συνών. κοψιά (2) / σουλούπι. 3. σειρά ανθρώπων που βρίσκονται ο ένας πίσω από τον άλλον για τον ίδιο σκοπό: «πήγα να βγάλω εισιτήρια για τον αγώνα, αλλά έφυγα, γιατί υπήρχε μια γραμμή εκατό μέτρα». 4. (για μεταφορικά μέσα) συγκεκριμένο δρομολόγιο που γίνεται πάνε έλα: «αυτή η γραμμή του αστικού μέχρι πού πάει;»· βλ. και φρ. της γραμμής. 5α. ως επιρρ., ίσια, κατευθείαν, χωρίς παρεκκλίσεις: «απ’ τη δουλειά πήγε γραμμή στο σπίτι». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ ένα μικρό βαρκάκι γραμμή για το νησάκι κι ούτε γάτα ούτε ζημιά).β. διαδοχικά, στη σειρά: «στην προκυμαία, υπάρχουν γραμμή τα ουζερί του νησιού». 6α. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) μονάδα βάρους των ναρκωτικών, που χαρακτηρίζει και μια δόση, το γραμμάριο: «με το κυνήγι της αστυνομίας που γίνεται τον τελευταίο καιρό, δεν μπορείς να βρεις ούτε γραμμή στην πιάτσα». β. ναρκωτικό απλωμένο σε λεπτή γραμμή, για να το ρουφήξει ο χρήστης από τη μύτη: «άπλωσε τη γραμμή πάνω στο καθρεφτάκι του κι μ’ ένα γιουφ την πήρε με μια ρουφηξιά απ’ τη μύτη του». 7. ως επιφών. γραμμή! (στη ναυτική ορολογία) εντολή για σταθερή πορεία. (Ακολουθούν 70 φρ.)·
- άγονη γραμμή, ακτοπλοϊκή γραμμή που δεν αποφέρει κέρδος, γιατί δεν έχει μεγάλη επιβατική κίνηση επειδή συνδέει κάποιο κέντρο με μικρά και απομακρυσμένα νησιά και επιχορηγείται από το κράτος: «τα νησιά της άγονης γραμμής δεν έχουν αναπτυγμένο τουρισμό». (Λαϊκό τραγούδι: αγάπη χάθηκες νωρίς, σαν πλοίο άγονης γραμμής)·     
- ακολουθώ τη γραμμή μου, βλ. φρ. έχω τη γραμμή μου·
- άναψαν οι γραμμές, βλ. φρ. άναψαν τα τηλέφωνα, λ. τηλέφωνο·
- ανοίγω γραμμή, βλ. φρ. πιάνω γραμμή·
- ανοιχτή γραμμή (ενν. τηλεφωνική), ελεύθερη και άμεση τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ δυο ανθρώπων: «οι πρωθυπουργοί των δυο κρατών έχουν ανοιχτή γραμμή μεταξύ τους»·
- αφήνω τη γραμμή, βλ. φρ. βγαίνω απ’ τη γραμμή·
- αφήνω τη γραμμή μου, βλ. φρ. βγαίνω απ’ τη γραμμή μου·
- βάζω γραμμή, α. κατευθύνομαι: «μόλις τέλειωσα τη δουλειά μου, έβαλα γραμμή για το γνωστό μας στέκι». β. επιδιώκω συστηματικά να πετύχω κάτι: «έβαλε γραμμή για βουλευτής κι άρχισε τις περιοδείες του σ’ όλο το νομό || έβαλε γραμμή να πάρει το πτυχίο του και ξημεροβραδιάζεται στο διάβασμα»·
- βάζω κάποια γραμμή ή βάζω σε κάποια γραμμή, βλ. φρ. βάζω μια γραμμή·
- βάζω μια γραμμή ή βάζω σε μια γραμμή, α. νοικοκυρεύω, συγυρίζω, ιδίως έναν κλειστό χώρο: «επιτέλους, μπόρεσα κι έβαλα σε μια γραμμή το υπόγειο». (Λαϊκό τραγούδι: βάλε μια γραμμή στην άστατη καρδιά σου). β. τακτοποιώ διάφορες εκκρεμότητες, τις βάζω σε μια σειρά, σε μια τάξη: «απ’ τη μέρα που έβαλα τις υποθέσεις μου σε μια γραμμή, είμαι πιο ήρεμος». Συνών. βάζω μια αράδα ή βάζω σε μια αράδα / βάζω μια σειρά ή βάζω σε μια σειρά / βάζω μια τάξη ή βάζω σε μια τάξη / βάζω σε μια σειρά και τάξη·
- βάζω στη γραμμή (κάποιους ή κάτι), βάζω, τοποθετώ κάποιους τον έναν πίσω από τον άλλον: «ο αξιωματικός έβαλε στη γραμμή τους στρατιώτες και τους οδήγησε στο πεδίο βολής || έβαλε στη γραμμή τα κιβώτια για να μπορέσει να τα μετρήσει ευκολότερα». Συνών. βάζω στην αράδα (κάποιους ή κάτι) / βάζω στη σειρά (κάποιους ή κάτι) / βάζω σε τάξη (κάποιους ή κάτι ή βάζω τάξη (σε κάποιους ή κάτι)·
- βγάζω γραμμή, βλ. λ. πιάνω γραμμή·
- βγαίνω απ’ τη γραμμή, βγαίνω από μια σειρά ανθρώπων που στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλον για τον ίδιο σκοπό με μένα : «κάποια στιγμή βγήκα απ’ τη γραμμή για ν’ αγοράσω τσιγάρα απ’ το περίπτερο κι όταν επέστρεψα, δε μ’ άφηναν να ξαναπάρω τη θέση μου». Συνών. βγαίνω απ’ την αράδα / βγαίνω απ’ τη σειρά·  
- βγαίνω απ’ τη γραμμή μου, βγαίνω από τον μέχρι τώρα οργανωμένο ρυθμό της ζωής μου, αποδιοργανώνομαι: «τον τελευταίο καιρό το ’ριξα στα γλέντια, γι’ αυτό βγήκα λίγο απ’ τη γραμμή μου». Συνών. βγαίνω απ’ την αράδα μου / βγαίνω απ’ τη σειρά μου / βγαίνω απ’ την τάξη μου· βλ. και φρ. βγαίνω απ’ τη γραμμή·
- βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή, πρωτοστατώ δυναμικά σε διάφορους κοινωνικούς, πνευματικούς ή πολιτικούς αγώνες: «απ’ τα νεανικά μου χρόνια βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή, αγωνιζόμενος για μια καλύτερη κοινωνία»· βλ. και φρ. πολεμώ στην πρώτη γραμμή·
- γραμμή πλεύσεως, προδιαγεγραμμένο σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο θα ενεργήσει κάποιος: «σύμφωνα με τα δεδομένα, πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τη γραμμή πλεύσεως που ήδη σας έχω προτείνει». Από τη ναυτική ορολογία·
- γραμμή πυρός, πολεμικό μέτωπο, όπου διεξάγονται εχθροπραξίες: «στη γραμμή πυρός μάχονται επίλεκτες μονάδες»·
- δεν έχει γραμμή, δεν έχει οργάνωση, σύστημα, τάξη στη δουλειά του και γενικά στη ζωή του: «πώς να πάει μπροστά ο άνθρωπος, αφού δεν έχει γραμμή στη δουλειά του!». Συνών. δεν έχει αράδα / δεν έχει σειρά / δεν έχει τάξη·
- δεν προσέχει τη γραμμή της (του), δεν ενδιαφέρεται αν είναι λεπτή (λεπτός) ή παχιά (παχύς): «όσες φορές επιχείρησε να κάνει δίαιτα, δεν τα κατάφερε, κι έτσι, το πήρε απόφαση και δεν προσέχει πια τη γραμμή της»·  
- διακεκομμένη γραμμή, οδική σήμανση στη μέση του καταστρώματος του δρόμου που, εκτός του ότι οριοθετεί τα δυο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας των τροχοφόρων, επιτρέπει και την προσπέραση: «όπου υπάρχει απόλυτη ορατότητα στην εθνική οδό, υπάρχει και διακεκομμένη γραμμή»·   
- δίνω γραμμή, α. υποδεικνύω τον τρόπο ενέργειας σε κάποιον ή κάποιους: «η κεντρική επιτροπή του κόμματος έδωσε γραμμή στους συνδικαλιστές για νέες απεργιακές κινητοποιήσεις». β. (για τηλεφωνήτριες ή τηλεφωνητές τηλεφωνικών κέντρων) συνδέω τηλεφωνικά κάποιον με άλλον: «επειδή δεν μπορούσα να πιάσω γραμμή απ’ το δωμάτιο του ξενοδοχείου, ζήτησα να μου δώσουν γραμμή απ’ το τηλεφωνικό κέντρο»·
- διπλή γραμμή ή διπλές γραμμές, οδική σήμανση στη μέση του καταστρώματος του δρόμου που, εκτός του ότι οριοθετεί τα δυο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας των τροχοφόρων, απαγορεύει και την προσπέραση ή οδική σήμανση σε στροφή δρόμου μέσα σε κατοικημένη περιοχή που απαγορεύει τη στάση: «επειδή η εθνική οδός στα Τέμπη είναι πολύ στενή, έχει σ’ όλο το μήκος της διπλή γραμμή». (Λαϊκό τραγούδι: θα κάνω στάση σε μια διπλή γραμμή του δρόμου, πόσο κοστίζει μια παράβαση του νόμου
- είναι πιασμένη η γραμμή, βλ. φρ. μιλάει η γραμμή·
- είναι φορτωμένες οι γραμμές, υπάρχει έντονη τηλεφωνική επικοινωνία πολλών ταυτοχρόνως ανθρώπων μεταξύ τους, πράγμα που δυσκολεύει κάποιον να επικοινωνήσει με αυτόν που θέλει: «προσπαθώ ώρες να τον πιάσω, αλλά δεν μπορώ, γιατί είναι φορτωμένες οι γραμμές»·
- είναι φορτωμένη η γραμμή, βλ. συνηθέστ. μιλάει η γραμμή·
- έκλεισε η γραμμή, βλ. φρ. έπεσε η γραμμή·
- έπεσε γραμμή, έχει υποδειχθεί ο τρόπος ενέργειας σε κάποιον ή κάποιους, ιδίως από πολιτικό κόμμα: «έπεσε γραμμή απ’ το κόμμα στους συνδικαλιστές για νέες απεργιακές κινητοποιήσεις»·
- έπεσε η γραμμή, διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιον λόγω στιγμιαίου προβλήματος του τηλεπικοινωνιακού δικτύου: «εκεί που μιλούσαμε, ξαφνικά έπεσε η γραμμή»·
- έπιασα γραμμή, πέτυχα να συνδεθώ τηλεφωνικά με κάποιον: «μόλις έπιασα γραμμή, του ανακοίνωσα την απόφασή μου ν’ αποσύρω την υποψηφιότητά μου για την προεδρία του συλλόγου μας»·
- έρχομαι γραμμή, πηγαίνω εκεί που με καλούν ή επιστρέφω στον προορισμό μου κατευθείαν, χωρίς παρεκκλίσεις: «μόλις με καλέσατε, ήρθα γραμμή ||  μόλις τέλειωσα τη δουλειά μου, ήρθα γραμμή στο σπίτι»·
- έχασα τη γραμμή μου, πάχυνα: «τον τελευταίο καιρό τρώω πολύ κι έχασα τη γραμμή μου»·
- έχει τη γραμμή του, είναι οικονομικά τακτοποιημένος, έχει αξιόλογο κοινωνικό κύκλο, είναι νοικοκυρεμένος: «δεν ζήτησε ποτέ του δανεικά λεφτά από κανέναν, γιατί έχει τη γραμμή του ο άνθρωπος!». Συνών. έχει την αράδα του / έχει τη σειρά του·
- έχω τη γραμμή μου, ενεργώ πάνω σε προδιαγεγραμμένο σχέδιο, ακολουθώ το πρόγραμμά μου: «δε μ’ ενδιαφέρει τι κάνουν οι άλλοι, εγώ έχω τη γραμμή μου»·
- η γραμμή μετώπου, το στρατιωτικό μέτωπο: «όλοι οι μάχιμοι άντρες βρίσκονται στη γραμμή μετώπου»·
- η γραμμή της ζωής, (στη χειρομαντεία) σημάδι στο δέρμα της παλάμης σε μορφή γραμμής, που ανάλογα με το μήκος ή το πάχος της υποδηλώνει τη διάρκεια της ζωής του ατόμου: «η γραμμή της ζωής σου δείχνει πως θα ζήσεις πάνω από εκατό χρόνια!»·
- η γραμμή της καρδιάς, (στη χειρομαντεία) σημάδι στο δέρμα της παλάμης σε μορφή γραμμής, που ανάλογα με την κατεύθυνση και το σχήμα που δίνει, χαρακτηρίζει τη συναισθηματική ζωή του ατόμου: «η γραμμή της καρδιάς σου, δείχνει άστατη ερωτική ζωή»·  
- η πρώτη γραμμή, α. τα σύνορα κράτους και οι μάχιμοι άντρες που υπηρετούν εκεί: «πήρε μετάθεση για την πρώτη γραμμή || η πρώτη γραμμή έχει υψηλό φρόνημα». (Λαϊκό τραγούδι: η δοξασμένη Ελλάδα μας με κάλεσε κοντά της, εκεί στην πρώτη τη γραμμή με όλα τα παιδιά της)· βλ. και φρ. γραμμή πυρός. β. η περιοχή σπουδαίων, πολύ σημαντικών ιδίως γεγονότων: «οι δημοσιογράφοι ήταν στην πρώτη γραμμή για την ενημέρωση του κόσμου σχετικά με το φονικό τσουνάμι τα Χριστούγεννα του 2004 || από μικρό παιδί ήταν στην πρώτη γραμμή των δημοκρατικών αγώνων»·
- θερμή γραμμή, βλ. φρ. κόκκινη γραμμή·
- κίτρινη γραμμή, οδική σήμανση εντός των κατοικημένων περιοχών, δίπλα στα ρείθρα των πεζοδρομίων, που απαγορεύει εντελώς τη στάθμευση κάθε τροχοφόρου: «ακριβώς πάνω στη στροφή υπήρχε κίτρινη γραμμή, για να μπορούν να στρίβουν με άνεση τα λεωφορεία»·
- κόκκινη γραμμή, βλ. συνηθέστ. κόκκινο τηλέφωνο, λ. τηλέφωνο·
- κόπηκε η γραμμή, βλ. φρ. έπεσε η γραμμή·
- κρατώ σκληρή γραμμή, βλ. φρ. κρατώ σκληρή στάση, λ. στάση·
- κρατώ τη γραμμή μου, ενεργώ σύμφωνα με το σχέδιο που είχα προδιαγράψει: «εσείς δεν ξέρω τι θα κάνετε, πάντως εγώ, για να τελειώσω τη δουλειά, θα κρατήσω τη γραμμή μου»· βλ. και φρ. προσέχω τη γραμμή μου·
- μεθοριακή γραμμή, η μεθόριος, τα σύνορα ενός κράτους: «κάθε στρατεύσιμος, αν δεν είναι γιος βουλευτή ή υπουργού, είναι υποχρεωμένος να υπηρετήσει εννιά μήνες απ’ τη θητεία του στη μεθοριακή γραμμή»·
- μιλάει η γραμμή, είναι κατειλημμένο το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο: «προσπαθώ απ’ το πρωί να επικοινωνήσω τηλεφωνικά μαζί του, αλλά συνέχεια μιλάει η γραμμή»·
- μπαίνω σε κάποια γραμμή, βλ. φρ. μπαίνω σε μια γραμμή·
- μπαίνω σε μια γραμμή, α. τακτοποιώ, διευθετώ, νοικοκυρεύω τη ζωή μου, την εργασία μου: «μόλις μπω σε μια αράδα, θα πάω ένα ταξιδάκι». β. αρχίζω να ζω ήρεμη ζωή: «ήταν άνθρωπος γλεντζές και ξενύχτης, αλλά απ’ τη μέρα που παντρεύτηκε, μπήκε σε μια γραμμή». Συνών. μπαίνω σε μια αράδα / μπαίνω σε μια σειρά / μπαίνω σε μια τάξη / μπαίνω σε μια σειρά και τάξη ·
- μπαίνω στη γραμμή, μπαίνω πίσω από αυτούς που στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλον και περιμένουν για τον ίδιο σκοπό με μένα: «μπήκα στη γραμμή για να βγάλω εισιτήριο». Συνών. μπαίνω στην αράδα / μπαίνω στη σειρά·
- μπήκε στη γραμμή (κάποιος), ενώ συνομιλούσα με κάποιον στο τηλέφωνο, συνδέθηκε και κάποιος άλλος στην ίδια τηλεφωνική γραμμή: «κι εκεί που μιλούσαμε για τα χθεσινά γεγονότα, ξαφνικά μπήκε στη γραμμή κάποιος, που ακούστηκε να βρίζει τη γυναίκα του»·
- ξεφεύγω απ’ τη γραμμή μου, βλ. φρ. βγαίνω απ΄ τη γραμμή μου·
- παίρνω γραμμή, α. πηγαίνω, επισκέπτομαι στη σειρά, διαδοχικά διάφορους ανθρώπους, διάφορους χώρους ή σημεία, διάφορα στέκια: «κάθε φορά που έχω οικονομικό πρόβλημα, παίρνω γραμμή τους φίλους μου για να με βοηθήσουν || κάθε βράδυ παίρνω γραμμή τα μπαράκια και τα κοπανάω». Συνών. παίρνω αράδα / παίρνω στη σειρά. β. ενεργώ σύμφωνα με τον τρόπο που μου υποδεικνύει κάποιος ή κάποιοι, ιδίως πολιτικό κόμμα: «αυτός δεν κάνει τίποτα, αν δεν πάρει πρώτα γραμμή απ’ το κόμμα του». γ. αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση: «ευτυχώς που πήρα γραμμή πως ήθελαν να με μπλέξουν σε μια ύποπτη δουλειά, και την κοπάνησα»·
- πάω γραμμή, κατευθύνομαι χωρίς παρεκκλίσεις προς ένα μέρος, προς ένα σημείο: «κάθε βράδυ που χωρίζουμε με την παρέα, πάω γραμμή στο σπίτι μου». (Λαϊκό τραγούδι: και γραμμή στο Μπόστον πάω γιατί πολύ τ’ αγαπάω, βρίσκω όλο  μερακλήδες ομορφάντρες ζεϊμπεκλήδες
- περνώ γραμμή, επιβάλλω συγκεκριμένο τρόπο ενέργειας σε κάποιον ή κάποιους, ιδίως ως πολιτικό κόμμα: «η αντιπολίτευση δεν μπορεί να περάσει γραμμή στην κυβέρνηση σχετικά με το συνταξιοδοτικό»·
- περνώ τη γραμμή μου, επιβάλλω το δικό μου συγκεκριμένο τρόπο ενέργειας σε κάποιον ή σε κάποιους, ιδίως ως πολιτικό κόμμα: «η αντιπολίτευση δεν μπόρεσε να περάσει τη γραμμή της στην κυβέρνηση για το συνταξιοδοτικό»·
- πιάνω γραμμή, συνδέομαι τηλεφωνικώς με κάποιον: «μόλις κατάφερα να πιάσω γραμμή, του διαβίβασα όλα τα καθέκαστα»·
- πολεμώ στην πρώτη γραμμή, πολεμώ εκεί όπου διεξάγονται γενικευμένες εχθροπραξίες, πολεμώ στο μέτωπο: «στο αλβανικό μέτωπο ο πατέρας μου πολέμησε στην πρώτη γραμμή»· βλ. και φρ. βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή·
- προσέχω τη γραμμή μου, κάνω δίαιτα για να διατηρώ τη σιλουέτα μου: «απ’ τη μέρα που άρχισα να προσέχω τη γραμμή μου, νιώθω γενικά άλλος άνθρωπος»·
- πρώτης γραμμής, βλ. φρ. πρώτης τάξεως, λ. τάξη. (Λαϊκό τραγούδι: κιθάρες και μπουζούκια βιολιά πρώτης γραμμής κι ο Παπαϊωάννου στην πόρτα για νταής
- σε γενικές γραμμές, συνοπτικά, περιληπτικά: «πες μας σε γενικές γραμμές πώς έγινε το περιστατικό»·
- σε χοντρές γραμμές, χοντρικά, σε γενικές γραμμές: «σε χοντρές γραμμές κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα»·
- στέκομαι στη γραμμή, παίρνω θέση πίσω από αυτούς που στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλον και περιμένουν για τον ίδιο σκοπό με μένα: «στεκόμουν στη γραμμή μισή ώρα, μέχρι να φτάσω κι εγώ στα εκδοτήρια των εισιτηρίων». Συνών. στέκομαι στην αράδα / στέκομαι στη σειρά·
- της γραμμής, (για μεταφορικά μέσα) που εκτελεί πήγαινε έλα ένα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο δρομολόγιο: «πήρε το πλοίο της γραμμής και πήγε στο νησί του». (Λαϊκό τραγούδι: θα ’ταν δώδεκα του Μάρτη, μεσημέρι Κυριακής, τότε που ’φυγες στρατιώτης μ’ ένα τραίνο της γραμμής
- τον βγάζω απ’ τη γραμμή του, τον υποχρεώνω να ενεργεί διαφορετικά από ό,τι είχε προγραμματίσει, τον αποδιοργανώνω: «η δουλειά του πήγαινε μια χαρά, μέχρι που ήρθε ο άλλος και τον έβγαλε απ’ τη γραμμή του». Συνών. τον βγάζω απ’ την αράδα του / τον βγάζω απ’ τη σειρά του·
- του δίνω τη γραμμή, βλ. φρ. του περνώ τη γραμμή·
- του περνώ τη γραμμή, τον συνδέω τηλεφωνικά στο χώρο που μου υποδεικνύει: «επειδή δεν ήθελε ν’ ακούσει κανείς τη συνομιλία του με τη γυναίκα του, ζήτησε απ’ την τηλεφωνήτριά του να του περάσει τη γραμμή στο ιδιαίτερό του γραφείο»·
- του πήρα τη γραμμή, τον υποσκέλισα και στάθηκα πριν από αυτόν στη σειρά: «πετάχτηκε μέχρι το περίπτερο να πάρει τσιγάρα κι έτσι του πήρα τη γραμμή». Συνών. του πήρα την αράδα / του πήρα τη σειρά·
- του ’φαγα τη γραμμή, τον υποσκέλισα με πονηριά και στάθηκα πριν από αυτόν στη σειρά: «έπιασε κουβέντα μ’ έναν γνωστό του κι εγώ βρήκα την ευκαιρία και του ’φαγα τη γραμμή». Συνών. του ’φαγα την αράδα / του ’φαγα τη σειρά·
- τους βάζω σε κάποια γραμμή, βλ. φρ. τους βάζω σε μια γραμμή·
- τους βάζω σε μια γραμμή, οργανώνω μια ομάδα ανθρώπων έτσι ώστε να δουλεύουν πιο αποδοτικά, να παράγουν περισσότερο έργο: «στο εργοστάσιο επικρατούσε χάος, αλλά ο καινούριος διευθυντής τους έβαλε όλους σε μια γραμμή». Συνών. τους βάζω σε μια αράδα / τους βάζω σε μια σειρά / τους βάζω σε μια τάξη / τους βάζω σε μια σειρά και τάξη·
- τραβώ γραμμή, α. κατευθύνομαι χωρίς παρεκκλίσεις προς ένα μέρος: «απ’ το καφενείο τράβηξε γραμμή για το σπίτι του». (Λαϊκό τραγούδι: όσα βγάζω μου τα παίρνεις, βρε τσαχπίνα, και τραβάς γραμμή να παίξεις στα καζίνα). β. διαχωρίζω τη θέση μου από μια κοινή ενέργεια ή από την ενέργεια κάποιου: «επειδή δε συμφωνώ μαζί σας, εγώ τραβώ γραμμή κι εσείς κάν’ τε ό,τι θέλετε». γ. διαγράφω τις ενέργειες κάποιου, ιδίως τις κακές ή τις παράνομες: «επειδή καταλαβαίνω πως θέλεις να επανορθώσεις, τραβώ γραμμή σ’ όλες τις βλακείες σου και σου δίνω από δω και πέρα νέα ευκαιρία». δ. (για ηλεκτρολόγους) επεκτείνω το ηλεκτρικό δίκτυο σε ένα χώρο: «ζήτησα απ’ τον ηλεκτρολόγο, να τραβήξει μια γραμμή απ’ το σαλόνι στο μπαλκόνι»·
- φεύγω απ’ τη γραμμή, βλ. φρ. βγαίνω απ’ τη γραμμή·
- φεύγω απ’ τη γραμμή μου, βλ. συνηθέστ. βγαίνω απ’ τη γραμμή μου·
- χάνω τη γραμμή μου, α. βγαίνω από μια σειρά ανθρώπων που στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλον για τον ίδιο σκοπό με μένα και δεν μπορώ να επανακτήσω την ίδια θέση που είχα και προηγουμένως: «πετάχτηκα μέχρι την τουαλέτα κι έχασα τη γραμμή μου». β. χάνω τον μέχρι τώρα οργανωμένο ρυθμό της ζωής μου, της εργασίας μου, αποδιοργανώνομαι: «έμπλεξα με κάτι παλιόφιλους στα γλέντια και τα ξενύχτια κι έχασα τη γραμμή μου». Συνών. χάνω την αράδα μου / χάνω τη σειρά μου. γ. παχαίνω: «τον τελευταίο καιρό το ’ριξα στο φαγητό κι έχασα τη γραμμή μου».

γροθιά

γροθιά, η, ουσ. [<μσν. γροθιά <γρόθος <μτγν. γρόνθος], η γροθιά· κάθε ισχυρό χτύπημα εναντίον θεσμού, πολιτικής ή οργανωμένου κυκλώματος: «η αμφισβήτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας υπήρξε γροθιά στο θεσμό της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας || η αποκάλυψη πως πολλοί υπουργοί συνδέονται με άτομα που οργιάζουν στο χώρο των διαπλεκόμενων, υπήρξε γροθιά στην κυβέρνηση || η σύλληψη του εμπορικού πλοίου με τους οχτακόσιους τόνους κοκαΐνης υπήρξε γροθιά στο οργανωμένο κύκλωμα των ναρκωτικών»· βλ. και λ. μπουνιά. (Ακολουθούν 23 φρ.)·
- βαράει τη γροθιά του στο μαχαίρι, αντί να υποχωρήσει, ενεργεί δυναμικά εκεί που δεν πρέπει, εκεί που μπορεί να αποβεί σε βάρος του: «είναι έξυπνος άνθρωπος ο τάδε και, αν δει πως δεν τον παίρνει, δε βαράει τη γροθιά του στο μαχαίρι, όσο κι αν τον προκαλούν». Από το ότι είναι προφανές πως, όποιος βαρέσει τη γροθιά του στο μαχαίρι θα τραυματιστεί σοβαρά·
- είναι για γροθιές, πρέπει να τιμωρηθεί με ξυλοδαρμό ή συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, σαν να επιδιώκει να φάει ξύλο: «αφού παρά τις συμβουλές σου δε βάζει μυαλό, είναι για γροθιές». Για συνών. βλ. φρ. είναι για χαστούκια, λ. χαστούκι·
- εργατιά, εργατιά, ενωμένη μια γροθιά! βλ. λ. εργατιά·
- έφαγα γροθιά στο στομάχι, α. ένιωσα πολύ δυσάρεστα από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε ή εξελίχθηκε κάποια κατάσταση: «όταν σηκώθηκε ο αδερφός μου κι άρχισε να φωνάζει στα καλά καθούμενα, ήταν σα να ’φαγα γροθιά στο στομάχι, γιατί στην παρέα υπήρχαν και τα μελλοντικά πεθερικά μου». β. πλήρωσα φουσκωμένο λογαριασμό: «περάσαμε σπουδαία, δε λέω, αλλά στο λογαριασμό έφαγα γροθιά στο στομάχι». Από το ότι, όταν δέχεται κανείς γροθιά στο στομάχι, δεν αισθάνεται καθόλου καλά από τον ισχυρό πόνο που νιώθει·
- έφαγε γροθιές ή έφαγε τις γροθιές του, ξυλοκοπήθηκε από κάποιον: «μόλις έφαγε τις γροθιές του απ’ τον τάδε, να δεις τι καλά που κάθισε φρόνιμα!». Συνών. έφαγε μπουνιές ή έφαγε τις μπουνιές του·
- μου κάθισε εδώ, γροθιά, μου είναι πολύ αντιπαθητικός: «απ’ την ώρα που τον είδα, μου κάθεται εδώ, γροθιά». Συνοδεύεται από παράλληλη χειρονομία κατά την οποία η γροθιά έρχεται και χτυπάει επανειλημμένα πάνω στο στομάχι. Από την εικόνα του ατόμου που έφαγε λαίμαργα ή πολύ κάποιο φαγητό και νιώθει δυσπεψία. Συνών. μου κάθεται στο στομάχι·    
- παίζουμε γροθιές, μαλώνουμε ανταλλάσσοντας χτυπήματα με γροθιές: «κάτσε φρόνιμα, γιατί θα παίξουμε γροθιές». Συνών. παίξαμε μπουνιές·
- πέφτουν γροθιές, γίνεται άγριος καβγάς: «μόλις μαθεύτηκε πως πέφτουν γροθιές στο καφενείο, έτρεξαν όλοι να πάνε να δουν». Συνών. πέφτουν μπουνιές·
- πλακώνομαι στις γροθιές, συμπλέκομαι με κάποιον ανταλλάσσοντας χτυπήματα με : «είχαν από παλιά προηγούμενα και, μόλις συναντήθηκαν, πλακώθηκαν στις γροθιές». Συνών. πλακώνομαι στις μπουνιές·
- σιδερένια γροθιά, απομίμηση γροθιάς από μέταλλο, συνήθως σίδερο, με τέσσερις ή πέντε τρύπες όπου εισχωρούν τα δάχτυλα και κλείνουν σε γροθιά, που χρησιμοποιείται για επιθετικούς σκοπούς, ιδίως από ανθρώπους του υποκόσμου: «άρχισε να τον χτυπά με τη σιδερένια γροθιά, και σε λίγο το πρόσωπό του είχε γίνει κιμάς»·
- σφίγγω τη γροθιά μου ή σφίγγω τις γροθιές μου, προσπαθώ να καταπνίξω το θυμό μου, την οργή μου: «όση ώρα μ’ έβριζε τ’ αφεντικό μου, έσφιγγα τις γροθιές μου και προσπαθούσα να κάνω υπομονή»·
- τον πέθανα στις γροθιές, βλ. φρ. τον τρέλανα στις γροθιές·  
- τον πλάκωσα στις γροθιές, τον χτύπησα αλλεπάλληλες φορές με τις γροθιές μου, τον γρονθοκόπησα: «επειδή μου πήγαινε συνέχεια κόντρα, τον πλάκωσα στις γροθιές». Συνών. τον πλάκωσα στις μπουνιές·
- τον τάραξα στις γροθιές, τον έδειρα άγρια, τον ξυλοκόπησα: «μόλις μου ’βρισε ο άλλος τη μάνα, τον άρπαξα στα χέρια του και τον τάραξα στις γροθιές». Συνών. τον τάραξα στις μπουνιές·
- τον τρέλανα στις γροθιές, τον ξυλοκόπησα άγρια: «αφού δεν έπαιρνε με το καλό, τον τρέλανα στις γροθιές». Συνών. τον τρέλανα στις μπουνιές·
- του ’δωσα γροθιές ή του ’δωσα τις γροθιές του, βλ. φρ. του ’ριξα γροθιές ή του ’ριξα τις γροθιές του·
- του ’δωσα μια γροθιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια γροθιά·
- του κάθισα μια γροθιά, τον χτύπησα με τη γροθιά μου στο πρόσωπο, ιδίως με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω: «αφού δεν έπαιρνε από λόγια, του κάθισα μια γροθιά κι ησύχασε». Συνών. του κάθισα μια μπουνιά·
- του ’κοψα μια γροθιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια γροθιά·
- του ’ριξα γροθιές ή του ’ριξα τις γροθιές του, τον γρονθοκόπησα και, κατ’ επέκταση, τον νίκησα: «αφού δεν καθόταν φρόνιμα, του ’ριξα τις γροθιές κι ησύχασε». Συνών. του ’ριξα μπουνιές ή του ’ριξα τις μπουνιές του·
- του ’ριξα μια γροθιά, τον χτύπησα με τη γροθιά μου, ιδίως στο πρόσωπο: «λίγο πριν μας χωρίσουν, πρόλαβα και του ’ριξα μια γροθιά». Συνών. του ’ριξα μια μπουνιά·
- του τράβηξα μια γροθιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια γροθιά·
- τρώω γροθιές ή τρώω τις γροθιές μου, δέχομαι γροθιές, με δέρνει κάποιος άγρια και, κατ’ επέκταση, με νικά: «με τον τάδε δε μαλώνω, γιατί είναι πιο δυνατός και τρώω τις γροθιές μου». Συνών. τρώω μπουνιές ή τρώω τις μπουνιές μου.

γυροβολιά

γυροβολιά, η, ουσ. [<μσν. γυροβολιά <ρ. γυροβολώ], η γρήγορη και πλήρης περιστροφή του σώματος, ιδίως σε δημοτικό χορό·
- δίνω μια γυροβολιά, βλ. φρ. ρίχνω μια γυροβολιά·
- δίνω τις γυροβολιές μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γυροβολιές μου·
- κάνω μια γυροβολιά, βλ. φρ. ρίχνω μια γυροβολιά·
- κάνω τις γυροβολιές μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γυροβολιές μου·
- παίρνω μια γυροβολιά, βλ. φρ. ρίχνω μια γυροβολιά·
- παίρνω τις γυροβολιές μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γυροβολιές μου·
- ρίχνω μια γυροβολιά, κάνω μια χορευτική φιγούρα με μια πλήρη περιστροφή του σώματός μου, ιδίως σε δημοτικό χορό: «μόλις άκουσε το κλαρίνο, σηκώθηκε κι έριξε μια γυροβολιά»·
- ρίχνω τις γυροβολιές μου, χορεύω, ιδίως δημοτικό χορό: «κάθε φορά που πηγαίνουμε στο χωριό κι έχει πανηγύρι, ρίχνω κι εγώ τις γυροβολιές μου»·
- τον φέρνω γυροβολιά, α. τον μεταχειρίζομαι διπλωματικά, τον πείθω, τον ξεγελώ, τον εξαπατώ: «αυτός μπορεί να φέρει γυροβολιά και το διάβολο». β. τον νικώ: «είναι πολύ δυνατός και μόνο εσύ μπορείς να τον φέρεις γυροβολιά»·
- φέρνω μια γυροβολιά, βλ. φρ. ρίχνω μια γυροβολιά·
- φέρνω τις γυροβολιές μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γυροβολιές μου.

δαχτυλίδι

δαχτυλίδι, το, ουσ. [<μσν. δακτυλίδιν < υποκορ. του αρχ. δακτύλιος με την κατάλ. -ίδιον], το δαχτυλίδι. 1. (ειδικά) το δαχτυλίδι του αρραβώνα, του γάμου: «πήγε με την κοπέλα του στα μαγαζιά για ν’ αγοράσουν δαχτυλίδια». 2. οτιδήποτε έχει τη μορφή δαχτυλιδιού. 3. στον πλ. τα δαχτυλίδια, (γενικά) τα χρυσαφικά που έχει στην κατοχή του κάποιο άτομο: «έπαιξε στα χαρτιά όλα της τα δαχτυλίδια». (Λαϊκό τραγούδι: μου ’φαγες όλα τα δαχτυλίδια και κοιμάμαι τώρα στα σανίδια). Υποκορ. δαχτυλιδάκι, το·
- αλλάζω δαχτυλίδι ή αλλάζω δαχτυλίδια ή αλλάζω τα δαχτυλίδια, αρραβωνιάζομαι: «την άλλη Κυριακή  αλλάζω δαχτυλίδια με την κόρη του τάδε». Από το έθιμο της αλλαγής δαχτυλιδιών ανάμεσα στους μελλονύμφους. (Λαϊκό τραγούδι: έχω αλλάξει δαχτυλίδι με μια κούκλα σαν στολίδι). Συνών. αλλάζω βέρα ή αλλάζω βέρες ή αλλάζω τις βέρες·
- βάζω δαχτυλίδι, βλ. φρ. αλλάζω δαχτυλίδι. (Λαϊκό τραγούδι: κι από τότε στρείδι μύδι βάλαμε και δαχτυλίδι κι όλοι λέγαν στην παρέα ο ωραίος κι η ωραία
- δίνω το δαχτυλίδι (σε κάποιον), αποχωρώ από μια ηγετική θέση και διορίζω, χρήζω κάποιον αντικαταστάτη μου, χωρίς να κρατηθούν οι νόμιμες διαδικασίες: «ο κύριος Σημίτης έδωσε το δαχτυλίδι στον κύριο Γιώργο Παπανδρέου κι έτσι ανέλαβε την αρχηγία του κόμματος»·  
- μέση δαχτυλίδι, βλ. λ. μέση·
- παίρνω το δαχτυλίδι (από κάποιον), χρήζομαι αντικαταστάτης από κάποιον που αποχωρεί από κάποια ηγετική θέση, χωρίς να κρατηθούν οι νόμιμες διαδικασίες: «ο κύριος Γιώργος Παπανδρέου πήρε το δαχτυλίδι απ’ τον κύριο Σημίτη κι έτσι ανέλαβε την αρχηγία του κόμματος»·
- περνώ δαχτυλίδι ή περνώ δαχτυλίδια ή περνώ τα δαχτυλίδια, αρραβωνιάζομαι ή παντρεύομαι: «την άλλη βδομάδα περνώ τα δαχτυλίδια με την τάδε». Συνών. περνώ βέρα ή περνώ βέρες ή περνώ τις βέρες·
- της (του) γυρίζω το δαχτυλίδι πίσω, α. υπαναχωρώ στην υπόσχεση γάμου που της (του) είχα δώσει, διαλύω τον αρραβώνα μου: «μετά από δυο χρόνια αρραβώνα, του γύρισε το δαχτυλίδι πίσω». β. πιο σπάνια διαλύω το γάμο μου. Συνών. της (του) γυρίζω τη βέρα πίσω·
- τους αλλάζω τα δαχτυλίδια, τους αρραβωνιάζω, τους παντρεύω, γίνομαι κουμπάρος τους: «αυτός που θα τους αλλάξει τα δαχτυλίδια, είναι παιδικός φίλος του γαμπρού». Συνών. τους αλλάζω τις βέρες·
- τους περνώ τα δαχτυλίδια, βλ. φρ. τους αλλάζω τα δαχτυλίδια.

δέκα

δέκα, (οι, τα, το), άκλ. απόλ. αριθμητ. [<αρχ. δέκα], δέκα· (ιδίως για μαθητική βαθμολογία) η ανώτερη βαθμολόγηση στην επίδοση κάποιου μαθητή: «στον έλεγχό του σ’ όλα τα μαθήματα είχε δέκα». (Ακολουθούν 37 φρ.)· 
- άλλαξε δέκα χρώματα, βλ. λ. χρώμα·
- αξίζει για δέκα, (για πρόσωπα, πράγματα ή ενέργειες), έχει πάρα πολύ μεγάλη αξία, σημασία ή δύναμη: «έχει μια γυναίκα που αξίζει για δέκα || αγόρασε ένα αυτοκίνητο που αξίζει για δέκα». (Λαϊκό τραγούδι: ήμουν μικρό κι ανήλικο κι έμπλεξα με γυναίκα· μια μαχαιριά μου έδωσες, που άξιζε για δέκα
- δέκα δέκα, ανά δέκα: «πες τους να ’ρχονται δέκα δέκα»·
- δέκα θα σου δίνω και μία θα μετράς (ενν. μπάτσες, μπουνιές, ξυλιές κ.λπ.), απειλητική έκφραση σε κάποιον, πως θα τον δείρουμε πάρα πολύ, πως θα τον εξουθενώσουμε στο ξύλο: «άσε ήσυχη την κόρη μου, γιατί, αν σε περιλάβω, δέκα θα σου δίνω και μία θα μετράς».
- δέκα με τόνο, (για γνώσεις, διαγώνισμα ή κάποια επίδοση) η ανώτερη, η άριστη βαθμολόγηση: «στο διαγώνισμα που γράψαμε πήρα δέκα με τόνο»·
- δέκα στον παρά, (για πράγματα ή πρόσωπα), βλ. λ. παράς·
- δουλεύει για δέκα, βλ. λ. δουλεύω·
- είναι από δέκα γαβ γαβ και πάνω, βλ. λ. γαβ·
- είναι για δέκα ζωές (κάτι), βλ. λ. ζωή·
- έχει ύφος δέκα καρδιναλίων, βλ. λ. ύφος·
- θα μετρήσω μέχρι το δέκα ή θα μετρήσω ως το δέκα, έκφραση με την οποία δίνουμε συγκεκριμένη προθεσμία σε κάποιον να κάνει κάτι: «θα μετρήσω μέχρι το δέκα κι αν δε φύγεις, θα σε σπάσω στο ξύλο». Από την εικόνα του διαιτητή που, όταν κατά τη διάρκεια πυγμαχικού αγώνα ο ένας από τους δυο πυγμάχους πέσει κάτω ύστερα από χτύπημα του αντιπάλου του, μετράει μέχρι το δέκα, για να του δώσει την ευκαιρία να συνέλθει από το χτύπημα και να σηκωθεί για να συνεχίσει τον αγώνα·
- θα τρώμε με δέκα μασέλες, βλ. λ. μασέλα·
- κάθε τρεις και δέκα, βλ. λ. κάθε·
- κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει, βλ. λ. χέρι·
- κάνει για δέκα, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, έχει μεγάλη αξία, είναι ικανότατος ή είναι πάρα πολύ δυνατός: «αυτός ο υπάλληλός μου κάνει για δέκα || ο καθηγητής μας κάνει για δέκα || αν τύχει, μπορεί να τα βάλει με όσους θέλεις, γιατί κάνει για δέκα»·
- με άριστα το δέκα, βλ. λ. άριστα·
- με ύφος δέκα καρδιναλίων, βλ. λ. ύφος·
- οι δέκα εντολές, βλ. λ. εντολή·
- οι δέκα πληγές του Φαραώ, βλ. λ. πληγή·
- όποιος βαριέται να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει ή όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει, βλ. λ. μέρα·
- όμορφο είναι τ’ όμορφο πέντε φορές και δέκα, μ’ απ’ όλα ομορφότερο η γνωστική γυναίκα, βλ. λ. γυναίκα·
- οχτώ στις δέκα, πάρα πολύ συχνά: «δεν έχει το μυαλό στο κεφάλι του και, οχτώ στις δέκα, φεύγει απ’ το σπίτι του χωρίς να πάρει μαζί του λεφτά»·
- παίρνει ύφος δέκα καρδιναλίων, βλ. λ. ύφος·
- παίρνω δέκα, (ιδίως για μαθητική βαθμολογία) βαθμολογούμαι με την ανώτερη βαθμολογία: «στο μάθημα της Ιστορίας πήρα δέκα». (Λαϊκό τραγούδι: πάντοτε στο τετράδιο βαθμό έπαιρνα δέκα κι αν στη ζωή πήρα μηδέν, τα φταίει μια γυναίκα
- πάρε δέκα! έκφραση αγανάκτησης, που συνοδεύεται από μούντζωμα και με τις δυο παλάμες ή με τη μια παλάμη προτεταμένη και την άλλη να έρχεται να χτυπάει με δύναμη πίσω από την πρώτη. Εδώ, βέβαια, η φρ. κλείνει πολλές φορές, αν όχι πάντα, με το ρε μαλάκα·
- πιάσε δέκα! βλ. φρ. πάρε δέκα(!)·
- σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι! ή σκασίλα μας μεγάλη και δέκα παπαγάλοι! βλ. λ. σκασίλα·
- σκασίλα μου μικρή και δέκα ποντικοί! ή σκασίλα μας μικρή και δέκα ποντικοί! βλ. λ. σκασίλα·
- στ’ αρχίδια μας (μου) και δέκ’ αβγά Τουρκίας, βλ. λ. αρχίδι·
- στο παρά δέκα, λίγο πριν γίνει κάτι, ιδίως κακό, οριστικά και τελεσίδικα: «τον πρόλαβα στο παρά δέκα, πριν υπογράψει το συμβόλαιο και σώθηκε ο άνθρωπος!»·
- το δέκα το καλό, α. (στη γλώσσα του χαρτοπαιγνίου) το δέκα καρό: «το δέκα το καλό στην ξερή μετρά για τρεις πόντους». β. (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) ο παίχτης που φέρει στη ράχη της φανέλας του τον αριθμό δέκα και που θεωρείται πολύ ικανός, ο παίχτης που παίζει στη θέση «σέντερ φορ» και που οργανώνει το επιθετικό παιχνίδι, το δεκάρι: «σήμερα το δέκα το καλό πέταξε δυο γκολάκια». γ. (γενικά) άτομο που παίζει πρωτεύοντα ρόλο σε μια δουλειά ή υπόθεση: «το δέκα το καλό της επιχείρησης είναι ο τάδε». δ. (ειδικά για γυναίκες) πολύ όμορφη γυναίκα: «αν είναι όμορφη η γυναίκα του; Το δέκα το καλό σου λέω!»·  
- το κάνει κάθε τρεις και δέκα, βλ. λ. κάθε·
- το παιχνίδι των δέκα ερωτήσεων, βλ. λ. παιχνίδι·
- του αγίου άναβε κερί και του διαβόλου δέκα, βλ. λ. διάβολος·
- του χαρτοπαίχτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο, δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο, βλ. λ. πιάτο·
- τρώει για δέκα, τρώει πάρα πολύ (όσο δέκα άτομα μαζί): «έχει γίνει εκατό κιλά, γιατί τον τελευταίο καιρό άνοιξε η όρεξή του και τρώει για δέκα». (Λαϊκό τραγούδι: στης ακρίβειας τον καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ και μου δώσαν για γυναίκα που ’τρωγε ψωμί για δέκα). Ακούγεται και για δυο ή για τέσσερις·
- τρώει με δέκα μασέλες, βλ. λ. μασέλα.

διαβατήριο

διαβατήριο, το, ουσ. [ουδ. του επιθ. διαβατήριος <διαβαίνω], το διαβατήριο·
- παίρνω το διαβατήριο, μου επιτρέπεται, μου ανοίγεται ο δρόμος για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού μου: «μετά τη συνταξιοδότηση του διευθυντή μας, πήρα το διαβατήριο για τη διεύθυνση του εργοστασίου || μετά τη νίκη της Κυριακής η ομάδα μας πήρε το διαβατήριο για τον τελικό του κυπέλλου»·
- πήρε διαβατήριο για τον άλλο κόσμο, είναι ετοιμοθάνατος ή πέθανε: «μόλις κατάλαβε πως πήρε διαβατήριο για τον άλλο κόσμο, φώναξε έναν συμβολαιογράφο, για να τακτοποιήσει τα της διαθήκης του || ο τάδε που ζητάς δεν υπάρχει πια, γιατί πριν ένα μήνα πήρε διαβατήριο για τον άλλο κόσμο»·
- της δίνω το διαβατήριο, βλ. φρ. της δίνω το διαβατήριο στο χέρι·
- της δίνω το διαβατήριο στο χέρι ή της δίνω το διαβατήριό της στο χέρι, τη διώχνω από κοντά μου, διακόπτω τον ερωτικό δεσμό που είχα μαζί της ή διαλύω το γάμο μου, τη διώχνω οριστικά: «δεν μπορούσα ν’ ανεχτώ άλλο την γκρίνια της και της έδωσα το διαβατήριο στο χέρι». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το να μάθει ή να καταλάβει ή να τελειώνουμε·
- του δίνω το διαβατήριο, βλ. φρ. του δίνω το διαβατήριο στο χέρι·
- του δίνω το διαβατήριο στο χέρι ή του δίνω το διαβατήριό του στο χέρι, τον διώχνω από τη δουλειά μου, από την επιχείρησή μου, τον απολύω οριστικά: «τον τελευταίο καιρό ήταν όλο κοπάνα και του ’δωσα το διαβατήριο στο χέρι». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το να μάθει ή να καταλάβει ή να τελειώνουμε·
- χάνω το διαβατήριο, κλείνει ο δρόμος για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού μου: «μετά την ήττα της η ομάδα μας έχασε το διαβατήριο για τον τελικό του κυπέλλου».

διαταγή

διαταγή, η, ουσ. [<αρχ. διαταγή <διατάσσω], η διαταγή·
- βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα, οι διαταγές των ανωτέρων δεν επιδέχονται αμφισβήτηση και πρέπει να εκτελούνται οπωσδήποτε: «αφού το ζήτησε ο πατέρας του, βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα»·
- δίνω διαταγή, διατάζω: «ποιος σου έδωσε διαταγή να τους αφήσεις να μπουν μέσα χωρίς εισιτήριο;»·
- είμαι στις διαταγές του, είμαι απόλυτα εξαρτημένος από κάποιον, τον υπηρετώ, είμαι έτοιμος από ανάγκη, υποχρέωση ή επιθυμία, να πραγματοποιήσω κάθε επιθυμία ή εντολή του. Συνών. είμαι στους ορισμούς του·
- η επιθυμία σου είναι για μένα διαταγή, θα εκτελέσω οπωσδήποτε αυτό που επιθυμείς, ιδίως λόγω μεγάλης συμπάθειας: «ζήτα μου ό,τι θέλεις, αγάπη μου, γιατί η επιθυμία σου είναι για μένα διαταγή»·
- μέχρι νεοτέρας διαταγής, μέχρις ότου βγει διαφορετική διαταγή ή απόφαση (ενν. ότι ισχύει αυτή που υπάρχει): «θα εξακολουθήσουμε να δουλεύουμε με τον ίδιο τρόπο, μέχρι νεοτέρας διαταγής». Με τον καιρό, το διαταγής ακούγεται όλο και λιγότερο·
- στις διαταγές σου! ή στις διαταγές σας! λέγεται σε περίπτωση που περιμένουμε από κάποιον που είναι ή θεωρούμε ανώτερό μας να μας δηλώσει την επιθυμία ή την εντολή του για κάτι, ή, αν αυτή έχει γίνει φανερή, δηλώνουμε πως θα πραγματοποιηθεί. Από τη στρατιωτική γλώσσα. Συνών. δούλος σου! ή δούλος σας! ή δούλος σου ταπεινός! ή δούλος σας ταπεινός! / στις προσταγές σου! ή στις προσταγές σας! / στους ορισμούς σου! ή στους ορισμούς σας!

δικαίωμα

δικαίωμα, το, ουσ. [<αρχ. δικαίωμα <δικαιόω-ῶ], το δικαίωμα. 1. το νόμιμο μερτικό: «έχω κι εγώ δικαίωμα στην περιουσία του πατέρα μου». 2. η άδεια που δίνεται σε κάποιον να κάνει κάτι: «ποιος σου ’δωσε το δικαίωμα να μπεις μέσα;». 3. (στη γλώσσα του χαρτοπαιγνίου) η άδεια που ζητάει ο παίχτης από το καρέ να σκεφτεί για λίγο πώς θα παίξει, κάτι που κατά κανόνα παίρνει, και, κατ’ επέκταση, η άδεια που ζητάει κάποιος από κάποιον ή κάποιους να σκεφτεί για λίγο πριν προβεί σε κάποια ενέργειά του·
- ανθρώπινα δικαιώματα, βλ. λ. ανθρώπινος·
- γυρεύω το δικαίωμα ή γυρεύω δικαιώματα, απαιτώ ό,τι δικαιούμαι, έχω απαιτήσεις: «γυρεύει το δικαίωμα, να πάρει κι αυτός άδεια για διακοπές || γυρεύει δικαιώματα, σαν όλους τους δημοκρατικούς ανθρώπους». (Λαϊκό τραγούδι: μαζί σου για να μπερδευτώ γλεντζές πρέπει να είσαι· για να με γυρίζεις ως τα ξημερώματα και πολλά να μη γυρεύεις δικαιώματα
- δικαίωμά μου, λέγεται από κάποιον που ενεργεί ή συμπεριφέρεται όπως αυτός νομίζει ή κρίνει σωστό: «γιατί κάνεις παρέα μ’ αυτόν τον άνθρωπο; - Δικαίωμά μου»·
- δικαίωμα στη διαφορά, βλ. λ. διαφορά·
- δικαιώματα του ανθρώπου, βλ. λ. άνθρωπος·
- δίνω δικαίωμα ή δίνω δικαιώματα (ενν. για σχόλια), δημιουργώ προϋποθέσεις ή αφορμές για σχόλια σε βάρος μου, από άστοχη ενέργεια ή ανάρμοστη συμπεριφορά μου: «με τις κακές παρέες που κάνεις, δίνεις δικαίωμα στον κόσμο να σε σχολιάζει || όταν σε βλέπουν στη γειτονιά να γυρίζεις κάθε βράδυ μεθυσμένος στο σπίτι, δίνεις δικαιώματα στον κόσμο να σε κακολογεί». (Λαϊκό τραγούδι: δικαιώματα δε δίνω,ίχνη πίσω δεν αφήνω κι αν τις νύχτες ξενυχτάω, πάντα σπίτι μου γυρνάω
- δίνω το δικαίωμα (σε κάποιον), επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι: «ποιος σου ’δωσε το δικαίωμα να μπεις μέσα;»·
- είναι δικαίωμά μου, α. είναι προσωπική μου υπόθεση, προσωπική μου επιλογή: «είναι δικαίωμά μου με ποιον θα κάνω παρέα και με ποιον όχι». β. ανήκει στη δικαιοδοσία μου: «εδώ δεν περνάει ο λόγος σου, γιατί είναι δικαίωμά μου να προστάζω τους εργάτες». (Λαϊκό τραγούδι: τι να σου κάνω φύλακα που ’ναι δικαίωμά σου, τα σίδερα της φυλακής και τα κλειδιά δικά σου! 
- έχω δικαίωμα ή έχω το δικαίωμα, δικαιούμαι: «όλοι έχουν το δικαίωμα της μηνιαίας καλοκαιρινής άδειας». (Λαϊκό τραγούδι: έχω δικαίωμα κι εγώ μες στη ζωή· θέλω χαρούμενα σαν άνθρωπος να ζήσω· δε σε παντρεύτηκα να μ’ έχεις φυλακή και σε μια κάμαρη τα νιάτα μου να κλείσω   
- κεκτημένο δικαίωμα, το οποιοδήποτε δικαίωμα, ιδίως εργαζομένου, που έχει κατακτηθεί με αγώνες και θεωρείται αναφαίρετο και μη διαπραγματεύσιμο: «αν επιχειρήσει η κυβέρνηση να θίξει τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων, θα βρει αντιμέτωπη όλη την εργατιά».

δικηγόρος

δικηγόρος κ. δικεόρος, ο, θηλ. δικηγορίνα, η (βλ. λ.), ουσ. [<μτγν. δικηγόρος <δίκη + αγορεύω], ο δικηγόρος. 1. αυτός που έχει το χάρισμα του λέγειν, ο εύγλωττος, ο ρήτορας: «όταν ανοίγει το στόμα του, σκέτος δικηγόρος ο αφιλότιμος!». 2. (στη γλώσσα των ναρκωτικών) η κοκαΐνη «όταν έχει δικηγόρο μαζί του, κάνει μπαμ από χίλια μέτρα μακριά». Υποκορ. δικηγοράκος, ο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 12 φρ.)·
- από δικηγόρο νεαρό, κληρονομιά χαμένη, κι από νεαρό γιατρό, τάφοι γεμισμένοι, βλ. λ. νεαρός·
- βάζω δικηγόρο, αναθέτω σε δικηγόρο κάποια υπόθεσή μου: «έβαλα δικηγόρο να διαπραγματευτεί την αγορά ενός οικοπέδου»·
- βάλε δικηγόρο, α. (στη γλώσσα της αργκό) άλλαξε τακτική, γιατί, αν συνεχίσεις με τον ίδιο τρόπο, δεν έχεις καμιά ελπίδα να γίνει η δουλειά σου: «όπως τα ’κανες τώρα τα πράγματα, βάλε δικηγόρο». β. η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και επιβάλλεται η παρουσία κάποιου ειδικού για να βρεθεί λύση: «αφού βλέπεις πως δεν τα καταφέρνεις μόνος σου σ’ αυτά τα λεπτά ζητήματα, βάλε δικηγόρο να δεις την υγειά σου!». Από το ότι τις δύσκολες υποθέσεις του κάποιος τις αναθέτει στο δικηγόρο του·
- δε θέλω δικηγόρο ή δε θέλουμε δικηγόρο, βλ. φρ. δικηγόρο σε βάλαμε(;)·
- δε σε βάλαμε δικηγόρο ή δε σε βάλανε δικηγόρο, βλ. φρ. δικηγόρο σε βάλαμε(;)·
- δικηγόρο σε βάλαμε; ή δικηγόρο σε βάλανε; λέγεται επιθετικά σε άτομο που, σε μια διαφορά ή σε έναν διαπληκτισμό μας με κάποιον, παίρνει απρόσκλητος το μέρος του ενός ή του άλλου ή εκφέρει τη γνώμη του για το ποιος έχει δίκαιο ή άδικο. Πολλές φορές, η επιθετική αυτή έκφραση εκφέρεται και από τους δυο διαπληκτιζόμενους. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το εσύ γιατί χώνεσαι ή το εσύ τι χώνεσαι. Συνών. καϊμακάμη σε βάλαμε; ή καϊμακάμη σε βάλανε; / κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου) σε βάλανε; ή κεχαγιά στ’ αρχίδια μας (μου) σε βάλανε; / κεχαγιά στο κεφάλι μας (μου) σε βάλανε; ή κεχαγιά στο κεφάλι μας (μου) σε βάλανε; / ντερβέναγα σε βάλαμε; ή ντερβέναγα σε βάλανε; / χωροφύλακα σε βάλαμε; ή χωροφύλακα σε βάλανε(;)·
- δικηγόρος του διαβόλου, βλ. λ. διάβολος·
- κάνει για δικηγόρος, έχει μεγάλη ευχέρεια στο λέγειν, είναι πολύ εύγλωττος: «έχει τόσο ωραίο λέγειν, που κάνει για δικηγόρος»·  
- κάνω το δικηγόρο του διαβόλου, βλ. λ. διάβολος·
- ο δικηγόρος δικηγόρεψη δε θέλει, αυτός που ξέρει καλά τη δουλειά του ή που είναι καλά ενημερωμένος σε κάποιο επίμαχο θέμα, δεν έχει ανάγκη από τη βοήθεια κανενός: «όταν ασχολείται με κάτι το κατέχει απόλυτα κι έτσι ο δικηγόρος δικηγόρεψη δε θέλει»·
- στο γιατρό σου και στο δικηγόρο σου να μη λες ποτέ σου ψέματα, βλ. λ. ψέμα·
-στους δικηγόρους να τα δώσεις! κατάρα υπό τύπο αστεϊσμού σε κάποιον που μας κέρδισε σημαντικό χρηματικό ποσό, ιδίως σε χαρτοπαίγνιο ή άλλο τυχερό παιγνίδι, και που κυριολεκτούμε, όταν αντιληφθούμε πως μας το κέρδισε με δόλο. Είναι και φορές που ακούγεται απλώς στους δικηγόρους! Συνών. στους γιατρούς να τα δώσεις!

δικός

δικός, -ή κ. -ιά, -ό, κτητ. αντων. [<μσν. δικός <μτγν. ἰδικός <αρχ. ἴδιος], ο δικός. 1. (πάντοτε με τις προσωπ. αντων. μου, σου, του, της, μας, σας, τους, των) που συνδέεται στενά με κάποιον, ο συγγενής, ο οικείος, ο φίλος: «ήρθε μ’ όλους τους δικούς του». (Λαϊκό τραγούδι: στο πατρικό το σπίτι μου θέλω για να γυρίσω· με τι κουράγιο όμως να μπω και στους δικούς μου τι να πω, πώς να τους αντικρίσω;). 2α. το αρσ. ως ουσ. ο δικός μου, ο άντρας μου, ο σύζυγός μου, ο ερωμένος μου, ο εραστής μου, ο γκόμενός μου: «την είδα που έκανε βόλτα στην παραλία με τον δικό της». β. το θηλ. ως ουσ. η δική μου και η δικιά μου, η γυναίκα μου, η σύζυγός μου, η ερωμένη μου, η γκόμενά μου: «πήρε τη δικιά του κι έφυγε». 3α. δικέ μου! φιλική προσφώνηση σε άτομο που ταιριάζει πολύ στο χαρακτήρα μου, τα ενδιαφέροντα ή τη φιλοσοφία μου για τη ζωή ή που είναι του ίδιου σιναφιού με μένα. (Λαϊκό τραγούδι: για κάθε πράγμα υπάρχει πάντα η φορά η πρώτη, μείνε μακριά απ’ την πρέζα γιατί δε θα ξεμπλέξεις, το στοίχημα ετούτο αν θες να το κερδίσεις, το μόνο που σου θέλω, δικέ μου, μην το παίξεις). β. λέγεται και αντί ονόματος, όταν δε θέλουμε να αποκαλέσουμε κάποιον με το όνομά του ή όταν δε το γνωρίζουμε: «δικέ μου, σε ζητούσε ο τάδε || από πού μπορώ να πάω, δικέ μου, σ’ αυτή τη διεύθυνση;». γ. επαναλαμβάνεται συχνά πυκνά σε μια διήγηση, χωρίς κανένα λόγο, αλλά μόνο και μόνο από κακιά συνήθεια: «μόλις τους είδα, δικέ μου, φρίκαρα, αλλά, βλέπεις, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, γιατί, δικέ μου, σκέφτηκα πως ήμουν έξω με αναστολή κι αν επενέβαινα, δικέ μου, μπορεί και να μπλεκόμουν άσχημα». (Ακολουθούν 87 φρ.)·   
- απ’ το δικό σου στόμα, βλ. λ. στόμα·
- αρχίζει τα δικά του, βλ. φρ. κάνει τα δικά του. (Λαϊκό τραγούδι: μα μόλις ξανοιχτήκαμε φρεσκάρισε ο μπάτης και η μαργιόλα η θάλασσα, αχ τι καημός, άρχισε τα δικά της
- (αυτό) είναι δική μου δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- (αυτό) είναι δική μου υπόθεση, βλ. λ. υπόθεση·
- (αυτό) είναι δικό μου ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- (αυτό) είναι δικό μου θέμα, βλ. λ. θέμα·
- (αυτό) είναι δικό μου καπέλο, βλ. λ. καπέλο·
- (αυτό) είναι δικό μου πρόβλημα, βλ. λ. πρόβλημα·
- (αυτό) είναι δικός μου λογαριασμός, βλ. λ. λογαριασμός·
- αυτός το δικό του, λέγεται για άτομο που, παρ’ όλες τις συμβουλές μας να κάνει ή να μην κάνει κάτι, αυτό ενεργεί με τον τρόπο που είχε προαποφασίσει, περισσότερο από ξεροκεφαλιά παρά έπειτα από ώριμη σκέψη. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το εκεί: «του έλεγα να μη συνεταιριστεί μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί ήταν απατεώνας, όμως αυτός εκεί, το δικό του, και βέβαια την πάτησε·
- για δικό μου (σου, του, της κ.λπ.) καλό ή για καλό δικό μου (σου, του, της κ.λπ.), βλ. λ. καλός·
- για τα δικά σου μάτια, βλ. λ. μάτι·
- για το δικό μου (σου, του, της κ.λπ) καλό ή για το καλό το δικό μου (σου, του, της κ.λπ), βλ. λ. καλός·
- γίνεται πάντα το δικό του, βλ. φρ. κάνει πάντα το δικό του·
- δε μας φτάναν τα δικά μας, μας φέραν κι απ’ την Πέργαμο, α. λέγεται ειρωνικά, ότανκοντά στη δυσκολία που αντιμετωπίζουμε, προστίθεται και μια άλλη. β. λέγεται ειρωνικά στην περίπτωση που αντιμετωπίζουμε κάποια δυσκολία και έρχεται κάποιος που μας είναι ανεπιθύμητος ή ενοχλητικός. Συνών. δε μας εφτάναν τα μουνιά, μας ήρθαν κι απ’ την Πέργαμο / τα ’χαμε χύμα, μας ήρθαν και τσουβαλάτα·
- δεν είναι δική μου δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- δεν είναι δική μου υπόθεση, βλ. λ. υπόθεση·
- δεν είναι δικό μου ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- δεν είναι δικό μου θέμα, βλ. λ. θέμα·
- δεν είναι δικό μου πρόβλημα, βλ. λ. πρόβλημα·
- δεν είναι δικός μου λογαριασμός, βλ. λ. λογαριασμός·
- δική σου δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- δική σου υπόθεση, βλ. λ. υπόθεση·
- δικό σου ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- δικό σου θέμα, βλ. λ. θέμα·
- δικό σου πρόβλημα, βλ. λ. πρόβλημα·
- δικός μας είναι, έκφραση με την οποία πληροφορούμε την ομήγυρη πως το άτομο που μας συνοδεύει ανήκει στον ίδιο πολιτικό ή παράνομο χώρο με τον δικό μας: «εντάξει παιδιά, δικός μας είναι»· βλ. και φρ. είναι δικός μας·
- δικός σου λογαριασμός, βλ. λ. λογαριασμός·
- δικό σου το μαχαίρι, δικό σου το πεπόνι, βλ. λ. μαχαίρι·
- δικό σου ψωμί τρως, ξένο γκαϊλέ τραβάς, βλ. λ. γκαϊλές·
- έγινε δική μου, α. δέχτηκε να της επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «ένα βράδυ, μετά από δεσμό ολόκληρου μήνα, έγινε δική μου». (Λαϊκό τραγούδι: πως θα γίνω εγώ δική σου, πάψε να το συζητάς. Δε γουστάρω τις παρόλες, σου ξηγήθηκα, στις ταβέρνες και στα καμπαρέ γεννήθηκα). β. δέχτηκε να με παντρευτεί ή με παντρεύτηκε: «μετά από πέντε χρόνια δεσμό έγινε δική μου κι επίσημα». (Λαϊκό τραγούδι: και να της πω τα μυστικά που έχω στην καρδιά μου ότι η κόρη σου καλέ θα γίνει πια δικιά μου
- έγινε το δικό του, βλ. φρ. έκανε το δικό του·
- είναι δικός μας, ανήκει στον ίδιο πολιτικό χώρο με μας ή στο ίδιο σινάφι με μας, ιδίως παράνομο: «μίλα ελεύθερα μπροστά του, γιατί είναι δικός μας || θα τον βάλουμε κι αυτόν στο κόλπο, γιατί είναι δικός μας». (Λαϊκό τραγούδι: ντερβίση μου, να ’ρχόσουνα μια μέρα στο τσαρδί μας, να ’βρισκες τους φίλους μας που ’ναι όλοι δικοί μας)· βλ. και φρ. δικός μας είναι·
- είναι δικό μας παιδί, βλ. λ. παιδί·
- είναι δικό μου παιδί, βλ. λ. παιδί·
- είναι δικός μας άνθρωπος, βλ. λ. άνθρωπος·
- είναι δικός μου, ανήκει στο συγγενικό μου περιβάλλον ή είναι της εμπιστοσύνης μου, της δούλεψης μου, είναι υποτακτικός μου, μπράβος μου, της συμμορίας μου: «όσοι είναι δικοί μου, ορκίζονται στ’ όνομά μου»·
- είναι δικός μου άνθρωπος, βλ. λ. άνθρωπος·
- έκανε το δικό του, έκανε αυτό που ήθελε, παρά την αντίθετη γνώμη ή την αντίθεση των άλλων: «φώναξαν, διαμαρτυρήθηκαν, όμως αυτός έκανε το δικό του». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το στο τέλος και μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το πάλι·
- έπαθα μια δουλειά που ήταν όλη δική μου, βλ. λ. δουλειά·
- έχω δικό μου κεραμίδι, βλ. λ. κεραμίδι·
- έχω τα δικά μου, έχω τις έγνοιες μου, τα προβλήματά μου, τις φροντίδες μου: «όταν έχω τα δικά μου, πώς θέλεις να ενδιαφερθώ για τα δικά σου;»·
- ζει στο δικό του κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
- η γκαμήλα δε βλέπει τη δική της καμπούρα, βλέπει της αντικρινής της, βλ. λ. γκαμήλα·
- η κουρούνα, για να μάθει το περπάτημα της πέρδικας, ξέχασε το δικό της, βλ. λ. κουρούνα· 
- η μισή ντροπή δική μου κι η μισή δική του, βλ. λ. ντροπή·
- θέλει να γίνεται πάντα το δικό του, θέλει να γίνεται πάντα αυτό που επιθυμεί, αυτό που του αρέσει ή αυτό που υποστηρίζει, παρά την αντίθετη γνώμη ή την αντίθεση των άλλων: «δε βγαίνω ποτέ έξω μαζί του για διασκέδαση, γιατί θέλει να γίνεται πάντα το δικό του»· βλ. και φρ. κάνει πάντα το δικό του·
- καθένας ακούει τη δική του μουσική, βλ. λ. μουσική·
- και στα δικά μας! α. ευχή που ανταλλάσσει ένα ζευγάρι ερωτευμένων ή αρραβωνιασμένων, που παρακολούθησε έναν γάμο, με την έννοια να παντρευτούν και αυτοί: «τώρα που πάντρεψες την αδελφή σου και στα δικά μας!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το άι ή το άντε ή το άι τώρα ή το άντε τώρα. β. ειρωνική ή επιθετική έκφραση σε κάποιον, που αδιαφορεί σε αυτό που του λέμε με το στ’ αρχίδια μας(!). γ. κλείνει προληπτικά κάθε πρότασή μας σε κάποιον, με την εντύπωση πως θα μας αποκριθεί ή πως μας αποκρίνεται νοερά με το αδιάφορο στ’ αρχίδια μας(!): «μόλις βρω το κατάλληλο χρηματικό ποσό, σκέφτομαι να κάνω αυτή τη δουλειά, και στα δικά μας!»·
- και στα δικά σας! ευχή σε ζευγάρι ερωτευμένων ή αρραβωνιασμένων, που παρακολούθησε έναν γάμο, με την έννοια να παντρευτούν και αυτοί: «τώρα που παντρεύτηκαν οι φίλοι σας και στα δικά σας!». (Λαϊκό τραγούδι: μα τους έδινε κι ευχές, συμπεθέροι, γεια σας, κι όσες λεύτεροι μαθές, άι και στα δικά σας). Συνήθως της φρ. προτάσσεται το άι ή το άντε ή το άιντε ή το άι τώρα ή άντε τώρα ή το άιντε τώρα·
- και στα δικά σου! ευχή σε ελεύθερο άτομο, που παρακολούθησε έναν γάμο, με την έννοια να παντρευτεί: «αφού πάντρεψες την αδερφή σου, και στα δικά σου!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το άντε ή το άιντε ή το άντε τώρα ή το άιντε τώρα·
- και τα ρέστα δικά σου, βλ. λ. ρέστα·
- και το μερμήγκι με το δικό του το καντάρι σαράντα κιλά ζυγίζει, βλ. λ. μυρμήγκι·
- κάνει πάντα το δικό του, ενεργεί πάντα όπως του αρέσει, όπως υποστηρίζει ή θεωρεί πως είναι σωστό, παρά την αντίθετη γνώμη των άλλων: «όποιος έχει λεφτά, αγόρι μου, δε λογαριάζει κανέναν και κάνει πάντα το δικό του». (Λαϊκό τραγούδι: κάθε γλάστρα στον καιρό της κι η κυρά στον αργαλειό της και το δειλινό ο καλός της κάνει πάντα το δικό της)· βλ. και φρ. θέλει να γίνεται πάντα το δικό του·
- κάνει τα δικά του, α. λέγεται με ειρωνική διάθεση για άτομο που λέει ή κάνει διάφορα πράγματα για να διασκεδάσει την ομήγυρη: «πέρασα απ’ το μπαράκι κι ήταν εκεί ο τάδε, που έκανε τα δικά του». β. λέγεται για άτομο που, προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, προσποιείται ή συμπεριφέρεται με τρόπο που μας είναι γνωστός από προηγούμενες φορές: «θέλει να πάρει άδεια απ’ το διευθυντή και κάνει τα δικά του, βηξίματα, δήθεν εμετό και τέτοια || κάθε φορά που θέλει να του δώσω δανεικά, κάνει τα δικά του, ξέρεις εσύ, τον κυνηγάει δήθεν η εφορία, κλάψες και τα παρόμοια». (Λαϊκό τραγούδι: τόσες φορές σε μάλωσε η δόλια η μαμά σου, μα συ κρυφά τη σκάρωνες, παλιόπαιδο, κι έκανες τα δικά σου). γ. λέγεται για κάτι που συμβαίνει με τρόπο που μας είναι γνωστός από άλλες φορές: «κάθε φορά που σηκώνεται αέρας, η θάλασσα κάνει τα δικά της»·
- κάνω το δικό μου, επιβάλλω αυτό που θέλω παρά την αντίθετη γνώμη ή την αντίθεση των άλλων, πετυχαίνω αυτό που επιδιώκω: «όσο κι αν αντιδρούν οι άλλοι, αν δεν κάνω το δικό μου, θα σκάσω»·
- κατά το δικό σου πήχη πανί δε σου πουλούν, βλ. λ. πήχης·
- κι αυτός με τα δικά του ή κι αυτός τα δικά του, λέγεται ειρωνικά ή απαξιωτικά για άτομο, που ενώ συμβαίνουν σοβαρά πράγματα, αυτό ασχολείται με τα προσωπικά του που εντέλει είναι και επουσιώδη: «όλος ο κόσμος ξεσηκώθηκε για τη μείωση των μισθών και των συντάξεων που μελετά η κυβέρνηση, κι αυτός τα δικά του!». (Λαϊκό τραγούδι: άσε με, πια, αγόρι μου, και τράβα στη δουλειά σου, εδώ καράβια χάνονται κι εσύ με τα δικά σου)· 
- λέει τα δικά του, α. συζητά πράγματα που είναι εντελώς προσωπικά ή επαναλαμβάνει συνέχεια την προσωπική του γνώμη ή άποψη: «εδώ ενδιαφερόμαστε πώς θα ξεπεράσουμε το πρόβλημα κι αυτός λέει τα δικά για το γιο του που είναι στην Ιταλία || όλοι έχουν διαφορετική άποψη για την υπόθεση κι αυτός εξακολουθεί να λέει τα δικά του». β. (υποτιμητικά) λέει ανοησίες, βλακείες: «μην πάρεις τη γνώμη του τάδε, γιατί αυτός λέει τα δικά του»·
- λέμε τα δικά μας, κουβεντιάζουμε πράγματα που μας συνέδεαν ή που μας συνδέουν: «είχαμε καιρό να βρεθούμε και πίνοντας ένα ποτηράκι λέμε τα δικά μας». (Λαϊκό τραγούδι: έλα να κουβεντιάσουμε να πούμε τα δικά μας, να ξαναζωντανέψουμε τα ντέρτια τα παλιά μας
- λουφ δικό μου, βλ. λ. λουφ·
- με δικές μου δυνάμεις ή με τις δικές μου δυνάμεις ή με τις δικές μου τις δυνάμεις, βλ. λ. δύναμη·
- με δικό σου άνθρωπο φάε και πιες, αλισβερίσι μην έχεις, βλ. λ. αλισβερίσι·
- με τους δικούς μου όρους, βλ. λ. όρος·
- μην τα θες κι όλα δικά σου! ειρωνική παρατήρηση σε άτομο που, ενώ όλα του πηγαίνουν καλά στη ζωή του, δυσανασχετεί με την πρώτη αναποδιά ή δυσκολία που του παρουσιάζεται. (Τραγούδι: τώρα ήρθε η σειρά σου για να κλάψει η σειρά σου μην τα θες όλα δικά σου μ’ αγαπάς δε σ’ αγαπώ
- μονά ζυγά δικά του, βλ. λ. μονός·
- μου το ’δωσε για δικό μου, μου το χάρισε: «επειδή είχε δυο στιλό, το ένα μου το ’δωσε για δικό μου»·
- ο δικός σου, α. γενικά το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος: «τότε σηκώθηκε ο δικός σου και τους έκανε τ’ αλατιού». β. λέγεται και με ειρωνική διάθεση: «επειδή έχει λεφτά ο δικός σου, έχει την εντύπωση πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει»·
- ο δικός τους, (στη γλώσσα της φυλακής) ο προδότης, ο καταδότης, ο σπιούνος: «κάθε φορά που βλέπουμε να ’ρχεται ο δικός τους, αλλάζουμε κουβέντα και μιλάμε περί ανέμων και υδάτων»·
- ο παπάς κοιτάει τη δικιά του παπαδιά, βλ. λ. παπάς·
- ο ράφτης, όταν κόβει την τσόχα, τη δική του βγάζει πρώτα, βλ. λ. ράφτης·
- όλα τα σπίτια σπίτια μου, κι όλες οι αυλές δικές μου, βλ. λ. σπίτι·
- όλων οι κώλοι κλάνουνε, κι ο δικός μου μήτε πριτ, βλ. λ. πριτ·
- όταν καίγεται το σπίτι του διπλανού, η φωτιά θα φτάσει και στο δικό σου, βλ. λ.σπίτι·
- πέρασε το δικό του, βλ. φρ. έγινε το δικό του·
- πες το με δικά σου λόγια, βλ. λ. λόγος·
- που ήταν όλη δική του (όλο δικό του), βλ. λ. όλος·
- σημασία ο δικός σου, βλ. λ. σημασία·
- τα δικά μας είναι καρύδια κι ακούγονται, τα δικά τους σύκα και δεν ακούγονται, βλ. λ. καρύδι·
- τα δικά μας παιδιά, βλ. λ. παιδί·
- τα δικά σου δικά σου και τα δικά μου δικά σου! α. απευθύνεται στο πρόσωπο που σε κάποια μοιρασιά, μαζί με το μερίδιο που του ανήκει, επιδιώκει να καρπωθεί και το δικό μας μερίδιο. β. λέγεται σε κάποιον, όταν στην περίπτωση κατανομής ευθυνών προσπαθεί να απαλλαγεί των δικών του και να εκμεταλλευτεί την παρουσία μας, να μας προσεταιριστεί, ώστε να καταλογιστούν οι δικές μας θετικές ενέργειες μαζί με τις τυχόν δικές του·
- τα θέλει μονά ζυγά δικά του ή μονά ζυγά δικά του τα θέλει, βλ. λ. μονός·
- τα θέλει όλα δικά του ή όλα δικά του τα θέλει, α. είναι μεγάλος πλεονέκτης, μεγάλος συμφεροντολόγος: «δεν κάνω ποτέ δουλειά μαζί του, γιατί τα θέλει όλα δικά του». β. θέλει να γίνεται πάντα αυτό που επιθυμεί, αυτό που του αρέσει, αυτό που υποστηρίζει: «δε βγαίνω ποτέ μαζί του, γιατί τα θέλει όλα δικά του και με σέρνει πότε από δω και πότε από κει»·
- την έκανα δική μου, α. της επέβαλα τη σεξουαλική πράξη, τη χάρηκα ερωτικά είτε με δόλο είτε με τη βία είτε με τη θέλησή της: «απ’ τη μέρα που την έκανε δική του, έπαψε να τρέχει πίσω της». (Λαϊκό τραγούδι: θα σε κάνω ’γω δική μου κι όλα τούτα που μου λες δεν τ’ ακούω ’γω, μικρή μου, κι άφησε τις μαργιολιές). β. την παντρεύτηκα: «αφού είχαμε τρία χρόνια δεσμό, τη ζήτησα απ’ τους δικούς της και την έκανα επίσημα δική μου»·
- της δικιάς σου ο πετροβόλος, βλ. λ. πετροβόλος·
- τι λέει ο δικός σου! α. λέγεται θαυμαστικά για τα λόγια που λέει κάποιος, άσχετο, αν είναι φίλος μας ή όχι: «πω πω, τι λέει ο δικός σου!». β. λέγεται ειρωνικά, κοροϊδευτικά ή επιτιμητικά για τις ανοησίες που λέει κάποιος, άσχετο, αν είναι φίλος μας: «τι λέει μωρέ ο δικός σου!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το για δες. Συνών. τι λέει ο άλλος! / τι λέει ο άνθρωπος! / τι λέει το άτομο! / τι λέει το πρόσωπο(!)·
- το μαχαίρι για τους οχτρούς κι η ψωλή για τους δικούς, βλ. λ. ψωλή·
- τριχίτσα δική μου ή τριχίτσες δικές μου, βλ. λ. τριχίτσα·
- χαράζω τη δική μου πορεία, βλ. λ. πορεία.

δίφραγκο

δίφραγκο, το, ουσ. [<δις + φράγκο], το δίφραγκο·
- δε δίνω δίφραγκο, βλ. συνηθέστ. δε δίνω δραχμή (τσακιστή), λ. δραχμή·
- δεν αξίζει δίφραγκο, α. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος  είναι ασήμαντο, ανάξιο λόγου: (Τραγούδι: τ’ αγόρι μου τ’ αγόρι μου τ’ αγόρι μου, το βλέμμα του το γέλιο του ροσόλι, μπροστά του δεν αξίζουν ούτε δίφραγκο, δεν πιάνουν χαρτωσιά οι άντρες όλοι ). β. (για εμπορεύματα ή πράγματα) που η τιμή του, η αξία του, είναι ασήμαντη, μηδαμινή: «έδωσε ένα κάρο λεφτά και πήρε αυτό το πράγμα, που δεν αξίζει δίφραγκο»·
- δεν αφήνει δίφραγκο, βλ. συνηθέστ. δεν αφήνει δεκάρα, λ. δεκάρα·
- δεν έχω δίφραγκο, δεν έχω καθόλου χρήματα, δεν υπάρχει δίφραγκο: «φιλαράκι μου, δεν μπορώ να σε βοηθήσω, γιατί δεν έχω δίφραγκο». (Λαϊκό τραγούδι: και τώρα που ρεστάρισα με αποφεύγουν όλοι, γιατί δεν έχω δίφραγκο μέσα στο πορτοφόλι
- δεν κάνει δίφραγκο, βλ. φρ. δεν αξίζει δίφραγκο·
- δεν κοστίζει δίφραγκο, βλ. φρ. δεν αξίζει δίφραγκο·
- δεν πιάνει δίφραγκο, βλ. φρ. δεν αξίζει δίφραγκο·
- δεν υπάρχει δίφραγκο, δεν έχω καθόλου χρήματα, δεν έχω δίφραγκο. (Λαϊκό τραγούδι: κι εν τω μεταξύ κι εν τω μεταξύ δεν υπάρχει δίφραγκο ούτε για ταξί
- τέρμα τα δίφραγκα! α. λέγεται στην περίπτωση που βάζουμε τέλος στις υποχωρήσεις, στις παροχές, ή που δηλώνουμε αποφασιστικά ότι τελείωσε, δεν υπάρχει άλλο στήριγμα, άλλη ευκαιρία: «αφού κανείς σας δεν αναγνώρισε μέχρι τώρα την ανεκτική μου στάση, γι’ αυτό από δω και πέρα τέρμα τα δίφραγκα! || σ’ έχω δώσει χίλιες φορές μέχρι τώρα δανεικά κι ευχαριστώ δεν άκουσα, γι’ αυτό τέρμα τα δίφραγκα! || θα μου βάλεις ακόμα μια μερίδα φαγητό; -Τέρμα τα δίφραγκα!». Από την παλιά συνήθεια των εισπρακτόρων της αστικής συγκοινωνίας, οι οποίοι, όταν τελείωνε η διαδρομή των επιβατών εκείνων που είχαν κόψει εισιτήριο των δυο δραχμών, τους προειδοποιούσαν με τη φράση αυτή ότι πρέπει να κατέβουν ή ότι πρέπει να το ανανεώσουν ή ανακοίνωναν με ειρωνική διάθεση στους αφηρημένους επιβάτες ή σε κείνους που μισοκοιμούνταν πάνω στα καθίσματά τους πως γενικά η διαδρομή έφτασε στο τέρμα της. β. έκφραση ανακούφισης από κάποιον, που επιτέλους έφερε σε πέρας κάποια δουλειά ή έφτασε στο τέλος κάποιας προσπάθειάς του: «τέλειωσες με τη δουλειά που ήσουν μπερδεμένος; -Τέρμα τα δίφραγκα!».

δρόμος

δρόμος, ο, ουσ. [<αρχ. δρόμος (= τρέξιμο) <δραμεῖν, απαρέμφ. αόρ. β΄ του ρ. τρέχω], ο δρόμος. 1. η διάρκεια μιας πορείας: «στο δρόμο για το σπίτι του είπε όλα τα καθέκαστα». 2. η διαδρομή ανάμεσα σε δυο σημεία, η μετάβαση και η επιστροφή: «έκανα πολλούς δρόμους μέχρι να ολοκληρώσω τη μετακόμιση || μου ’μειναν ακόμη δυο δρόμοι για να μεταφέρω όλο το εμπόρευμα». 3. η διαδρομή που ακολουθεί κάποιος για να φτάσει στον προορισμό του: «μπέρδεψα το δρόμο κι άργησα να ’ρθω || δεν μπορώ να βρω το δρόμο για να ’ρθω στο σπίτι σου». 4. το τρέξιμο: «θέλησα να ’ρθω γρήγορα και λαχάνιασα απ’ το δρόμο». 5. ως επιφών. δρόμο! φύγε, φύγετε αμέσως, φύγε, φύγετε γρήγορα. 6. (για μουσική) μελωδικός τρόπος πάνω στον οποίο χτίζεται ένα κομμάτι.. Συνών. μακάμι. 7. (στη ναυτική γλώσσα) η ταχύτητα του πλοίου: «ο πλοίαρχος έδωσε εντολή για μισό δρόμο», δηλ. για ελάττωση της ταχύτητας. 8. (στη γλώσσα της αργκό) αυτός που διακινεί τα λαθραία: «είχα ένα κάρο πράμα στην καβάτζα, αλλά δεν πέρασε ο δρόμος να τα πάρει». Υποκορ. δρομάκος, ο κ. δρομάκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 199 φρ.)·
- αγώνας δρόμου, βλ. λ. αγώνας·
- αλλάζουν οι δρόμοι μας, α. παίρνουμε διαφορετικές κατευθύνσεις: «μέχρι εδώ ήρθαμε μαζί, από δω και πέρα όμως αλλάζουν οι δρόμοι μας». β. χωρίζουμε, διαλύουμε τον ερωτικό ή το φιλικό δεσμό μας, ακολουθούμε διαφορετική πορεία στη ζωή μας: «μια και δεν μπορέσαμε να κάνουμε χωριό, αλλάζουν οι δρόμοι μας». (Λαϊκό τραγούδι: άκου πώς κλαίει ο μπαγλαμάς, δεν ήταν η χαρά για μας. Δάκρυ τα τέλια στάζουνε, οι δρόμοι μας αλλάζουνε
- αλλάζω δρόμο, α. ενεργώ, συμπεριφέρομαι διαφορετικά απ’ ό,τι προηγουμένως προς το καλό ή προς το κακό: «αν δεν αλλάξεις δρόμο, θα καταστραφείς». (Λαϊκό τραγούδι: γιατί το δρόμο σου ν’ αλλάξεις για δυο στολίδια, άμυαλη, τρελή; Και το στεφάνι σου να το πετάξεις, να γίνεις στη ζωή αμαρτωλή;). Συνών. αλλάζω βιολί / αλλάζω σκοπό / αλλάζω τακτική. β.ενώ βαδίζω πάνω σε μια οδό, ξαφνικά, αλλάζω κατεύθυνση, επειδή είδα κάποιον, και, κατ’ επέκταση, αποφεύγω συστηματικά να συναντήσω κάποιο άτομο: «μόλις τον βλέπει, αλλάζει δρόμο, γιατί του χρωστάει ένα κάρο λεφτά»· βλ. και φρ. αλλάζω το δρόμο μου·
- αλλάζω το δρόμο μου, παρεκτρέπομαι ηθικά: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε με κάτι παλιοπαρέες, άλλαξε το δρόμο του αυτό το παιδί». (Λαϊκό τραγούδι: γιατί το δρόμο σου ν’ αλλάξεις για δυο στολίδια, άμυαλη, τρελή, και το στεφάνι σου να το πετάξεις, να γίνεις στη ζωή αμαρτωλή
- αν δε φυσάει, δεν παίρνει δρόμο, δεν ασχολείται με κάτι, αν δεν έχει οικονομικά κίνητρα, οικονομικά οφέλη: «τις μεγάλες ιδέες τις αφήνει για τους ιδεολόγους, γιατί αυτός, αν δε φυσάει, δεν παίρνει δρόμο». Από την εικόνα του ιστιοφόρου, που δεν κινείται, όταν δεν πνέει αέρας· 
- αν έχασες το δρόμο σου, ή ρώτα ή γύρνα πίσω, αν αποτύχεις σε μια δουλειά, ή ζήτα τη συνδρομή κάποιου έμπειρου ή παράτησέ την για να έχεις λιγότερη ζημιά: «στις δουλειές σου πρέπει να είσαι αποφασιστικός κι αν έχασες το δρόμο σου, ή ρώτα ή γύρνα πίσω»·
- αν με φέρει ο δρόμος (μου), αν περάσω συμπτωματικά από κάποιο σημείο, από κάποιο μέρος: «αν με φέρει ο δρόμος απ’ τη γειτονιά σου, θα ’ρθω απ’ το σπίτι σου να σε δω»· 
- ανάμεσα στον ανήφορο και στον κατήφορο υπάρχει και ο ίσιος δρόμος, βλ. φρ. ο μέσος δρόμος·
- άνθρωπος του δρόμου, βλ. λ. άνθρωπος·
- ανοίγω δρόμο, α. παραμερίζω δεξιά αριστερά το πλήθος, τα εμπόδια με τα χέρια μου και προχωρώ: «άνοιγε δρόμο μέσα στο συνωστισμό και προχωρούσε με κόπο || άνοιγε δρόμο ανάμεσα απ’ την πυκνή βλάστηση || άνοιγε δρόμο ανάμεσα απ’ τους εχθρούς και προχωρούσε». (Επαναστατικό τραγούδι: με το ντουφέκι μου στον ώμο σε πόλεις, κάμπους και βουνά, της λευτεριάς ανοίγω δρόμο, της στρώνω βάγια και περνά).β. δημιουργώ πέρασμα σε δύσβατη περιοχή: «μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι άνοιγε δρόμο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση». γ. αναπτύσσω ταχύτητα, ιδίως με το αυτοκίνητο ή τη μοτοσικλέτα μου: «έξω απ’ την Κατερίνη άνοιξα δρόμο και σε λίγο ήμουν στη Θεσσαλονίκη»· βλ. και φρ. ανοίγω το δρόμο και του ανοίγω το δρόμο·
- ανοίγω νέους δρόμους, α. πρωτοτυπώ, πρωτοπορώ: «στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης υπήρξαν πολλοί άξιοι δάσκαλοι, που άνοιξαν νέους δρόμους στην Παιδεία». β. δημιουργώ νέες προοπτικές για πολλούς: «η συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στα δυο κράτη άνοιξε νέους δρόμους στο εμπόριο»·
- ανοίγω το δρόμο, α. καθαρίζω το δρόμο από τα εμπόδια που είχε και τον παραδίδω πάλι στην κυκλοφορία: «τα νομαρχιακά μηχανήματα άνοιξαν το δρόμο απ’ τα χιόνια και η συγκοινωνία διεξάγεται ομαλά». β. (για πρόσωπα) είμαι πρωτοπόρος σε έναν τομέα, συμβάλλω στην πρόοδο, στην εξέλιξη, εγκαινιάζω μια νέα συμπεριφορά ή ανακαλύπτω πρώτος κάτι: «πολλοί άξιοι επιστήμονες άνοιξαν το δρόμο στο χώρο της ιατρικής επ’ ωφελεία του ανθρώπου». γ. ξεκαθαρίζω ένα πρόβλημα ή μια κατάσταση νωρίτερα από κάποιον άλλον, με αποτέλεσμα να επωφεληθεί αργότερα και αυτός: «ευτυχώς είχα μια μεγαλύτερη αδερφή, που έβγαινε τα βράδια μέχρι αργά, κι έτσι μου άνοιξε το δρόμο να ξενυχτώ κι εγώ || η αποδέσμευση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων άνοιξε το δρόμο σε πολλούς ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων, να κρατούν ανοιχτά τα μαγαζιά τους μέχρι τις πρωινές ώρες»·
- άνοιξε ο δρόμος, α. ελευθερώθηκε από την κυκλοφορία των οχημάτων, παρατηρείται αισθητά ομαλή κυκλοφορία των οχημάτων: «το πρωί που κατέβαινα στη δουλειά, στο δρόμο υπήρχε μποτιλιάρισμα, αλλά κατά τις δέκα, όπως μου είπαν, άνοιξε ο δρόμος». β. καθαρίστηκε από τα εμπόδια που είχαν προκύψει και παραδόθηκε πάλι στην κυκλοφορία: «τα νομαρχιακά μηχανήματα καθάρισαν τους βράχους που έπεσαν απ’ τη διπλανή πλαγιά κι έτσι άνοιξε ο δρόμος»·
- απόμεινε στους πέντε δρόμους, βλ. φρ. έμεινε στους πέντε δρόμους·
- απομένω στους πέντε δρόμους, βλ. φρ. είμαι στους πέντε δρόμους·
- αφήνω δρόμο, παραμερίζω: «τον είδα που ερχόταν βιαστικά, γι’ αυτό άφησα δρόμο να περάσει»·
- αφήνω στο δρόμο (κάποιον), εγκαταλείπω κάποιον αβοήθητο στο δρόμο: «άφησε στο δρόμο χτυπημένο άνθρωπο κι έφυγε»· βλ. και φρ. πετώ στο δρόμο·
- αφήνω στους πέντε δρόμους, εγκαταλείπω κάποιον, ιδίως την οικογένειά μου, χωρίς να έχει οικονομικούς πόρους, στέγη και προστασία: «άφησε την οικογένειά του στους πέντε δρόμους κι εξαφανίστηκε με μια γκόμενα». (Λαϊκό τραγούδι: έφυγες και με άφησες οχ, μέσα στους πέντε δρόμους· μάρτυρες έχω τους γειτόνους
- αφήνω τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους ή αφήνω τα πράγματα να τραβήξουν το δρόμο τους, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- βαδίζω στο δρόμο του Θεού ή βαδίζω το δρόμο του Θεού, ακολουθώ τη χριστιανική διδασκαλία: «είναι καλός και δίκαιος άνθρωπος κι από μικρός βαδίζει το δρόμο του Θεού»·
- βαδίζω στον ίσιο δρόμο ή βαδίζω τον ίσιο δρόμο, βλ. φρ. βαδίζω στον καλό δρόμο·
- βαδίζω στον κακό δρόμο ή βαδίζω τον κακό δρόμο ή βαδίζω στο δρόμο τον κακό ή βαδίζω το δρόμο τον κακό, ζω στην αλητεία, στην παρανομία, στη διαφθορά: «όποιος βαδίζει στο δρόμο τον κακό, δεν έχει καλό τέλος»·
- βαδίζω στον καλό δρόμο ή βαδίζω τον καλό δρόμο ή βαδίζω στο δρόμο τον καλό ή βαδίζω το δρόμο τον καλό, ζω σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες, είμαι νομοταγής: «ποτέ κανένας δε μ’ ενόχλησε, γιατί βαδίζω στο δρόμο τον καλό»·
- βγάζω στο δρόμο, βλ. συνηθέστ. βγάζω στο κλαρί, λ. κλαρί·
- βγάζω τ’ άπλυτά του στο δρόμο, βλ. λ. άπλυτα·
- βγαίνω απ’ το δρόμο, (για οδηγούς) εκτρέπομαι από την ομαλή πορεία μου: «κάποια στιγμή αφαιρέθηκα έτσι όπως οδηγούσα, και βγήκα απ’ το δρόμο»·
- βγαίνω απ’ το δρόμο μου, εκτρέπομαι από το πρόγραμμά μου: «απ’ τη μέρα που βγήκες απ’ το δρόμο σου, αντιμετωπίζεις συνέχεια προβλήματα»·
- βγαίνω απ’ το δρόμο του Θεού, βλ. φρ. φεύγω απ’ το δρόμο του Θεού·
- βγαίνω απ’ τον ίσιο δρόμο, παρεκτρέπομαι ηθικά ή παύω να είμαι νομοταγής: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε με κάτι αλήτες, βγήκε απ’ τον ίσιο δρόμο»·
- βγαίνω στο δρόμο ή βγαίνω στους δρόμους, διαδηλώνω δυναμικά για κάποιο αίτημά μου ή διαδηλώνω την αντίθεσή μου σε κάτι: «η σκληρή οικονομική πολιτική της κυβέρνησης έβγαλε στο δρόμο τους συνταξιούχους, που ζητούν αύξηση των συντάξεών τους || οι εγκληματικοί βομβαρδισμοί του Ν.Α.Τ.Ο. εναντίον των αμάχων στη Σερβία έβγαλαν στους δρόμους τον κόσμο, αξιώνοντας την κατάπαυση των αεροπορικών επιδρομών». (Επαναστατικό τραγούδι: παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους, γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους
- βγαίνω στους δρόμους, περιπλανιέμαι στην πόλη. (Λαϊκό τραγούδι: πάλι μες τους δρόμους βγήκα για καινούρια γκόμενα, πάλι μόνο μου με βλέπω για τα βράδια τα επόμενα)· βλ. και φρ. βγαίνω στο δρόμο·
- βρίσκεται σε σωστό δρόμο ή βρίσκεται στο σωστό δρόμο, α. ακολουθεί σωστή τακτική, προκειμένου να δώσει λύση σε κάτι, να ανακαλύψει κάτι ή να φέρει σε πέρας μια δουλειά ή μια υπόθεση: «ο ανακριτής βρίσκεται σε σωστό δρόμο, όσον αφορά την εξιχνίαση του εγκλήματος || ο αρχιτέκτονας με διαβεβαίωσε πως τα σχέδια βρίσκονται στο σωστό δρόμο». β. (για δουλειές ή υποθέσεις) εξελίσσεται σύμφωνα με το προδιαγεγραμμένο σχέδιο: «οι εργασίες βρίσκονται σε σωστό δρόμο»·
- βρίσκεται στο δρόμο, βλ. φρ. είναι στο δρόμο·
- βρίσκεται στο δρόμο για…, βλ. φρ. είναι στο δρόμο για(…)·
- βρίσκω δρόμο, βρίσκω διέξοδο: «αν δεν έβρισκα δρόμο ανάμεσα στους θάμνους, θα περιπλανιόμασταν ακόμα μέσα στο δάσος»·
- βρίσκω το δρόμο, προσανατολίζομαι, βρίσκω τη σωστή κατεύθυνση: «δεν μπορούσα να βρω το δρόμο μέσα στη νύχτα»·
- βρίσκω το δρόμο μου, α. μετά από ένα διάστημα στην αλητεία ή στην παρανομία, επανέρχομαι στο σωστό δρόμο, ομαλοποιώ τη ζωή μου: «απ’ τη μέρα που ξέκοψε από κείνη την παρέα, βρήκε πάλι το δρόμο του». (Λαϊκό τραγούδι: γι’ αυτό, μη νοιάζεσαι τι κάνω. Εκεί που έφτασες δε φτάνω Κλειδώσου πίσω από την πόρτα κι εγώ το δρόμο μου θα βρω). β. κατασταλάζω επαγγελματικά: «μη στενοχωριέσαι για το γιο σου, νέος είναι ακόμα, θα βρει το δρόμο του»· βλ. και φρ. παίρνω το δρόμο μου·
- για το δρόμο, οτιδήποτε παίρνει κάποιος για να το χρησιμοποιήσει στη διάρκεια μιας διαδρομής, μιας πορείας: «η μητέρα του του ετοίμασε κάνα δυο σάντουιτς για το δρόμο». (Τραγούδι: το δισάκι του στον ώμο για το δρόμο για το δρόμο). Για τους ανθρώπους της νύχτας και ειδικά για τους μπαρόβιους, είναι γνωστό πως την ώρα που έφευγαν από τα μπαρ έπαιρναν μαζί τους και ένα ποτήρι με ουίσκι για να το πιουν κατά την πορεία τους για κάπου, ιδίως για το σπίτι τους·
- γυναίκα του δρόμου, βλ. λ. γυναίκα·
- γυρίζω στους δρόμους, περιπλανιέμαι άσκοπα εδώ κι εκεί και, κατ’ επέκταση, αλητεύω: «αντί να γυρίζεις όλη μέρα στους δρόμους, στρώσε τον κώλο σου κάτω να περάσεις κανένα μάθημα στο Πανεπιστήμιο!». (Λαϊκό τραγούδι: έρωτα φύγε από δω, με πλήγωσες και σου ζητώ ελεημοσύνη, ζητιάνος τώρα αληθινός γυρνώ στους δρόμους σαν τρελός και σαν χαμίνι
- γυρίζω στους πέντε δρόμους, είμαι εγκαταλελειμμένος από όλους, είμαι πάμφτωχος, χωρίς στέγη και προστασία: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, τον ξέχασαν όλοι και γυρίζει στους πέντε δρόμους». (Λαϊκό τραγούδι: μάνα μου, γιατί να με γεννήσεις, βάσανα να νιώσω και στερήσεις, στην ψευτιά αυτού του κόσμου να ’μαι πάντα μοναχός μου, μέσ’ στους πέντε δρόμους να γυρνώ
- δε βρίσκονται τα λεφτά στο δρόμο ή δε βρίσκονται στο δρόμο τα λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
- δε βρίσκονται τα χρήματα στο δρόμο ή δε βρίσκονται στο δρόμο τα χρήματα, βλ. λ. χρήματα·
- δείχνω το δρόμο (σε κάποιον), α. πληροφορώ, κατατοπίζω κάποιον ποια διεύθυνση να ακολουθήσει για να φτάσει στον προορισμό του: «με σταμάτησε κάποιος άγνωστος και με παρακάλεσε να του δείξω το δρόμο για το σιδηροδρομικό σταθμό». β. επιχειρώ πρώτος κάτι καλό και δίνω το παράδειγμα σε άλλους που ακολουθούν να το επαναλάβουν: «η εθνική νέων με τη νίκη της, έδειξε το δρόμο στην εθνική ανδρών»· βλ. και φρ. χαράζω το δρόμο·
- δεν υπάρχει άλλος δρόμος, αναγκαστική εφαρμογή ή δράση λόγω έλλειψης εναλλακτικής λύσης: «πρέπει να καταλάβετε πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, γιατί σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα σας ή μονοιάζετε και μοιράζεστε την περιουσία του ή, αν δε γίνει αυτό, την αφήνει σε κάποιο ίδρυμα. Διαλέγετε και παίρνετε». (Λαϊκό τραγούδι: δεν υπάρχει ευτυχία που να κόβεται στα τρία, στην περίπτωσή μας όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος). Συνών. δεν υπάρχει άλλος τρόπος·
- δεν υπάρχει ψυχή στο δρόμο, βλ. λ. ψυχή·
- δουλεύει ο δρόμος, βρίσκεται στην κυκλοφορία: «τα νομαρχιακά μηχανήματα καθάρισαν τις πέτρες από τις κατολισθήσεις κι απ’ το μεσημέρι δουλεύει πάλι ο δρόμος»·
- δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, λέγεται για άτομο που βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση, σε συνεχή πορεία. (Λαϊκό τραγούδι: δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω σε βουνά και σε γκρεμνό. Κι όμως ζω και τυραννιέμαι στον δικό της τον καημό). Συνήθως χρησιμοποιείται κατά τη διήγηση παραμυθιού, και μάλιστα πολλές φορές, επαναλαμβανόμενο·
- δρόμος μετ’ εμποδίων, προσπάθεια ή επιδίωξη που αντιμετωπίζει ή που αντιμετώπισε πολλά προβλήματα, πολλά εμπόδια: «κατάφερα να χτίσω κι εγώ ένα σπιτάκι, αλλά ήταν για μένα δρόμος μετ’ εμποδίων». Από το ομώνυμο άθλημα, κατά το οποίο οι δρομείς διατρέχουν μια απόσταση υπερπηδώντας παράλληλα και κάποια εμπόδια·
- δρόμος χωρίς επιστροφή, κατάσταση που οδηγεί στη σίγουρη καταστροφή: «ο δρόμος των ναρκωτικών είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή»·
- δρόμος χωρίς τέλος, κατάσταση που διαιωνίζεται αρνητικά: «η χαρτοπαιξία είναι ένας δρόμος χωρίς τέλος»·
- δώσ’ το δρόμο! (για πράγματα) πέταξέ το, αχρήστευσέ το: «δώσ’ το δρόμο αυτό το ρολόι, που είναι απ’ τον καιρό του Νώε!»·
- δώσ’ τον (την) δρόμο! (για πρόσωπα) διώξ’ τον, διώξ’ την: «αφού είναι μεθύστακας, δώσ’ τον δρόμο! || αφού δεν ταιριάζετε δώσ’ την δρόμο!»·
- δώσ’ του δρόμο! φύγε, απομακρύνσου γρήγορα: «δώσ’ του δρόμο, γιατί έρχονται να σε πιάσουν!»·
- είμαι στο δρόμο, α. βρίσκομαι σε κίνηση, σε πορεία, βαδίζω σε κάποιον δρόμο, και, κατ’ επέκταση, έρχομαι, πηγαίνω: «δεν μπορούσα να σε ειδοποιήσω, γιατί ήμουν στο δρόμο || θα τα πούμε άλλη φορά, γιατί τώρα είμαι στο δρόμο για τη δουλειά». β. δεν έχω δουλειά, δεν έχω θέση εργασίας: «απ’ τη μέρα που έκλεισε το εργοστάσιο, είμαι στο δρόμο». γ. δεν έχω σπίτι να μείνω μόνιμα: «μετά απ’ τους σεισμούς είμαι στο δρόμο, γιατί το σπίτι μου κρίθηκε κόκκινο και κοιμάμαι πότε στον έναν και πότε στον άλλον»·
- είμαι σε σωστό δρόμο ή είμαι στο σωστό δρόμο, βρίσκομαι στη σωστή πορεία για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού: «στην αρχή δυσκολεύτηκα λίγο, αλλά τώρα είμαι στο σωστό δρόμο και η υπόθεσή μου εξελίσσεται κανονικά»·
- είμαι στους πέντε δρόμους, είμαι εγκαταλελειμμένος από όλους και πάμφτωχος, είμαι χωρίς στέγη και προστασία: «έπεσαν έξω οι δουλειές μου, με χώρισε η γυναίκα μου, με ξέχασαν οι φίλοι μου και τώρα είμαι στους πέντε δρόμους»·
- είναι ανοιχτός ο δρόμος, α. δεν έχει εμπόδια, μπορεί κανείς να τον περάσει ελεύθερα, μπορεί κανείς να τον διαβεί άφοβα: «μόλις έστριψαν τη γωνία, το ’βαλαν στα πόδια, γιατί ήταν ανοιχτός ο δρόμος || τ’ αυτοκίνητα κινούνται ομαλά, γιατί είναι ανοιχτός ο δρόμος». β. υπάρχουν ευοίωνες προοπτικές, προβλέπεται καλή εξέλιξη: «τέλειωσε εσύ τις σπουδές και μην ανησυχείς, γιατί μετά είναι ανοιχτός ο δρόμος»·
- είναι από δρόμο, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, μόλις έχει επιστρέψει από κάπου μακριά, από κάποιο ταξίδι: «αφήστε τον άνθρωπο λίγο να ξεκουραστεί, γιατί είναι από δρόμο»·
- είναι για δρόμο, α.(για πρόσωπα) είναι έτοιμος να αναχωρήσει για κάπου: «είναι στο δωμάτιό του κι ετοιμάζει τη βαλίτσα του, γιατί είναι για δρόμο». β. έχω την πρόθεση να διώξω από κοντά μου το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος: «απ’ όλη την παρέα μας είναι για δρόμο ο τάδε, γιατί μπλέχτηκε με τα ναρκωτικά»· βλ. και φρ. το ’χω για δρόμο·
- είναι γυαλί ο δρόμος ή ο δρόμος είναι γυαλί, βλ. λ. γυαλί·
- είναι ένας του δρόμου, (για άντρες) δεν μπορεί να μείνει για μεγάλο διάστημα στο σπίτι του, του αρέσει να γυρίζει μέσα στους δρόμους, και, κατ’ επέκταση, είναι αλήτης: «τον τελευταίο καιρό τον βλέπω σπάνια, γιατί κάνει παρέα με τον τάδε, που είναι ένας του δρόμου»·
- είναι καθρέφτης ο δρόμος ή ο δρόμος είναι καθρέφτης, βλ. λ. καθρέφτης·
- είναι μια του δρόμου, (για γυναίκες) είναι πόρνη: «άφησε την τάδε, που είναι κορίτσι, από σπίτι και τα ’φτιαξε με κείνη την άλλη, που είναι μια του δρόμου»·
- είναι ο μόνος δρόμος, δεν υπάρχει άλλος τρόπος ενέργειας για την επίτευξη κάποιου σκοπού, αποτελεί μονόδρομο: «απεργία είναι ο μόνος δρόμος για την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων μας». Πρβλ.: εμπρός λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι, αντίσταση και πάλη (Εργατικό ή πολιτικό σύνθημα)·
- είναι στο δρόμο, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, έρχεται ή πηγαίνει κάπου: «θ’ αργήσει να ’ρθει ο τάδε; -Είναι στο δρόμο || θα πρέπει να φτάσει όπου να ’ναι, γιατί είναι στο δρόμο»·
- είναι στο δρόμο για…, πηγαίνει, κινείται προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση: «έφυγε πριν από ώρα απ’ το σπίτι και τώρα σίγουρα θα είναι στο δρόμο για τη Θεσσαλονίκη»·
- είναι τζάμι ο δρόμος ή ο δρόμος είναι τζάμι, βλ. λ. τζάμι·
- έμεινα στο δρόμο, (για οδηγούς αυτοκινήτων) σταμάτησα την πορεία μου υποχρεωτικά από μηχανική βλάβη του αυτοκινήτου μου ή από άλλη αιτία: «όπως ερχόμουνα απ’ τα Μουδανιά, έμεινα στο δρόμο από σαζμάν || έμεινα στο δρόμο από βενζίνα»·
- έμεινε στο δρόμο, (για αυτοκίνητα) έπαθε μηχανική βλάβη και ακινητοποιήθηκε: «μετά την πρώτη στροφή των Μουδανιών τ’ αμάξι μου έμεινε στο δρόμο από διαφορικό»·
- έμεινε στους πέντε δρόμους, έμεινε ολομόναχος, πάμφτωχος, χωρίς στέγη και προστασία: «κάποτε είχε λεφτά με ουρά, αλλά τα ’χασε όλα στα χαρτιά κι έμεινε στους πέντε δρόμους». (Λαϊκό τραγούδι: το βλέπει να γκρεμίζεται και η καρδιά του σκίζεται! Από φίλους παρανόμους, έμεινε στους πέντε δρόμους!)· βλ. και φρ. είμαι στους πέντε δρόμους·
- ένα τσιγάρο δρόμος, η απόσταση που διανύει κανείς, ιδίως με τα πόδια, και που διαρκεί όσο και το κάπνισμα ενός τσιγάρου: «δεν είναι μακριά, μπορώ να σου πω ότι είναι ένα τσιγάρο δρόμος»·
- ένας δρόμος μας χωρίζει ή μας χωρίζει ένας δρόμος, κατοικούμε στην ίδια γειτονιά, είμαστε γείτονες, τα σπίτια μας είναι αντικριστά: «μα και βέβαια τον ξέρω τον άνθρωπο, αφού μας χωρίζει ένας δρόμος»·
- έχω πολύ δρόμο ακόμα, βρίσκομαι ακόμα πολύ μακριά από τον προορισμό μου, χρειάζεται να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια ακόμα για την επίτευξη κάποιου σκοπού μου: «έχουμε πολύ δρόμο ακόμα για να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη || μέχρι τώρα τα πράγματα πάνε καλά, αλλά έχω πολύ δρόμο ακόμα για να πάρω το πτυχίο μου»·
- η δουλειά πήρε το δρόμο της, βλ. λ. δουλειά·
- κάθεται η πομπή στο δρόμο και γελά τον κόσμο όλο, βλ. λ. πομπή·
- και πάρε και δρόμο! επιτείνει την έκφραση πάρε δρόμο! (βλ. φρ.). (Λαϊκό τραγούδι: δε σε θέλω, δε σε θέλω πια δε σ’ αγαπώ· δε σε θέλω, και πάρε και δρόμο,και τράβα στο καλό
- και στο δρόμο να τα βρεις, μέτρα τα ή και στο δρόμο να τα βρεις, μέτρησέ τα (ενν. τα λεφτά), (συμβουλευτικά) δεν πρέπει να φεύγεις χωρίς να μετρήσεις μπροστά του τα χρήματα που σου έδωσε κάποιος από κάποια συναλλαγή σας, γιατί, ως γνωστό, εκ της απομακρύνσεως εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται· βλ. και λ. ταμείο. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μωρέ·
- καινούριος δρόμος, το νέο ξεκίνημα, η νέα αρχή, ο νέος προσανατολισμός: «κατάλαβε πως με τις αλητείες δεν είχε προκοπή, γι’ αυτό ξεκίνησε έναν καινούριο δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: το παρελθόν το πονηρό το βλέπω με τρόμο, θέλω να ζήσω να χαρώ σ’ έναν καινούριο δρόμο
- καλό δρόμο! ευχή σε κάποιον που αποχωρεί από κάπου για να πάει στο σπίτι του ή ευχή σε κάποιον που ξεκινάει για ταξίδι. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άντε ή άντε και·
- κατεβαίνω στο δρόμο ή κατεβαίνω στους δρόμους, βλ. φρ. βγαίνω στο δρόμο·
- κλείνω το δρόμο, τοποθετώ εμπόδιο ή παρεμβάλλομαι ως εμπόδιο στο δρόμο που βαδίζει κάποιος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τον διαβεί: «με τις κατολισθήσεις έπεσαν πολλά βράχια κι έκλεισαν το δρόμο για τρεις μέρες || έχουν κλείσει οι αστυνόμοι τους κεντρικούς δρόμους, γιατί περιμένουν επισήμους || οι στρατιώτες μας έκλεισαν το δρόμο στον εχθρό και σταμάτησαν την προέλασή του»· βλ. και φρ. του κλείνω το δρόμο·
- κόβω δρόμο, ακολουθώ συντομότερη πορεία για να φτάσω στον προορισμό μου: «άφησε τη δημοσιά κι έκοψε δρόμο μεσ’ απ’ το δάσος»·
- κόβω το δρόμο, βλ. φρ. κλείνω το δρόμο·
- μ’ άφησε δρόμους, με προσπέρασε και προηγείται κατά πολύ: «με τέτοια αυτοκινητάρα που έχει, πώς να μη μ’ αφήσει δρόμους!»·
- μ’ άφησε στο δρόμο, α. (για αυτοκίνητα) έπαθε μηχανική βλάβη, ακινητοποιήθηκε: «θα πάω τ’ αυτοκίνητο για σέρβις, γιατί προχτές, όπως γυρνούσα απ’ τα Μουδανιά, μ’ άφησε στο δρόμο». β. (για πρόσωπα) με εγκατέλειψε αβοήθητο: «έλεγε πως μ’ αγαπούσε, αλλά με την πρώτη δυσκολία μ’ άφησε στο δρόμο»· βλ. και φρ. αφήνω στο δρόμο (κάποιον)·
- μ’ έριξε στο δρόμο, με εγκατέλειψε και με άφησε αβοήθητο και άστεγο: «μόλις μου ’φαγε τα λεφτά μ’ έριξε στο δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: εγώ κι αν καταστράφηκα, θα ξαναγίνω πάλι. Κι αν τη ζωή μου χάλασα και μ’ έριξες στο δρόμο, σαν παλικάρι θα σταθώ στου χωρισμού τον πόνο
- μ’ έφαγαν οι δρόμοι, κουράστηκα υπερβολικά περπατώντας, ιδίως ψάχνοντας, να βρω κάποιον ή κάτι: «μ’ έφαγαν οι δρόμοι μέχρι να σε βρω || μ’ έφαγαν οι δρόμοι μέχρι να βρω τη διεύθυνσή σου». (Λαϊκό τραγούδι: ήρθα προχτές με το Μηνά για να σ’ αλλάξω γνώμη, μα δεν σε βρήκα πουθενά και μ’ έφαγαν οι δρόμοι)· βλ. και φρ. με τρώνε οι δρόμοι·
- μ’ έφαγαν οι πέντε δρόμοι, επιτείνει της έννοια της παραπάνω φρ.: «μ’ έφαγαν οι πέντε δρόμοι, μέχρι να σε βρω». (Λαϊκό τραγούδι: έκανα λάθος και σου ζήτησα συγνώμη. Έκανα λάθος και μετάνιωσα πολύ. Γιατί μ’ αφήνεις να με φάν’ οι πέντε δρόμοι μη με κρατάς μακριά απ’ το φιλί
- μαζεύω απ’ το δρόμο (κάποιον ή κάτι), α. παρέχω σε κάποιον προστασία, στέγη και τα μέσα της διαβίωσής του: «αν δεν τον μάζευε ο φίλος του απ’ το δρόμο, όταν χρεοκόπησε, θα πέθαινε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι». (για γονείς) βρίσκω το παιδί μου που παίζει στο δρόμο και το φέρνω στο σπίτι: «επειδή βράδιασε, βγήκε να μαζέψει απ’ το δρόμο το γιο της». (Τραγούδι: ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω κι αν με γυρέψεις, είμαι ακόμα στην αλάνα, ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω, μη με μαζεύεις απ’ το δρόμο ακόμη μάνα).β. βρίσκω τυχαία κάτι στο δρόμο και το παίρνω: «όπως ερχόμουν, μάζεψα απ’ το δρόμο έναν αναπτήρα»·
- με πέταξαν στο δρόμο, με έδιωξαν απροκάλυπτα από τη δουλειά μου, από τη θέση εργασίας που κατείχα: «επειδή δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές του εργοστασίου, με πέταξαν στο δρόμο μαζί με δέκα άλλους»·
- με πέταξε στο δρόμο, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ή του καταστήματος που είχα με ενοίκιο, με έκανε εκβιαστικά έξωση: «απ’ τη στιγμή που δεν είχα να του δώσω την αύξηση που μου ζητούσε στο νοίκι, με πέταξε στο δρόμο»·
- με τρώνε οι δρόμοι, χάνω πολύτιμο χρόνο από κάτι, επειδή αναγκάζομαι να διανύω μεγάλες αποστάσεις: «η δουλειά μου βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση απ’ το σπίτι μου και, κάθε μέρα δουλειά σπίτι, με τρώνε οι δρόμοι»· βλ. και φρ. τον έφαγαν οι δρόμοι·
- με φέρνει ο δρόμος, περνώ συμπτωματικά, τυχαία από κάποιο σημείο, από κάποιο μέρος: «δε θέλω να ’χεις παράπονο, γιατί κάθε φορά που με φέρνει ο δρόμος απ’ τη γειτονιά σου, έρχομαι και σε βλέπω»·
- μεγαλώνω στους δρόμους, ζω χωρίς οικογενειακή φροντίδα και προστασία: «από μικρό παιδί μεγάλωσε στους δρόμους κι όμως έγινε μεγάλος και τρανός»·
- μένω στο δρόμο, α. βρίσκομαι χωρίς εργασία, χωρίς δουλειά: «πολύ θα μείνουν στο δρόμο με την οικονομική κρίση που έρχεται». β. δεν έχω μόνιμη κατοικία, μόνιμη στέγη: «μετά απ’ τους σεισμούς, μένω στο δρόμο, γιατί γκρεμίστηκε το σπίτι μου και κοιμάμαι πότε στη μάνα μου και πότε στον αδερφό μου»· βλ. και φρ. μ’ άφησε στο δρόμο·
- μένω στους δρόμους, βλ. φρ. μένω στους πέντε δρόμους·
- μένω στους πέντε δρόμους, μένω πάμφτωχος, χωρίς στέγη και προστασία: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, μένει στους πέντε δρόμους». (Λαϊκό τραγούδι: στους πέντε δρόμους έμεινα και σπίτι δε γνωρίζω. Μάνα μου που σε πίκρανα και σ’ είχα φαρμακώσει, τ’ ήσουν για μένα στη ζωή αργά το έχω νιώσει
- μην κόβεις το δάχτυλο που σου δείχνει το δρόμο, βλ. λ. δάχτυλο·
- μια τσιγάρα δρόμος, βλ. συνηθέστ. ένα τσιγάρο δρόμος·
- μπαίνω στο δρόμου μου, βλ. φρ. παίρνω το δρόμο μου·
- μπαμπάκι ο δρόμος σου! βλ. λ. μπαμπάκι·
- μπήκε σε σωστό δρόμο ή μπήκε στο σωστό δρόμο, βλ. φρ. βρίσκεται σε σωστό δρόμο·
- μπήκε στο δρόμο της, (για δουλειές ή υποθέσεις) μετά από ένα διάστημα δυσκολιών εξελίσσεται κανονικά, εξελίσσεται ομαλά: «στην αρχή είχα κάποια προβλήματα με τη δουλειά μου, αλλά τώρα μπήκε στο δρόμο της»·
- ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα, ειρωνική απάντηση ή απάντηση αδιαφορίας σε κάποιον, που για κάποιο λόγο μας ανακοινώνει με εκβιαστική διάθεση πως θα αποχωρήσει από την ομήγυρη, από τον τόπο ή από το χώρο στον οποίο βρισκόμαστε, και έχει την έννοια μπορείς να φύγεις ό,τι ώρα θέλεις, δε σε κρατάει κανείς με το ζόρι, μας είναι αδιάφορη η φυγή σου, η αποχώρησή σου·
- ο δρόμος που γελάει, χαρακτηρισμός παγωμένου δρόμου: «να φοβάσαι το δρόμο που γελάει και οδηγείς με μεγάλη προσοχή»·
- ο δρόμος της αγάπης, βλ. φρ. ο δρόμος του Θεού·
- ο δρόμος της αμαρτίας, η πορεία του ανθρώπου στη ζωή που δε συμβαδίζει με τις επιταγές της χριστιανικής θρησκείας: «ο δρόμος της αμαρτίας οδηγεί στο πυρ το εξώτερο»·
- ο δρόμος της απωλείας, βλ. φρ. ο δρόμος της αμαρτίας·
- ο δρόμος της αρετής, η ηθική ως επιλογή ζωής: «πολλοί τον αναφέρουν, αλλά λίγοι είναι αυτοί που περπατούν το δρόμο της αρετής»·
- ο δρόμος της αρετής και της κακίας, ο δρόμος της ηθικής και της διαφθοράς ως δίλημμα στη ζωή του ανθρώπου. Από την ελληνική μυθολογία. Πρβλ.: μες στη ζωή δρόμοι ανοίγονται σωρό, κι όποιον γουστάρεις τον τραβάς κι όπου σε βγάλει (Λαϊκό τραγούδι)·
- ο δρόμος της ζωής, η πορεία του ανθρώπου στη ζωή: «ο δρόμος της ζωής έχει πολλές δυσκολίες». (Λαϊκό τραγούδι: χαράματα γεννήθηκα, χαράματα πεθαίνω. Εδώ τελειώνει φαίνεται ο δρόμος της ζωής μου, ο στεναγμός, τα δάκρυα, το δράμα της ψυχής μου
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι πάντα στρωμένος με δάφνες, στη ζωή του κανείς δε γνωρίζει μόνο επιτυχίες: «πρέπει να φιλοσοφήσεις αυτή την αποτυχία σου, γιατί ο δρόμος της ζωής δεν είναι πάντα στρωμένος με δάφνες»·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με άνθη, βλ. φρ. ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ρόδα, βλ. φρ. ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, στη ζωή του αντιμετωπίζει κανείς δυσκολίες, στενοχώριες: «πρέπει να ’σαι συγκεντρωμένος κι έτοιμος ν’ αντιμετωπίσεις τα χειρότερα, γιατί ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα»·
- ο δρόμος της κακίας, η ανηθικότητα ως επιλογή ζωής: «όσοι ακολουθούν το δρόμο της κακίας, δεν έχουν καλό τέλος»·
- ο δρόμος της καμήλας, βλ. λ. καμήλα·
- ο δρόμος της παρανομίας, η παρεκτροπή από τη νομιμότητα: «όσοι ακολουθούν το δρόμο της παρανομίας συνήθως δεν έχουν καλό τέλος»·
- ο δρόμος του Θεού, η πορεία του ανθρώπου στη ζωή σύμφωνα με τις επιταγές της χριστιανικής θρησκείας: «ο δρόμος του Θεού, οδηγεί στην αιώνια ζωή»·
- ο δρόμος του κακού, η κακία ως επιλογή ζωής: «ο δρόμος του κακού είναι η κόλαση της επίγειας ζωής»·
- ο δρόμος του καλού, η καλοσύνη ως επιλογή ζωής: «ο δρόμος του καλού προσφέρει ευτυχία και γαλήνη σ’ αυτόν που τον ακολουθεί»·
- ο δύσκολος δρόμος, η πορεία του ανθρώπου στη ζωή με προβλήματα, με δυσχέρειες: «όταν βρισκόμουν στο δύσκολο δρόμο, κανείς δεν ήρθε να με βοηθήσει». (Λαϊκό τραγούδι: κάνε υπομονή και κράτα και στο δύσκολο το δρόμο με χαμόγελο περπάτα
- ο ίσιος δρόμος, ο τίμιος δρόμος της ζωής: «άφησε τις κακές παρέες του και ξαναμπήκε στον ίσιο δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: είναι της μάνας τ’ όνομα αγάπη και λατρεία, ο ίσιος δρόμος στη ζωή, η ζεστασιά στα κρύα
- ο κακός δρόμος, η πορεία του ανθρώπου μέσα στην αλητεία, την παρανομία: «ο κακός δρόμος έχει καταστρέψει πολλούς ανθρώπους». (Λαϊκό τραγούδι: υπήρξα πάντα φίλος σου και πάντα σ’ αγαπούσα και στον κακό το δρόμο σου σε παρακολουθούσα
- ο καλός δρόμος, βλ. φρ. ο ίσιος δρόμος. (Λαϊκό τραγούδι: να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό για να ’σαι πάντα μες στο δρόμο τον καλό)·
- ο μεγάλος δρόμος, η κεντρική λεωφόρος ή η εθνική οδός: «στο τρίτο στενό, όπως πας, θα στρίψεις αριστερά και θα βγεις στο μεγάλο δρόμο || στο μεγάλο δρόμο τ’ αυτοκίνητα αναπτύσσουν μεγάλες ταχύτητες». (Λαϊκό τραγούδι: βλέπω τις κούρσες να περνούν απ’ το μεγάλο δρόμο και συ το ξέρω πως γελάς με το δικό μου πόνο
- ο μέσος δρόμος, τακτική, δράση που αποφεύγει τις ακραίες καταστάσεις: «για να μην έχουμε συγκρούσεις, ενδείκνυται ο μέσος δρόμος»·
- ο παράνομος δρόμος, βλ. φρ. ο δρόμος της παρανομίας. (Λαϊκό τραγούδι: στους δρόμους τους παράνομους μαύρη μοίρα μ’ έριξε. Ως κι η μάνα μου ακόμα, που με τάιζε στο στόμα, απ’ το σπίτι μ’ έδιωξε
- ο στραβός δρόμος, α. η παρεκτροπή από τη νομιμότητα, η παρανομία, η αλητεία ως επιλογή ζωής: «στην κατάσταση που βρίσκεται, δεν μπορεί να καταλάβει πως είναι στο στραβό δρόμο, αργότερα θα χτυπάει το κεφάλι του». β. ο λανθασμένος τρόπος αντιμετώπισης ενός προβλήματος, η λανθασμένη στάση: «ξανασκέψου το θέμα κι άφησε το στραβό δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: πόσες φορές δεν μ’ έκανε το πείσμα σου να κλάψω, μα το στραβό το δρόμο σου δεν μπόρεσα ν’ αλλάξω
- ο τίμιος δρόμος, ο ενστερνισμός της τιμιότητας και της δικαιοσύνης στην πορεία της ζωής: «ο τίμιος δρόμος ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου»·
- ο τρίτος δρόμος, α. (ιδίως στην πολιτική) η εναλλακτική λύση, μια άλλη πολιτική επιλογή προς το σοσιαλισμό: «ο τρίτος δρόμος είναι η πιο σωστή επιλογή για την ομαλή μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό». β. (γενικά) η εναλλακτική λύση: «σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρίτος δρόμος για να λύσετε τις διαφορές σας»·
- όλοι οι δρόμοι οδηγούν (στη Ρώμη), λέγεται στην περίπτωση που, όποια διαδικασία και αν χρησιμοποιήσει κάποιος, θα καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα: «επειδή δυσκόλεψαν τα πράγματα, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην περικοπή των εξόδων || δεν έχουμε επιλογή ενέργειας, γιατί όπως βλέπετε, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη». (Λαϊκό τραγούδι: πού να πάω, πού να πάω, πού να πάω, όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε σένα π’ αγαπάω). Αναφορά στην εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όταν η Ρώμη ήταν πρωτεύουσα του τότε γνωστού κόσμου·
- όποιος δε θέλει να παντρευτεί, λέει ότι η νύφη είναι του δρόμου, βλ. λ. νύφη·
- παιδί του δρόμου, το αλητόπαιδο: «σου το ’πα χίλιες φορές πως δε θέλω να κάνεις παρέα με παιδιά του δρόμου»·
- παίρνω άσχημο δρόμο ή παίρνω τον άσχημο δρόμο ή παίρνω τον άσχημο το δρόμο, βλ. συνηθέστ. παίρνω κακό δρόμο. (Λαϊκό τραγούδι: πήρες τον άσχημο το δρόμο τώρα πια, πήρες το δρόμο τον κακό τον κολασμένο. Της αμαρτίας πήρες την κατηφοριά που θα σε κάνει ένα κορμί δυστυχισμένο)·
- παίρνω δρόμο, φεύγω, α. αποχωρώ από ένα χώρο ή από μια συντροφιά: «παιδιά, εγώ παίρνω δρόμο, γιατί άργησα». (Λαϊκό τραγούδι: παίρνω δρόμο και δρομάκι κλαίγοντας στο γυρισμό κι έγινε πικρό φαρμάκι το κρασί τ’ αποψινό). β. φεύγω γρήγορα, το βάζω στα πόδια: «μόλις είδε να ’ρχονται οι αστυνομικοί, πήρε δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: σ’ αγαπώ -της λέω- και γελά, παίρνει δρόμο και δε μου μιλά).γ. απολύομαι, εκδιώκομαι από την εργασία μου: «σε προειδοποιώ πως, αν ξανακάνεις κοπάνα, θα πάρεις δρόμο». δ. (για ερωτική σχέση) διαλύω τον ερωτικό μου δεσμό, φεύγω ή με διώχνει το ερωτικό μου ταίρι: «απ’ τη στιγμή που άρχισε να μου αντιμιλάει, πήρα δρόμο || ερωτεύτηκε κάποιον άλλον και πήρα δρόμο»·
- παίρνω ίσιο δρόμο ή παίρνω τον ίσιο δρόμο ή παίρνω τον ίσιο το δρόμο, βλ. φρ. παίρνω καλό δρόμο·
- παίρνω κακό δρόμο ή παίρνω τον κακό δρόμο ή παίρνω τον κακό το δρόμο ή παίρνω το δρόμο τον κακό, καταλήγω να ζω στην αλητεία, στην παρανομία, στη διαφθορά: «έμπλεξε με τους αλήτες και πήρε τον κακό δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: μη μου ζητάς να φύγω χωρίς να το σκεφτώ, γιατί μπορεί να πάρω το δρόμο τον κακό
- παίρνω καλό δρόμο ή παίρνω τον καλό δρόμο ή παίρνω τον καλό το δρόμο ή παίρνω το δρόμο τον καλό, επιλέγω να ζήσω σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες, να είμαι νομοταγής: «όποιος παίρνει τον καλό δρόμο, δεν έχει να φοβάται τίποτα»·
- παίρνω το δρόμο, κατευθύνομαι προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση: «μόλις βγήκα απ’ το μπαράκι, πήρα το δρόμο για το σπίτι μου». (Λαϊκό τραγούδι: παίρνω το δρόμο δε σταματώ δε με χωράει πια πουθενά, στο ταβερνάκι για να καθίσω και η καρέκλα ζητάει λεφτά). Πολλές φορές, ιδίως σε διηγήσεις παραμυθιών, όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε μια μεγάλη πορεία που ξεκινάει ο ήρωας για να φτάσει κάπου, υπάρχει και ο εξής τύπος; Παίρνω το δρόμο το δρομί, δρομί το μονοπάτι·
- παίρνω το δρόμο μου, κατασταλάζω σε αυτό με το οποίο θέλω πραγματικά να ασχοληθώ επαγγελματικά στη ζωή μου και το θέτω σε ενέργεια: «τώρα που έμαθε τη δουλειά και πήρε το δρόμο του, είμαι ήσυχος γι’ αυτό το παιδί»·
- παίρνω το δρόμο πίσω, επιστρέφω: «μετά από πολλά χρόνια στην ξενιτιά, πήρε το δρόμο πίσω για την πατρίδα». (Λαϊκό τραγούδι: στο τζάκι της αγάπης μας, σκάλισε πριν να σβήσω, κι αν βρεις μια σπίθα μόνο μια, να καίει για μένα στη γωνιά, πάρε το δρόμο πίσω
- παίρνω τους δρόμους, α. περιπλανιέμαι μέσα στους δρόμους, ιδίως για να βρω κάποιον: «μόλις έφτασε στην πόλη του, πήρε τους δρόμους να βρει τους φίλους του». (Λαϊκό τραγούδι: πήρα τους δρόμους μια βραδιά και τους γνωστούς ρωτούσα για το κορίτσι μου που αγαπούσα στην Ελευσίνα μια φορά ). β. ξεκινώ μια περιπλάνηση, μια αναζήτηση χωρίς να ξέρω πού πάω ή τι ψάχνω, φεύγω από κάπου: «το δήλωσα καθαρά, θα πάρω τους δρόμους κι όπου με βγάλει η τύχη μου». γ. τρελαίνομαι: «μόλις έπιασε τη γυναίκα του στην αγκαλιά του καλύτερού του φίλου, πήρε τους δρόμους»·
- πάνω στο δρόμο, εντελώς στην άκρη, πλάι στο δρόμο, πολύ κοντά στο δρόμο: «το σπίτι του βρίσκεται πάνω στο δρόμο και δεν μπορεί να κοιμηθεί απ’ τη φασαρία». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ακριβώς και παρατηρείται χειρονομία με την οποία, η παλάμη, κινείται με την κόψη της προς τα κάτω, δείχνοντας, υποτίθεται, το ακριβές σημείο·
- παράλληλοι δρόμοι, επαγγελματική, πολιτική ή άλλη πορεία που συμβαδίζει με τα ενδιαφέροντα κάποιου άλλου: « εμείς οι δυο πρέπει να συνεννοούμαστε και να υποστηριζόμαστε, γιατί βαδίζουμε σε παράλληλους δρόμους»· 
- πάρε δρόμο! (απειλητικά) φύγε, απομακρύνσου, ξεκουμπίσου: «πάρε δρόμο, γιατί θα φας μπάτσες!»·
- πατάει και τρέμει ο δρόμος, από όπου περνάει προκαλεί το δέος, γιατί είναι πολύ γενναίος: «αυτός, αγόρι μου, να φοβηθεί! Αυτός πατάει και τρέμει ο δρόμος». (Λαϊκό τραγούδι: μες τα Βουρλά κατσιρματζής, αντάμης και κοντραμπατζής και της Τουρκιάς ο τρόμος, καβάλα σε λιγνό φαρί το μάτι του θολό βαρύ πατούσε κι έτρεμε ο δρόμος
- περαστικός δρόμος, δρόμος πολυσύχναστος: «το σπίτι μου είναι σ’ έναν περαστικό δρόμο και δεν μπορώ να βρω ησυχία»·
- πετώ στο δρόμο (κάποιον), α. κάνω σε κάποιον εκβιαστικά έξωση: «είναι τόσο σκληρός άνθρωπος, που, αν του καθυστερήσεις ένα μήνα το νοίκι, δεν το ’χει σε τίποτα να σε πετάξει στο δρόμο». β. αφήνω κάποιον χωρίς στέγη και οικονομική βοήθεια: «για μια πεταλουδίτσα της νύχτας, πέταξε στο δρόμο γυναίκα και παιδιά». (Λαϊκό τραγούδι: τώρα κουρέλι πια σωστό, αφού με έχεις κάνει, στους πέντε δρόμους με πετάς κι άλλης κοιτάς φουστάνι).γ. (για χρήματα) τα κατασπαταλώ: «βρήκε λεφτά απ’ τον πατέρα του και τα πετάει στο δρόμο». δ. (για αντικείμενα ή μηχανήματα) το αχρηστεύω: «πέταξα στο δρόμο το ψυγείο μας κι αγόρασα καινούριο»·
- πήγε σαν το σκυλί στο δρόμο, βλ.λ. σκυλί·
- πήρε η γλώσσα του δρόμο, βλ. λ. γλώσσα·
- πήρε στραβό δρόμο ή πήρε το στραβό δρόμο ή πήρε το στραβό το δρόμο, α. λέγεται για άνθρωπο που μπήκε στην παρανομία, που ζει στην αλητεία, στη διαφθορά: «από τη μέρα που έμπλεξε μ’ αυτόν τον άνθρωπο, πήρε το στραβό δρόμο». β. (για υποθέσεις, δουλειές, επιχειρήσεις) πήρε δυσάρεστη τροπή, εξελίχθηκε άσχημα χωρίς να το περιμένουμε: «η υπόθεση ξεκίνησε σαν αστείο, αλλά πήρε στραβό δρόμο και τώρα θα λύσουμε τις διαφορές μας στα δικαστήρια || απ’ την αρχή φάνηκε πως η δουλειά πήρε το στραβό δρόμο και τώρα που ξυπνήσαμε δε γίνεται τίποτα»·
- πήρε το δρόμο της η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- πιάνω τους δρόμους, περιπλανιέμαι ψάχνοντας να βρω κάποιον ή κάτι: «άργησε να γυρίσει η κόρη του στο σπίτι κι έπιασε τους δρόμους να τη βρει || έπιασα τους δρόμους να βρω ένα ανταλλακτικό για τ’ αυτοκίνητό μου, αλλά δεν το βρήκα πουθενά». (Λαϊκό τραγούδι: έφυγε έφυγε, έφυγε την έχω χάσει και γυρνώ και ρωτώ και τους δρόμους έχω πιάσει
- ποιος δρόμος σ’ έφερε…, έκφραση που δηλώνει πικρία ή απογοήτευση για τη συνάντηση που είχαμε κάποτε με το συνομιλητή μας, γιατί αυτή δεν είχε καλό αποτέλεσμα, καλή κατάληξη γι’ αυτόν: «μωρέ, φουκαρά μου, ποιος δρόμος σ’ έφερε στη ζωή μου και σε κατάστρεψα με τις οικονομικές συμβουλές μου». (Λαϊκό τραγούδι: ποιος δρόμος σ’ έφερε στην αγκαλιά μου να κλάψεις και να πληγωθείς, μέσα στην άπονη, σκληρή καρδιά μου μονάχα δάκρυα θα βρεις).Συνών. ποιος αέρας σ’ έφερε(…)· 
- ποιος καλός δρόμος σ’ έφερ’ εδώ; ή ποιος καλός δρόμος σε φέρνει εδώ; ποιος είναι ο λόγος που ήρθες; για ποιο λόγο ήρθες; Απευθύνεται σε άτομο που μας επισκέπτεται ξαφνικά και ύστερα από πολύ καιρό. Ο επιθ. προσδιορισμός καλός για να προκαταλάβουμε τον επισκέπτη μας πως η επίσκεψή του έχει καλό σκοπό. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται διπλό και πιο σπάνια τριπλό μπα. Συνών. ποιος καλός αέρας σ’ έφερ’ εδώ; ή ποιος καλός αέρας σε φέρνει εδώ(;)·    
- σέρνομαι στους δρόμους, κυκλοφορώ εξαθλιωμένος: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, σέρνεται στους δρόμους σαν τον τελευταίο αλήτη || κάθε βράδυ γίνεται τύφλα και σέρνεται στους δρόμους, μέχρι να βρει το σπίτι του». (Λαϊκό τραγούδι: ψιλή βροχή, ψιλή βροχή κι εσύ κοιμάσαι μοναχή κι εγώ στους δρόμους σέρνομαι κι από τ’ αγιάζει δέρνομαι
- σπέρνει παιδιά στο δρόμο, βλ. λ. σπέρνω·
- στα μισά του δρόμου ή στου δρόμου τα μισά, στη μέση μιας διαδρομής ή μιας προσπάθειας: «ξεκίνησα για τη Χαλκιδική, αλλά στα μισά του δρόμου έμεινα από βενζίνη || η δουλειά ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, αλλά στα μισά του δρόμου άρχισαν τα προβλήματα». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό ξεκινήσαμε κι οι δυο μας, μα στου δρόμου τα μισά σβήσαν τ’ άστρα τα χρυσά ξαφνικά από τον ουρανό μας
- στη μέση του δρόμου, σε ανοιχτό, σε υπαίθριο χώρο και μπροστά σε κόσμο: «τον έπιασε στη μέση του δρόμου και τον έκανε ρεζίλι των σκυλιών»·
- στο δρόμο, καθώς πηγαίνω ή έρχομαι από κάπου: «γύρισα στο σπίτι, γιατί στο δρόμο για το γραφείο μου αντιλήφθηκα πως δεν είχα πάρει μαζί μου το πορτοφόλι». (Λαϊκό τραγούδι: έλα πιάσε με απ’ τον ώμο κι όπα πρώτα το δεξί, κι αν μου κουραστείς στο δρόμο θα σε βάλω σε ταξί
- τα λεφτά δε βρίσκονται στο δρόμο, βλ. λ. λεφτά·
- τα χρήματα δε βρίσκονται στο δρόμο, βλ. λ. χρήματα·
- την (τον) δίνω δρόμο, διακόπτω τον ερωτικό δεσμό που είχα μαζί της (του), την (τον) διώχνω: «αφού δεν έλεγε ν’ αφήσει την γκρίνια της, την έδωσα δρόμο κι ησύχασα || αφού δεν εννοούσε να κόψει το ποτό, τον έδωσα δρόμο και βρήκα την υγειά μου»·
- της δίνω δρόμο (ενν. της μοτοσικλέτας), αναπτύσσω ταχύτητα: «κάθε φορά που βγαίνω στην εθνική, της δίνω δρόμο»·
- το δίνω δρόμο, (για αντικείμενα ή μηχανήματα) το αχρηστεύω, το πετώ, το πουλώ: «ήταν παλιό το ψυγείο μας και το ’δωσα δρόμο || ήταν τόσο παλιό τ’ αυτοκίνητό μου, που το ’δωσα δρόμο»·
- το παίρνει ο δρόμος, (για κτίσματα ή οικόπεδα) περνάει από αυτό η χάραξη κάποιου νέου δρόμου οπότε απαλλοτριώνεται: «είχα ένα σπιτάκι σε κείνη την περιοχή, αλλά το πήρε ο δρόμος». (Τραγούδι: τρεις φωνές στο σύρμα μου κι ένας τροχονόμος, κι ό,τι είχα κτήμα μου μου το παίρνει ο δρόμος)· 
- το ’χω για δρόμο, (για αντικείμενα ή μηχανήματα) έχω την πρόθεση να το αχρηστεύσω, να το πετάξω ή να το πουλήσω: «αν θες μπορείς να πάρεις αυτό το κομοδίνο, γιατί το ’χω για δρόμο»·
- τον αφήνω δρόμους, τον ξεπερνώ κατά πολύ σε μια αναμέτρηση ταχύτητας είτε με τα πόδια είτε με το αυτοκίνητο: «θέλησε να παραβγούμε στο τρέξιμο και τον άφησα δρόμους || παραβγήκαμε με τ’ αυτοκίνητά μας και τον άφησα δρόμους»·
- τον βάζω στον ίσιο δρόμο, τον οδηγώ στον ηθικό, στον τίμιο δρόμο της ζωής, τον βγάζω από την παρανομία όπου ζει: «εσένα σε υπολογίζει, γι’ αυτό είσαι ο μόνος που μπορείς να τον τραβήξεις απ’ την αλητεία και να τον βάλεις στον ίσιο δρόμο»·
- τον βγάζω απ’ τον ίσιο δρόμο, τον κάνω να παρεκτραπεί ηθικά, τον οδηγώ στην παρανομία: «έμπλεξε με κάτι αλήτες και τον έβγαλαν απ’ τον ίσιο δρόμο»·
- τον βγάζω στο δρόμο, του κάνω έξωση από το διαμέρισμα ή το κατάστημα που του νοικιάζω: «επειδή ήταν κακοπληρωτής, τον έβγαλα στο δρόμο»·
- τον βρήκες το δρόμο; ειρωνική έκφραση σε άτομο, που μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα επιστρέφει στο σπίτι του·
- τον έφαγαν οι δρόμοι, καταστράφηκε, ιδίως από την άστατη ζωή που έκανε: «έμπλεξε στην αλητεία και τον έφαγαν οι δρόμοι». (Λαϊκό τραγούδι: να φύγεις πριν καταστραφείς, είναι νωρίς ακόμη, προτού να γίνεις θύμα μου, προτού σε φαν’ οι δρόμοι)· βλ. και φρ. τον τρώνε οι δρόμοι·
- τον πέταξε σαν σκυλί στο δρόμο ή τον πέταξε σαν το σκυλί στο δρόμο, βλ. λ. σκυλί·
- τον πετώ στο δρόμο, α. τον διώχνω, τον απολύω από την επιχείρησή μου, από τη δουλειά μου: «μόλις δει πως κάποιος εργάτης δεν του κάνει, τον πετάει στο δρόμο». β. του κάνω εκβιαστικά έξωση από το διαμέρισμα ή το κατάστημα που του νοικιάζω: «δεν του έδινε την αύξηση που του ζητούσε και τον πέταξε στο δρόμο»·
- τον τρώνε οι δρόμοι, το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, μετακινείται συνεχώς για λόγους δουλειάς, πράγμα που τον καταπονεί: «είναι πλασιέ και όλη τη μέρα τον τρώνε οι δρόμοι, για να μπορέσει να θρέψει την οικογένειά του»· βλ. και φρ. τον έφαγαν οι δρόμοι·
- τον φέρνω στον ίσιο δρόμο, τον βγάζω από την παρανομία και τον οδηγώ στον τίμιο δρόμο της ζωής: «χάλασε πολύ αυτό το παιδί και κανείς δεν μπορεί να τον φέρει στον ίσιο δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: γιατί πονάς και βασανίζεσαι, κουτή, και προσπαθείς στον ίσιο δρόμο να με φέρεις,της αμαρτίας έχω πάρει το στρατί, γι’ αυτό για μένα άδικα μην υποφέρεις
- του ανοίγω το δρόμο, α. του προετοιμάζω το έδαφος για να επιτύχει κάτι: «ο πεθερός του του ανοίγει το δρόμο για να γίνει βουλευτής» β. τον βοηθάω να ξεπεράσει ένα πρόβλημα, τον βγάζω από τις δυσκολίες του: «αν δεν του άνοιγα εγώ το δρόμο να ξεφύγει, θα ήταν ακόμα στην πρέζα»·
- του αφήνω (το) δρόμο, παραμερίζω, πηγαίνω στην άκρη για να περάσει αυτός που με ακολουθεί, ιδίως με το αυτοκίνητό του: «μου αναβόσβηνε συνέχεια τα φώτα του για να περάσει, γι’ αυτό κι εγώ του άφησα το δρόμο»·
- του βγάζω τ’ άπλυτα στο δρόμο, βλ. λ. άπλυτα·
- του δίνω δρόμο (ενν. του αυτοκινήτου), αναπτύσσω ταχύτητα: «κάθε φορά που βγαίνω στην εθνική του δίνω δρόμο»·
- του δίνω δρόμο, φεύγω από κάπου με ταχύτητα: «μόλις είδα να ’ρχονται οι αστυνομικοί, του ’δωσα δρόμο»· - του κάνω δρόμο, παραμερίζω το πλήθος δεξιά αριστερά με τα χέρια μου για να περάσει κάποιος: «μπήκε μπροστά και του άνοιγε το δρόμο μέσ’ στο συνωστισμό»· βλ. και φρ. του αφήνω (το) δρόμο·
- του κλείνω το δρόμο, α. τον εμποδίζω, διακόπτω με το σώμα μου ή με κάποιο άλλο μέσο την πορεία του: «όταν οι αστυνομικοί έμαθαν πως ο δραπέτης κινούνταν με κλεμμένο αυτοκίνητο προς τη Θεσσαλονίκη, τοποθέτησαν μια νταλίκα πάνω στο οδόστρωμα και του ’κλεισαν το δρόμο || οι αγρότες, μόλις πληροφορήθηκαν πως κατέφθαναν οι αστυνομικοί με τις κλούβες, τοποθέτησαν πάνω στο οδόστρωμα κορμούς δέντρων και τους έκλεισαν το δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: κι ελόγου τους κι ελόγου μου μου κλείσανε το δρόμο μου και μου αντισταθήκαν, μα όμως δε ρωτήξανε το Σταύρακα πως θίξανε και στραπατσαριστήκαν). β. ενεργώ, επεμβαίνω ανασταλτικά στην εξέλιξη κάποιου, τον μπλοκάρω: «αυτό το πάθος του για τα χαρτιά, θα του κλείσει το δρόμο για το βουλευτιλίκι»·
- του κόβω το δρόμο, βλ. φρ. του κλείνω το δρόμο·
- τους βγάζω στο δρόμο, (ιδίως για οικογένεια) τους κάνω υποχρεωτικά έξωση:  «επειδή χρειαζόμουν το διαμέρισμα για την κόρη μου που παντρεύτηκε, τους έβγαλα στο δρόμο»·
- τους πετώ στο δρόμο, (ιδίως για οικογένεια) τους κάνω εκβιαστικά έξωση από το διαμέρισμα που τους νοικιάζω: «επειδή είχαν δυο σκυλιά μέσ’ στο διαμέρισμα και ξεσήκωναν όλη την πολυκατοικία με τα γαβγίσματά τους, τους πέταξα στο δρόμο»·
- τραβώ το δρόμο μου, α. ακολουθώ το δικό μου τρόπο ζωής. (Λαϊκό τραγούδι: μα εγώ το δρόμο μου τραβώ μ’ ένα παράπονο πικρό και λέω δεν πειράζει ). β. φεύγω από κάπου ή από κάποιον, διακόπτω μια σχέση, αρχίζω νέα ζωή: «διαρκώς την απειλούσε πως θα τραβήξει το δρόμο του || χώρισαν κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του». (Λαϊκό τραγούδι: έχεις αλλάξει και μ’ έχεις κάψει· την προσβολή σου δε θα τη δεχτώ· δεν αντέχω, κυρά μου, δε βαστώ και το δρόμο μου τραβώ). γ. ασχολούμαι με την πρόοδο της δουλειάς μου ή των διάφορων υποθέσεών μου: «απ’ τη μέρα που ξέκοψε απ’ τις παλιοπαρέες, τραβάει το δρόμο του και προκόβει μια χαρά»·
- τρέχω στους δρόμους, βρίσκομαι σε διαρκές τρέξιμο αναζητώντας κάποιον ή κάτι: «απ’ το πρωί τρέχει ο καημένος στους δρόμους να βρει λεφτά για να καλύψει την επιταγή του || μόλις έμαθε πως ήρθε ο φίλος του στην πόλη μας, τρέχει στους δρόμους να τον βρει». (Λαϊκό τραγούδι: με πνίγει απόψε η μοναξιά και παίρνω σβάρνα τα καπηλειά· τρέχω στους δρόμους, εδώ κι εκεί, κανείς δεν ξέρει πού να ’σαι εσύ
- τριγυρνώ στους δρόμους, περιφέρομαι άσκοπα στους δρόμους: «επειδή δεν έχει δουλειά, όλη τη μέρα τριγυρνάει στους δρόμους». (Λαϊκό τραγούδι: νύχτες ξενυχτώ χωρίς ελπίδα, έρημος στους δρόμους τριγυρνώ,μπρος στου παραθύρου σου τη γρίλια τις θλιμμένες ώρες μου περνώ
- υπάρχει κι άλλος δρόμος, α. μπορούμε να ενεργήσουμε ή να δράσουμε με άλλο σύστημα, υπάρχει εναλλακτική λύση: «απ’ τη στιγμή που δεν τα συμφωνήσαμε, υπάρχει κι άλλος δρόμος να βρω το δίκιο μου». β. πολλές φορές, λέγεται με απειλητική διάθεση ή υπονοεί πως θα ενεργήσουμε με παράνομα ή αθέμιτα μέσα: «αν δε μου δώσεις τα λεφτά που μου χρωστάς, σου λέω να φυλάγεσαι, γιατί υπάρχει κι άλλος δρόμος». Συνών. υπάρχει κι άλλος τρόπος·
- φεύγω απ’ το δρόμο, (για οδηγούς), βλ. φρ. βγαίνω απ’ το δρόμο·
- φεύγω απ’ το δρόμο του Θεού, απομακρύνομαι από τη χριστιανική διδασκαλία: «απ’ τη μέρα που έμπλεξε μ’ εκείνον τον αλήτη, έφυγε απ’ το δρόμο του Θεού»·
- φεύγω απ’ τον ίσιο δρόμο, βλ. φρ. βγαίνω απ’ τον ίσιο δρόμο. (Λαϊκό τραγούδι: ξέφυγα, ξέφυγα από τον ίσιο δρόμο,σου ’δωσα μανούλα μου τον πιο μεγάλο πόνο)·
- χάνω το δρόμο (μου), α. αποπροσανατολίζομαι: «μπλέχτηκα μέσα σε κάτι στενάκια κι έχασα το δρόμο μου». β. βγαίνω από τη σωστή πορεία της ζωής μου: «με τόσα προβλήματα που είχε, πώς να μη χάσει το δρόμο του ο άνθρωπος!». (Λαϊκό τραγούδι: πού πας χωρίς αγάπη στη νύχτα στη βροχή, το δρόμο θα το χάσεις,καρδιά μου μοναχή
- χαράζω νέους δρόμους, βλ. φρ. ανοίγω νέους δρόμους·
- χαράζω το δρόμο, επιχειρώ πρώτος κάτι νέο, ενδιαφέρον, πρωτότυπο ή ριζοσπαστικό και με μιμούνται οι άλλοι, πρωτοπορώ: «εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης»·
- χαράζω το δρόμο μου, προδιαγράφω ή αποφασίζω κάποια πορεία μου, ιδίως επαγγελματική: «απ’ τη στιγμή που μπήκε στην ιατρική σχολή, χάραξε το δρόμο του αυτό το παιδί». (Λαϊκό τραγούδι: μα η βαριά μου η ειρκτή πολλά μ’ έχει διδάξει, έμαθα πώς να συγχωρώ, γι’ αυτό και δεν την τιμωρώ, ας φύγει και το δρόμο της μονάχη ας χαράξει
- χωρίζουν οι δρόμοι μας, α. ακολουθούμε διαφορετική πορεία στη ζωή μας, χωρίζουμε: «ένα διάστημα ζούσαμε χωρίς προβλήματα, αλλά απ’ τη μέρα που άρχισαν οι γκρίνιες χώρισαν οι δρόμοι μας». (Λαϊκό τραγούδι: με πλήγωσε ο χωρισμός κι ο πόνος έγινε καημός, οι δρόμοι μας χωρίσαν, τα μάτια μου δακρύσαν). β.διακόπτουμε αναγκαστικά μια φιλία ή μια συνεργασία: «κάποτε κάναμε πολλή παρέα, αλλά απ’ τη μέρα που εγκαταστάθηκε σ’ άλλη πόλη, χώρισαν οι δρόμοι μας». γ. ακολουθούμε ξεχωριστή οδική πορεία, γιατί έχουμε διαφορετικό προορισμό: «εγώ θέλω να πάω στη Νομαρχία, αλλά, αφού εσύ θέλεις να πας στο Δημαρχείο που είναι στην αντίθετη πλευρά χωρίζουν οι δρόμοι μας»·
- ώρα σου καλή κι ο δρόμος σου γυαλί! α. ευχή που δίνουμε σε κάποιον που ξεκινάει για ταξίδι ή που ξεκινάει κάποια δουλειά, με την έννοια να μη συναντήσει κανένα εμπόδιο στην πορεία του, να του έρθουν όλα εύκολα, όλα ευνοϊκά: «την Κυριακή λέω να πάω μέχρι το χωριό να δω τους συγγενείς μου. -Ώρα σου καλή κι ο δρόμος σου γυαλί! || τον άλλο μήνα ξεκινάω μια καινούρια δουλειά. -Ώρα σου καλή κι ο δρόμος σου γυαλί». β. ειρωνική έκφραση σε άτομο που μας απειλεί πως θα αποχωρήσει από το χώρο στον οποίο βρισκόμαστε ή από κάποια κοινή προσπάθεια, όταν μας είναι αδιάφορη η αποχώρησή του. Από το ότι το γυαλί έχει λεία επιφάνεια και δε συναντά κανένα εμπόδιο ή καμιά δυσκολία το άτομο που πορεύεται σε παρόμοιο δρόμο. Συνών. μπαμπάκι ο δρόμος σου!   

δύναμη

δύναμη, η, ουσ. [<αρχ. δύναμις], η δύναμη. 1. οτιδήποτε δίνει ανωτερότητα ή ισχύ σε κάποιον: «στη σημερινή εποχή, περισσότερο κι από το πνεύμα η δύναμη στον άνθρωπο είναι το χρήμα». (Λαϊκό τραγούδι: στον κόσμο το σημερινό αυτό το ξέρουν όλοι, η δύναμη στον άνθρωπο είναι το πορτοφόλι). 2. οτιδήποτε μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τον κόσμο: «η τηλεόραση είναι μεγάλη δύναμη». 3. η ένταση: «είχε τέτοια δύναμη η φωνή του, που τους ξύπνησε όλους». (Ακολουθούν 26 φρ.)·
- βάζει και την πορδή του δύναμη, βλ. λ. πορδή·
- βάζω όλες τις δυνάμεις μου ή βάζω όλες μου τις δυνάμεις, βλ. φρ. βάζω όλα τα δυνατά μου, λ. δυνατός·
- βρίσκω τη δύναμη να…, βρίσκω, αποκτώ το σθένος, το κουράγιο να…: «για ένα διάστημα μετά τη χρεοκοπία του δεν ήξερε τι του γινόταν, αλλά, σιγά σιγά βρήκε τη δύναμη να ξαναστήσει την επιχείρησή του»·
- γαϊδουρινή δύναμη, η πολύ μεγάλη δύναμη: «δεν παλεύει κανένας μαζί του γιατί ο τύπος έχει γαϊδουρινή δύναμη»·
- δεν έχω τις δυνάμεις να…, α. δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να…: «με βρήκες σε άσχημη στιγμή και δεν έχω τις δυνάμεις να σε βοηθήσω για να πάει μπροστά η δουλειά σου». β. έχω εξαντληθεί σωματικά για να…: «δεν έχω τις δυνάμεις να προχωρήσω περισσότερο»·
- είναι δύναμη, είναι πλούσιος, έχει ισχύ, κύρος, επιρροή: «αν σου υποσχέθηκε πως θα σε βοηθήσει, μη φοβάσαι τίποτα, γιατί είναι δύναμη»·
- είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου ή είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου, ξεπερνάει κάτι τις δυνατότητες ή τις ικανότητές μου: «μέχρις αυτό το σημείο μπορώ να σε βοηθήσω, αλλά για περισσότερο μην ελπίζεις, γιατί είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου || δεν μπορώ ν’ αναλάβω μια τόσο δύσκολη δουλειά, γιατί είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις μου»·
- επίδειξη δυνάμεως, ενέργεια που έχει ως κύριο σκοπό να δείξει ότι κάποιος έχει την υπεροχή σε έναν τομέα, ιδίως στρατιωτικό, πολιτικό ή οικονομικό: «η στρατιωτική παρέλαση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια επίδειξη δυνάμεως σε όσους επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας μας»·
- έχω δύναμη, έχω επιρροή, επιβολή, ισχύ, κύρος: «όσο έχω δύναμη σ’ αυτό το χώρο, θα βοηθώ όποιον έχει ανάγκη»·
- η δύναμη σου, φράση που λέγεται στα μικρά παιδιά, όταν τα ταΐζουμε και δε θέλουν να τελειώσουν το φαγητό τους, ιδίως για την τελευταία μπουκιά που, για να τα πείσουμε να την καταπιούν, λέμε ότι περιέχει όλη τη δύναμη της τροφής που τρώνε: «τη δύναμη σου θα αφήσεις στο πιάτο;»·
- καμιά δύναμη, απολύτως τίποτε, κανένας: «καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να με κάνει να χωρίσω με τη γυναίκα μου || καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να καταλύσει στο εξής τη δημοκρατία στην Ελλάδα»·
- κάνω οικονομία δυνάμεων, βλ. λ. οικονομία·
- κινητήρια δύναμη, το χρήμα: «όταν σου λείπει η κινητήρια δύναμη, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Συνήθως συνοδεύεται από χειρονομία με την οποία η μέσα πλευρά του διπλωμένου δείκτη, τρίβει επανειλημμένα τη μέσα πλευρά του αντίχειρα·
- κρατώ εφεδρείες δυνάμεων, βλ. λ. εφεδρεία·
- Κύριε των δυνάμεων! βλ. λ. κύριος·
- μαζεύω δύναμη ή μαζεύω δυνάμεις, βλ. φρ. παίρνω δύναμη·
- με δικές μου δυνάμεις ή με τις δικές μου δυνάμεις ή με τις δικές μου τις δυνάμεις, με τις προσωπικές μου δυνατότητες: «δεν πρέπει να με ζηλεύεις, γιατί, ό,τι κι αν έγινα, έγινα με τις δικές μου τις δυνάμεις»·
- με καμιά δύναμη, με κανέναν τρόπο: «δε θα κάνω με καμιά δύναμη αυτό που μου ζητάς, γιατί είναι αντίθετο με τη φιλοσοφία μου»·
- με όλες μου τις δυνάμεις ή με όλες τις δυνάμεις μου, επιστρατεύοντας κάθε υλική ή σωματική μου ισχύ, κάθε δυνατό μέσο που διαθέτω: «θα σε βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις»·
- παίρνω δύναμη ή παίρνω δυνάμεις, α. ενισχύω τον οργανισμό μου, τον τονώνω με καλή διατροφή και υγιεινή ζωή: «επειδή ήσουν ένα μήνα ξάπλα στο νοσοκομείο, πρέπει ν’ αρχίσεις να τρως καλά και να γυμνάζεσαι για να πάρεις πάλι δυνάμεις». β. δυναμώνω ψυχικά, ανακτώ το κουράγιο μου: «τον συμβούλεψα σαν πατέρας και μ’ αυτά που του ’πα πήρε δύναμη να παλέψει για να ξεφύγει απ’ τα ναρκωτικά». γ. οργανώνομαι, ανασυντάσσομαι συστηματικά για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού: «ανέλαβα μια καινούρια δουλειά και παίρνω δυνάμεις για να τη φέρω σε πέρας όσο πιο καλά μπορώ»·
- σκοτεινές δυνάμεις, λέγεται για να δηλώσουμε απροσδιόριστους παράγοντες, που επεμβαίνουν αρνητικά στη ζωή ενός ατόμου, ιδίως στη ζωή ενός συνόλου ατόμων: «σκοτεινές δυνάμεις κινούν τα νήματα του ελληνικού χρηματιστηρίου || σκοτεινές δυνάμεις κατέλυσαν τη δημοκρατία της Ελλάδας το 1967»·
- στο μέτρο των δυνάμεων (κάποιου), βλ. συνηθέστ. στο μέτρο του δυνατού, λ. δυνατός·
- το κατά δύναμιν, όσο μπορεί να αντέξει ή μπορεί να κάνει κανείς κάτι: «θα με βοηθήσεις; -Το κατά δύναμιν»·
- του δίνω δύναμη, του δίνω κουράγιο να ξεπεράσει κάποια δυσκολία του: «όταν απελπίστηκε από τη ζωή, μόνο ο φίλος του του ’δινε δύναμη και τον βοηθούσε»·
- χάνω τη δύναμή μου, χάνω την ισχύ μου, την επιρροή μου, το κύρος μου: «απ’ τη μέρα που το κόμμα έχασε την κυβέρνηση, έχασα κι εγώ τη δύναμή μου»·
- χάνω τις δυνάμεις μου, εξαντλούμαι σωματικά: «μετά από πορεία τεσσάρων ωρών, έχασα τις δυνάμεις μου».

εαυτός

εαυτός, ο, αυτοπαθ. αντων. [<μσν. ἑαυτός <αρχ. ἑαυτοῦ], ο εαυτός· στις πλάγιες πτώσεις ενικού και πληθυντικού δηλώνει πως το ίδιο πρόσωπο ενεργεί και πάσχει ταυτόχρονα: «δεν κάνει άλλο από το να τιμωρεί τον εαυτό του». Υποκορ. εαυτούλης, ο (βλ. λ.). (Ακολουθούν 50 φρ.)·
- αφ’ εαυτού μου (σου, του κ.λπ.), με δική μου (σου, του κ.λπ.) πρωτοβουλία, χωρίς να μου υποδείξει ή να με πιέσει κανένας: «ό,τι έκανα, το ’κανα αφ’ εαυτού μου || το ευχάριστο είναι ότι ήρθε αφ’ εαυτού του να μου ζητήσει συγνώμη»· 
- αφήνω ελεύθερο τον εαυτό μου ή αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο, συμπεριφέρομαι αυθόρμητα και φυσικά: «οι πιο πολλοί άνθρωποι πάνω στο γλέντι αφήνουν τον εαυτό τους ελεύθερο και παρουσιάζουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα»· 
- βγαίνω εκτός εαυτού, βλ. φρ. γίνομαι εκτός εαυτού·
- βιάζω τον εαυτό μου, εντείνω τις προσπάθειές μου για να πετύχω ή για να τελειώσω κάτι, βάζω τα δυνατά μου, κάνω τ’ αδύνατα δυνατά: «επειδή δε μ’ έπαιρναν οι προθεσμίες που είχα, βίασα τον εαυτό μου για να τελειώσω τη δουλειά στην ώρα της». (Λαϊκό τραγούδι: πόσες φορές δεν βίασα τον εαυτό μου για να τον πείσω πως μαζί δεν θα ταιριάζαμε, να κάνουμε χωριό, που λες, άκου τα τώρα και μην κλαις, γιατί χωρίς τον ξενοδόχο λογαριάζαμε
- βρίσκω τον εαυτό μου, επανέρχομαι σε καλή σωματική ή ψυχολογική κατάσταση, ξαναβρίσκω την ευεξία μου, την ψυχική μου ηρεμία, συνέρχομαι ύστερα από σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία: «με τη γυμναστική και την καλή διατροφή βρήκα τον εαυτό μου || μόνο όταν κατάφερα να τον ξεχρεώσω, βρήκα τον εαυτό του || μόνο ύστερα από πολλά χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα μου, βρήκα τον εαυτό μου». (Λαϊκό τραγούδι: σ’ έδιωξα να βρω τον εαυτό μου κι είπα το μαρτύριο πως τέλειωσε εδώ). Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το πάλι· βλ. και φρ. έρχομαι στον εαυτό μου·
- βρίσκω τον παλιό καλό μου εαυτό, επανέρχομαι στην προηγούμενη καλή σωματική ή ψυχική μου κατάσταση: «μόλις έκοψα τα ποτά και τα ξενύχτια, βρήκα τον παλιό καλό μου εαυτό». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το πάλι·  
- γίνομαι εκτός εαυτού, εκνευρίζομαι, νευριάζω πάρα πολύ: «όταν τον ακούω να λέει τέτοιες βλακείες, γίνομαι εκτός εαυτού»·
- έγινε σκιά του εαυτού του, βλ. λ. σκιά·
- δείχνω τον αληθινό μου εαυτό, βλ. φρ. δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό·
- δείχνω τον καλό μου εαυτό, εντείνω τις προσπάθειές μου για να εντυπωσιάσω κάποιον ή κάποιους: «επειδή ήθελα να μπω στον κύκλο τους, έδειξα τον καλό μου εαυτό»·   
- δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό, αποδίδω τα μέγιστα για να εντυπωσιάσω κάποιον ή κάποιους: «μόνο όταν έδειξα τον καλύτερό μου εαυτό, μπόρεσα και μπήκα στην παρέα τους»·
- δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό, εκθέτω, παρουσιάζω σε κάποιον ή κάποιους το χαρακτήρα που πραγματικά έχω, καλό ή κακό: «μέχρι να τους δείξω τον πραγματικό μου εαυτό, ήταν όλοι κουμπωμένοι μαζί μου || στην αρχή μας ήταν πολύ ευχάριστος, αλλά, μόλις μας έδειξε τον πραγματικό του εαυτό, τον διώξαμε απ’ την παρέα μας». Συνών. δείχνω το πραγματικό μου πρόσωπο·
- δεν επιτρέπω τον εαυτό μου ή δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου (να πει ή να κάνει κάτι), αρνούμαι, δε δέχομαι, δεν τον αφήνω να κάνει ή να προβεί σε κάτι: «δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να συμπεριφέρεται με αγένεια || δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου να λέει βλακείες και να γελάνε οι άλλοι || δεν επιτρέπω τον εαυτό μου να κάνει λάθη»·
- δίνω τον εαυτό μου, αφοσιώνομαι, αφιερώνομαι κάπου ή σε κάτι: «απ’ τη μέρα που τη γνώρισε, έδωσε τον εαυτό του σ’ αυτή τη γυναίκα || έδωσε τον εαυτό του σ’ αυτή τη δουλειά και στο τέλος πέτυχε»·
- έγινε φάντασμα του εαυτού του, βλ. λ. φάντασμα·
- είμαι εκτός εαυτού, είμαι πολύ εκνευρισμένος, πολύ νευριασμένος: «μην του μιλάς, γιατί είναι εκτός εαυτού»·
- είμαι κύριος του εαυτού μου, δεν έχω την ανάγκη ή δεν υπάγομαι στην εξουσία κανενός, είμαι αυτεξούσιος: «όσο είμαι κύριος του εαυτού μου, δε φοβάμαι κανέναν»·
- είναι κλεισμένος στον εαυτό του, δεν είναι εκδηλωτικός, είναι αποξενωμένος από τον κόσμο, είναι εσωστρεφές άτομο: «απ’ τη μέρα που πέθανε ο πατέρας του, είναι κλεισμένος στον εαυτό του»·
- είναι όλο(ς) ιδέα για τον εαυτό του, βλ. φρ. έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του·
- είναι πάντα ο εαυτός του, συμπεριφέρεται πάντα απλά, φυσικά, δεν προσποιείται: «μ’ αυτόν τον άνθρωπο είσαι εντελώς σίγουρος, γιατί είναι πάντα ο εαυτός του κι ξέρεις πώς να του συμπεριφερθείς»·
- έρχομαι στον εαυτό μου, α. συνέρχομαι, ηρεμώ, βρίσκω τον εαυτό μου: «μόνο όταν δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις, ήρθα πάλι στον εαυτό μου». β. ξαναβρίσκω την πνευματική διαύγεια που είχα πρώτα: «όταν μπόρεσα να έρθω στον εαυτό μου, τότε μόνο κατάλαβα τι μεγάλο λάθος είχα κάνει!»·
- έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, βλ. λ. ιδέα·
- έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, εμπιστεύομαι τις δυνάμεις μου, τις ικανότητές μου: «ποτέ δεν κωλώνω στη ζωή μου, γιατί έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου»·
- καταδικάζω τον εαυτό μου, με πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις μου οδηγούμαι στην καταστροφή, είμαι ο κύριος αίτιος της καταστροφής μου: «αν υπογράψω αυτό το συμβόλαιο μ’ αυτούς τους όρους, είναι σαν να καταδικάζω τον εαυτό μου»·
- κατάντησε σκιά του εαυτού του, βλ. λ. σκιά·
- κλείνομαι στον εαυτό μου, α. δε λέω, δεν εξωτερικεύω τις σκέψεις μου: «απ’ τη μέρα που κλείστηκε στον εαυτό του, δε λέει ποτέ τη γνώμη του». β. μένω οικειοθελώς περιορισμένος σε κάποιο χώρο, δε βγαίνω έξω, αποξενώνομαι από τον κόσμο: «έχει αηδιάσει με όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, γι’ αυτό κλείστηκε στον εαυτό του»·
- κρύβω τον αληθινό μου εαυτό, βλ. φρ. κρύβω τον πραγματικό μου εαυτό·
- κρύβω τον πραγματικό μου εαυτό, κρατώ στάση αναμονής, δεν εκθέτω, δεν παρουσιάζω, δεν εκδηλώνω σε κάποιον ή κάποιους το χαρακτήρα μου, καλό ή κακό: «όλο το χρονικό διάστημα που βρισκόμουν ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, έκρυβα τον πραγματικό μου εαυτό». Συνών. κρύβω το πραγματικό μου πρόσωπο·
- λέγε λίγα με τους άλλους και πολλά με τον εαυτό σου, να μιλάς λίγο και να σκέφτεσαι πολύ, αν θέλεις να βγαίνεις κερδισμένος: «τώρα που θα πας στην ξενιτιά, αν θέλεις να προκόψεις, λέγε λίγα με τους άλλους και πολλά με τον εαυτό σου»·
- λέω στον εαυτό μου, μονολογώ, σκέφτομαι: «κάθε τόσο λέω στον εαυτό μου να κόψω το τσιγάρο, αλλά το βλέπω κάπως δύσκολο»·
- μιλάει με τον εαυτό του, παραμιλάει, είτε γιατί έχει πολλά προβλήματα είτε γιατί είναι ελαφρόμυαλος: «αφού τον βλέπεις να μιλάει με τον εαυτό του, παναπεί πώς κάτι δεν πάει καλά με τη δουλειά του ή με το σπίτι του || μη του δίνεις σημασία αυτουνού, γιατί μιλάει με τον εαυτό του»·
- να είσαι ο εαυτός σου, (συμβουλευτικά) να συμπεριφέρεσαι απλά και φυσικά, να μην προσποιείσαι: «εκεί που θα πας, να είσαι ο εαυτός σου και να δεις πως θα σε συμπαθήσουν αμέσως, γιατί είσαι καλό παιδί»·
- ξαναβρίσκω το χαμένο μου εαυτό, ξαναβρίσκω την ψυχική μου ισορροπία, την ψυχική μου γαλήνη: «για ένα διάστημα, μετά το θάνατο του πατέρα μου, κόντευα να τρελαθώ, αλλά με τον καιρό ξαναβρήκα τον χαμένο μου εαυτό»·
- ξεπέρασε τον εαυτό του ή ξεπέρασε τον ίδιο του τον εαυτό, υπερέβαλε τις δυνάμεις του για να πετύχει κάτι: «δεν το περίμενε κανείς πως θα περνούσε στο πανεπιστήμιο, αλλά υπερέβαλε τον ίδιο του τον εαυτό και πέρασε απ’ τους πρώτους»·
- ο άλλος εαυτός μου ή ο άλλος μου εαυτός, λέγεται για τον άνθρωπο που μας συμπληρώνει ως ύπαρξη, ως οντότητα, ο αχώριστος σύντροφος, ιδίως ο ερωτικός: «απ’ τη μέρα που τη γνώρισα, έγινε ο άλλος μου εαυτός». (Λαϊκό τραγούδι: αυτός ο άνθρωπος αυτός, ήταν ο άλλος μου εαυτός 
- ο δεύτερος εαυτός μου ή ο δεύτερός μου εαυτός, λέγεται συνήθως για έξη, καλή ή κακή, που δεν μπορούμε να την αποβάλουμε: «η χαρτοπαιξία έγινε δυστυχώς ο δεύτερος εαυτός μου || απ’ τη μέρα που αγόρασα κομπιούτερ στο γιο μου, μπήκε στο διαδίκτυο και του έγινε ο δεύτερός του εαυτός». (Λαϊκό τραγούδι: κι ας μην της το ’πα κι ας μην το ’μαθε ποτέ, εγωισμέ μου, πόσο μίσος σε κρατάω, εγωισμέ μου δεύτερέ μου εαυτέ)·   
- ο καθένας για τον εαυτό του, βλ. φρ. ο καθένας για την πάρτη του, λ. πάρτη·
- ο σώζων εαυτόν σωθήτω, λέγεται σε περίπτωση γενικού κινδύνου (ναυάγιο), όπου ο καθένας δικαιούται, αν μπορεί, να σωθεί, χωρίς να ενδιαφερθεί για τη σωτηρία των άλλων: «μέσα στο γενικό πανικό, ακούστηκε η ταραγμένη φωνή του καπετάνιου: ο σώζων εαυτόν σωθήτω»·
- όπως σε φέρει το φέρον φέρσου και φέρε, μην αδημονείς, και τον εαυτόν σου λυπείς και το φέρον σε φέρει, βλ. λ. φέρνω·
- περιποιούμαι τον εαυτό μου, φροντίζω την εξωτερική μου εμφάνιση, καλλωπίζομαι: «πριν βγει έξω, περιποιείται πάντα τον εαυτό της»·
- πιέζω τον εαυτό μου, εντείνω τις προσπάθειές μου, βάζω όλα τα δυνατά μου προκειμένου να πετύχω κάτι: «έχω αποφασίσει να πιέσω τον εαυτό μου, για να πάρω τη χρονιά αυτή το πτυχίο μου»·
- πιστεύω στον εαυτό μου, βλ. φρ. έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου·
- πώς νιώθεις τον εαυτό σου; πώς είσαι; πώς είναι η υγεία σου(;): «σε βλέπω κάπως χλομό, πώς νιώθεις τον εαυτό σου;»·
- τρώγεται με τον εαυτό του, γκρινιάζει συνεχώς: «απ’ την ώρα που ήρθε στο γραφείο, τρώγεται με τον εαυτό του και μας έσπασε τα νεύρα»·
- φανερώνω τον αληθινό μου εαυτό, βλ. φρ. φανερώνω τον πραγματικό μου εαυτό·
- φανερώνω τον πραγματικό μου εαυτό, βλ. φρ. δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό·
- φάνηκε ο αληθινός μου εαυτός, βλ. φρ. φάνηκε ο πραγματικός μου εαυτός·
- φάνηκε ο πραγματικός του εαυτός, αποκαλύφθηκε ο πραγματικός μου χαρακτήρας, καλός ή κακός: «με την πρώτη δυσκολία που μας έτυχε φάνηκε ο πραγματικός του εαυτός, γιατί μας εγκατέλειψε χωρίς βοήθεια». Συνών. φάνηκε το πραγματικό του πρόσωπο·
- χάνω τον εαυτό μου, α. χάνω την ψυχική μου ηρεμία: «απ’ τη μέρα που πέθανε ο πατέρας του, έχασε τον εαυτό του». β. εκνευρίζομαι, νευριάζω πολύ: «όταν χάνει τον εαυτό του, δεν ξέρει τι λέει και τι κάνει». γ. λιποθυμώ: «εκεί που καθόμασταν και μιλούσαμε, έχασε τον εαυτό του και σωριάστηκε στο χώμα»·
- χάνω τον έλεγχο του εαυτού μου, δεν μπορώ να κυριαρχήσω στα νεύρα μου και ξεσπώ βίαια: «κάθε φορά που χάνει τον έλεγχο του εαυτού του, γίνεται επικίνδυνος».

ελεημοσύνη

ελεημοσύνη, η, ουσ. [<μτγν. ἐλεημοσύνη], η ελεημοσύνη· πολύ μικρή παροχή που ο αποδέκτης τη θεωρεί ευτελή, εξευτελιστική, προσβλητική: «εγώ σου τελείωσα τη δουλειά που μου ανέθεσες κι απαιτώ να πληρωθώ κανονικά, γιατί αυτά που εσύ μου δίνεις είναι ελεημοσύνη. Ε, λοιπόν, σε πληροφορώ πως δε θέλω ελεημοσύνη, κατάλαβες;»·
- δίνω ελεημοσύνη, βλ. φρ. κάνω ελεημοσύνη· 
- κάνω ελεημοσύνη, ελεώ: «όταν έχω λεφτά και δω κάποιον φτωχό, αμέσως κάνω ελεημοσύνη»·
- το σπίτι σου όταν πεινάει, ελεημοσύνη μην κάνεις, βλ. λ. σπίτι.

ελεύθερος

ελεύθερος κ. (ε)λεύτερος, -η, -ο, επίθ. [<αρχ. ἐλεύθερος], ελεύθερος. 1. που δεν είναι παντρεμένος, ο ανύπαντρος: «πήγε σαράντα χρονών κι είναι ακόμα ελεύθερος». 2. που είναι έτοιμος να μας προσφέρει τις υπηρεσίες του, τη βοήθεια του ή την παρέα του, ο διαθέσιμος: «το ταξί ερχόταν ελεύθερο || είσαι ελεύθερος απόψε να κάνουμε καμιά βόλτα;». 3. που είναι απαλλαγμένος από κάτι, που είναι προσιτός σε όλους χωρίς περιορισμούς: «είμαι ελεύθερος από την γκρίνια της γυναίκας μου για μια εβδομάδα, γιατί λείπει διακοπές || ήταν ελεύθερη η είσοδος στην τάδε συναυλία και πλάκωσε κόσμος || είναι πια ελεύθερη η εξαγωγή συναλλάγματος στις χώρες της Ε.Ε.». 4. το ουδ. ως ουσ. τοελεύθερο, η ελευθερία (βλ. φρ.). Επίρρ. ελεύθερα,χωρίς κανένα εμπόδιο, χωρίς έλεγχο, δέσμευση χωρίς διακοπή: «μπορώ να μιλήσω κι εγώ τώρα; -Ελεύθερα || μπορώ, επιτέλους, να συνεχίσω τη δουλειά μου; -Ελεύθερα || μπαίνουν όλοι ελεύθερα». (Ακολουθούν 15 φρ.)·
- αφήνω ελεύθερο, α. ελευθερώνω: «ποιος άφησε ελεύθερο το σκυλί;». β. αποφυλακίζω: «ο διευθυντής των φυλακών άφησε σήμερα ελεύθερα πέντε άτομα»·
- αφήνω ελεύθερο πεδίο, βλ. λ. πεδίο·
- αφήνω ελεύθερο τον εαυτό μου ή αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο, βλ. λ. εαυτός·
- αφήνω το ελεύθερο να…, βλ. συνηθέστ. δίνω το ελεύθερο να(…)·
- δίνω το ελεύθερο να…, επιτρέπω, παραχωρώ το δικαίωμα σε κάποιον να κάνει κάτι, επιτρέπω: «ποιος σου ’δωσε το ελεύθερο να μπεις μέσα;». Συνών. δίνω (το) πράσινο φως να(…)·
- ελεύθερο πεδίο, βλ. λ. πεδίο·
- ελεύθερο πουλάκι, βλ. λ. πουλάκι·
- ελεύθερο πουλί, βλ. λ. πουλί·
- ελεύθερος ιατρού, βλ. λ. ιατρός·
- ελεύθερος σκοπευτής, βλ. λ. σκοπευτής·
- ελεύθερος χρόνος, βλ. λ. χρόνος·
- έχει ελευθέρας, μπορεί να μπαινοβγαίνει σε ένα χώρο, όποτε θέλει: «πηγαίνει, όποτε θέλει, στο σπίτι της, γιατί έχει ελευθέρας απ’ τους γονείς της». Αναφορά στο δελτίο ελευθέρας εισόδου σε διάφορα θεάματα ή ελευθέρας επιβίβασης στα μέσα μεταφοράς, που απαλλάσσει τον κάτοχό του από την υποχρέωση να πληρώσει εισιτήριο·  
- έχω το ελεύθερο να…, έχω το δικαίωμα, μου επιτρέπεται, έχω ελευθερία κινήσεων ή έκφρασης: «έχω το ελεύθερο να πηγαίνω ό,τι ώρα θέλω στη δουλειά μου || αφού ζούμε σε δημοκρατική χώρα, έχω το ελεύθερο να λέω και να γράφω ό,τι θέλω»·
- παίρνω το ελεύθερο, παίρνω την άδεια από κάποιον να ενεργήσω σύμφωνα με την επιθυμία μου: «από ποιον πήρες το ελεύθερο κι έφυγες απ’ τη δουλειά σου; || σήμερα πήρα το ελεύθερο απ’ τη γυναίκα μου και μπορώ να ξενυχτήσω»·
- σε ελεύθερη μετάφραση, με άλλα λόγια, συνήθως απλοποιημένα, που δίνουν ευκολότερα σε κάποιον να κατανοήσει την ουσία μιας σκέψης ή ενός λόγου: «τον είχα μια ώρα στο μπλαμπλά κι επειδή έβλεπα πως δε χαμπάριζε, του τα ’πα σε ελεύθερη μετάφραση για να μπει στο νόημα». Από τον τρόπο ενός μεταφραστή που για διάφορους λόγους δε μεταφράζει κατά λέξη ή πιστά ένα ξένο κείμενο στη γλώσσα του·
- τον αφήνω ελεύθερο, τον ελευθερώνω, τον αποφυλακίζω: «τον άφησαν ελεύθερο πριν από ένα μήνα».

εντάξει

εντάξει, επίρρ. [<αρχ. φρ. ἐν + τάξει (= με τακτικό τρόπο)]. 1. κατάφαση με την έννοια του σύμφωνοι, οπωσδήποτε: «εντάξει θα ’ρθω || εντάξει, ρε φίλε, θα σου δώσω αυτά που σου χρωστάω!». 2. όλα είναι μια χαρά: «είστε όλοι ευχαριστημένοι; -Εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: φόρεσε το σκούρο του, άναψε το πούρο του, πήρε το αμάξι του και εντάξει του). 3. δηλώνει ικανοποίηση, αλλά όχι τόση όση ήθελε ή προσδοκούσε ο συνομιλητής μας: «είσαι ευχαριστημένος μ’ αυτά τα λεφτά που σου δίνω; -Εντάξει μωρέ, δε θα μαλώσουμε τώρα». 4. δηλώνει συμβιβαστική διάθεση, έπειτα από ένα διάστημα αντίστασης ή άρνησης: «αφού επιμένεις πως σου είναι τόσο απαραίτητο, εντάξει, με γεια σου με χαρά σου». 5. δηλώνει αγανάκτηση ή δυσφορία σε κάποιον που μας μιλάει επίμονα πάνω στο θέμα που τον ενδιαφέρει ή τον απασχολεί, προσπαθώντας να τον εμποδίσουμε να συνεχίσει να μας μιλάει: «εντάξει είπα, θα δω τι μπορώ να κάνω || εντάξει, σ’ άκουσα, δεν είμαι κουφός!». 6. ως επίθ. στην περίπτωση που ο ομιλητής χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι ως πολύ καλό: «είναι πολύ εντάξει άνθρωπος || είναι πολύ εντάξει αυτοκίνητο». 7. επαναλαμβάνεται συχνά πυκνά σε μια διήγηση χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αλλά μόνο και μόνο από συνήθεια. 8. ως άκλ. ουσ. το εντάξει, η συμφωνία, ο συμβιβασμός: «αν δεν ακούσω το εντάξει απ’ το στόμα του, δεν ησυχάζω». (Ακολουθούν 14 φρ.)·
- δε μου φέρθηκε εντάξει, δε μου συμπεριφέρθηκε με το σωστό, με τον ενδεδειγμένο τρόπο: «πάντοτε τον βοηθούσα κι όταν μια φορά ζήτησα τη βοήθειά του, δε μου φέρθηκε εντάξει»·
- δίνω το εντάξει, επιτρέπω σε κάποιον να ενεργήσει: «ποιος σου ’δωσε το εντάξει να μπεις μέσα;». Συνών. δίνω το οκέι·
- δεν είναι εντάξει, δε συμπεριφέρεται σωστά, δεν είναι καθώς πρέπει: «να προσέχεις μ’ αυτόν που κάνεις παρέα, γιατί δεν είναι εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: έχεις γνώμη τώρα αλλάξει, Βαγγελιώ, δεν είσαι εντάξει
- δεν είναι εντάξει η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- είμαι εντάξει, α. δέχομαι, είμαι σύμφωνος, συμφωνώ: «αν συμφωνεί ο τάδε, τότε κι εγώ είμαι εντάξει». β. είμαι ικανοποιημένος: «είμαι εντάξει μ’ αυτά που μ’ έχεις δώσει». γ. βρίσκομαι σε καλή ψυχική ή ψυχολογική κατάσταση: «τον πρώτο καιρό που πέθανε ο πατέρας μου, ήμουν για κλάματα, αλλά μετά από τόσα χρόνια νομίζω πως είμαι κάπως εντάξει». δ. δεν εκκρεμεί τίποτα σε βάρος μου: «μόλις ο τροχονόμος είδε πως είμαι εντάξει, μ’ άφησε να φύγω». ε. συμπεριφέρομαι με το σωστό, με τον ενδεδειγμένο τρόπο: «να ξαναφέρεις το φίλο σου στην παρέα μας γιατί είναι πολύ εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: γι’ αυτό σαν πήγε του λέει με γέλιο, καταλαβαίνω τι θες να πεις· μια κι είσ’ εντάξει, βρε φανταράκι, πάρε μια άδεια και άντε να τη δεις). στ. είμαι τίμιος: «δεν μπορείς να πεις πως σε αδίκησα, γιατί εγώ σ’ αυτά τα πράγματα είμαι εντάξει». Συνών. είμαι οκέι·
- δεν τη βλέπω εντάξει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- δεν τη βρίσκω εντάξει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- είναι εντάξει, είναι σωστός, είναι καθώς πρέπει: «τον βάλαμε αμέσως στην παρέα μας, γιατί με δυο τρεις χειρονομίες που έκανε, καταλάβαμε πως είναι εντάξει». Συνών. είναι οκέι·
- είναι εντάξει τα πράγματα ή τα πράγματα είναι εντάξει, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- εντάξει και παρατάξει, βλ. φρ. εν τάξη και παρατάξει, λ. τάξη·
- εντάξει μωρέ, περίπου καλά, περίπου ικανοποιητικά: «πώς πήγε η δουλειά; -Εντάξει μωρέ»
- εντάξει μωρέ! έκφραση αδιαφορίας για κάτι κακό ή για κάτι που δεν έγινε με τον ορθό, τον σωστό τρόπο, ίδιον του νεοελληνικού ζαμανφουτισμού. Συνήθως ακολουθείται από το τι έγινε(!): «κύριε, όπως κάνατε όπισθεν με τ’ αυτοκίνητό σας, χτυπήσατε την πόρτα του αυτοκινήτου μου και τη βαθουλώσατε. -Εντάξει μωρέ, τι έγινε!»·
- λέω το εντάξει, δέχομαι, αποδέχομαι, συμφωνώ: «όταν βλέπω πως πάει να γίνει μια σωστή δουλειά, λέω το εντάξει». Συνών. λέω το οκέι·
- με βρίσκουν εντάξει, μετά από έλεγχο ανακαλύπτουν πως δεν εκκρεμεί τίποτα σε βάρος μου: «μετά τον έλεγχο που μου ’καναν οι αστυνομικοί, με βρήκαν εντάξει και μ’ άφησαν να φύγω || μετά την εξέταση που μου ’κανε ο γιατρός, με βρήκε εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: μας πήρανε πλημμέλημα επί διαταράξει, μα όλα τα μητρώα μας τα βρήκανε εντάξει). Συνών. με βρίσκουν οκέι·
- ξηγιέμαι εντάξει, α. συμπεριφέρομαι με το σωστό, με τον ενδεδειγμένο τρόπο: «όποιος μου φέρεται σωστά, του ξηγιέμαι κι εγώ εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: δυο και δυο κι άλλα δυο και δυο το οχτώ δεκάξι, πρέπει να κάνεις τουμπεκί και να ξηγιέσαι εντάξει). β. συμπεριφέρομαι με τιμιότητα: «αποκλείεται να σ’ αδίκησε αυτός ο άνθρωπος γιατί ξέρω πως ξηγιέται εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: βλέπεις εντάξει σου ξηγιέμαι, πως σε λατρεύω δεν τ’ αρνιέμαι
- στο εντάξει, με πολύ καλό, με πολύ ωραίο τρόπο: «εκεί που θα πας να συμπεριφέρεσαι στο εντάξει, αν θέλεις να σ’ εκτιμούν». (Εβραίικο τραγούδι: στης ταβέρνας τον πελάτη κάνω εγώ κόλπα πολλά. Και τα παίρνω απ’ όποιον πίνει και στο εντάξει τραγουδάω
- τα κανόνισα όλα στο εντάξει, διευθέτησα τα πράγματα όπως ακριβώς έπρεπε να διευθετηθούν: «κανόνισες τα πράγματα όπως συμφωνήσαμε; -Τα κανόνισα όλα στο εντάξει»·
- τα κάνω όλα στο εντάξει, ενεργώ, συμπεριφέρομαι με το σωστό, με τον ενδεδειγμένο τρόπο, καθώς πρέπει: «πολύ την αγαπώ τη γυναίκα μου, γιατί τα κάνει όλα στο εντάξει». (Λαϊκό τραγούδι: βρήκα μια όμορφη και μαυρομάτα κι όχι πονηρή γαλανομάτα. Μου τα κάνει όλα στο εντάξει, τσάρκες πάμε τα βράδια με τ’ αμάξι
- φαίνομαι εντάξει, βλ. φρ. ξηγιέμαι εντάξει. (Λαϊκό τραγούδι: δεν είσ’ αυτός που ήσουνα έχεις πολύ αλλάξει, διστάζεις νε με παντρευτείς και να φανείς εντάξει
- φέρομαι εντάξει, βλ. φρ. ξηγιέμαι εντάξει. (Λαϊκό τραγούδι: άντρα εκατό καράτια πώς τον έκανες κομμάτια, που κι εντάξει σου φερόμουν κι όλα σου τα χάρισα, τώρα για τα περαιτέρω είναι αλλουνού καπέλο, εγώ πήρα το δικό μου κι όμορφα καθάρισα).

εντύπωση

εντύπωση, η, ουσ. [<μτγν. ἐντύπωσις], η εντύπωση·
- δίνω την εντύπωση πως... ή δίνω την εντύπωση ότι..., φαίνομαι πως…, φαίνομαι ότι…: «έτσι όπως συμπεριφέρεσαι, δίνεις την εντύπωση πως είσαι ύποπτος»·
- έχω την εντύπωση πως... ή έχω την εντύπωση ότι..., νομίζω, μου φαίνεται, υποπτεύομαι: «έχω την εντύπωση πως κάποιος μας παρακολουθεί»·
- κάνω εντύπωση, προκαλώ το ενδιαφέρον, την προσοχή, προκαλώ ζωηρή αίσθηση, εντυπωσιάζω κάποιον ή την ομήγυρή μου: «έκανες πολλή εντύπωση μ’ αυτά που τους είπες || έκανε μεγάλη εντύπωση με το καινούργιο του αυτοκίνητο»·
- μάχη εντυπώσεων, βλ. φρ. πόλεμος εντυπώσεων·
- μου κάνει εντύπωση, μου κινεί το ενδιαφέρον, την απορία, την προσοχή: «μου κάνει εντύπωση πώς μπορεί και ζει αυτός ο άνθρωπος με τόση φτώχεια!»·
- πόλεμος εντυπώσεων, βλ. λ. πόλεμος.  

εξήγηση

εξήγηση, η, ουσ. [<αρχ. ἐξήγησις], εξήγηση· διασάφηση, διευκρίνιση, συνήθως στον πλ. οι εξηγήσεις: «ακόμα περιμένω εξηγήσεις για την απαράδεκτη στάση σου!»·
- δίνω εξήγηση ή δίνω εξηγήσεις, εξηγώ, διευκρινίζω, διασαφηνίζω κάτι, δικαιολογούμαι σε κάποιον: «εγώ δε δίνω εξήγηση σε κανέναν για τη στάση που κρατώ || είναι μέσα στο γραφείο του διευθυντή και δίνει εξηγήσεις για τη χτεσινή απουσία του». (Λαϊκό τραγούδι: έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δε δόθηκε
- δίνω εξήγηση, ερμηνεύω: «δεν μπορώ να δώσω εξήγηση γιατί φέρεται μ’ αυτόν τον άσχημο τρόπο!»·
- ζητώ εξηγήσεις, α. καλώ κάποιον να μου διευκρινίσει κάποια στάση του, ιδίως αρνητική: «τον έπιασε στο καφενείο και του ζητούσε εξηγήσεις για ποιο λόγο ήταν απεργοσπάστης || τον σταμάτησε στο δρόμο και του ζητούσε εξηγήσεις για τις βλακείες που είχε πει γι’ αυτόν και για την οικογένειά του». β. απαιτώ από κάποιον να μου ζητήσει συγγνώμη: «τον έπιασε μπροστά σ’ όλον το κόσμο και του ζητούσε εξηγήσεις για τα λόγια που είπε για την οικογένεια του»·
- κακή εξήγηση, (στη γλώσσα των ναρκωτικών) η προσφορά κακής και μικρής ποσότητας κάποιου ναρκωτικού: «του ’τυχε μια κακή εξήγηση, αλλά να ’ταν κι άλλο»·
- καλή εξήγηση, (στη γλώσσα των ναρκωτικών) η προσφορά καλής και αρκετής ποσότητας κάποιου ναρκωτικού: «βρήκε μια καλή εξήγηση και τράβηξε ίσια για το γρένι του»·
- όμορφη εξήγηση, (στη γλώσσα της αργκό) βλ. φρ. φίνα εξήγηση. (Λαϊκό τραγούδι: μάγκας θα πει φιλότιμος, μάγκας θα πει ντερβίσης, μάγκας θα πει καλή καρδιά κι όμορφες εξηγήσεις
- φίνα εξήγηση, (στη γλώσσα της αργκό) καλή, σωστή, καθώς πρέπει ενέργεια ή συμπεριφορά: «εκεί που θα πάμε θέλω φίνα εξήγηση, γιατί πρόκειται να κάνω μια δουλειά μαζί τους». (Λαϊκό τραγούδι: για το δίκιο μου πεθαίνω, το ’χω πει και θα το πω, κάνω φίνες εξηγήσεις κι άμα λάχει τα χαλώ και παρόλα που ’μαι ξύπνιος, έχω ύφος ντροπαλό
- ωραία εξήγηση, βλ. φρ. φίνα εξήγηση. (Λαϊκό τραγούδι: τρέξε κοντά μου, να χαρείς, να με παρηγορήσεις. Εσύ για μένα έκανες ωραίες εξηγήσεις!).

επιταγή

επιταγή, η, ουσ. [<μτγν. ἐπιταγή], η επιταγή·
- δίνω ακάλυπτες επιταγές, βλ. φρ. μοιράζω ακάλυπτες επιταγές·
- δίνω ανοιχτή επιταγή (σε κάποιον), βλ. φρ. δίνω λευκή επιταγή·
- δίνω λευκή επιταγή (σε κάποιον), αφήνω κάποιον να ενεργήσει ανεξέλεγκτα, κατά βούληση ακόμη και για υποθέσεις που με αφορούν: «όσον αφορά τα εθνικά θέματα η αντιπολίτευση δεν προτίθεται να δώσει στην κυβέρνηση λευκή επιταγή». Από το ότι, όταν δώσουμε σε κάποιον υπογεγραμμένη επιταγή χωρίς να σημειώσουμε το πόσο που θέλουμε να καλύπτει, τότε αυτός μπορεί να σημειώσει και να εισπράξει ένα οποιοδήποτε ποσό·
- μοιράζω ακάλυπτες επιταγές, δίνω υποσχέσεις σε κάποιους που δεν έχω σκοπό ή τη δυνατότητα να πραγματοποιήσω: «κάθε φορά που βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο η κυβέρνηση μοιράζει στον κοσμάκη ακάλυπτες επιταγές». Από το ότι, όταν η επιταγή δεν έχει αντίκρισμα στην τράπεζα, είναι άχρηστη.

έτσι

έτσι, επίρρ. [<μσν. ἔτσι <αρχ. οὑτωσί]. 1. με αυτόν τον τρόπο. (Λαϊκό τραγούδι: χτύπησε τα πόδια σου πάνω στον ασίκικο χορό, έτσι μου αρέσεις έτσι σ’ αγαπώ). 2. χωρίς λόγο: «γιατί του πέταξες την πέτρα του ανθρώπου; -Έτσι». 3α. το αρσ. και θηλ. ως άκλ. ουσ. ο έτσι, η έτσι, με της κτητ. αντων. μου, σου, του, της, μας, σας, τους, των, ο εραστής, ο ερωμένος, ο γκόμενος, η ερωμένη, η γκόμενα: «την είδα αγκαλιά με τον έτσι της || τον είδα με την έτσι του να κάνει βόλτα στην παραλία || πήραν τις έτσι τους και πήγαν στη θάλασσα». β. (γενικά) ο τάδε, η τάδε: «ποιος ήταν ο έτσι που σε ζητούσε;». γ. λέγεται και αντί ονόματος, όταν δε γνωρίζουμε ή όταν δε θέλουμε να πούμε το όνομα κάποιου: «ήρθε ο έτσι και σε ζητούσε». Συνήθως, αν βρίσκεται το άτομο αυτό στην ομήγυρη, το δείχνουμε στον ενδιαφερόμενο με ένα διακριτικό νεύμα του κεφαλιού και, αν λείπει, κάνουμε κάποια ιδιαίτερη χειρονομία για να καταλάβει ο άλλος περί τίνος πρόκειται. Αν δηλ. έχει μεγάλα αφτιά, πιέζουμε από πίσω τ’ αφτιά μας για να πάρουν μεγαλύτερο μέγεθος, αν έχει μεγάλη μύτη σέρνουμε τα δάχτυλα της παλάμης μας σε όλο το μήκος της μύτης μας προχωρώντας ακόμη πιο πολύ προς τα έξω, αν έχει γαμψή μύτη φέρνουμε το δείκτη μας σε γαμψή στάση επάνω από τη μύτη μας κ.λπ. 4. σε ερωτηματικό τύπο έτσι; επαναλαμβάνεται χωρίς λόγο συχνά πυκνά σε μια συνομιλία: «ο φίλος σου ήρθε από κείνο το δρόμο, έτσι; Εγώ ερχόμουν από τον άλλον, έτσι; Ποιος σου είπε ότι ερχόμασταν μαζί; Αν ερχόμασταν μαζί, θα μας έβλεπε όλος ο κόσμος, έτσι;». (Ακολουθούν 89 φρ.)·    
- βγαίνει έτσι δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- για κάνε έτσι το κεφάλι σου! βλ. λ. κεφάλι·
- για το έτσι μου, για την ιδιοτροπία μου ή για το πείσμα μου: «αν θα τον κυνηγήσω, θα τον κυνηγήσω μόνο και μόνο για το έτσι μου»·
- γιατί είσαι έτσι; τι έχεις, τι σε απασχολεί, τι σε προβληματίζει·
- γιατί έτσι; δηλώνει απορία: «θα χωρίσω με τη γυναίκα μου. -Γιατί έτσι; Εσείς φαινόσασταν τόσο ευτυχισμένοι!»·
- γίνεται έτσι δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- δε θα περάσει έτσι ή δε θα τ’ αφήσω να περάσει έτσι, απειλητική έκφραση με την οποία διαβεβαιώνουμε κάποιον που μας έβλαψε ή που ενήργησε με δόλο σε βάρος μας πως εν καιρώ θα ενεργήσουμε κατάλληλα για να τον εκδικηθούμε ή για να τον τιμωρήσουμε: «η πουστιά που μου ’κανες δε θα περάσει έτσι»·
- δεν είναι έτσι, έκφραση αμφισβήτησης για τον τρόπο με τον οποίο αναφέρει κάποιος σε κάποιον ή κάποιους ένα γεγονός: «έχεις δικαίωμα να πεις τη γνώμη σου, αλλά δεν είναι έτσι»·
- δεν είναι έτσι τα πράγματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- δεν έπρεπε ο Θεός να μου τα κονομήσει έτσι, βλ. λ. Θεός·
- δίνω έτσι ή δίνω στο έτσι, δίνω δωρεάν, δωρίζω, χαρίζω: «όταν του περισσεύει κάτι, το δίνει έτσι || μ’ αρέσει να δίνω στο έτσι ό,τι μου περισσεύει»·
- έμεινα έτσι! έμεινα εμβρόντητος, κατάπληκτος: «είναι τόσο ωραία γυναίκα που, μόλις την είδα, έμεινα έτσι! || μόλις τον είδα να σηκώνει το χέρι του για να χτυπήσει τον πατέρα του, έμεινα έτσι!»·
- ένα έτσι να κάνω… ή μια έτσι να κάνω…, βλ. λ. κάνω·
- έστω κι αν είναι έτσι, παραδοχή των λεγόμενων κάποιου, ακόμη και αν δεν τα πιστεύουμε ή δεν τα υιοθετούμε αλλά μόνο και μόνο για να εκφράσουμε και τη δική μας άποψη: «έστω κι αν είναι έτσι όπως μου τα λες, πάλι δε θα μπορέσουμε να φέρουμε σε πέρας τη δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: έστω κι αν είναι έτσι, έξω κι αν έχω πέσει, εσύ που μου ’λεγες πως μ’ αγαπάς τώρα πού πας, τώρα πού πας)· 
- έτσι αλλιώς, βλ. φρ. έτσι κι αλλιώς·
- έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα, όχι πολύ καλά, όχι σύμφωνα με το αναμενόμενο: «πώς τα πας με την καινούρια σου δουλειά; -Έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα». Πολλές φορές, χωρίς λόγο αλλά περισσότερο για τη ρίμα, η φρ. έκλεινε με το και Πασαλιμανιώτικα ή τη λ. αυτή την έλεγε αμέσως μετά ο συνομιλητής, μόλις ο άλλος έλεγε τη λ. αλλιώτικα ·
- έτσι γουστάρω ή έτσι μου γουστάρει, βλ. λ. γουστάρω·
- έτσι δεν είναι; ή δεν είναι έτσι; α. έκφραση με την οποία θέλουμε να μας επιβεβαιώσει ο συνομιλητής μας αν θα ενεργήσει σύμφωνα με αυτό που τον ρωτήσαμε προηγουμένως: «θα ’ρθεις κι εσύ στην εκδρομή μας, έτσι δεν είναι;». β. έκφραση με την οποία θέλει ο συνομιλητής μας επιβεβαίωση σε αυτά που μόλις μας είπε: «θα ’ρθεις κι εσύ μαζί μας, δεν είναι έτσι;». γ. έκφραση με την οποία θέλουμε να μας επιβεβαιώσει ο συνομιλητής μας πως σωστά ενεργήσαμε με τον τρόπο που του αναφέραμε προηγουμένως: «κι επειδή μ’ έβριζε συνέχεια χωρίς λόγο, τον πλάκωσα στο ξύλο, έτσι δεν είναι;»·
- έτσι ε! συμπερασματική έκφραση από τα λεγόμενα ή τη στάση του συνομιλητή μας, που δηλώνει αγανάκτηση, λύπη, παράπονο ή και επιθετική διάθεση: «εσύ μπορεί να με βοήθησες στο παρελθόν, εγώ όμως δε θέλω να σε βοηθήσω. -Έτσι ε!». (Λαϊκό τραγούδι: έτσι ε, έτσι ε, τώρα να δεις τι θα σου κάνω
- έτσι είναι η ζωή, βλ. λ. ζωή·
- έτσι έχει η υπόθεση, βλ. λ. υπόθεση·
- έτσι έχει το ζήτημα, βλ. λ. ζήτημα·
- έτσι έχει το θέμα, βλ. λ. θέμα·
- έτσι έχει το πράγμα ή έτσι έχουν τα πράγματα, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- έτσι ή αλλιώς, σε κάθε περίπτωση, σε κάθε περίσταση, με οποιαδήποτε μέθοδο ή τακτική, με οποιοδήποτε μέσο: «μη στενοχωριέσαι, γιατί έτσι ή αλλιώς θα τακτοποιηθεί η υπόθεσή σου»·
- έτσι θα πάρουμε την Πόλη; βλ. λ. Πόλη·
- έτσι θέλω, βλ. λ. φρ. έτσι γουστάρω. (Λαϊκό τραγούδι: πιστεύω είχε στη ζωή γούστο μου κι έτσι θέλω,και οι ρεμπέτες οι παλιοί του βγάζαν το καπέλο)·
- έτσι και..., α. στην περίπτωση που ..., αν τυχόν…, όταν…: «έτσι κι  αποφασίσει να κάνει κάτι, δεν τον σταματάει τίποτα || έτσι και σε δει, σ’ αρχίζει αμέσως στην πάρλα». (Λαϊκό τραγούδι: έτσι και σε δει η νοικοκυρά μου και ρωτήσει τι θες στην κάμαρά μου, πες της καθαρά πως είσαι η κυρά μου). β. δηλώνει και απειλή: «έτσι και σε πιάσω, θα σε σπάσω στο ξύλο»·
- έτσι και κάνεις ότι… ή έτσι και κάνεις πως…, με την παραμικρή σου αντίδραση, με την παραμικρή σου ενέργεια: «έτσι και κάνεις ότι βήχεις την ώρα που μιλάει, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε || έτσι και κάνεις πως αργείς λίγο το πρωί, σε διώχνει αμέσως απ’ τη δουλειά του»·
- έτσι και κάνω ότι… ή έτσι και κάνω πως…, από τη στιγμή που εκδηλώνομαι, που προβαίνω σε κάποια ενέργεια: «έτσι και κάνω ότι φεύγω, όλοι μ’ ακολουθούν || έτσι και κάνω πως αγριεύω, όλοι κάθονται στ’ αβγά τους»·
- έτσι και σπάσει ο διάβολος το πόδι του (το ποδάρι του), βλ. λ. διάβολος·
- έτσι κάνετε (εσείς) στο χωριό σας; βλ. λ. χωριό·
- έτσι κι αλλιώς, σε κάθε περίπτωση, πάντως, οπωσδήποτε: «μη στενοχωριέσαι, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό που πρέπει να γίνει θα γίνει || αφού έτσι κι αλλιώς θα ’ρθει, γιατί λοιπόν στενοχωριέσαι;». (Λαϊκό τραγούδι: θέλω να ’ρθω μα φοβάμαι, φοβάμαι, έτσι κι αλλιώς πάλι μόνος μου θα ’μαι
- έτσι κι έτσι, ούτε καλά ούτε άσχημα, μέτρια. Τις πιο πολλές φορές, δίνεται ως απάντηση στην ερώτηση ενδιαφέροντος κάποιου πώς είσαι ή πώς πας ή πώς τα πας ή πώς πάνε οι δουλειές ή πώς πάνε τα πράγματα. Συνών. μέτζο μέτζο·
- έτσι κι έτσι θα... (αναφέρεται αμέσως ο λόγος που επαναλαμβάνεται) αφού: «έτσι κι έτσι θα πας που θα πας στο σπίτι, φέρε μου κι εκείνο το βιβλίο που μου χρειάζεται»·
- έτσι λες; αυτή είναι γνώμη σου(;): «να δεις που θα ’ρθει και θα σου ζητήσει συγνώμη. -Έτσι λες;»·
- έτσι λες ε! βλ. φρ. έτσι λες(;)·
- έτσι μου βγαίνει, συμπεριφέρομαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο αυθόρμητα: «δεν ξέρω γιατί αντιδρώ απότομα, όταν ακούω κουβέντα για πολιτικά, αλλά έτσι μου βγαίνει»·
- έτσι μου κάπνισε, ενήργησα όπως ενήργησα ή είπα ό,τι είπα, χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο, αλλά από παρόρμηση ή από επιπολαιότητα: «τι μου ζητάς τώρα να σου πω γιατί έκανα αυτό που έκανα. Έτσι μου κάπνισε»·
- έτσι μου κατέβηκε, βλ. συνηθέστ. έτσι μου κάπνισε·
- έτσι μου ’ρθε, βλ. φρ. έτσι μου κάπνισε·
- έτσι μου ’ρχεται να..., νιώθω τη διάθεση να προβώ σε κάποια παρορμητική ενέργεια, αρνητική ή θετική, που θα είναι ή οδυνηρή για κάποιον ή που θα τον ξαφνιάσει: «έτσι μου ’ρχεται να τον σπάσω στο ξύλο || έτσι μου ’ρχεται να πάρω το τρένο και να πάω να τη βρω || έτσι μου ’ρχεται να την αρχίσω στα φιλιά»·
- έτσι μου σηκώθηκε, βλ. φρ. έτσι μου κάπνισε·
- έτσι μου τη βίδωσε, βλ. φρ. έτσι μου κάπνισε·
- έτσι μου την έδωσε, βλ. φρ. έτσι μου κάπνισε·
- έτσι μου φαίνεται, βλ. λ. φαίνομαι·
- έτσι μου φαίνεται να…, βλ. λ. φαίνομαι·
- έτσι μπράβο! βλ. λ. μπράβο·
- έτσι να κάνει η σούφρα σου, βλ. λ. σούφρα·
- έτσι να κάνει ο κώλος σου, βλ. λ. κώλος·
- έτσι να κάνω το δαχτυλάκι μου, βλ. λ. δαχτυλάκι·
- έτσι να κάνω το δάχτυλό μου, βλ. λ. δάχτυλο·
- έτσι νομίζεις; βλ. λ. νομίζω·
- έτσι ντε! βλ. λ. ντε·
- έτσι που…, αφού, επειδή, με τον τρόπο που…: «έτσι που μου μιλάς, καταλαβαίνω πως δε θέλεις να ξανακάνουμε παρέα || έτσι που τρέχεις, θα σκοτωθούμε»·
- έτσι που είναι ο καιρός, χέσε και πέσε, βλ. λ. καιρός·
- έτσι που λες, καταληκτική φρ. μιας διήγησης, μιας εξιστόρησης συμβάντος ή συμβάντων, με την έννοια ακριβώς αυτό συνέβη, ακριβώς αυτά συνέβησαν· βλ. και φρ. που λες, λ. λέω·
- έτσι που πας ή έτσι που το πας, με τον τρόπο που ενεργείς, με τη στάση που κρατάς, ιδίως απέναντί μου: «έτσι που το πάς, δεν τις γλιτώνεις τις φάπες σου». (Λαϊκό τραγούδι: έτσι που πας, θες να με βάλεις σε μπελά, έχει κι η τόση περηφάνια τα όριά της και μην κορδώνεσαι, πως σ’ αγαπώ τρελά, γιατί η αχλάδα έχει πίσω την ουρά της //  έτσι που το πας θα μας πεις σε λίγο και πως μας αγαπάς
- έτσι σ’ έμαθαν να λες; βλ. φρ. έτσι σου είπαν να λες(;)·
- έτσι σε θέλω, έκφραση επιδοκιμασίας σε άτομο που είπε ή έκανε κάτι: «έτσι σε θέλω, μη φοβάσαι κανέναν, όταν πρόκειται για το δίκιο σου»·
- έτσι σου είπαν να λες; έκφραση έντονης αμφισβήτησης ή διαμαρτυρίας στα λεγόμενα κάποιου που είναι εντελώς αντίθετα προς τα συμφέροντά μας ή από αυτό που πιστεύουμε: «μόλις τελειώσετε τη δουλειά, θα ’ρθείτε να πληρωθείτε μετά από ένα μήνα. -Έτσι σου είπαν να λες;»· 
- έτσι σου φαίνεται! βλ. λ. φαίνομαι·
- έτσι σου φάνηκε, βλ. λ. φαίνομαι·
- έτσι την είδα τη δουλειά ή έτσι την έχω δει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- έτσι την έκοψα τη δουλειά ή έτσι την έχω κόψει τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- έτσι το ’χετ’ εδώ; ή έτσι το ’χετ’ εσείς; ή έτσι το ’χετ’ εσείς εδώ; ειρωνική έκφραση σε κάποιον ή κάποιους, που δε μας συμπεριφέρονται καθώς πρέπει ή που ενεργούν απροκάλυπτα σε βάρος μας, χωρίς να νοιάζονται για τυχόν συνέπειες: «έτσι το ’χετ’ εσείς εδώ; Προσκαλείτε κάποιον στο σπίτι σας και μετά από λίγο κάνετε πως νυστάζετε για να τον αναγκάσετε να φύγει; || έτσι το ’χετ’ εδώ;  Παίρνετε πρώτα τα λεφτά του κόσμου και δεν τους στέλνετε στη συνέχεια αυτά που σας παρήγγειλαν;»·   
- έτσι το ’χουμ’ εδώ ή έτσι το ’χουμ’ εμείς ή έτσι το ’χουμ’ εμείς εδώ, με αυτόν τον τρόπο συνηθίζουμε να συμπεριφερόμαστε, είναι μέρος από τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας: «όταν δούμε κάποιον περαστικό που έχει την ανάγκη μας, τον φιλοξενούμε στο σπίτι μας, γιατί έτσι το ’χουμ’ εμείς εδώ». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- έτσι τον βρίσκω τον καιρό, έτσι τον αρμενίζω, βλ. λ. καιρός·
- έτσι φαίνεται, βλ. λ. φαίνομαι·
- ζευγαρώνει ο Θεός δυο κακούς, κι έτσι χαλάει μαζί δυο σπίτια, βλ. λ. σπίτι·
- κι έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα, έκφραση με την οποία εννοούμε όλα όσα προηγουμένως έχουμε εξιστορήσει με λεπτομέρειες και χωρίς φόβο για την εξελικτική πορεία μιας υπόθεσης: «μας τα ’πε όλα απ’ την αρχή με το νυ και με το σίγμα, κι έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα, μπορέσαμε κι εμείς να βγάλουμε μια άκρη». Πολλές φορές, χωρίς λόγο, αλλά περισσότερο για τη ρίμα, η φρ. κλείνει με το και Πασαλιμανιώτικα ή τη λ. αυτή την έλεγε αμέσως μετά ο συνομιλητής, μόλις ο άλλος έλεγε τη λ. αλλιώτικα·
- λες να ’ν’ έτσι; μήπως αληθεύει(;): «εγώ πιστεύω πως είναι αθώος. -Λες να ’ν’ έτσι, κι άδικα κατηγορήσαμε τον άνθρωπο;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ρε·
- με το έτσι θέλω, αυθαίρετα, αναγκαστικά, ετσιθελικά: «με το έτσι θέλω δεν κάνεις τίποτα || αυτές οι δουλειές δε γίνονται με το έτσι θέλω, αλλά χρειάζεται πολιτική»·
- μην κάνεις έτσι, βλ. φρ. πώς κάνεις έτσι(!)·
- μια έτσι, μια αλλιώς, με συνεχείς διαφοροποιήσεις, με συνεχείς μεταβολές: «μια έτσι, μια αλλιώς, δε λέει ακόμη να σταθεροποιηθεί η υγεία του»·
- μου βγήκε στο έτσι ή  μου τη βγήκε στο έτσι, ενήργησε, μου συμπεριφέρθηκε με προκλητικό τρόπο: «κι εκεί που καθόμασταν ήσυχα και κουβεντιάζαμε με την παρέα μου, ήρθε ο δικός σου και μου τη βγήκε στο έτσι». Από την αναστάτωση που νιώθει κανείς, όταν κάποιος του συμπεριφερθεί προκλητικά, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Για συνών. βλ. φρ. μου βγήκε ανάποδα ή μου τη βγήκε ανάποδα ή μου τη βγήκε στο ανάποδο, λ. ανάποδος·
- μου τη βάρεσε στο έτσι, ενήργησα ή συμπεριφέρθηκα με τον συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο: «κι εκεί που καθόμασταν, μου τη βάρεσε στο έτσι κι έφυγα || μόλις τον είδα, μου τη βάρεσε στο έτσι και του άστραψα ένα μπάτσο»·
- μου την έδωσε στο έτσι, βλ. φρ. μου τη βάρεσε στο έτσι·
- μπορεί να βγει έτσι δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- μπορεί να γίνει έτσι δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- όπως τον βρίσκω τον καιρό έτσι τον αρμενίζω, βλ. λ. καιρός·
- όχι κι έτσι! εκφράζει έντονη αποδοκιμασία ή δυσαρέσκεια για κάτι, που θεωρούμε πως έγινε με υπερβολικό τρόπο: «είπαμε να ’σαι αυστηρός, αλλά όχι κι έτσι!»·
- παίρνω έτσι ή παίρνω στο έτσι, παίρνω δωρεάν: «μόλις είναι να πάρει κάτι στο έτσι, μπορεί να περιμένει με τις ώρες»·
- παίρνω τα πράγματα έτσι όπως (μου) έρχονται, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- παίρνω τη ζωή έτσι όπως (μου) έρχεται, βλ. λ. ζωή·
- πώς κάνεις έτσι! βλ. λ. πώς·
- πώς (κι) έτσι και…; βλ. λ. πώς·
- στο έτσι στιλ, βλ. λ. στιλ·
- τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς, με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την περίσταση, ανάλογα με την περίπτωση: «τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς καταφέρνω και ξεπερνώ τα προβλήματά μου»·
- το είπε έτσι, το είπε χωρίς να το εννοεί, αλλά, περισσότερο, χάριν αστεϊσμού: «μην παρεξηγιέσαι, αφού ξέρεις πως αυτό που είπε, το είπε έτσι κι όχι για να σε προσβάλλει»·
- το παίζει στο έτσι στιλ, βλ. λ. στιλ·
- του βγαίνω στο έτσι ή του τη βγαίνω στο έτσι, ενεργώ, συμπεριφέρομαι εναντίον του με προκλητικό: «κάθε φορά που τον βλέπω, κάτι με σπρώχνει από μέσα μου και του τη βγαίνω στο έτσι». Για συνών. βλ. φρ. του βγαίνω ανάποδα ή του τη βγαίνω ανάποδα ή του τη βγαίνω στο ανάποδο, λ. ανάποδος·
- ώστε έτσι ε! βλ. λ. ώστε.

ζεμπίλι

ζεμπίλι, το, ουσ. [<τουρκ. zempil], μεγάλος πλεκτός σάκος από ψάθα ή χοντρό ύφασμα με δυο χερούλια για πρόχειρες μεταφορές: «κουβαλάει τα τρόφιμα στο σπίτι του με το ζεμπίλι»·
- βγάζει λεφτά με το ζεμπίλι, βλ. λ. λεφτά·
- έχει λεφτά με το ζεμπίλι, βλ. λ. λεφτά·
- του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι, βλ. λ. Θεός.

ζίλι

ζίλι, το, ουσ. [<τουρκ. zil (= κουδούνι)]. 1. (στη γλώσσα της αργκό) δυνατό χαστούκι, δυνατό ράπισμα: «του ’ριξα ένα ζίλι, που είδε τον ουρανό με τ’ άστρα». Από το ότι, όταν δεχτεί κάποιος δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο, κουδουνίζουν τ’ αφτιά του. 2. στον πλ. τα ζίλια, μεταλλικά κρόταλα, που προσαρμόζονται στα δάχτυλα και συνοδεύουν με τους ήχους τους το χορό, ιδίως ανατολίτισσας χορεύτριας: «το κορμί της χορεύτριας λικνιζόταν λάγνο κάτω από τους ήχους που άφηναν τα ζίλια». (Ακολουθούν 17 φρ.)·
- είναι για ζίλια, πρέπει να τιμωρηθεί με ξυλοδαρμό ή συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, σαν να επιδιώκει να φάει ξύλο: «αφού κάθεται και κατηγορεί χωρίς λόγο όλον τον κόσμο, είναι για ζίλια». Για συνών. βλ. φρ. είναι για χαστούκια, λ. χαστούκι·
- έφαγε ζίλια ή έφαγε τα ζίλια του, ξυλοκοπήθηκε από κάποιον: «πήγε να κουνηθεί στον τάδε κι έφαγε τα ζίλια του». Για συνών. βλ. φρ. έφαγε χαστούκια ή έφαγε τα χαστούκια του, λ. χαστούκι·
- θέλει ζίλια ή θέλει τα ζίλια του ή τα θέλει τα ζίλια του, βλ. φρ. είναι για ζίλια·
- τον πέθανε στα ζίλια, βλ. φρ. τον τρέλανα στα ζίλια·
- τον πλάκωσα στα ζίλια, του έδωσα αλλεπάλληλα χαστούκια, τον ξυλοκόπησα: «επειδή δεν καθόταν φρόνιμα, τον πλάκωσα στα ζήλια». Για συνών. βλ. φρ. τον πλάκωσα στα χαστούκια, λ. χαστούκι·
- τον τάραξα στα ζίλια, τον έδειρα άγρια, τον ξυλοκόπησα: «κάποια στιγμή ήρθαμε στα χέρια και τον τάραξα στα ζίλια». Για συνών. τον τάραξα στα χαστούκια, λ. χαστούκι·
- τον τρέλανα στα ζίλια, τον ξυλοκόπησα άγρια: «επειδή μου ’βρισε τη μάνα, τον τρέλανα στα ζίλια». Για συνών. τον τρέλανα στα χαστούκια, λ. χαστούκι·
- του άστραψα ένα ζίλι, τον χτύπησα δυνατά στο πρόσωπο με την παλάμη, τον χαστούκισα: «μόλις του άστραψα ένα ζίλι, σταμάτησε αμέσως να λέει ανοησίες». Για συνών. βλ. φρ. του άστραψα ένα χαστούκι, λ. χαστούκι·
- του ’δωσα ένα ζίλι, βλ. φρ. του ’ριξα ένα ζίλι·
- του ’δωσα ζίλια ή του ’δωσα τα ζίλια του, βλ. φρ. του ’ριξα ζίλια ή του ’ριξα τα ζίλια του·  
- του κάθισα ένα ζίλι, βλ. φρ. του άστραψα ένα ζίλι·
- του ’κοψα ένα ζίλι, βλ. φρ. του ’ριξα ένα ζίλι·
- του ’ριξα ένα ζίλι, τον χαστούκισα: «μόλις του ’ριξα ένα ζίλι κάθισε φρόνιμα στη θέση του». Για συνών. βλ. φρ. του ’ριξα ένα χαστούκι, λ. χαστούκι·
- του ’ριξα ζίλια ή του ’ριξα τα ζίλια του, του έδωσα αλλεπάλληλα χαστούκια, τον ξυλοκόπησα και, κατ’ επέκταση, τον νίκησα: «επειδή έλεγε συνέχεια ανοησίες του ’ριξα τα ζίλια του κι ησύχασε». Για συνών. του ’ριξα χαστούκια ή του ’ριξα τα χαστούκια του, λ. χαστούκι·
- του ’σκασα ένα ζίλι, τον χαστούκισα δυνατά: «πριν μας χωρίσουν, μπόρεσα και του ’σκασα ένα ζίλι». Για συνών. βλ. φρ. του ’σκασα ένα χαστούκι, λ. χαστούκι·
- του τράβηξα ένα ζίλι, βλ. φρ. του ’ριξα ένα ζίλι·
- τρώω ζίλια ή τρώω τα ζίλια μου, δέχομαι χαστούκια από κάποιον, τρώω ξύλο και, κατ’ επέκταση, με νικά: «αφού ξέρω πως τρώω τα ζίλια μου, γιατί να μαλώσω με τον τάδε;». Για συνών. βλ. φρ. τρώω χαστούκια ή τρώω τα χαστούκια μου (α), λ. χαστούκι.

ζωή

ζωή, η, ουσ. [<αρχ. ζωή], η ζωή. 1. το σύνολο των γεγονότων που συμβαίνουν από τη γέννηση ως το θάνατο, ο τρόπος με τον οποίο περνάμε το βίο μας: «περνάει η ζωή και δεν το παίρνεις χαμπάρι || ήταν δύσκολη η ζωή στα χρόνια των παππούδων μας || με τη ζωή που έκανε, πάλι καλά που άντεξε και τόσο πολύ». 2. το περιβάλλον, οι εξωτερικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ο άνθρωπος ή ένας ζωντανός οργανισμός: «η ζωή στην Αθήνα έχει γίνει αφόρητη || προτιμώ τη ζωή στο χωριό || η ζωή του λυκόσκυλου σε διαμέρισμα είναι πολύ δύσκολη». 3. η ζωντάνια, η ζωτικότητα: «αυτός ο άνθρωπος είναι όλος ζωή και δύναμη». 4. η διάρκεια ενός αντικειμένου, ενός γεγονότος, μιας κατάστασης, η οντότητα μιας αφηρημένης έννοιας: «η λογοτεχνική ζωή του τόπου || η ζωή της επιχείρησης εξαρτάται από τη σωστή διαχείριση του κεφαλαίου». Υποκορ. ζωίτσα κ. ζωούλα, η (βλ. λ.). (Ακολουθούν 229 φρ.)·
- αγάπες και λουλούδια, ζωή παραμυθένια, βλ. λ. αγάπη·
- άδεια ζωή, ζωή χωρίς σκοπό, χωρίς ενδιαφέροντα: «απ’ τη μέρα που πέθανε η γυναίκα του, είναι άδεια η ζωή του»·
- ακούω τα μπινελίκια της ζωής μου, βλ. λ. μπινελίκι·
- ακούω τα πουστριλίκια της ζωής μου, βλ. λ. πουστριλίκι·
- αλλάζω ζωή, μεταβάλλω τη ζωή μου προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο: «ήταν πολύ αλήτης, αλλά, απ’ τη μέρα που γνώρισε αυτή τη γυναίκα, άλλαξε ζωή και συμμαζεύτηκε || ήταν απ’ τα καλύτερα παιδιά, αλλά, απ’ τη μέρα που έμπλεξε με τα ναρκωτικά, άλλαξε ζωή και καταστράφηκε». (Τραγούδι: με τι χαρά με τι πνοή τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας. λάθος. Κι αλλάξαμε ζωή // αυτός που μου ’χε υποσχεθεί πως θα μ’ αλλάξει τη ζωή κι αυτός δεν είχε μες στα στήθια του ψυχή (Λαϊκό τραγούδι))·
- αν δεν παντρέψεις κόρη κι αν δε χτίσεις σπίτι, δεν ξέρεις τη ζωή, από το ότι και στις δυο αυτές περιπτώσεις βγαίνουν τόσα απρόβλεπτα έξοδα, που πολλές φορές, φέρνουν σε μεγάλη απόγνωση αυτόν που τις έχει αναλάβει·
- αρπάζω τη ζωή απ’ τα μαλλιά, αντιμετωπίζω δυναμικά, αποφασιστικά τη ζωή μου, ιδίως όταν αντιμετωπίζω δυσκολίες: «αν δεν άρπαζε τη ζωή απ’ τα μαλλιά μετά τη χρεοκοπία του, τώρα θα ήταν στα θυμαράκια»·
- άστατη ζωή, ζωή με ασυλλόγιστες νυχτερινές διασκεδάσεις ή με ασταθείς ερωτικούς δεσμούς: «η άστατη ζωή έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του ατόμου». (Λαϊκό τραγούδι: είν’ η ζωή μου άστατη,μ’ αρέσει η ελευθερία, σαν τους τσιγγάνους που δε ζουν στην ίδια πολιτεία
- αυτά έχει η ζωή, δηλώνει την άσχημη πλευρά της ζωής, τις αδικίες που γίνονται στη ζωή, χωρίς να μπορεί κανείς να επέμβει: «τόσο όμορφο παλικάρι και να είναι κουτσό! -Αυτά έχει η ζωή || ο ένας χέζεται στο τάλιρο κι ο άλλος δίπλα του δεν έχει να φάει! -Αυτά έχει η ζωή!». (Λαϊκό τραγούδι: στην ερημιά μου, φτωχή καρδιά μου, κράτα γερά κι εσύ με αναμνήσεις τώρα θα ζήσεις, αυτά έχει η ζωή)· βλ. και φρ. έτσι είναι η ζωή·
- αφαιρώ τη ζωή (κάποιου), τον σκοτώνω: «δεν έχει κανείς το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή του άλλου || η αφαίρεση της ζωής κάποιου είναι κακουργηματική πράξη»·
- αφήνω τη ζωή, πεθαίνω: «άφησε τη ζωή σε βαθιά γεράματα». (Λαϊκό τραγούδι: έφτασε η κακιά στιγμή, για πάντα να σωπάσω, μα πριν ν’ αφήσω τη ζωή,μπουζούκι θα σε σπάσω
- βάζω στοίχημα τη ζωή μου ή βάζω στοίχημα την ίδια μου τη ζωή, βλ. φρ. στοιχηματίζω τη ζωή μου·
- βάζω τη ζωή μου ή βάζω την ίδια μου τη ζωή, είμαι τόσο σίγουρος για κάτι, που στοιχηματίζω την ίδια μου τη ζωή: «βάζω τη ζωή μου πως αυτός μας κάρφωσε στην Ασφάλεια»·
- βαρέθηκα τη ζωή μου! έκφραση απηυδισμένου ατόμου από την κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του: «απ’ το ένα στραβό στ’ άλλο, απ’ τη μια ατυχία στην άλλη, βαρέθηκα τη ζωή μου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αμάν ή το μα το Θεό·
- βγαίνω στη ζωή, μπαίνω στη βιοπάλη: «έμεινε ορφανός στην παιδική ηλικία, γι’ αυτό βγήκε νωρίς στη ζωή»·
- βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου, είναι ετοιμοθάνατος ή είναι στα πρόθυρα μεγάλης οικονομικής καταστροφής:  «είναι μια βδομάδα τώρα που βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου, χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο οι γιατροί || μην πας να του ζητήσεις δανεικά, γιατί βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου»·
- βρίσκεται στο τέλος της ζωής του ή βρίσκεται στα τέλη της ζωής του, βλ. φρ. είναι στο τέλος της ζωής του·
- βρίσκεται στο τέρμα της ζωής του, βλ. φρ. είναι στο τέλος της ζωής του·
- βρίσκω τη γυναίκα της ζωής μου, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- βρίσκω τον άντρα της ζωής μου, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- γαϊδουρινό πρόσωπο, ζωή χαρισάμενη, βλ. λ. πρόσωπο·
- γαμώ τη ζωή μου! έκφραση αγανακτισμένου ή εκνευρισμένου ανθρώπου: «γαμώ τη ζωή μου, τίποτα δεν πάει καλά στη δουλειά μου!». Συνήθως η φρ. κλείνει πάλι με το ρ. γαμώ, π.χ. γαμώ τη ζωή μου γαμώ. Για συνών. βλ. φρ. γαμώ τα καντήλια μου! λ. γαμώ·
- για ζωή και για θάνατο, βλ. συνηθέστ. για μια ζωή·
- για μια ζωή, λέγεται για αντικείμενο ή για κατάσταση που προβλέπεται να έχει μεγάλη διάρκεια, που δε θα χρειαστεί να το αλλάξουμε ή να το αναθεωρήσουμε ή που δε θα διαφοροποιηθεί όσο ζούμε: «το αγοράζεις τώρα ακριβό, αλλά θα το έχεις για μια ζωή || έχει τόσα λεφτά, που μπορεί να κάθεται χωρίς να δουλεύει για μια ζωή || η αγάπη μου για σένα θα είναι για μια ζωή»·
- για ολόκληρη ζωή, βλ. φρ. για μια ζωή·
- γλεντώ τη ζωή μου, την περνώ με γλέντια και διασκεδάσεις: «ό,τι βγάζει, τα τρώει, γιατί έχει μάθει να γλεντάει τη ζωή του. (Λαϊκό τραγούδι: άντε σαν πεθάνω τι θα πούνε, πέθανε κάποιο παιδί, πέθανε ένας λεβέντης που γλεντούσε τη ζωή
- γλυκιά ζωή, η περίφημη ντόλτσε βίτα  (βλ. λ.). (Λαϊκό τραγούδι: σε πλάνεψε η ντόλτσε βίτα, αυτή που λεν’ ζωή γλυκιά και κάθε μέρα κατεβαίνεις της κοινωνίας τα σκαλιά
- γνωρίζω τη γυναίκα της ζωής μου, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- γνωρίζω τον άντρα της ζωής μου, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- δε δείχνει σημεία ζωής ή δε δείχνει σημείο ζωής, βλ. λ. σημείο·
- δε δίνει σημεία ζωής ή δε δίνει σημείο ζωής, βλ. λ. σημείο·
- δε φτάνει μια ζωή, χρειάζεται αφάνταστα μεγάλο χρονικό διάστημα: «για να μπορέσει να ορθοποδήσει αυτή η επιχείρηση δε φτάνει μια ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: όλα τα σ’ αγαπώ, που έχουν ειπωθεί, θέλω να σου τα πω, όμως δε φτάνει μια ζωή
- δεν είναι αυτή ζωή! ή δεν είναι ζωή αυτή! έκφραση απογοήτευσης κάποιου για την κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μα το Θεό·
- δεν έχει ζωή, α. (για πρόσωπα) πρόκειται να πεθάνει, είναι ετοιμοθάνατος: «οι γιατροί αποφάσισαν πως δεν έχει ζωή». β. (για μηχανήματα) είναι εντελώς φθαρμένο, οπότε θεωρείται χωρίς μέλλον: «σκέφτομαι ν’ αγοράσω καινούριο αυτοκίνητο, γιατί αυτό που έχω δεν έχει ζωή». γ. (για καταστάσεις) δεν έχει μεγάλη διάρκεια, βαδίζει προς το τέλος της: «έτσι όπως πάνε, δεν έχει ζωή η σχέση τους και σύντομα θα το διαλύσουν»·
- δεν έχει ζωή μέσα του, είναι πολύ μαλθακός, πολύ αδύναμος ή πολύ δειλός: «αφού δεν έχει ζωή μέσα του, πώς να μαλώσω μαζί του! || τρέξε, πήδησε κι εσύ μαζί με τ’ άλλα παιδιά, δεν έχεις ζωή μέσα σου;»·
- δίνω ζωή, α. δημιουργώ ζωντάνια, κέφι σε μια ομάδα ανθρώπων: «σε λίγο θα μας έπαιρνε ο ύπνος, αν δεν ερχόταν ο τάδε να δώσει ζωή στο πάρτι μας». β. (για γιατρούς) κάνω διάγνωση για παράταση ζωής σε ασθενή: «μετά την εξέταση που του ’κανε, του ’δωσε ένα χρόνο ζωή ακόμα». (Λαϊκό τραγούδι: με μια ματιά δίνεις ζωή, με μια ματιά σκοτώνεις, αν θες με ρίχνεις στη φωτιά, αν θέλεις με γλιτώνεις!
- δίνω και τη ζωή μου ή δίνω τη ζωή μου (για κάποιον ή για κάτι), α. αγαπώ υπερβολικά κάποιον: «δίνω τη ζωή μου γι’ αυτόν τον άνθρωπο». β. κουράζομαι υπερβολικά, δυσκολεύομαι υπερβολικά για να αποκτήσω κάτι: «έδωσα τη ζωή μου για να χτίσω κι εγώ ένα σπιτάκι». γ. λαχταρώ υπερβολικά να αποκτήσω κάτι: «δίνω και τη ζωή μου για να πάρω αυτό τ’ αυτοκίνητο». δ. δίνω τα πάντα, θυσιάζω, θυσιάζομαι: «δίνω τη ζωή μου για την πατρίδα». (Λαϊκό τραγούδι: θα ’δινα και τη ζωή μου ακόμα, για να σε φίλαγα, νεράιδα μου, στο στόμα
- δίνω μάχη για τη ζωή ή δίνω τη μάχη για τη ζωή, βλ. λ. μάχη·
- δίνω τη ζωή μου για την πατρίδα, θυσιάζομαι για την πατρίδα: «στο έπος της Αλβανίας πολλοί Έλληνες έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα»·
- διπλή ζωή, η εκτός από τη συνηθισμένη, από την καθημερινή και κοινωνικά αποδεκτή, που έχει κρυφές δραστηριότητες, ιδίως παράνομες ή εξωσυζυγικές: «η διπλή ζωή του ανθρώπου αργά ή γρήγορα αποκαλύπτεται». (Λαϊκό τραγούδι: μες στη ζωή μου τη διπλή ζητώ μια λύση, γιατί ’ναι άβυσσος ο δρόμος που τραβώ, είναι μαρτύριο να σ’ αγκαλιάζει άλλος και γω για άλλονε, για άλλον, λαχταρώ)· 
- δυο πόρτες έχει η ζωή, βλ. λ. πόρτα·
- έβαλε τέλος στη ζωή του, αυτοκτόνησε: επειδή δεν μπορούσε ν’ αντέξει άλλο την ντροπή, έβαλε τέλος στη ζωή του»·
- έβαλε τέρμα στη ζωή του, βλ. φρ. έβαλε τέλος στη ζωή του. (Λαϊκό τραγούδι: σε παρακαλώ απόψε την ψυχή μου βρες και κόψε, πάρε την αναπνοή μου βάλε τέρμα στη ζωή μου
- έγινε η ζωή μου κόλαση, βλ. φρ. έγινε η ζωή μου μαύρη·
- έγινε η ζωή μου μαρτύριο, βλ. φρ. έγινε η ζωή μου μαύρη·
- έγινε η ζωή μου μαύρη, υποφέρω τα πάνδεινα: «απ’ τη μέρα που έπεσαν έξω οι δουλειές μου, έγινε η ζωή μου μαύρη»·
- έδωσε τέλος στη ζωή του, βλ. φρ. έβαλε τέλος στη ζωή του·
- έδωσε τέρμα στη ζωή του, βλ. φρ. έβαλε τέλος στη ζωή του·
- είδα τη ζωή να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου, διέτρεξα στιγμιαία θανάσιμο κίνδυνο: «ήταν τόσο σφοδρή η τράκα, που είδα τη ζωή να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου». Από το ότι έχει αναφερθεί πως, όταν κάποιος αντιμετωπίζει στιγμιαία θανάσιμο κίνδυνο, βλέπει να ξετυλίγεται με κινηματογραφική ταχύτητα μπροστά στα μάτια του όλη του η ζωή·
- είδα το φως της ζωής, βλ. λ. φως·
- είναι γεμάτος ζωή, έχει ζωντάνια, δύναμη, ενεργητικότητα: «παρόλη την ηλικία του είναι γεμάτος ζωή»·
- είναι για δέκα ζωές (κάτι), α. είναι άφθονο, υπάρχει άφθονο: «το χρήμα που έχει αυτός ο άνθρωπος, είναι για δέκα ζωές». β. (για πράγματα ή μηχανήματα) είναι πάρα πολύ ανθεκτικό, είναι κατάγερο: «έκανα μια βιβλιοθήκη από μαόνι για δέκα ζωές || αγόρασα ένα μοτέρ για να τραβάει νερό, που είναι για δέκα ζωές»·
- είναι έργο ζωής, βλ. λ. έργο·
- είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου ή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, βλ. λ. ζήτημα·
- είναι η ζωή μου (κάποιος ή κάτι), αποτελεί ό,τι το πολυτιμότερο έχω: «αυτή η γυναίκα είναι η ζωή μου || αυτή η επιχείρηση είναι η ζωή μου». (Λαϊκό τραγούδι: είσαι η ζωή μου,η αναπνοή μου, μ’ άναψες φωτιά μέσα στην καρδιά, δεν αντέχω πια
- είναι μεταξύ ζωής και θανάτου, βλ. φρ. βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου·
- είναι όλος ζωή, βλ. φρ. είναι γεμάτος ζωή·
- είναι στο τέλος της ζωής του ή είναι στα τέλη της ζωής του, είναι ετοιμοθάνατος: «οι γιατροί πληροφόρησαν τους συγγενείς του αρρώστου πως είναι στο τέλος της ζωής του»·
- είναι στο τέρμα της ζωής του, βλ. φρ. είναι στο τέλος της ζωής του·
- εμείς γι’ αλλού πηγαίναμε κι αλλού η ζωή μας πάει, τα πράγματα στη ζωή μας δεν έρχονται πάντα όπως τα σχεδιάζουμε, όπως τα υπολογίζουμε: «όταν μπλέχτηκα με το εμπόριο είχα μεγάλα όνειρα, αλλά εμείς γι’ αλλού πηγαίναμε κι αλλού η ζωή μας πάει, γιατί δεν κατάφερα να προκόψω»·
- έπιασε το νόημα της ζωής, βλ. λ. νόημα·
- έρχομαι στη ζωή, γεννιέμαι: «κάθε λεπτό που περνάει, έρχεται στη ζωή κι ένα παιδί»·
- έτσι είναι η ζωή, αυτή είναι συνήθως η κατάσταση, αυτή είναι συνήθως η πραγματικότητα και δεν μπορούμε να την αλλάξουμε: «απ’ τη στιγμή που έτσι είναι η ζωή, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». (Λαϊκό τραγούδι: έτσι είν’ η ζωή και πως να την αλλάξεις, άλλος κλαίει κι άλλος γελάει δηλαδή)· βλ. και φρ. αυτά έχει η ζωή·
- εφ’ όρου ζωής, βλ. φρ. για μια ζωή· βλ. και λ. όρος·
- έφαγε τη ζωή με το κουτάλι, α. είναι πολύπειρος λόγω των πολλών δοκιμασιών που πέρασε στη ζωή του: «βρίσκει πάντα τον τρόπο να ξεπερνάει τις δυσκολίες που του τυχαίνουν, γιατί είναι άνθρωπος που έφαγε τη ζωή με το κουτάλι». β. γνώρισε όλες τις απολαύσεις της ζωής, ιδίως τις υλικές: «είναι μπουχτισμένος από γλέντια και διασκεδάσεις, γιατί έφαγε τη ζωή με το κουτάλι»·
- έφαγε τη ζωή του, α. την ανάλωσε για κάποιο σκοπό: «έφαγε τη ζωή του για να σπουδάσει αυτά τα παιδιά». β. την έζησε τζάμπα, ανώφελα, την κατάστρεψε: «έφαγε τη ζωή της κοντά του, γιατί αποδείχτηκε μεγάλο κάθαρμα»· 
- έφαγε το ξύλο της ζωής του, βλ. λ. ξύλο·
- έφεραν στη ζωή, (για ζευγάρια) δημιούργησαν ζωή, γέννησαν: «λίγο καιρό μετά το γάμο τους έφεραν στη ζωή ένα όμορφο κοριτσάκι». (Λαϊκό τραγούδι: κι όμως κανέναν δε μισώ για ό,τι κι αν μου κάνουν, άλλοι με φέραν στη ζωή κι άλλοι θα με πεθάνουν)· βλ. και φρ. φέρνω στη ζωή·  
- έχασε τη ζωή του, πέθανε, ιδίως σκοτώθηκε: «έχασε τη ζωή του σ’ ένα τροχαίο δυστύχημα || έχασε τη ζωή του στον πόλεμο»·
- έχει διπλή ζωή, βλ. φρ. κάνει διπλή ζωή·
- έχει η ζωή γυρίσματα, α. τίποτα δε διαρκεί μόνιμα, τα δεδομένα μιας κατάστασης διαφοροποιούνται κατά τη διάρκεια της ζωής: «τώρα που είσαι πλούσιος να ρίχνεις κι από καμιά ματιά στους φτωχούς, γιατί έχει η ζωή γυρίσματα». β. λέγεται και ως απειλή από άτομο που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση και δεν μπορεί να ενεργήσει δυναμικά εναντίον κάποιου, αλλά τον προειδοποιεί πως μόλις αποκτήσει τη δύναμη, τη δυνατότητα, θα του συμπεριφερθεί ανάλογα». (Λαϊκό τραγούδι: έχει η ζωή γυρίσματα, έχει και μονοπάτια, γκρεμίζουν φτωχοκάλυβα και χτίζονται παλάτια!). Συνών. έχει ο καιρός γυρίσματα·
- έχω πείρα της ζωής, βλ. λ. πείρα·
- ζει διπλή ζωή, βλ. φρ. κάνει διπλή ζωή·
- ζει σκυλίσια ζωή, βλ. φρ. κάνει σκυλίσια ζωή·
- ζει τη ζωή του ανάμεσα (μέσα) σε τέσσερις τοίχους, βλ. λ. τοίχος·
- ζω ζωή ανθρωπινή, βλ. φρ. κάνω ζωή ανθρωπινή·
- ζω ζωή παραμυθένια, ζω μέσα σε πλούτο που ξεπερνά την πραγματικότητα: «είναι από πολύ πλούσιο σόι κι από μικρός ζει ζωή παραμυθένια»·
- ζω ζωή χαρισάμενη, βλ. φρ. περνώ ζωή χαρισάμενη·
- ζω ζωή χρυσή, ζω πάρα πολύ ευχάριστα και πλούσια, ζω μέσα στην ευτυχία: «απ’ τη μέρα που του ’πεσε το λαχείο, ζει ζωή χρυσή». (Τραγούδι: καθ’ ένας το ξέρει σε κείνα τα μέρη πως τρεις καμπαλέρος ζωή ζουν χρυσή
- ζω τη ζωή μου, την περνώ με γλέντια και διασκεδάσεις χωρίς να υπολογίζω τα έξοδα: «κάποτε δούλευε σαν το σκυλί, αλλά απ’ τη μέρα που τα κονόμησε, ζει τη ζωή του». (Λαϊκό τραγούδι: ζήσε τη ζωή σου ζήσε και κορόιδο σαν τους άλλους να μην είσαι
- ζωή ανθρωπινή, αυτή που ζει κανείς καλά και χωρίς οικονομικές ή άλλες δυσκολίες: «χωρίς παράδες, δεν μπορεί να ζήσει κανείς ζωή ανθρωπινή»·
- ζωή είν’ αυτή! βλ. φρ. ζωή κι αυτή! (α)·
- ζωή είν’ αυτή Ζωίτσα μου ή θάνατος Θανάση μου! επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει μεγάλη απελπισία για τις δυσκολίες που παρουσιάζει η ζωή, όπου παράλληλα γίνεται και λογοπαίγνιο ανάμεσα στις λ. ζωή και Ζωίτσα (υποκορ. του κυρίου ονόματος Ζωή) και στις λ. θάνατος και Θανάσης (κύριο όνομα)·
- ζωή κι αυτή! α. επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει την απογοήτευσή μας για τη ζωή, γιατί μας παρουσιάζεται συνεχώς με δυσκολίες: «απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ σκοτώνεται στη δουλειά. -Ζωή κι αυτή!». β. λέγεται και με θαυμαστική διάθεση και με κάποια διάθεση ζήλιας για τη ζωή κάποιου που είναι γεμάτη από ανέσεις και πλούτη: «γεννήθηκε και μεγάλωσε στα πούπουλα. -Ζωή κι αυτή!»·
- ζωή μου! χαϊδευτική προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο που δηλώνει αγάπη, στοργή, τρυφερότητα ή πόθο: «τι έχεις, ζωή μου, κι είσαι στενοχωρημένο! || πού θέλεις να σε πάω, ζωή μου, διακοπές το καλοκαίρι!»·
- ζωή να ’χεις! α. δίνεται ως ευχή σε άτομο που μας βοήθησε ή μας εξυπηρέτησε. β. λέγεται ειρωνικά σε κάποιον που περιμένει να του δοθεί κάτι ή να εξυπηρετηθεί από κάποιον, ιδίως κρατικό οργανισμό, και έχει την έννοια πως θα περιμένει πάρα πολύ: «περιμένω τη νομιμοποίηση του αυθαίρετου που έχω στη Χαλκιδική. -Ζωή να ’χεις!»·
- ζωή παραμυθένια, που η ευτυχία και ο πλούτος της ξεπερνούν την πραγματικότητα: «από μικρός λαχταρούσε μια ζωή παραμυθένια, αλλά πέθανε φτωχός και δυστυχισμένος»·
- ζωή σε λόγου μας! ευχή για μακροημέρευση που ανταλλάσσουν μεταξύ τους όσοι παρευρίσκονται σε μια κηδεία. (Λαϊκό τραγούδι: άιντε, ζωή σε λόγου μας, πάει κι ο Θοδωρής, είναι γιατί το έκοψε κι απ’ την ταβέρνα ξέκοψε, τον χάσαμε νωρίς
- ζωή σε λόγου σας! ευχή για μακροημέρευση σε στενούς συγγενείς εκλιπόντος·
- ζωή σε μας! βλ. φρ. ζωή σε λόγου μας(!)·
- ζωή σε σας! βλ. φρ. ζωή σε λόγου σας(!)·
- ζωή στα κατσικομούλαρά μας! λέγεται ειρωνικά για κάτι που συνέβη και δε μας προκαλεί την παραμικρή έκπληξη ή για κάτι που συνέβη και πιστεύουμε πως καλώς συνέβη. (Λαϊκό τραγούδι: ζωή στα κατσικομούλαρά μας,πέθανε ο Θύμιος, συμφορά μας. Μας άφησε γεια το δειλινό εκατόν δώδεκα χρονώ).
- ζωή της ζωής μου! προσφώνηση με την οποία δείχνουμε την απέραντη αγάπη, την απέραντη λατρεία στον ερωτικό μας σύντροφο. (Λαϊκό τραγούδι: φιλί μου, κορμί μου, ψυχή μου, φωτιά μου κι αγρύπνια μου, ζωή της ζωής μου, καρδιά μου, τρελά καρδιοχτύπια μου
- ζωή χαρισάμενη, ζωή ευχάριστη, χαρούμενη, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες: «από μικρός λαχταρούσα μια ζωή χαρισάμενη, αλλά αλλιώς τα περιμέναμε κι αλλιώς μας ήρθανε». Από την καταληκτική φρ. του Αναστάσιμου Ύμνου ζωή χαρισάμενος, που ο απλός λαός, συσχέτισε με τη χαρά·
- ζωή χρυσή, ζωή πλούσια, ευτυχισμένη: «όλοι λαχταρούν μια χρυσή ζωή, πόσοι όμως μπορούν και τη ζουν!». (Λαϊκό τραγούδι: με ζουρνάδες και νταούλια και καλό κρασί κι όμορφα κορίτσια θέλω, να ζωή χρυσή)· 
- ζωή χωρίς χιούμορ, θάλασσα χωρίς αλάτι, είναι απαραίτητο να βλέπουμε και την ευχάριστη πλευρά της ζωής: «ελάτε να το ρίξουμε έξω, ελάτε να γελάσουμε, γιατί ζωή χωρίς χιούμορ, θάλασσα χωρίς αλάτι». Πρβλ.: βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος
- η αιώνια ζωή, η μεταθανάτιος ζωή, ιδίως στον Παράδεισο, ως απολαβή των ενάρετων ανθρώπων: «όσο ζούσε, όλη του η προσπάθεια ήταν να κερδίσει την αιώνια ζωή»·
- η άλλη ζωή, α. η μετά θάνατον ζωή, ο θάνατος. (Λαϊκό τραγούδι: στου κάτω κόσμου τα σκαλιά και στη ζωή την άλλη, θα σε γυρεύω να σε βρω να σ’ αγαπήσω πάλι). β. σύμφωνα με τις θεωρίες περί μετεμψύχωσης, το προηγούμενο στάδιο ζωής, όπου η ψυχή μας κατοικούσε σε άλλο σώμα ή και βρισκόταν σε άλλη έμβρυα κατάσταση: «εγώ στην άλλη ζωή θα πρέπει να ήμουν πρόβατο, γι’ αυτό είμαι τόσο θύμα»·
- η άνοιξη της ζωής, βλ. λ. άνοιξη·
- η αρένα της ζωής, βλ. λ. αρένα·
- η γραμμή της ζωής, βλ. λ. γραμμή·
- η εδώ ζωή, η ζωή που τώρα ζούμε, η επίγεια ζωή: «όλες οι αδικίες πληρώνονται στην εδώ ζωή»·
- η ζωή δεν είναι όνειρο, η ζωή είναι σκληρή, δύσκολη: «πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να προκόψεις, γιατί η ζωή δεν είναι όνειρο». (Λαϊκό τραγούδι: δεν είναι όνειρο η ζωή, δεν είναι πανηγύρι. Απόψε που χωρίζουμε, είναι πικρό ποτήρι
- η ζωή είναι αλλού, α. άλλο είναι το νόημα της ζωής, αλλού βρίσκεται η ομορφιά της ζωής: «σκοτώνεσαι βλάκα μέρα νύχτα στη δουλειά, ενώ η ζωή είναι αλλού: γλέντια, ξενύχτια, γυναίκες, έι, ξύπνα!». β. το νόημα της ζωής βρίσκεται σε κάτι άλλο σοβαρότερο, ουσιαστικότερο: «άσε τα γλέντια και τα ξενύχτια, γιατί η ζωή είναι αλλού: η δημιουργία, η προσφορά στην κοινωνία, η οικογένεια!»·
- η ζωή είναι ένα αγγούρι. Άλλος το τρώει και ζορίζεται κι άλλος το τρώει και δροσίζεται, η ζωή για άλλους είναι δύσκολη και για άλλους εύκολη, άλλος υποφέρει και άλλος βρίσκει τον τρόπο να περνάει ευχάριστα. Η λέξη αγγούρι με την οποία παραλληλίζεται η ζωή επιδέχεται δυο ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη, το αγγούρι εκλαμβάνεται με την πρώτη του έννοια, ως κηπευτικό, που άλλοι, όταν το τρώνε, νιώθουν δυσφορία στο στομάχι και άλλοι νιώθουν ευχαρίστηση από τη δροσιά του· με τη δεύτερη ερμηνεία, αγγούρι θεωρείται το πέος, και σημαίνει πως άλλοι, όταν υφίστανται τη σεξουαλική πράξη, υποφέρουν από τον πόνο και άλλοι την ευχαριστιούνται. Βέβαια, κάποιος άλλος μπορεί να δώσει άλλες ερμηνείες· βλ. και φρ. ο κόσμος είναι μια σκάλα. Άλλοι την ανεβαίνουν κι άλλοι την κατεβαίνουν, λ. κόσμος·
- η ζωή κυλάει σαν νεράκι ή η ζωή κυλάει σαν το νεράκι, η ζωή φεύγει πολύ γρήγορα, χωρίς να το καταλάβουμε: «προσπάθησε να δημιουργήσεις κάτι τώρα που είσαι νέος, γιατί η ζωή κυλάει σαν νεράκι και κάποια μέρα θα ξυπνήσεις γέρος χωρίς να το καταλάβεις». (Λαϊκό τραγούδι: η ζωή κυλάει σαν το νεράκι όπου μπαίνει μες τ’ αυλάκι. Και κυλάει, και κυλάει πίσω δεν ξαναγυρνάει)· 
- η ζωή μου κρέμεται από μια κλωστή ή η ζωή μου κρέμεται σε μια κλωστή, κινδυνεύει άμεσα: «αν δεν κάνω την εγχείρηση που μου υπέδειξαν οι γιατροί, η ζωή μου κρέμεται από μια κλωστή»·
- η ζωή μου κρέμεται από μια τρίχα ή η ζωή μου κρέμεται σε μια τρίχα, βλ. φρ. η ζωή μου κρέμεται από μια κλωστή·
- η ζωή μου χαμογελάει ή μου χαμογελάει η ζωή, οι δουλειές μου, οι υποθέσεις στη ζωή μου, μου έρχονται ευνοϊκά: «τον τελευταίο καιρό είμαι πολύ ικανοποιημένος, γιατί η ζωή μου χαμογελάει»·
- η ζωή να περνά, έκφραση που δηλώνει παθητικότητα ή αδιαφορία για τον τρόπο με την οποίο ζει κανείς τη ζωή του, έκφραση που δηλώνει παθητικότητα για την καθημερινότητά κάποιου. (Λαϊκό τραγούδι: αυτά, κατά τ’ άλλα καλά, αυτά, η ζωή να περνά
- η ζωή σου ο θάνατός μου ή ο θάνατός σου η ζωή μου, έκφραση που δηλώνει τη σκληρή ανταγωνιστική στάση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας, δεν υπάρχει μεσαία λύση, ο ένας πρέπει να κερδίσει και ο άλλος να χάσει, η δική μου επιτυχία προϋποθέτει ή συνεπάγεται τη δική σου αποτυχία: «στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο δεν αντιγράφει κανείς, γιατί εκεί είναι ο θάνατος σου η ζωή μου». (Λαϊκό τραγούδι: η ζωή σου ο θάνατός μου, μέσα στην ψευτιά του κόσμου // ο θάνατός σου η ζωή μου συναντούσα, βασανιζόμουνα, εδάκρυζα, πονούσα, γιατί οι άνθρωποι σαν λύκοι καρτερούν
- η μεγάλη ζωή, η πλούσια σε υλικές απολαύσεις: «πολλοί λαχταρούν τη μεγάλη ζωή, λίγοι όμως μπορούν να τη ζήσουν»·
- η μέλλουσα ζωή, βλ. φρ. η άλλη ζωή·
- θα πάθεις την πλάκα της ζωής σου, βλ. λ. πλάκα·
- θερίζω ζωές, α. μακελεύω, εξολοθρεύω: «ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος θέρισε πολλές ζωές». β. (για επιδημικές νόσους) εξοντώνω μαζικά: «ο λοιμός θέρισε πολλές ζωές»·
- θυσιάζω τη ζωή μου, προσφέρω τη ζωή μου, σκοτώνομαι, ιδίως για κάποιο σκοπό, για κάποια ιδέα: «πολλά παλικάρια θυσίασαν τη ζωή τους για την πατρίδα»·
- καλή ζωή, κακιά διαθήκη, λέγεται σαν υπενθύμιση σε αυτούς που ξοδεύουν τα λεφτά τους σε γλέντια και διασκεδάσεις, χωρίς να νοιάζονται για τα γεράματά τους, ή για το αν θα αφήσουν κάποια περιουσία στους απογόνους τους·
- κάνει διπλή ζωή, εκτός από τη συνηθισμένη, την καθημερινή ζωή που είναι κοινωνικά αποδεκτή, έχει και κρυφές δραστηριότητες, ιδίως παράνομες ή εξωσυζυγικές: «ήταν ένας άνθρωπος αξιοσέβαστος και πέσαμε όλοι απ’ τα σύννεφα, όταν μάθαμε πως κάνει διπλή ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: αφού σου άρεσε διπλή ζωή να κάνεις, να καείς, να γίνεις στάχτη, να πεθάνεις!
- κάνει κλειστή ζωή, ζει αποτραβηγμένος από την κοινωνία, από την επικαιρότητα: «απ’ τη μέρα που πέθανε η γυναίκα του, κάνει κλειστή ζωή»·
- κάνει τρελή ζωή, ζει πολύ άστατα: «απ’ τη μέρα που χώρισε, κάνει τρελή ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: αν πεθάνω, από σένα θα πεθάνω κι αν θα σβήσω απ’ τον καημό μου θα χαθώ! Γιατί άρχισα τρελή ζωή να κάνω και στο δρόμο μου στραβά να περπατώ!
- κάνω άστατη ζωή, ζω με ασυλλόγιστες νυχτερινές διασκεδάσεις ή με ασταθείς ερωτικούς δεσμούς: «δεν τον θέλει κανένας για γαμπρό του, γιατί κάνει άστατη ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν κάνω άστατη ζωή, δικός μου είναι λογαριασμός
- κάνω ζωή ανθρωπινή, βλ. φρ. ζω ανθρωπινά·
- κάνω ζωή παραμυθένια, βλ. φρ. περνώ ζωή παραμυθένια·
- κάνω ζωή χαρισάμενη, βλ. φρ. περνώ ζωή χαρισάμενη·
- κάνω ζωή χρυσή, βλ. φρ. περνώ ζωή χρυσή·
- κάνω μαύρη ζωή, ζω με μεγάλα βάσανα, δυσκολίες, πίκρες, ταλαιπωρίες, φτώχεια και δυστυχία: «με πιάνει το παράπονο, γιατί όλοι χαίρονται τη ζωή τους και μόνο εγώ κάνω μαύρη ζωή». (Δημοτικό τραγούδι: μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες! Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε ολημερίς στον πόλεμο τη νύχτα καραούλι
- κάνω σκυλίσια ζωή, ζω σε απάνθρωπες συνθήκες, ζω με στερήσεις και βάσανα, υποφέρω αφάνταστα: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, κάνει σκυλίσια ζωή». Από την εικόνα του σκύλου, που δεν έχει αφεντικό και ως εκ τούτου δεν έχει μόνιμη κατοικία και εξασφαλισμένη τροφή και περιφέρεται χειμώνα καλοκαίρι στους δρόμους·
- κάνω τη ζωή μου, βλ. φρ. ζω τη ζωή μου·
- κάνω τη μεγάλη ζωή, ζω μέσα σε πλούτο και σε υλικές απολαύσεις: «κάποτε έκανε τη μεγάλη ζωή, ώσπου ξεκοκάλισε την περιουσία που βρήκε απ’ τον πατέρα του, και τώρα κάνει τράκες απ’ τον έναν και τον άλλον»·
- κερδίζω τη ζωή μου, πορίζομαι τα μέσα για τη συντήρησή μου: «έχω μάθει να κερδίζω τη ζωή μου κάνοντας ένα σωρό δουλειές»·
- κι ύστερα σου λένε σκυλίσια ζωή! στερεότυπη έκφραση, όταν βλέπουμε ή ακούμε ότι κάποιος φροντίζει υπέρμετρα το σκυλί του: «έχει το σκυλί του με τα μπιφτέκια του, με τις μπριζόλες του, με τα φρίσκις του, με τους γιατρούς του, κι ύστερα σου λένε σκυλίσια ζωή!». Το υπονοούμενο της φρ. είναι πως εμείς ως άνθρωποι ζούμε πολύ χειρότερα από το συγκεκριμένο σκυλί·  
- κόπηκε το νήμα της ζωής του, βλ. λ. νήμα·
- κόστος ζωής, βλ. λ. κόστος·
- λέει την ιστορία της ζωής του, βλ. λ. ιστορία·
- λύνω το πρόβλημα της ζωής μου, βλ. λ. πρόβλημα·
- μαύρη ζωή, ζωή γεμάτη δυσκολίες, πίκρες, κακουχίες, φτώχεια, δυστυχία: «κοντά σου πέρασα μαύρη ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: στην ξενιτιά, στην ξενιτιά με σπαραγμό σε νοσταλγώ κάθε βραδιά. Βράδυ πρωί μαύρη ζωή μακριά σου ζω Μανταλένα, Μανταλένα δε σε ξεχνώ
- μαύρη σελίδα της ζωής, βλ. λ. σελίδα·
- μαύρισε η ζωή μου, βλ. φρ. κάνω μαύρη ζωή. (Λαϊκό τραγούδι: σε πήραν απ’ τα χέρια μου, κοντεύει κι άλλος χρόνος και τη ζωή μου μαύρισε της μοναξιάς ο πόνος)·
- μια ζωή, διαρκώς, συστηματικά, από πάντα: «μια ζωή χάνει τα λεφτά του στα χαρτιά». (Λαϊκό τραγούδι: δε με θέλεις, μου το είπες, μια ζωή το ίδιο λες και γυρνώ σαν τους αλήτες, που δεν ξέρουνε γιορτές)· βλ. και φρ. για μια ζωή·
- μια ζωή την έχουμε, τυπικό δείγμα της λαϊκής νεοελληνικής ιδεολογίας, μέσω της οποίας δικαιολογεί κάποιος την τάση που έχει να γευτεί τις χαρές της ζωής, να ζήσει ανέμελα. (Λαϊκό τραγούδι: μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε, τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντήσουμε
- μου ’κανε τη ζωή κόλαση ή μου ’κανε κόλαση τη ζωή, βλ. φρ. μου μαύρισε τη ζωή. (Λαϊκό τραγούδι: μου ’χεις κάνει τη ζωή μου κόλαση, θα σου φύγω και θα φταις για όλα εσύ)·
- μου ’κανε τη ζωή μαύρη ή μου ’κανε μαύρη τη ζωή, βλ. φρ. μου μαύρισε τη ζωή. (Λαϊκό τραγούδι: νόμιζα κοντά σου πως θα βρω στοργή, πως θα μου γιατρέψεις κάθε μου πληγή, μα εσύ μου κάνεις μαύρη τη ζωή και αντί για μάννα με κερνάς χολή)·
- μου μαύρισε τη ζωή, με τη στάση του ή τη συμπεριφορά του απέναντί μου μου προξένησε πολλά βάσανα, πολλές ταλαιπωρίες, πολλές πίκρες και δυστυχίες: «μου μαύρισε τη ζωή αυτό το παιδί μέχρι να το σπουδάσω»·
- μου σμπαράλιασε τη ζωή, κατάστρεψε ανεπανόρθωτα τη ζωή μου: «εγώ τον είχα για τον καλύτερο φίλο μου κι αυτός μου σμπαράλιασε τη ζωή, γιατί πήγε και τα ’φτιαξε με τη γυναίκα μου»·
- μου ’τυχε στο ζάρι της ζωής, βλ. λ. ζάρι·
- μου ’φαγε τη ζωή ή μου ’χει φάει τη ζωή, μου κατέστρεψε, έφθειρε, εξάντλησε τη ζωή μου με τη στάση ή τη συμπεριφορά του απέναντί μου: «μου ’φαγε τη ζωή αυτό το παιδί μέχρι να το φέρω στον ίσιο δρόμο». (Λαϊκό τραγούδι: πρόσεξε και συμμορφώσου, σου το λέω για καλό, μου ’χεις φάει τη ζωή μου, θα μου στρίψει το μυαλό
- μπαίνω στη ζωή, αρχίζω να δουλεύω για να εξασφαλίσω τα αναγκαία για τη συντήρησή μου, μπαίνω στη βιοπάλη: «τώρα τα βρίσκεις όλα έτοιμα απ’ τους γονείς σου, όταν μπεις όμως κι εσύ στη ζωή, τότε θα καταλάβεις τι εστί βερίκοκο!»·
- μπαίνω στη ζωή (κάποιου, κάποιας), α. συνδέομαι, ιδίως ερωτικά, με κάποιον (κάποια): «απ’ τη μέρα που μπήκε η τάδε στη ζωή του,έγινε το πιο φρόνιμο παιδί της παρέας μας || μπήκε στη ζωή του η τάδε και κινδυνεύει να τινάξει το σπίτι του στον αέρα». β. αναμειγνύομαι στις υποθέσεις κάποιου ατόμου: «απ’ τη μέρα που μπήκε στη ζωή μου, μου δημιουργεί συνέχεια προβλήματα»·
- να μη χαρώ τη ζωή μου! όρκος για να γίνουμε πιστευτοί σε αυτά που λέμε σε κάποιον: «αν σου λέω ψέματα, να μη χαρώ τη ζωή μου!». Συνών. να μη χαρώ ό,τι αγαπώ! / να μη χαρώ τα μάτια μου! / να μη χαρώ τα νιάτα μου! / να μη χαρώ τα παιδιά μου! / να μη χαρώ τη μάνα μου! / να μη χαρώ τη μανούλα μου! / να μη χαρώ το στεφάνι μου(!) ·
- να πάθεις την πλάκα της ζωής σου, βλ. λ. πλάκα·
- να χαρείς τη ζωή σου! παρακλητική έκφραση σε κάποιον για εύνοια ή εξυπηρέτηση: «δώσε μου σε παρακαλώ αυτά τα λεφτά που μου χρειάζονται, να χαρείς τη ζωή σου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αμάν ή το έλα. Συνών. να χαρείς ό,τι αγαπάς! / να χαρείς τα μάτια σου! (τα δυο!) / να χαρείς τα νιάτα σου και τη λεβεντιά σου! (και την ομορφιά σου!) / να χαρείς τα παιδιά σου! / να χαρείς τη μάνα σου! / να χαρείς τη μανούλα σου! / να χαρείς το στεφάνι σου(!)·
- ξέρω τη ζωή, έχω μεγάλη πείρα ιδίως των δυσκολιών που έχει η ζωή: «πριν κάνεις οτιδήποτε θέλω να με συμβουλεύεσαι, γιατί ξέρω τη ζωή καλύτερα απ’ τον καθένα»·
- ο δρόμος της ζωής, βλ. λ. δρόμος·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι πάντα στρωμένος με δάφνες, βλ. λ. δρόμος·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ρόδα, βλ. λ. δρόμος·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, βλ. λ. δρόμος·
- ο δρόμος της ζωής δεν είναι στρωμένος με άνθη, βλ. λ. δρόμος·
- ο (η) σύντροφος της ζωής, βλ. λ. σύντροφος·
- ο χειμώνας της ζωής, βλ. λ. χειμώνας·
- οι γκίνιες της ζωής, βλ. λ. γκίνια·
- οι κόποι μιας ζωής, βλ. λ. κόπος·
- οι ξέμπαρκοι της ζωής, βλ. λ. ξέμπαρκος·
- οι χαρές της ζωής, βλ. λ. χαρά·
- όλοι είμαστε περαστικοί απ’ αυτή τη ζωή, κάποτε όλοι πεθαίνουμε, είμαστε εφήμεροι, δεν είμαστε αθάνατοι: «όλοι είμαστε περαστικοί απ’ αυτή τη ζωή, γι’ αυτό δε χρειάζονται τα μίση και τα πάθη». Λέγεται για να υπογραμμίσει τη ματαιότητα της ζωής, αλλά είναι και φορές που λέγεται σε αντιδιαστολή με την άλλη ζωή, που είναι αιώνια. Συνών. όλοι είμαστε περαστικοί απ’ αυτόν τον κόσμο·
- όποιος κυβερνά το σπίτι του, κυβερνά και τη ζωή του, βλ. λ. σπίτι·
- όπως τα φέρει η ζωή, όπως έρθουν οι περιστάσεις, όπως τα φέρει η τύχη: «αποφάσισε κι αυτός να παντρευτεί κι όπως τα φέρει η ζωή»·
- παθαίνω την πλάκα της ζωής μου, βλ. λ. πλάκα·
- παίζεται η ζωή μου, βλ. φρ. παίζω τη ζωή μου·
- παίζω τη ζωή μου, την εκθέτω σε μεγάλο κίνδυνο, την διακινδυνεύω, τη ρισκάρω: «ένας εργάτης οικοδομών παίζει κάθε μέρα τη ζωή του εκεί ψηλά στις σκαλωσιές». (Λαϊκό τραγούδι: τη ζωή μου έπαιξα με σένα, τη ζημιά σου πλήρωσα με αίμα
- παίζω τη ζωή μου κορόνα γράμματα, βλ. φρ. παίζω τη ζωή μου. Αναφορά στο τυχερό παιχνίδι κορόνα γράμματα· βλ. και λ. κορόνα·
- παίρνω τη ζωή (κάποιου), τον σκοτώνω, τον δολοφονώ: «έβγαλε το μαχαίρι του και μ’ ένα χτύπημα στην καρδιά του πήρε τη ζωή»·
- παίρνω τη ζωή μου (έτσι) όπως (μου) έρχεται, αντιμετωπίζω τις δύσκολες καταστάσεις που προκύπτουν με στωικότητα: «ο γιατρός με συμβούλεψε να μην έχω άγχος, γι’ αυτό παίρνω τη ζωή μου έτσι όπως έρχεται»·
- παίρνω τη ζωή μου λάθος, κάνω λανθασμένη, εσφαλμένη επιλογή, ακολουθώ λανθασμένο, εσφαλμένο δρόμο για να πετύχω στη ζωή μου: «όποιος παίρνει τη ζωή του λάθος, έρχεται δυστυχώς κάποια στιγμή που το πληρώνει ακριβά». (Τραγούδι: με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή
- πεζή ζωή, που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, που καθημερινά επαναλαμβάνεται μονότονα: «απ’ τη μέρα που παντρεύτηκε, ζει μια ήσυχη πεζή ζωή και είναι ευτυχισμένος». (Λαϊκό τραγούδι: δε θα την πάθω όπως την έχουν πάθει όλοι, γιατί οι γυναίκες όλες είσαστε διαβόλοι, που μας τα κάνετ’ όλα ρόιδο στην πεζή μας τη ζωή, δε θα με γράψεις για κορόιδο την αυγή
- περνάει τη ζωή του ανάμεσα (μέσα) σε τέσσερις τοίχους, βλ. λ. τοίχος·
- περνώ απ’ τη ζωή (κάποιου), γνωρίζω κάποιον και διαδραματίζω σοβαρό ρόλο στη ζωή του: «αν δεν περνούσε απ’ τη ζωή μου αυτή η γυναίκα, δε θα είχα γνωρίσει τον πραγματικό έρωτα». (Λαϊκό τραγούδι: να σ’ αγαπώ κουράστηκα, βαριά σε καταράστηκα· απ’ τη ζωή μου πέρασες, με τσάκισες με γέρασες
- περνώ ζωή ανθρωπινή, βλ. φρ. ζω ανθρωπινά, λ. ανθρωπινός·
- περνώ ζωή και κότα ή την περνώ ζωή και κότα, ζω ξέγνοιαστα, πλουσιοπάροχα, χωρίς έγνοιες και φροντίδες: «απ’ τη μέρα που του ’πεσε το λαχείο, περνάει ζωή και κότα». Από το ότι παλιά το να τρώει κανείς συχνά κότα ήταν δείγμα πλούτου και καλοπέρασης. (Λαϊκό τραγούδι: κι έτσι δε θα ’χουμε ανάγκη από φώτα, θα την περνούμε μια χαρά ζωή και κότα, βρε θα κοιμόμαστε κι οι δυο απ’ τις εννιά να μη μας πιάνει ξεροβόρι παγωνιά
- περνώ ζωή παραμυθένια, ζω τόσο ευτυχισμένα και πλούσια, που η ζωή μου κυλά σαν να ζω σε παραμύθι: «οι δουλειές μου πηγαίνουν πάρα πολύ καλά, παντρεύτηκα και μια καλή γυναίκα, με την οποία έκανα και δυο παιδιά κι έτσι περνώ ζωή παραμυθένια»·
- περνώ ζωή πασαλίδικη, βλ. συνηθέστ. περνώ ζωή χρυσή·
- περνώ ζωή χαρισάμενη, ζω ζωή ευχάριστη, ξέγνοιαστη και ευτυχισμένη: «τον αγαπάει τόσο πολύ η γυναίκα του, που περνάει ζωή χαρισάμενη κοντά της»· βλ. και φρ. ζωή χαρισάμενη·
- περνώ ζωή χρυσή, ζω πλούσια και ευτυχισμένα. (Λαϊκό τραγούδι: ζωή χρυσή περνούσαμε τις νύχτες με φεγγάρι στης Σαλονίκης τις δροσιές μέσα στο Μπεξινάρι
- πικρή ζωή, ζωή με θλίψεις και στενοχώριες: «δε μπορώ ν’ αντέξω άλλο τέτοια πικρή ζωή»·
- πληρώνω με τη ζωή μου ή πληρώνω με την ίδια μου τη ζωή, θυσιάζομαι κυριολεκτικά ή μεταφορικά: «πλήρωσε με τη ζωή του για να σώσει τα παιδιά του μέσα απ’ το φλεγόμενο σπίτι || πλήρωσε με τη ζωή του για να σπουδάσει τα παιδιά του». (Λαϊκό τραγούδι: κλαίω τα βράδια στη θύμησή σου κι είναι το δάκρυ κατακλυσμός που ’χεις πληρώσει με τη ζωή σου να μην περάσει ο φασισμός
- σ’ αυτή τη ζωή ό,τι δίνεις, παίρνεις, ανάλογα με τις πράξεις σου, τις ενέργειές σου είναι και οι απολαβές σου: «μην παραπονιέσαι που ζεις φτωχικά, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, ποτέ δε θέλησες να δουλέψεις σκληρά στη ζωή σου και σ’ αυτή τη ζωή ό,τι δίνεις, παίρνεις»·
- σημαδεύω τη ζωή μου, πέφτω σε μεγάλο παράπτωμα που επενεργεί αρνητικά στην υπόλοιπη ζωή μου, συνδέω την ύπαρξη μου με κάτι συνήθως πολύ αρνητικό: «σημάδεψε τη ζωή του με την κατάχρηση που έκανε και τώρα δεν μπορεί να βρει πουθενά δουλειά»·
- σκόρπισε η ζωή μου, διαλύθηκε, καταστράφηκε: «απ’ τη μέρα που χώρισα με τη γυναίκα μου έχω την εντύπωση πως σκόρπισε η ζωή μου». (Τραγούδι: σκόρπισε η ζωή μου χάμου σαν το βότσαλο της άμμου
- σκυλίσια ζωή, πολύ σκληρή ζωή, μέσα σε κακουχίες, στερήσεις και απάνθρωπες συνθήκες: «όποιος δε γνώρισε τη σκυλίσια ζωή, δεν έμαθε τι εστί μεγάλος πόνος»·
- σμπαράλιασε η ζωή μου, καταστράφηκε ανεπανόρθωτα: «απ’ τη μέρα που χώρισα με τη γυναίκα μου, σμπαράλιασε η ζωή μου»·
- στη ζωή και στο θάνατο, αιώνια, για πάντα, σε οποιαδήποτε περίσταση: «θα ’μαστε μαζί στη ζωή και στο θάνατο». Συνήθως δίνεται ως όρκος μεταξύ ερωτευμένων ή νεόνυμφων. (Λαϊκό τραγούδι: πες το ότι θα ’μαστε μαζί και στο θάνατο και στη ζωή
- στη ζωή μου! όρκος για να γίνουμε πιστευτοί σε αυτά που λέμε σε κάποιον: «στη ζωή μου, ακριβώς έτσι όπως στα λέω έγιναν τα πράγματα»·
- στη ζωή της πεθεράς μου! όρκος που δίνεται χάριν αστεϊσμού, αλλά και για να παραδεχτεί ο συνομιλητής μας ότι λέει ψέματα. Από το ότι πολλοί άντρες δε διατηρούν καλές σχέσεις με τις πεθερές τους·
- στη ζωή των παιδιών μου! ισχυρότερος όρκος από τον παραπάνω·
- στο τέλος της ζωής του ή στα τέλη της ζωής του, λίγο πριν πεθάνει: «πέθανε ευτυχισμένος, γιατί στο τέλος της ζωής του, είδε όλα του τα παιδιά να είναι μονοιασμένα»·
- στοιχηματίζω τη ζωή μου ή στοιχηματίζω την ίδια μου τη ζωή, είμαι εντελώς σίγουρος για κάτι: «στοιχηματίζω τη ζωή μου πως θα ’ρθει να σου ζητήσει συγνώμη»·   
- τ’ αστροπελέκια της ζωής, βλ. λ. αστροπελέκι·
- τα λεφτά σου ή τη ζωή σου, βλ. λ. λεφτά·
- τα ναυάγια της ζωής, βλ. λ. ναυάγιο·
- τα χαστούκια της ζωής ή της ζωής τα χαστούκια, βλ. λ. χαστούκι·
- τερμάτισε τη ζωή του, α. αυτοκτόνησε: «επειδή δεν μπορούσε ν’ αντέξει άλλο την κατακραυγή του κόσμου, τερμάτισε τη ζωή του πέφτοντας απ’ τη ταράτσα του σπιτιού του». β. (πιο σπάνια) πέθανε: «τερμάτισε τη ζωή του ανάμεσα στην οικογένειά του»·
- το τέλος της ζωής, βλ. λ. τέλος·
- το τέρμα της ζωής, βλ. λ. τέρμα·
- το σχολείο της ζωής, βλ. λ. σχολείο·
- το φθινόπωρο της ζωής, βλ. λ. φθινόπωρο·
- το φιλί της ζωής, βλ. λ. φιλί·
- τον έβγαλα απ’ τη ζωή μου, έπαψα να τον σκέφτομαι, έπαψα να ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν: «απ’ τη στιγμή που υπήρξε αχάριστος σε μένα, που τον βοήθησα αμέτρητες φορές, τον έβγαλα απ’ τη ζωή μου»·
- τον έφαγε η μεγάλη ζωή, τον κατάστρεψε οικονομικά η τάση που είχε να ζει σε πλούσιες υλικές απολαύσεις: «κάποτε ήταν πολύ πλούσιος, αλλά τον έφαγε η μεγάλη ζωή και τώρα ζει με δανεικά»·
- του αφαίρεσε τη ζωή, βλ. φρ. του πήρε τη ζωή·
- του θέρισε τη ζωή, τον σκότωσε, ιδίως σε τροχαίο δυστύχημα: «καθώς περνούσε κανονικά από τις διαβάσεις, έπεσε απάνω του ένας μεθυσμένος οδηγός και του θέρισε τη ζωή»·
- του ’κανα τη ζωή κόλαση, βλ. φρ. του ’κανα τη ζωή μαύρη. (Λαϊκό τραγούδι: έχεις κάνει τη ζωή μου κόλαση, θα σου φύγω και θα φταις για όλα εσύ)·
- του ’κανα τη ζωή μαρτύριο, βλ. φρ. του ’κανα τη ζωή μαύρη. (Λαϊκό τραγούδι: μονά ζυγά τα θες όλα δικά σου και με πληγώνεις με τα πείσματά σου, άλλα λες το βράδυ κι άλλα το πρωί, μαρτύριο μου έχεις κάνει τη ζωή
- του ’κανα τη ζωή μαύρη, τον βασάνισα, τον ταλαιπώρησα πάρα πολύ, του δυσκόλεψα τόσο πολύ τη ζωή, ώστε του έγινε αφόρητη: «επειδή ήταν τεμπέλης, τον πήρα στη δουλειά μου και του ’κανα τη ζωή μαύρη, μέχρι να μάθει να δουλεύει || είναι τόσο ζηλιάρα η γυναίκα του, που του ’κανε τη ζωή μαύρη με τις ζήλιες της». (Λαϊκό τραγούδι: όταν σε βλέπω βροχερή στιγμή δεν ησυχάζω· μαύρη μου κάνεις τη ζωή και βαριαναστενάζω
- του ’κανα τη ζωή παϊτόνι, βλ. συνηθέστ. του ’κανα τη ζωή ποδήλατο·
- του ’κανα τη ζωή πατίνι, βλ. φρ. του ’κανα ζωή ποδήλατο·
- του ’κανα τη ζωή ποδήλατο, τον βασάνισα, τον ταλαιπώρησα πάρα πολύ: «του ’κανε τη ζωή ποδήλατο η γυναίκα του με την γκρίνια της». Από την εικόνα του ατόμου που νιώθει υπερβολική κούραση μετά από πολύωρη βόλτα με το ποδήλατό του·
- του ’κανα τη ζωή δύσκολη, του δημιούργησα απανωτά προβλήματα, ιδίως για λόγους εκδίκησης: «πολύ το ευχαριστήθηκα που του ’κανα τη ζωή δύσκολη, γιατί είναι καρφί της Ασφάλειας»·
- του κόβω το νήμα της ζωής, βλ. λ. νήμα·
- του κόστισε τη ζωή, είχε ως συνέπεια το θάνατό του: «το πάθος του για τα ναρκωτικά του κόστισε τη ζωή»·
- του πήρε τη ζωή, τον δολοφόνησε, τον σκότωσε, τον θανάτωσε: «τον βρήκε μέσα στο μπαράκι κι εκεί μπροστά στον κόσμο έβγαλε το πιστόλι του και με τρεις πιστολιές του πήρε τη ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: φαίνεται μαραζώσανε το άμοιρο κορμί μου κι ο χάρος είν’ στα πρόθυρα να πάρει τη ζωή μου
- του ρίχνω τα μπινελίκια της ζωής του, βλ. λ. μπινελίκι·
- του ρίχνω τα πουστριλίκια της ζωής του, βλ. λ. πουστριλίκια·
- του στοίχισε τη ζωή, βλ. φρ. του κόστισε τη ζωή·
- του χάρισαν τη ζωή, (για θανατοποινίτες) δεν τον εκτέλεσαν, του έδωσαν χάρη: «λίγο καιρό πριν τον οδηγήσουν στο απόσπασμα, του χάρισαν τη ζωή». Ο πλ., επειδή η χάρη που δίνεται σε ένα θανατοποινίτη δεν εξαρτάται από ένα άτομο. Στη χώρα μας έχει καταργηθεί η ποινή του θανάτου·
- του χάρισε τη ζωή, δεν τον σκότωσε, ενώ θα μπορούσε: «την τελευταία στιγμή πέταξε μακριά το μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι του και του χάρισε τη ζωή»·
- του χρωστώ τη ζωή μου, τον αναγνωρίζω ως σωτήρα μου, γιατί με έσωσε από βέβαιο θάνατο: «αυτόν το γιατρό που βλέπεις του χρωστώ τη ζωή μου»·
- τρίφτηκε στη ζωή, απόκτησε πείρα από τη συνεχή βιοπάλη: «από μικρός στην πιάτσα τρίφτηκε στη ζωή και τώρα δε τον ξεγελάει κανείς»·
- τρώω τα μπινελίκια της ζωής μου, βλ. λ. μπινελίκι·
- τρώω τα πουστριλίκια της ζωής μου, βλ. λ. πουστριλίκι·
- τρώω τη ζωή μου, φθείρομαι: «δεν το καταλαβαίνεις πως τρως τη ζωή σου μ’ αυτές τις ανοησίες που ασχολείσαι; || είναι πανέξυπνο παιδί κι απορώ πώς τρώει τη ζωή του μ’ αυτές τις παλιοπαρέες που έχει μπλέξει!»·
- φέρνω στη ζωή, (για γυναίκες) γεννώ: «αυτή η κοντούλα και μικροκαμωμένη που βλέπεις, έφερε στη ζωή εφτά παιδιά!»· βλ. και φρ. έφεραν στη ζωή·
- φεύγω απ’ τη ζωή, πεθαίνω: «έφυγε ευτυχισμένος απ’ τη ζωή του, γιατί είδε τα παιδιά του να προκόβουν». (Λαϊκό τραγούδι: κι όσοι με πίκραναν πολύ τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή όλους τους συγχωράω
- χαίρομαι τη ζωή (μου), την περνώ με γλέντια και διασκεδάσεις ή με αυτά που με ευχαριστούν ιδιαίτερα: «δε βάζω ούτε δραχμή στην τράπεζα, γιατί με τα λεφτά που βγάζω χαίρομαι τη ζωή μου || όταν έχω λεύτερο καιρό χαίρομαι τη ζωή μου στο ύπαιθρο». (Τραγούδι: στη ζωή μας μια γυναίκα δε μας φτάνει, καπετάνιε τη ζωή για να χαρείς, ρίξε άγκυρα στο πρώτο το λιμάνι και καινούρια αγάπη κοίταξε να βρεις
- χαλώ τη ζωή μου, ενεργώ με τέτοιο τρόπο, που οδηγούμαι σε δύσκολες καταστάσεις, που οδηγούμαι στην καταστροφή μου: «δεν κατηγορώ κανένα, γιατί με τα ξενύχτια και τα μεθύσια μου χάλασα μονάχος τη ζωή μου». (Λαϊκό τραγούδι: δε θα μπορέσουν οι γονείς μας να μας χαλάσουν τη ζωή μας, θέλουν δε θέλουν θα μας βάλουν βέρα
- χάνω τη ζωή μου, πεθαίνω, σκοτώνομαι: «από την τάδε επιδημία έχασαν τη ζωή τους πολλοί άνθρωποι || στον τελευταίο σεισμό έχασαν τη ζωή τους πολλά άτομα». (Λαϊκό τραγούδι: μη με πληγώνεις και πονώ, άσε με για να γειάνω, καθημερινώς αισθάνομαι πως τη ζωή μου χάνω
- χάνω τη μάχη για τη ζωή, βλ. φρ. μάχη·
- χαραμίζω τη ζωή μου, ζω χωρίς να κάνω κάτι ουσιαστικό, κάτι εποικοδομητικό, ζω ανώφελα και, κατ’ επέκταση, καταστρέφομαι: «οι φίλοι μου σπούδαζαν ή έστηναν δουλειές κι εγώ χαράμιζα τη ζωή μου σε γλέντια και ξενύχτια». (Λαϊκό τραγούδι: αραμπάς περνά με τη βλάμισσα που χαράμισα τη ζωή μου, με ρεστάρισε, στραπατσάρισε το τσαρδί μου).  

θάρρος

θάρρος, το, ουσ. [<αρχ. θάρρος], το θάρρος. 1. η γενναιότητα, η τόλμη: «ο στρατός μας αντιμετώπισε με θάρρος όλες τις επιθέσεις του εχθρού». 2. η αυτοπεποίθηση: «του λείπει το θάρρος, γι’ αυτό δεν προβάλλει τις ικανότητές του». 3. η οικειότητα: «μπορεί να είναι τώρα μεγάλος και τρανός, αλλά έχω θάρρος μαζί του, γιατί μεγαλώσαμε μαζί από μικρά παιδιά». 4. το κουράγιο, η ελπίδα, η εγκαρτέρηση: «δεν έχασε το θάρρος του ούτε λεπτό και κατάφερε να βγει απ’ το αδιέξοδο που βρισκόταν». 5. ως επιφών. θάρρος! (προτρεπτικά) δείξε γενναιότητα, κουράγιο: «θάρρος, αγόρι μου! Μπόρα είναι και θα περάσει». (Ακολουθούν 11 φρ.)·
- δίνω θάρρος (σε κάποιον), βλ. φρ. του δίνω θάρρος. (Λαϊκό τραγούδι: δεν τον φοβίζουν τα κελιά, δεν τον τρομάζει ο χάρος, μονάχα στη μανούλα του ζητάει να δώσουν θάρρος
- δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ’ ανέβει στο κρεβάτι, δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε με οικειότητα σε ανάγωγους ανθρώπους ή σε ανθρώπους που δε γνωρίζουμε το χαρακτήρα τους, γιατί υπάρχει περίπτωση να μας γίνουν πολύ ενοχλητικοί, πολύ φορτικοί·
- έχω το θάρρος της γνώμης μου, εκφράζω θαρραλέα τις απόψεις μου, έστω και αν ενοχλούν κάποιον ή κάποιους: «σε πολύ σοβαρά ζητήματα έχω το θάρρος της γνώμης μου και δε φοβάμαι κανέναν»·
- παίρνω θάρρος, α. αποκτώ οικειότητα: «τώρα που πήρε θάρρος, άντε να δούμε πώς θα τον ξεφορτωθείς». β. ενθαρρύνομαι, αποκτώ αυτοπεποίθηση, κουράγιο, γενναιότητα, ξεπερνώ το φόβο μου: «με τα λόγια που του είπα, πήρε θάρρος και συνέχισε τις προσπάθειες του». (Λαϊκό τραγούδι: αφού δε μπορείς να νιώσεις τη δική μου την ψυχή, πάρε θάρρος να μου δώσεις τη χαριστική βολή
- παίρνω το θάρρος, αποφασίζω για κάτι, τολμώ να κάνω κάτι: «επειδή είστε φίλος του πατέρα μου, παίρνω το θάρρος να σας εκθέσω το πρόβλημά μου»·
- παραπαίρνω θάρρος, αποκτώ υπερβολική οικειότητα, πράγμα που ενοχλεί: «κάθισε φρόνιμα, γιατί παραπήρες θάρρος και θα σου τις βρέξω»·
- σαν πολύ θάρρος πήρες! ή σαν πολύ θάρρος δεν πήρες; βλ. φρ. σαν πολύ θάρρος σε δώσαμε(!)·
- σαν πολύ θάρρος σε δώσαμε! ή σαν πολύ θάρρος δε σε δώσαμε; απειλητική έκφραση με την οποία θέλουμε να επαναφέρουμε στην τάξη κάποιον, που μας συμπεριφέρεται με οικειότητα που ξεπερνάει τα όρια·
- του δίνω θάρρος, α. τον ενθαρρύνω: «στις δύσκολες στιγμές του ήμουν πάντα δίπλα του και του ’δινα θάρρος». β. του συμπεριφέρομαι με οικειότητα: «μη του δίνεις πολύ θάρρος, γιατί θα ’ρθει στιγμή που θα σε καβαλικέψει»·
- του πήρα το θάρρος, του συμπεριφέρθηκα με τέτοιο τρόπο, που έχασε την τόλμη του απέναντί μου, τον έκανα να με φοβάται: «απ’ την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε, τον αγρίεψα αμέσως κι έτσι του πήρα το θάρρος»·
- χάνω το θάρρος μου, χάνω την τόλμη, τη γενναιότητά, την αποφασιστικότητά μου σε κάποια δύσκολη περίσταση ή κατάσταση: «μου ’ρθαν πολλές αναποδιές στη ζωή, αλλά ευτυχώς δεν έχασα το θάρρος μου και σιγά σιγά τα τακτοποίησα όλα».

Θεός

Θεός, ο, ουσ. [<αρχ. θεός], ο Θεός. 1. κάθε πρόσωπο που λατρεύουμε ή που σεβόμαστε υπερβολικά: «έχει τον πατέρα του σαν Θεό». (Τραγούδι: ποιος σε πήρε και μου ’φυγες, αγαπούλα μου, φως μου, δε σκεφτόσουν πως ήσουνα μόνο εσύ ο Θεός μου). 2. αυτός που γνωρίζει τα πάντα, ο παντογνώστης: «ποιος είσαι, ρε παιδάκι μου, Θεός είσαι που ξέρεις πώς έγιναν τα πράγματα έτσι;». 3. θαυμαστικός χαρακτηρισμός του Κ. Καραμανλή από τους πολιτικούς φίλους του και ειρωνικός από τους πολιτικούς αντιπάλους του: «όλοι περιμένουν με αγωνία τι θα δηλώσει ο Θεός για την πολιτική κατάσταση». 4. αυτός που είναι πολύ ικανός σε αυτό με το οποίο ασχολείται: «ο Ν. Γκάλης υπήρξε ο Θεός του μπάσκετ», εξ ου και οι θαυμαστικές ιαχές των οπαδών της ομάδας του Άρη Θεσσαλονίκης, όπου έπαιζε παλιότερα ο Γκάλης: είσαι Θεός, είσαι Θεός, είσαι Θεός μοναδικός. Υποκορ. Θεούλης, ο και Θεουλάκης, ο· βλ. και λ. θεός. (Ακολουθούν 257 φρ.)·
- αδικία απ’ το Θεό, βλ. λ. αδικία·
- άι στην ευχή του Θεού! βλ. λ. ευχή·
- άκρη Θεού, βλ. λ. άκρη·
- άλλα μετράει ο άνθρωπος κι άλλα ο Θεός ορίζει, άλλα θέλουν, επιθυμούν οι άνθρωποι και άλλα ο Θεός αποφασίζει: «είχα αποφασίσει να πάω με την οικογένειά μου διακοπές, όμως αρρώστησε η γυναίκα μου, γιατί, βλέπεις, άλλα μετράει ο άνθρωπος κι άλλα ο Θεός ορίζει». Πρβλ. ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει·  
- αν θέλει ο Θεός, βλ. φρ. Θεού θέλοντος·
- αν μιλάς στο Θεό, προσεύχεσαι, αν σου μιλάει ο Θεός, έχεις σχιζοφρένεια, ο άνθρωπος θεωρεί φυσικό να απορρίπτει ό,τι δεν μπορεί να κατανοήσει·
- Ανάσταση Θεέ μου! (Θεούλη μου!), βλ. λ. Ανάσταση·
- ανθρωπάκι του Θεού, βλ. λ. ανθρωπάκι·
- άνθρωπος του Θεού, βλ. λ. άνθρωπος·
- άνοιξε ο Θεός τα ουράνια, βλ. λ. ουράνια·
- άντε στην ευχή του Θεού! βλ. λ. ευχή·
- απ’ τη νύχτα του Θεού, από τα άγρια μεσάνυχτα: «σηκώθηκε απ’ τη νύχτα του Θεού να πάει στη δουλειά του»·
- απ’ το Θεό να το ’βρεις! α. ευχή σε κάποιον να του ανταποδώσει ο Θεός το καλό που μας έκανε. «απ’ το Θεό να το ’βρεις, παιδάκι μου, για το καλό που μου ’κανες!» β. πιο συχνά ως κατάρα σε κάποιον να τιμωρηθεί από το Θεό για το κακό που μας έκανε. (Δημοτικό τραγούδι: ο πόλεμος αρχίνησε στο τέλος του Οχτώβρη κι ο κερατάς ο Μουσουλή (= Μουσολίνης) απ’ το Θεό να το ’βρει
- απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αφτί! λέγεται ευχετικά, όταν μας λέει κάποιος κάτι που μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί ή μας ικανοποιεί, να το ακούσει ο Θεός για να το πραγματοποιήσει: «ε ρε και να σου τύχαινε, λέει, το λαχείο! -Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αφτί!». Είναι και φορές που λέγεται και με παικτική διάθεση στον τύπο απ’ το στόμα σου και στου Θεού το ους(!)·
- από Θεού, βλ. συνηθέστ. εκ Θεού·
- αρνάκι του Θεού, βλ. λ. αρνάκι·
- αρνί που βλέπει ο Θεός, ο λύκος δεν το τρώει, βλ. λ. αρνί·
- ας μην (το) δώσει ο Θεός, έκφραση με την οποία απευχόμαστε να συμβεί το κακό για το οποίο γίνεται λόγος: «ας μην το δώσει ο Θεός να πάθεις κι εσύ το κακό που έπαθα εγώ». (Λαϊκό τραγούδι: είναι σαράκι φοβερό το πάθος το δικό μου κι ας μην το δώσει ο Θεός ούτε και στον εχθρό μου
- ας τον κρίνει ο Θεός, έκφραση με την οποία αφήνουμε κάποιον στην κρίση του Θεού επειδή αδυνατούμε να τον κρίνουμε ή αδυνατούμε να κατανοήσουμε το μέγεθος της αμαρτίας του: «αφού χτυπάει τους γέρους γονείς του, ας τον κρίνει ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: με ντρόπιασε στους φίλους μου, πήγε να με πεθάνει· ας τηνε κρίνει ο Θεός, γι’ αυτά που μου ’χει κάνει
- αυτό που θέλει η γυναίκα το φοβάται κι ο Θεός, βλ. λ. γυναίκα·
- βαδίζω στο δρόμο του Θεού ή βαδίζω το δρόμο του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- βγαίνω απ’ το δρόμο του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- βρίσκομαι στο έλεος του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- γαμώ το Θεό μου! έκφραση εκνευρισμένου ή αγανακτισμένου ατόμου: «όλα τα λάθη, γαμώ το Θεό μου, εγώ θα τα κάνω!». Συνήθως η φρ. κλείνει πάλι με το γαμώ. Για συνών. βλ. φρ. γαμώ τα καντήλια μου! λ. γαμώ·
- γαμώ το Θεό σου! ή σου γαμώ το Θεό! α. επιθετική έκφραση εναντίον κάποιου που είναι ενοχλητικός, που μας δημιουργεί προβλήματα: «πάψε, γαμώ το Θεό σου, αυτή την γκρίνια!». β. εκστομίζεται και ως βρισιά. Η φρ. πιο αραιά από ότι η αμέσως παραπάνω κλείνει πάλι με το γαμώ. Για συνών. βλ. φρ. γαμώ τα καντήλια σου! ή σου γαμώ τα καντήλια! λ. γαμώ·
- γι’ αύριο έχει ο Θεός, βλ. λ. αύριο·
- για (τ’) όνομα του Θεού! α. παρακλητική έκφραση σε κάποιον για εύνοια ή εξυπηρέτηση: «για όνομα του Θεού, κάνε κάτι να βοηθήσουμε το παιδί!». β. παρακλητική έκφραση για την αποτροπή κάποιου κακού ή δυσκολίας: «για όνομα του Θεού, μη μας συμβεί κανένα ατύχημα, γιατί στην ερημιά που βρισκόμαστε, χαθήκαμε». γ. έκφραση αγανάκτησης ή δυσαρέσκειας για κάτι κακό ή ενοχλητικό που επαναλαμβάνεται από κάποιον: «για τ’ όνομα του Θεού, κόψε επιτέλους αυτό το πιοτό, γιατί θα σε καταστρέψει! || για όνομα του Θεού, μην έχεις κάθε μεσημέρι το ραδιοφωνάκι σου στη διαπασών, γιατί θέλουμε να κοιμηθούμε!». δ. έκφραση έκπληξης ή αμφισβήτησης για κάτι που βλέπουμε ή που μας λένε: «για όνομα του Θεού, είναι σόι πράγματα να μαλώνουν τ’ αδέρφια! || για όνομα του Θεού, γίνονται σήμερα αυτά που λες!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μα και κλείνει με το και της Παναγίας·
- για την ορφανή, την ξένη, έχει ο Θεός ψωλή κρυμμένη, βλ. συνηθέστ. το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει, λ. πουλί·
- για της ορφανής τον κώλο έχει ο Θεός μεγάλο ψώλο, βλ. συνηθέστ. το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει·
- για το Θεό! βλ. φρ. προς Θεού(!)·
- δε βλέπω Θεού πρόσωπο, α. αντιμετωπίζω συνεχώς στη ζωή μου μεγάλες δυσκολίες και μεγάλα προβλήματα, δεν έχω προκοπή: «απ’ τη μέρα που γεννήθηκε, δε βλέπει Θεού πρόσωπο». β. είμαι πολύ άτυχος: «σε μένα θα τύχει το λαχείο που δε βλέπω Θεού πρόσωπο!». γ. ζω σε σκοτεινό, σε υπόγειο χώρο, όπου δε φτάνει ο ήλιος: «μένει σ’ ένα υπόγειο διαμερισματάκι και δε βλέπει Θεού πρόσωπο»· βλ. και φρ. δεν υπάρχει Θεού πρόσωπο·
- δε με σώζει ούτε (ο) Θεός ή δε με σώνει κι ο Θεός, δεν υπάρχει από πουθενά σωτηρία, η καταδίκη μου είναι τελεσίδικη: «απ’ τη στιγμή που έμπλεξα με τα ναρκωτικά, δε με σώζει ούτε Θεός || έχω τόσα πολλά χρέη, που δε με σώζει ούτε ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: όπως έχω καταντήσει δε με σώνει κι ο Θεός·έχω γίνει μέσ’ στον κόσμο, αχ, ένας ζωντανός νεκρός
- δε φοβάται (ούτε) Θεό, δε σέβεται το Θεό και, κατ’ επέκταση, είναι εντελώς αδίστακτος: «μπορεί για εκατό ευρώ να σε κλείσει φυλακή, γιατί δε φοβάται ούτε Θεό αυτός ο άνθρωπος». (Λαϊκό τραγούδι: αναστενάζω δε γροικάς, κλαίω δε με λυπάσαι, δεν είσαι μάνας γέννημα ούτε Θεό φοβάσαι
- δε χάνει κανέναν ο Θεός ή κανέναν δε χάνει ο Θεός ή ο Θεός δε χάνει κανέναν, έκφραση αισιοδοξίας και συμπαράστασης σε δυστυχισμένο άτομο, που του υπενθυμίζουμε τη μεγαλοσύνη και το αμέριστο ενδιαφέρον του Θεού προς τον άνθρωπο: «βέβαια, σου ’τυχαν πολλές ατυχίες μαζί, αλλά κάνε κουράγιο, γιατί δε χάνει κανέναν ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: ας λένε πως δε χάνει κανέναν ο Θεός,μ’ αδίκησε ο κόσμος, με ξέχασε κι αυτός
- δεν έπρεπε ο Θεός να μου τα κονομήσει έτσι, έκφραση παράπονου από κάποιον, που έχει περιπέσει σε μεγάλη δυσκολία, σε αδιέξοδο·
- δεν έχει Θεό ή δεν έχει το Θεό του, α. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι αχαρακτήριστο, αλλοπρόσαλλο, αναξιόπιστο: «μπροστά σ’ όλους τους επισήμους σκάλιζε με το δάχτυλο τη μύτη του. -Δεν έχει το Θεό του!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ε. β. το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι αδίστακτο: «μην ξανοίγεσαι πολύ σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί δεν έχει το Θεό του». (Λαϊκό τραγούδι: κάθε βραδάκι με γελάς, γιατί Θεό δεν έχεις·σε περιμένω για να ’ρθεις, μα συ με άλλον τρέχεις
- δεν μπορεί κανένας να τα βάλει με το Θεό, στερεότυπη μοιρολατρική έκφραση, όταν αντιμετωπίζουμε μεγάλες φυσικές καταστροφές ή μεγάλες ατυχίες στη ζωή μας·
- δεν ξέρω σε τι Θεό πιστεύει, δεν ξέρω πώς ακριβώς συμπεριφέρεται, δε γνωρίζω το χαρακτήρα του: «φαίνεται για καλός άνθρωπος, αλλά δεν ξέρω σε τι Θεό πιστεύει»·
- δεν υπάρχει Θεού πρόσωπο, επικρατεί απόλυτη ερημιά, δεν υπάρχει κανένας: «σ’ όλη τη διαδρομή δεν υπήρχε Θεού πρόσωπο»·
- δόξα να ’χει ο Θεός ή δόξα τω Θεώ ή δόξα σοι ο Θεός, δοξαστική επίκληση στο Θεό, όταν είμαστε ευχαριστημένοι από την πορεία των πραγμάτων στη ζωή μας ή ως απάντηση ικανοποίησης στην ερώτηση κάποιου τι γίνεσαι ή τι γίνεται ή τι κάνεις ή πώς πας ή πώς τα πας ή πώς πάνε τα κέφια ή πώς πάνε τα πράγματα. (Λαϊκό τραγούδι: πέτρα την πέτρα ολημερίς χτίζω και δε σε φτάνω, ήλιε μου πόσο είσαι πάνω και δόξα τω Θεώ).Συνών. δόξα ο γιαραμπής ή δόξα τω γιαραμπή·
- δόσιμο, του Θεού το δόσιμο· τ’ ανθρώπου τίποτα δεν είναι, μόνο αυτά που μας δίνει ο Θεός έχουν αξία, όπως υγεία, τύχη, μακροζωία κ.ά., ενώ των ανθρώπων που είναι υλικές προσφορές δεν αξίζουν τίποτα: «δε με νοιάζει για τα πλούτη σου, γιατί, δόσιμο, του Θεού το δόσιμο· τ’ ανθρώπου, τίποτα δεν είναι»·
- δουλειά κι άγιος ο Θεός, βλ. λ. δουλειά·
- δώρο Θεού, βλ. λ. δώρο·
- ε μα το Θεό! έκφραση αγανάκτησης ή δυσφορίας: «ε μα το Θεό, σταμάτα αυτές τις αγριοφωνάρες σου!». Συνών. ε μα την αλήθεια (α) / ε μα την πίστη μου! / ε μα το ναι! / ε μα τον άγιο(!)·
- ε ρε τι κάνει ο Θεός, όταν έχει κέφια! θαυμαστική έκφραση για όμορφη γυναίκα που βλέπουμε να περνάει από μπροστά μας·
 - έδωσε ο Θεός και…, ευδόκησε: «έδωσε ο Θεός κι έγινε καλά ο άνθρωπος || έδωσε ο Θεός και κατάλαβε το λάθος του»· βλ. και φρ. έκανε ο Θεός και(…)·
- είμαι Θεός, είμαι ο πρώτος και καλύτερος, ξεχωρίζω από τους υπόλοιπους ή έχω αυτή την εντύπωση: «όταν ήμουν νέος, μέσα στην παρέα μας ήμουν Θεός κι όλοι έκαναν αυτό που τους έλεγα». (Λαϊκό τραγούδι: εγώ που ήμουνα Θεός, θα φύγω τώρα σαν τρελός, θα φύγω σαν κυνηγημένος
- είμαι στο έλεος του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- είναι αμαρτία απ’ το Θεό, βλ. λ. αμαρτία·
- είναι βαρεμένος απ’ το Θεό, είναι ανόητος, βλάκας ή τρελός εκ γενετής: «τι να τον βαρέσεις, δε βλέπεις που είναι βαρεμένος απ’ το Θεό!»·
- είναι ευλογία Θεού, βλ. λ. ευλογία·
- είναι, Θεέ μου, φύλαγε, α. είναι πολύ επικίνδυνος: «είναι ένας απατεώνας, ο Θεός να σε φυλάει». β. έχει ένα ελάττωμα σε μεγάλο βαθμό: «είναι ένας μπεκρής, ο Θεός να σε φυλάει». γ. η ασθένεια για την οποία γίνεται λόγος, είναι πολύ επικίνδυνη: «απ’ τη στιγμή που δεν έχει βρεθεί ακόμα το φάρμακο για το έιτζ, είναι Θεέ μου φύλαγε»·
- είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά, λέγεται για κείνους που δρουν ή συμπεριφέρονται ανεξέλεγκτα, απάνθρωπα, και έχει την έννοια πως θα τιμωρηθούν από το Θεό (ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾶ): «με βρήκες αδύναμο και μ’ εκμεταλλεύεσαι, όμως θέλω να ξέρεις πως είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν τσαλαπάτημα είμαι καθενός και μες στο βούρκο που με πέταξες κυλιέμαι, μα είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά και με τη σκέψη πια αυτή παρηγοριέμαι
- είναι κρίμα απ’ το Θεό, βλ. λ. κρίμα·
- είναι ξεχασμένος απ’ το Θεό, είναι εγκαταλελειμμένος από όλους και βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτόν: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, είναι ξεχασμένος απ’ το Θεό»· βλ. και φρ. τον ξέχασε ο Θεός·
- είναι ο Θεός να σε φυλάει, βλ. φρ. είναι, Θεέ μου, φύλαγε·
- είναι στα χέρια του Θεού ή είναι στο χέρι του Θεού, βλ. λ. χέρι·
- είναι σταλμένος απ’ το Θεό, είναι ουρανοκατέβατος, απροσδόκητος, δραστικότατος για καλό ή για κακό: «στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου με βοήθησε ένας παλιόφιλος, λες κι ήταν σταλμένος απ’ το Θεό || τούτη η βροχή είναι σταλμένη απ’ το Θεό || τέτοιο κακό, να ξέρεις, είναι σταλμένο απ’ το Θεό, μήπως και βάλουμε λίγο μυαλό»·
- είναι χαρά Θεού, βλ. λ. χαρά·
- είχε Θεό, υπήρξε πολύ τυχερός, ιδίως στην περίπτωση κάποιου ατυχήματος: «τράκαρε μετωπικά με μια νταλίκα, αλλά είχε Θεό ο άνθρωπος, και τη γλίτωσε με μερικές γρατζουνιές»·
- εκ Θεού, που προέρχεται από το Θεό: «αυτή η βροχή ήταν δώρο εκ Θεού || αυτός ο σεισμός ήταν τιμωρία εκ Θεού»·
- εκ Θεού άρξασθαι, σε κάθε ενέργεια ή σε κάθε καινούρια αρχή να επιδιώκεις την ευλογία του Θεού: «αύριο κάνει αγιασμό στο καινούριο του μαγαζί, γιατί εκ Θεού άρξασθαι». Κατάλοιπο του αρχ. ἐκ Διὸς ἄρξασθε· βλ. και φρ. όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει·
- έκανε ο Θεός και…, έκφραση ανακούφισης, επιτέλους: «έκανε ο Θεός κι επέστρεψε κάποια ώρα στο σπίτι ο γιος του, κι έτσι ησύχασε ο άνθρωπος || προς τ’ απόγευμα, έκανε ο Θεός και σταμάτησε ο Βαρδάρης»· βλ. και φρ. έδωσε ο Θεός και(…)·
- εκεί που θα λέγαμε δόξα σοι ο Θεός, είπαμε βόηθα Παναγιά ή εκεί που θα λέγαμε δόξα σοι ο Θεός, είπαμε Παναγία βοήθα, λίγο πριν απαλλαγούμε από κάποια δυσκολία, από κάποια στενοχώρια και θα ανακουφιζόμασταν, εμφανίστηκε άλλη·
- ένας Θεός ξέρει ή ένας Θεός το ξέρει, λέγεται στην περίπτωση που είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς κάτι (εκτός από το Θεό): «ένας Θεός ξέρει τι στενοχώριες περνάει αυτός ο άνθρωπος». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ έφαγες ως το κόκαλο, σκέψου πού μ’ έχεις φέρει και πού θα καταλήξουμε ένας Θεός το ξέρει). Συνών. Κύριος οίδε(!)·
- ένας Θεός ξέρει αν... ή ένας Θεός ξέρει πότε... ή ένας Θεός ξέρει πού... ή ένας Θεός ξέρει πώς..., δηλώνει αδυναμία για υπεύθυνη και σαφή πληροφόρηση: «ένας Θεός ξέρει αν αποφασίσει να ’ρθει || ένας Θεός ξέρει πότε θα ’ρθει || ένας Θεός ξέρει πού βρίσκεται τώρα || ένας Θεός ξέρει πώς θα ’ρθει με τέτοιον παλιόκαιρο»·
- ενώπιον Θεού και ανθρώπων, έκφραση που δηλώνει ηθική δέσμευση: «υπόσχομαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων πως ποτέ δε θα σ’ αφήσω αβοήθητο»·
- ερημιά Θεού, βλ. λ. ερημιά·
- έφεξε ο Θεός τη μέρα, ξημέρωσε: «μόλις έφεξε ο Θεός τη μέρα, ξεκίνησαν όλοι για τη δουλειά»·
- έφτασαν στο Θεό, (για τιμές καταναλωτικών αγαπών) έχουν πολύ μεγάλη, εξωφρενική άνοδο: «αν βγεις στη λαϊκή με τριάντα ευρώ, δεν μπορείς ν’ αγοράσεις σχεδόν τίποτα, γιατί οι τιμές έφτασαν στο Θεό»·
- έχει ο Θεός! α. έκφραση αισιοδοξίας ή έκφραση με την οποία προσπαθούμε να παρηγορήσουμε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ιδίως οικονομική, με την έννοια ότι ο Θεός δεν θα τον αφήσει έτσι. (Λαϊκό τραγούδι: Παναγιώτα μου, νταγιάντα κι έχει ο Θεός). β. μοιρολατρική έκφραση για κάποια δυσκολία που μας προέκυψε και εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο Θεό, προσδοκώντας τη βοήθειά του: «αν συνεχιστεί αυτή η αναδουλειά θα χρεοκοπήσουμε. -Έχει ο Θεός!»·
- έχει όλα τα καλά του Θεού, βλ. φρ. έχει όλα τα καλά του κόσμου, λ. κόσμος·
- ζει κρυφά απ’ το Θεό, είναι εξαφανισμένος από την πιάτσα, ζει σε πλήρη αφάνεια: «απ’ τη μέρα που μαθεύτηκε πως ήταν καταχραστής, ζει κρυφά απ’ το Θεό || έχει σιχαθεί τόσο πολύ τους ανθρώπους, που ζει κρυφά απ’ το Θεό»·
- ζευγαρώνει ο Θεός δυο κακούς, κι έτσι χαλάει μαζί δυο σπίτια, βλ. λ. σπίτι·
- η βασιλεία του Θεού, βλ. λ. βασιλεία·
- η κότα όταν πίνει νερό, κοιτάζει και το Θεό, βλ. λ. κότα·
- ήμαρτον Θεέ μου! επιφώνημα έκπληξης ή αγανάκτησης: «ήμαρτον Θεέ μου, γίνονται αυτά τα πράγματα! || ήμαρτον Θεέ μου, πόσες φορές πρέπει να στο πω για να το καταλάβεις!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει την πρόταση με την οποία αναφερθήκαμε άσχημα σε κάποιον ή τον κατηγορήσαμε, σαν να ζητάμε τη συγγνώμη του Θεού για αυτή μας την ενέργεια: «είναι τόσο κακός, που κάθε βράδυ γυρίζει σουρωμένος και δέρνει τη γυναίκα του, ήμαρτον Θεέ μου!» και συνήθως ακολουθεί σταυροκόπημα·
- θα μας δει ο Θεός, επιτιμητική έκφραση σε άτομο που δε συμπεριφέρεται σωστά στους συνανθρώπους του ή που ζει επιδεικτικά, σπάταλα σε μια γενικά δύσκολη εποχή και έχει την έννοια πως θα τον τιμωρήσει ο Θεός: «δεν είναι σωστό, με τόση φτώχεια που υπάρχει γύρω σου να κάνεις εσύ τόσο προκλητική ζωή, θα μας δει ο Θεός». Ο πλ. και όταν ο ομιλητής απευθύνεται μόνο σε ένα άτομο·
- θα μας κάψει ο Θεός, επιτιμητική παρατήρηση που ακούγεται ιδίως από ηλικιωμένους για νεαρούς που προκαλούν δημόσια με τη συμπεριφορά τους·
- θα σε κάψει ο Θεός, επιτιμητική παρατήρηση σε κάποιον που αδικεί απροκάλυπτα κάποιον, επιτιμητική έκφραση σε κάποιον με την οποία του υπενθυμίζουμε τη θεία δίκη: «δεν είναι σωστό να φέρεσαι μ’ αυτόν τον άσχημο τρόπο στους γονείς σου, γιατί θα σε κάψει ο Θεός»·
- θα σε τιμωρήσει ο Θεός, τελικά δε θα γλιτώσεις την τιμωρία: «μπορεί να τη γλίτωσες στο δικαστήριο με τους ψευδομάρτυρες που κουβάλησες, όμως στο τέλος δε θα τη γλιτώσεις, γιατί θα σε τιμωρήσει ο Θεός». (Λαϊκό τραγούδι: μου ’χεις καταστρέψει το ζωή μου, μ’ έκανες κουρέλι εντελώς, κι αν θα τη γλιτώσεις από μένα, θα σε τιμωρήσει ο Θεός)· 
- Θεέ και Κύριε! έκφραση απορίας, έκπληξης ή αγανάκτησης, για κάτι που βλέπουμε ή ακούμε·
- Θεέ βόηθα! ή βόηθα Θεέ μου! ή Θεέ βοήθα! ή βοήθα Θεέ μου! επίκληση στο Θεό για βοήθεια: «Θεέ βόηθα να γίνει το παιδί μου καλά! || βόηθα Θεέ μου, να πετύχω στη δουλειά μου!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αμάν. Συνών. Βαγγελίστρα βόηθα! ή βόηθα Βαγγελίστρα μου! ή Βαγγελίστρα βοήθα! ή βοήθα Βαγγελίστρα μου! / Παναγιά βόηθα! ή Παναγία βοήθα! ή βόηθα Παναγιά μου! ή βοήθα Παναγιά μου! / Χριστέ βόηθα! ή βόηθα Χριστέ μου! ή Χριστέ βοήθα! ή βοήθα Χριστέ μου(!)·
- Θεέ μου! κ. Θε μου! ή Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! ή Θε μου Μεγαλοδύναμε! έκφραση απορίας, έκπληξης, θαυμασμού, φόβου, τρόμου ή παράκλησης: «Θεέ μου, πώς δεν κατάλαβα ότι ήταν παλιάνθρωπος! || Θεέ μου, πάλι κέρδισε το λαχείο! || Θεέ μου, τι γυναικάρα είναι αυτή! || Θεέ μου, θα σκοτωθούμε! || Θεέ μου Μεγαλοδύναμε, κάνε να γίνει καλά το παιδί μου!». (Λαϊκό τραγούδι: μα τι λέω στ’ αλήθεια, Θεέ μου, δεν μπορώ να σε χάσω ποτέ μου // κι ύστερα με πιάσαν, Θε μου,κάτι κλάματα, που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα // Θεέ μου Μεγαλοδύναμε που είσαι ψηλά εκεί πάνω, ρίξε μου λίγο τουμπεκί στον αργιλέ μου απάνω).Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αμάν ή το πω πω. Συνών. Βαγγελίστρα μου! / Παναγιά μου! ή Παναγία μου! / Χριστέ μου(!)·
- Θεέ μου (Θεούλη μου), βάλε το χέρι σου! (το χεράκι σου!), παράκληση στο Θεό να επέμβει υπέρ ημών σε κάποια δύσκολη στιγμή που περνάμε ή να επέμβει γενικά για να διορθώσει κάποια κακή κατάσταση που επικρατεί. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το αχ·
- Θεέ μου, (Θεούλη μου) κάνε να…, παρακλητική έκφραση στο Θεό για βοήθεια: «Θεέ μου, κάνε να βρει ο άντρας μου δουλειά || Θεούλη μου, κάνε να περάσει ο γιος μου στο πανεπιστήμιο»·
- Θεέ μου, Θεέ μου, που δε σ’ είδα ποτέ μου, έκφραση απηυδισμένου ατόμου από τη συνεχιζόμενη κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του. Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αχ·
- Θεέ μου, πώς βαστάς τα κεραμίδια ξεκάρφωτα! λέγεται με αγανάκτηση ή έκπληξη στο άκουσμα παράδοξων πληροφοριών, μεγάλης ανοησίας ή ασύστολης ψευδολογίας που μας λέει κάποιος, ή για παράξενα ή παράδοξα πράγματα που βλέπουμε·
- Θεέ μου σχώρα με, έκφραση με την οποία ζητάμε τη συγχώρεση του Θεού, όταν ανακοινώνουμε σε κάποιον τα ελαττώματα ή τις αδυναμίες κάποιου, ή ακόμα, όταν αναφερόμαστε στις δικές μας: «είναι μπεκρής, χαρτοπαίχτης, παιδεραστής, Θεέ μου σχώρα με». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν στον έρωτα λυγίσω, Θεέ μου σχώρα με,κι άμα πιω κι άμα μεθύσω, παρηγόρα με).Παρατηρείται σταυροκόπημα, ενώ, πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το αχ·
- Θεέ μου φύλαγε! επίκληση στο Θεός για προστασία: «Θεέ μου φύλαγε το παιδί από κάθε κακό!». Συνών. παναγιά μου φύλαγε! ή Παναγία μου φύλαγε! / Χριστέ μου φύλαγε(!)· βλ. φρ. Θεός φυλάξοι(!)·
- Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει, οι ενέργειες του Θεού ή κάποιου ισχυρού ατόμου είναι ανεξέλεγκτες, δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε ή να τις σχολιάζουμε: «άλλους ανεβάζει κι άλλους κατεβάζει, Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει || με τόσο χρήμα που διαθέτει, άνθρωπέ μου, Θεός είναι κι ό,τι θέλει κάνει»·
- Θεός να φυλάει βλ. φρ. Θεός φυλάξοι(!)·
- Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα σου, ευχετική έκφραση σε κάποιον, να συγχωρεθούν όλοι όσοι έχουν πεθάνει στην οικογένειά του, αλλά να συγχωρεθεί και αυτός ο ίδιος, όταν πεθάνει. Λέγεται ιδίως από τους ζητιάνους στο δρόμο ή έξω από τις εκκλησίες και τα νεκροταφεία μετά την ελεημοσύνη που τους δίνουμε ή και πριν από αυτή, όταν μας τη ζητούν με τη στερεότυπη φρ. μια βοήθεια χριστιανοί, Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα σας·
- Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα του, ευχετική αναφορά σε εκλιπόντα που κάποτε μας βοήθησε ή μας εξυπηρέτησε σοβαρά, να συγχωρεθεί για ό,τι κακό μπορεί να έχει κάνει στη ζωή του: «καλά που ήταν και ο τάδε, Θεός σχωρέσ’ τα πεθαμένα του, που με βοήθησε και γλίτωσα τη φυλακή»·
- Θεός σχωρέσ’ το, (ειρωνικά για πράγματα) χάθηκε ή καταστράφηκε ή σίγουρα θα καταστραφεί: «ακόμα για κείνο τ’ αυτοκίνητο που είχα μιλάς, πάει, Θεός σχωρέσ’ το || αφού έδωσες τ’ αυτοκίνητό σου σ’ αυτόν τον ατζαμή, Θεός σχωρέσ’ το»·
- Θεός σχωρέσ’ τον, α. ευχή για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του εκλιπόντος. β. δηλώνει πως κάποιος βρίσκεται στα τελευταία του, πως σίγουρα θα πεθάνει: «αφού έχει καθολικό καρκίνο ο άνθρωπος, Θεός σχωρέσ’ τον»·
- Θεός φυλάξοι! ευχή να μη συμβεί ποτέ σε μας αυτό το κακό για το οποίο κουβεντιάζουμε τώρα: «έπιασε φωτιά το σπίτι του τάδε κι έγινε στάχτη. -Θεός φυλάξοι! || κόλλησε μια σπάνια αρρώστια, Θεός φυλάξοι!». Συνήθως ακολουθεί σταυροκόπημα. Συνών. έξω από δω! / έξω από μας! / μακριά από δω! / μακριά από μας(!)· βλ. και φρ. Θεέ μου φύλαγε(!)·
- Θεού θέλοντος, αν θέλει ο Θεός, θα γίνει κάτι που επιθυμώ: «Θεού θέλοντος, όλα θα πάνε καλά»·βλ. και φρ. με το θέλημα του Θεού, λ. θέλημα·
- Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, με τη βοήθεια του Θεού, αλλά και αν ευνοεί η γενική κατάσταση που επικρατεί για να γίνει κάτι που θέλω: «Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος όλα θα πάνε καλά»·
- Θεού θέλοντος, καιρού επιτρέποντος και υγείας ούσης, με τη βοήθεια του Θεού, τη γενική κατάσταση που επικρατεί, αλλά και την καλή πορεία της υγείας μου για να γίνει κάτι που θέλω: «Θεού θέλοντος, καιρού επιτρέποντος και υγείας ούσης, θα πάω φέτος να κάνω κι εγώ διακοπές στην πολυδιαφημισμένη Χαλκιδική»·   
- κάμε του φτωχού καλό, θα το βρεις απ’ το Θεό, βλ. λ. φτωχός·
- κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, ενήργησε όπως σε καθοδηγήσει ο Θεός ή, εντέλει, όπως εσύ νομίζεις καλύτερα: «εγώ σου είπα πώς έχει η κατάσταση, από δω και πέρα κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός»·
- κανέναν δε χάνει ο Θεός ή ο Θεός δε χάνει κανέναν, για όλους μεριμνεί ο Θεός: «μη στενοχωριέσαι και όλα θα περάσουν, γιατί κανέναν δε χάνει ο Θεός»·
- … κι άγιος ο Θεός, έκφραση που δηλώνει πως κάτι καλό ή κακόεπαναλαμβάνεται κι έχει διάρκεια: «δουλειά κι άγιος ο Θεός || τεμπελιά κι άγιος ο Θεός»·
- κι ο Θεός βοηθός, ευχετική επίκληση για θεϊκή βοήθεια, ιδίως με την έναρξη κάποιας εργασίας ή προσπάθειας που είναι αμφιβόλου αποτελέσματος: «εγώ θα ξεκινήσω τη δουλειά κι ο Θεός βοηθός»· βλ. και φρ. ο Θεός βοηθός(!)·
- μα το Θεό! όρκος για να γίνουμε πιστευτοί σε αυτό που λέμε σε κάποιον: «μα το Θεό, δε σου λέω ψέματα!». (Λαϊκό τραγούδι: είναι τώρα λίγος καιρός όπου την αγαπάω και σκέφτομαι, μα το Θεό,στη μάνα της να πάω). Πολλές φορές, ο όρκος δίνεται μετά την απαίτηση του συνομιλητή μας με το ορκίσου και είναι φορές που συνοδεύεται και από σταυροκόπημα. Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το σου λέω· βλ. και φρ. να με κάψει ο Θεός(!)·
- μακριά απ’ του Θεού το βλέμμα ή μακριά απ’ το βλέμμα του Θεού, λέγεται για τόπο πολύ απομονωμένο, απομακρυσμένο, ή για άνθρωπο που ζει απομονωμένος: «εδώ που ήρθα, ζω μακριά απ’ του Θεού το βλέμμα, και να πεθάνω, κανείς δε θα το μάθει»·
- μαλάκας άνθρωπος, χαρά Θεού, βλ. λ. μαλάκας·
- μάρτυς μου ο Θεός, έκφραση για να βεβαιώσουμε κάποιον πως του λέμε αλήθεια: «μάρτυς μου ο Θεός, όλα έγιναν ακριβώς έτσι όπως στα λέω»·
- μας ξέχασε ο Θεός, λέγεται στην περίπτωση που γενικά συμβαίνουν πολλά δεινά μαζεμένα:  «απ’ τη μια οι σεισμοί, απ’ την άλλη οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες από δω, τα δυστυχήματα από κει, μας ξέχασε ο Θεός»· βλ. και φρ. τον ξέχασε ο Θεός·
- με πήρε ο Θεός τα μυαλά, ξαφνικά συμπεριφέρθηκα ανόητα, άστοχα, απερίσκεπτα, επιπόλαια, τρελά, όπως ποτέ δε συμπεριφερόμουν: «κάποια στιγμή με πήρε ο Θεός τα μυαλά και τους έκανα άνω κάτω με τις αγριοφωνάρες μου». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το λες και·
- με στράβωσε ο Θεός, βλ. φρ. με πήρε ο Θεός τα μυαλά·
- με το ευλογητός ο Θεός ημών, με την αρχή, με το ξεκίνημα μιας δουλειάς, υπόθεσης ή κάποιας διαδικασίας: «τον πήρα για μια δουλειά που είχα κλείσει και με το ευλογητός ο Θεός ημών ήθελε να τον πληρώσω! || με το ευλογητός ο Θεός ημών της ακροαματικής διαδικασίας, φάνηκε αμέσως ποιος ήταν ο αθώος και ποιος ο ένοχος». Αναφορά στην εκκλησιαστική φρ. εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ  εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, με την οποία αρχίζει η κάθε ακολουθία·    
- με το θέλημα του Θεού, βλ. λ. θέλημα·
- με του Θεού τη χάρη, με τη βοήθεια, με την ευσπλαχνία του Θεού: «με του Θεού τη χάρη πέρασα όλες τις δυσκολίες που μου έτυχαν στη ζωή». (Λαϊκό τραγούδι: μα με του Θεού τη χάρη, βγήκα πάλι παλικάρι
- μένω στο έλεος του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- μετά φόβου Θεού, βλ. λ. φόβος·
- μέχρι κι ο Θεός τα ’βαλε μαζί μου, δε βρήκα από κανέναν και από πουθενά βοήθεια, κυνηγήθηκα από τους πάντες: «ένα διάστημα δεν είχα πού την κεφαλήν κλίνη· μέχρι κι ο Θεός τα ’βαλε μαζί μου». (Λαϊκό τραγούδι: φύσηξ’ ο βοριάς της παρηγοριάς πάνω στο κορμί μου, άλλαξ’ ο καιρός μέχρι κι ο Θεός τα ’βαλε μαζί μου). Συνήθως λέγεται με παράπονο ή με ένα αίσθημα εγκατάλειψης·
- μη για όνομα του Θεού! παρακλητική έκφραση με την οποία προσπαθούμε να παρεμποδίσουμε ή να αποτρέψουμε κάποιον να κάνει κάτι, ιδίως παράτολμο ή κακό: «θα πατήσω το πεντάλ και θα πιάσουμε διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. -Μη για όνομα του Θεού! || θα τον κλείσω στη φυλακή τον άτιμο. -Μη για όνομα του Θεού!». Τις περισσότερες φορές, δικαιολογούμε και το λόγο για τον οποίο αποτρέπουμε το συνομιλητή μας να προβεί στην πράξη που δηλώνει: «θα πατήσω το πεντάλ και θα πιάσουμε διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. -Μη για όνομα του Θεού, γιατί θα σκοτωθούμε! || θα τον κλείσω στη φυλακή τον άτιμο. -Μη για όνομα του Θεού, γιατί έχει μικρά παιδιά να θρέψει!»·
- μη για το Θεό! βλ. φρ. μη για όνομα του Θεού(!)·
- μια χαρά Θεού ή μια χαρά Θεού είναι…, βλ. λ. χαρά·
- μόλις βγήκε, ο Θεός έσπασε το καλούπι, βλ. λ. καλούπι·
- μου βγαίνει ο Θεός, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, τυραννιέμαι: «μου βγαίνει ο Θεός κάθε μέρα στη δουλειά». Συνών. μου βγαίνει η Παναγία / μου βγαίνει η πίστη / μου βγαίνει η ψυχή / μου βγαίνει ο κώλος / μου βγαίνει ο πάτος / μου βγαίνει ο Χριστός / μου βγαίνει το λάδι·
- μου βγαίνει ο Θεός ανάποδα, καταβασανίζομαι, καταταλαιπωρούμαι, κατατυραννιέμαι: «μου βγαίνει ο Θεός ανάποδα κάθε μέρα για να τα φέρω βόλτα». Συνών. μου βγαίνει η Παναγία ανάποδα / μου βγαίνει η πίστη ανάποδα / μου βγαίνει η ψυχή ανάποδα / μου βγαίνει η ψυχή απ’ το στόμα / μου βγαίνει ο κώλος απ’ έξω (απ’ όξω) / μου βγαίνει ο πάτος απ’ έξω (απ’ όξω) / μου βγαίνει ο Χριστός ανάποδα·
- μου ’ρχεται, μα το Θεό να… ή μα το Θεό, μου ’ρχεται να…, λέγεται στην περίπτωση που ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα νιώθουμε έντονη και ισχυρή την τάση να κάνουμε κάτι συγκεκριμένο: «κάθε φορά που βλέπω αυτόν τον παλιάνθρωπο, μου ’ρχεται, μα το Θεό, να τον σπάσω στο ξύλο || κάθε φορά που βλέπω αυτόν το φουκαρά, μου ’ρχεται, μα το Θεό, να βάλω τα κλάματα». (Λαϊκό τραγούδι: είναι τώρα λίγος καιρός όπου την αγαπάω και μου ’ρχεται, μα το Θεό, στη μάνα της να πάω). Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έτσι·
- να έχεις την ευλογία του Θεού, βλ. λ. ευλογία·
- να έχεις την ευχή του Θεού, βλ. λ. ευχή·
- να με κάψει ο Θεός! ή ο Θεός να με κάψει! είδος όρκου για να γίνουμε πιστευτοί σε αυτά που λέμε σε κάποιον, αναφορά στη θεϊκή τιμωρία για να τονίσουμε τις καλές μας προθέσεις: «αν δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως στα λέω, να με κάψει ο Θεός! || αν κάνω εγώ αυτό το πράγμα, να με κάψει ο Θεός!»·
- να μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν’ αντέξεις, λέγεται ως ευχή σε κάποιον, γιατί ο άνθρωπος σε μια δύσκολη στιγμή έχει απεριόριστη αντοχή, οπότε το υπονοούμενο είναι πως, αν του δώσει ο Θεός όσα μπορεί να αντέξει, τότε θα του δώσει πάρα πολλές δυσκολίες· 
- να μη φτάσεις να δεις Θεού πρόσωπο, είδος κατάρας με την έννοια, να μην αξιωθείς, να μην προλάβεις να καλυτερεύσεις τη ζωή σου, να αντιμετωπίζεις συνέχεια μεγάλες δυσκολίες και προβλήματα: «για το κακό που μου ’κανες, να μη φτάσεις να δεις Θεού πρόσωπο»·
- να μην (το) δώσει ο Θεός, βλ. φρ. ας μην (το) δώσει ο Θεός·
- να σε κάψει ο Θεός! ή ο Θεός να σε κάψει! είδος κατάρας που απευθύνουμε εναντίον κάποιου·
- νεράκι του Θεού, βλ. λ. νεράκι·
- ξαναβλέπω Θεού πρόσωπο, μετά από περίοδο δυσκολιών, άρχισε να βελτιώνεται η κατάσταση μου, άρχισα πάλι να ευημερώ: «μετά τη βοήθεια που δέχθηκα απ’ το φίλο μου, ξαναβλέπω Θεού πρόσωπο»·
- ξέρει ο Θεός ποιο δέντρο μαραίνει, ο Θεός δεν τιμωρεί τυχαία τους ανθρώπους: «ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει, και νομίζει πως ο Θεός ρίχνει την τιμωρία και σ’ όποιον πάει, όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα, γιατί ξέρει ο Θεός ποιο δέντρο μαραίνει»·
- ο δούλος (η δούλη) του Θεού, βλ. λ. δούλος·
- ο δρόμος του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει όμως και το νοικοκύρη, δεν υπάρχει περίπτωση να αδικήσει κανείς κάποιον και να μην το πληρώσει αργά ή γρήγορα·
- ο Θεός άλλους ανεβάζει κι άλλους κατεβάζει, ηπιότερη έκφραση του ο Θεός άλλους έπλασε κι άλλους έκλασε (βλ. φρ.)·
- ο Θεός αλλού πλάθει κι αλλού κλάνει, βλ. συνηθέστ. ο Θεός άλλους έπλασε κι άλλους έκλασε·
- ο Θεός άλλους έπλασε κι άλλους έκλασε ή ο Θεός άλλους τους έπλασε κι άλλους τους έκλασε, χαρακτηριστική έκφραση απογοητευμένου ανθρώπου για την κακή πορεία των πραγμάτων στη ζωή του, καθώς βλέπει άλλους να πορεύονται με επιτυχία και προκοπή·
- ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί, ο Θεός μπορεί να αργεί πολλές φορές να επέμβει για βοήθεια ή για τιμωρία, αλλά σίγουρα κάποτε επεμβαίνει: «κάποια μέρα θα τιμωρηθείς από τη θεία δικαιοσύνη για το κακό που μου έχεις κάνει, γιατί ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί»·
- ο Θεός ας με συχωρέσει ή ο Θεός να με συχωρέσει, βλ. φρ. Θεέ μου σχώρα με·
- ο Θεός βοηθός! παράκληση ατόμου που έχει εμπλακεί σε δυσκολίες να επέμβει ο Θεός να το βοηθήσει· βλ. και φρ. κι ο Θεός βοηθός·
- ο Θεός είναι μεγάλος! α. παρηγορητική υπενθύμιση της μακροθυμίας του Θεού σε περίπτωση απογοήτευσης ή υπενθύμιση της σωτήριας βοήθειας του Θεού σε περίπτωση μεγάλης δυστυχίας: «κάνε λίγο υπομονή και να δεις που όλα θα περάσουν, γιατί ο Θεός είναι μεγάλος». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν σε πήρε κάποιος άλλος, ο Θεός είναι μεγάλος). β. δηλώνει πίστη πως τα πράγματα θα διορθωθούν: «μπορεί να περνάω δύσκολες μέρες, αλά ο Θεός είναι μεγάλος κι όλα θα φτιάξουν!»·
- ο Θεός κι η ψυχή μου το ξέρουν! μόνο ο Θεός κι εγώ γνωρίζουμε τι βάσανα και τι δυσκολίες πέρασα για να πετύχω κάτι: «ο Θεός κι η ψυχή μου το ξέρουν τι πέρασα για ν’ αγοράσω αυτό το σπιτάκι! || ο Θεός κι η ψυχή μου το ξέρουν τι τράβηξα για να σπουδάσω τα παιδιά μου!»·
- ο Θεός κι η ψυχή του, έκφραση με την οποία αφήνουμε κάποιον εντελώς ελεύθερο να αποφασίσει για θέμα που μας αφορά ή και που αφορά τον ίδιο και που έχει μια διάθεση δυσπιστίας για το αν ενεργήσει σωστά, όπως πρέπει: «εγώ πάντως του ζήτησα συγνώμη. Από εκεί και πέρα ο Θεός κι η ψυχή του || εγώ, ό,τι συμβουλή ήταν να του δώσω, του την έδωσα, τώρα το τι θα κάνει, ο Θεός κι η ψυχή του»·
- ο Θεός κι ο λόγος σου! λέγεται ευχετικά, όταν μας λέει κάποιος κάτι που μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί ή μας ικανοποιεί, να το ακούσει ο Θεός για να το πραγματοποιήσει: «δεν ξέρεις πόσο θέλω να γίνει καλά ο πατέρας σου! -Ο Θεός κι ο λόγος σου! || ε ρε και να σου τύχει το λαχείο που αγόρασες! -Ο Θεός κι ο λόγος σου!»·
- ο Θεός μαζί σου, ευχετική έκφραση σε κάποιον που αναχωρεί για κάπου ή που βρίσκεται στο ξεκίνημα μιας ενέργειάς του·
- ο Θεός μονάχα ξέρει, βλ. φρ. ένας Θεός ξέρει. (Λαϊκό τραγούδι: χαραμίστηκε η ζωή μου μες στα χέρια τα δικά σου, ο Θεός μονάχα ξέρει πόσα τράβηξα κοντά σου
- ο Θεός μονάχα ξέρει αν… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πότε… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πού… ή ο Θεός μονάχα ξέρει πώς…, βλ. φρ. ένας Θεός ξέρει αν… (Λαϊκό τραγούδι: κάποιο τρένο θα περάσει απ’ τη ζωή μας βιαστικό, τη βαλίτσα μας στο χέρι κι ο Θεός μονάχα ξέρει πού θα κάνουμε σταθμό
- ο Θεός ν’ αναπαύσει την ψυχή του, ευχή σε κάποιον που πέθανε·
- ο Θεός να βάλει το χέρι του! (το χεράκι του!), παράκληση κάποιου που έχει εμπλακεί σε δυσκολίες να επέμβει ο Θεός να τον βοηθήσει·
- ο Θεός να δώσει! λέγεται ευχετικά, όταν μας λέει κάποιος κάτι που μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί ή μας ικανοποιεί, να το ακούσει ο Θεός για να το πραγματοποιήσει: «πολύ θα χαρώ, αν περάσει ο γιος σου στο πανεπιστήμιο! -Ο Θεός να δώσει»·
- ο Θεός να ευδοκήσει! βλ. φρ. ο Θεός να δώσει(!)·
- ο Θεός να κάνει το θαύμα του! βλ. φρ. ο Θεός να βάλει το χέρι του! (το χεράκι του!)·
- ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, ευχή να μη συμβεί το κακό στο οποίο αναφέρομαι ή να μην είναι έτσι το κακό που λέω για κάποιον, μακάρι να διαψευστώ: «άκουσα πως ο τάδε έβαλε χέρι στο ταμείο, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη || ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, αλλά έμαθα πως η τάδε του τα φοράει του φίλου μας»·
- ο Θεός να μη μας το χρωστάει αυτό το κακό ή ο Θεός να μη μας το χρωστάει τέτοιο κακό, λέγεται στην περίπτωση που απευχόμαστε να συμβεί και σε μας το κακό για το οποίο κουβεντιάζουμε: «έμεινε ολομόναχος στη ζωή, γιατί έχασε όλη του την οικογένεια σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. -Ο Θεός να μη μας το χρωστάει τέτοιο κακό»·
- ο Θεός να μη το δώσει, ευχή για να μη συμβεί το κακό στο οποίο αναφερόμαστε·
- ο Θεός να μου κόβει μέρες και να σου δίνει χρόνια, έκφραση με την οποία δείχνουμε την υπέρμετρη αγάπη μας σε πολυαγαπημένο μας πρόσωπο·
- ο Θεός να σ’ ευλογεί, ευχή που δίνουμε σε κάποιον να έχει την ευλογία του Θεού: «ο Θεός να σ’ ευλογεί, φίλε μου, που με βοήθησες»·
- ο Θεός να σε καλοδρομίζει, ευχή σε κάποιον που πρόκειται να ταξιδέψει·
- ο Θεός να σε πληρώσει ή ο Θεός να στο πληρώσει, ευχή ατόμου, που βοηθήσαμε, να αποζημιωθούμε από το Θεό ή κατάρα ατόμου, που του κάναμε κάποιο κακό, να τιμωρηθούμε από το Θεό·
- ο Θεός να σε φυλάει, ευχή σε κάποιον να έχει την προστασία του Θεού: «ο Θεός να σε φυλάει απ’ τους κακούς ανθρώπους». (Λαϊκό τραγούδι: Σακραμέντο και Νοτάη ο Θεός να σε φυλάει. Πέρασα κι από το Φρίσκο όλο μπελαλήδες βρίσκω
- ο Θεός να σε φωτίσει ή να σε φωτίσει ο Θεός ευχή σε κάποιον να τον καθοδηγήσει ο Θεός, ώστε να μπορέσει να ενεργήσει με τον ορθό, το σωστό, τον ενδεδειγμένο τρόπο, να τον βοηθήσει να πάρει τη σωστή απόφαση: «τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, γι’ αυτό εύχομαι να σε φωτίσει ο Θεός να κάνεις το σωστό»·
- ο Θεός να σου δίνει φώτιση, ευχή που δίνουμε σε κάποιον να τον καθοδηγεί ο Θεός, ώστε να ενεργεί ορθά, σωστά, ώστε να παίρνει τις σωστές αποφάσεις: «εκεί που θα πας, παιδάκι μου, ο Θεός να σου δίνει φώτιση». Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το καλή·
- ο Θεός να στα φέρει δεξιά ή ο Θεός να τα φέρει δεξιά, ευχή σε κάποιον, που βασανίζεται από κάποιο πρόβλημα, να βρεθεί ευνοϊκή λύση, να έχει αίσια κατάληξη·
- ο Θεός να στα φέρνει (πάντα) δεξιά, ευχή σε κάποιον, που μας πληροφορεί πως γενικά όλα τα πράγματα στη ζωή του πηγαίνουν ευνοϊκά, να συνεχίσουν να πηγαίνουν ευνοϊκά, ή ευχή σε κάποιον, που μας βοήθησε, να είναι ευτυχισμένος, χωρίς προβλήματα·
- ο Θεός να το κάνει…, ειρωνική έκφραση, που δηλώνει πως το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος, δεν έχει καμιά χρηστικότητα είτε λόγω παλαιότητας είτε λόγω ακαταλληλότητας ή, και αν την έχει, είναι μηδαμινή ή και επικίνδυνη:  «αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αλλά ο Θεός να το κάνει αυτοκίνητο, γιατί φοβάσαι και να μπεις μέσα || αγόρασε ένα διαμέρισμα, αλλά ο Θεός να το κάνει διαμέρισμα, γιατί είναι στο υπόγειο μιας παλιάς οικοδομής»·
- ο Θεός να τον κάνει…, ειρωνική έκφραση, που δηλώνει πως το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος δεν έχει καμιά από τις ιδιότητες που το αποδίδουν ή, και αν τις έχει, είναι μηδαμινές: «θα πάω στο γιατρό μου για μια εξέταση. -Ο Θεός να τον κάνει γιατρό αυτόν τον κομπογιαννίτη || έδωσα την υπόθεσή μου σ’ έναν δικηγόρο, αλλά ο Θεός να τον κάνει δικηγόρο, γιατί είναι απ’ τους μεγαλύτερους χασοδίκες»·
- ο Θεός να φυλάει! βλ. φρ. Θεός φυλάξοι(!)·
- ο Θεός ο ίδιος να… ή ο ίδιος ο Θεός να…, δηλώνει εμμονή σε κάποια απόφασή μας: «ο Θεός ο ίδιος να μου το πει, εγώ δεν αποσύρω τη μήνυση που του ’κανα || ο Θεός ο ίδιος να με παρακαλέσει να μην πάω, εγώ θα πάω για να του μπω στο μάτι»·
- ο Θεός πάντα το καλό, ευχετική προσφώνηση ανάμεσα σε πότες, την ώρα που σηκώνουν το ποτήρι τους να πιουν. Συνήθως της φρ. προτάσσεται το άντε και (κι)·
- ο Θεός σκάλες ανεβάζει και σκάλες κατεβάζει, έκφραση που δηλώνει πως η τύχη είναι ευμετάβλητη και συνήθως απευθύνεται προειδοποιητικά σε κείνους που παινεύονται για την καλή τους τύχη: «μην κοκορεύεσαι για την καλή σου τύχη, γιατί ο Θεός σκάλες ανεβάζει και σκάλες κατεβάζει»· βλ. και φρ. ο Θεός άλλους ανεβάζει κι άλλους κατεβάζει·
- ο Θεός στα ψηλά βουνά ρίχνει το χιόνι, ο Θεός στέλνει τις μεγάλες στενοχώριες, τις μεγάλες συμφορές, τα μεγάλα βάρη, σε κείνους που μπορούν να τα αντέξουν: «ό,τι κακό και να σου τύχει εσένα, δε σε φοβάμαι, γιατί ο Θεός στα ψηλά βουνά ρίχνει το χιόνι»·
- ο Θεός της Ελλάδας, βλ. λ. Ελλάδα·
- ο Θεός τρέφει τα πουλιά, μα δεν τα βάζει και το φαΐ μέσ’ στη φωλιά, παράλληλα με τη φροντίδα του Θεού, πρέπει και εμείς να φροντίζουμε για τα προς το ζην: «εσύ την άραξες στο σπίτι σου και τα περιμένεις όλα απ’ το Θεό. Βέβαια, ο Θεός τρέφει τα πουλιά, μα δεν τα βάζει και το φαΐ μέσ’ στη φωλιά». Πρβλ.: σύν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει·
- ο καλόγερος κοιμάται κι ο Θεός του μαγειρεύει, λέγεται για άτομο που, χωρίς να κοπιάζει διόλου, του έρχονται όλα ευνοϊκά, ή λέγεται για άτομο του οποίου για την προκοπή του ενδιαφέρεται ενεργά κάποιος άλλος: «γι’ αυτόν δεν πρέπει ν’ ανησυχείς, γιατί ο καλόγερος κοιμάται κι ο Θεός του μαγειρεύει». Συνών. αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει·
- ο κουβαλητής θυμάται το Θεό, μόνο όταν έχει το φορτίο στον ώμο του, βλ. λ. κουβαλητής·
- ο Λόγος του Θεού, βλ. λ. λόγος·
- ο Νόμος του Θεού, βλ. λ. νόμος·
- οίκος (του) Θεού, βλ. λ. οίκος·
- όλες οι μέρες είναι του Θεού, βλ. λ. μέρα·
- όποιον αγαπά ο Θεός παιδεύει, όποιον αγαπά ο Θεός τον υποβάλλει σε δοκιμασίες: «η στενοχωριέσαι με τις δυσκολίες που σου τυχαίνουν, γιατί όποιον αγαπά ο Θεός παιδεύει». Πρβλ.:
ν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται. (Παύλου Προς Εβραίους, ιβ΄ 6]·
- όποιος δίνει σε φτωχό, δανείζει στο Θεό, όποιος ελεεί φτωχό, ο Θεός θα του το ανταποδώσει. Η φρ. υπάρχει γραμμένη σε πολλές εκκλησίες·
- όποιος λέει την αλήθεια, έχει το Θεό βοήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
- όπου δε δίνει ο Θεός παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια, βλ. λ. ανίψι·
- όπως ορίζει ο Θεός ή όπως ορίσει ο Θεός, σύμφωνα με την επιθυμία του Θεού: «δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τίποτα στη ζωή, γιατί όλα γίνονται όπως ορίσει ο Θεός»·
- οργή Θεού, βλ. λ. οργή·
- όσο θέλεις δούλευε κι όσα θέλει ο Θεός θα σου δώσει, παρ’ όλη την εργατικότητα του ανθρώπου αν δεν υπάρχει και η θεϊκή βούληση, τότε δε θα μπορέσει να προκόψει·
- όταν γαμείς, λεν το φτωχό, να κοιτάς και το Θεό, βλ. λ. φτωχός·
- όταν δίνει ο Θεός τ’ αλεύρι, παίρνει ο διάβολος το σακί, είναι και φορές που η ατυχία μας εμποδίζει να απολαύσουμε τα οφέλη από τις προσπάθειές μας, τα αγαθά τον κόπων μας: «καμιά φορά έρχονται έτσι τα πράγματα στη ζωή, που, όταν δίνει ο Θεός τ’ αλεύρι, παίρνει ο διάβολος το σακί»·   
- όταν θέλει να χαλάσει ο Θεός τον μέρμηγκα, του βάζει φτερά και πετάει, βλ. λ. μυρμήγκι·
- όταν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών, όταν έχουμε την προστασία του Θεού, δεν πρέπει να φοβόμαστε κανένα κακό από οποιονδήποτε·
- όταν ο Θεός μοίραζε μυαλά, αυτός κοιμόταν ή όταν ο Θεός μοίραζε μυαλά, αυτός είπε όχι ευχαριστώ ή όταν ο Θεός πετούσε μυαλά, αυτός κρατούσε ομπρέλα, λέγεται ειρωνικά για άτομο που δεν έχει καθόλου μυαλό, που είναι πολύ κουτός, ανόητος, βλάκας: «μην τον συνερίζεσαι γι’ αυτά που λέει και κάνει, γιατί, όταν ο Θεός πετούσε μυαλά, αυτός κρατούσε ομπρέλα»·
- όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, από το ότι, τα πάντα στη ζωή του ανθρώπου είναι ρευστά, απρόβλεπτα και εξαρτιόνται από τη βούληση του Θεού: «πάνε ν’ ανάψεις κανένα κεράκι τώρα που ξεκινάς καινούρια δουλειά, γιατί δεν πρέπει να σου διαφεύγει πως όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει»·    
- (ούτε) το Θεό μπάρμπα να ’χει, με κανένα τρόπο, σε καμιά περίπτωση δε θα πραγματοποιήσουμε ή δε θα αφήσουμε να πραγματοποιηθεί κάτι που τον συμφέρει ή που τον ωφελεί: «δε θα τον πάρω στη δουλειά μου, ούτε το Θεό μπάρμπα να ’χει || δε θα του δώσω την άδεια που θέλει, ούτε το Θεό μπάρμπα  να ’χει»·
- παιδιά ενός κατώτερου Θεού, βλ. λ. παιδί·
- παιδιά του Θεού, βλ. λ. παιδί·
- πήγαινε στην ευχή του Θεού! βλ. λ. ευχή·
- πήγαινε στο έλεος του Θεού! βλ. λ. έλεος·
- πήγε στο Θεό, πέθανε και σίγουρα η ψυχή του πήγε στον Παράδεισο: «ήταν πολύ καλός άνθρωπος ο σχωρεμένος και σίγουρα η ψυχή του πήγε στο Θεό». Συνηθισμένη δικαιολογία σε μικρό παιδί για το θάνατο ατόμου της οικογενείας του·
- πλάσμα του Θεού, βλ. λ. πλάσμα·
- πλούσια, Θεέ μου, τα ελέη σου! ή πλούσια τα ελέη του Θεού! αναφώνηση ευχαριστίας προς το Θεό για την αφθονία αγαθών, ιδίως τροφών που υπάρχουν σε ένα τραπέζι·
- ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! ξέσπασε με τέτοια οργή και μανία, που προξενούσε φόβο: «μόλις μας είδε να τεμπελιάζουμε, άρχισε να φωνάζει σαν μανιακός και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε!»·
- προβατάκι του Θεού, βλ. λ. προβατάκι·
- προς Θεού! παρακλητική έκφραση με την οποία προσπαθούμε να παρεμποδίσουμε ή να αποτρέψουμε κάποιον να κάνει κάτι, ιδίως κακό, ή έκφραση που επιτείνει την άρνησή μας για κάτι κακό που μας προσάπτει κάποιος: «προς Θεού, πρέπει να προσέχουμε καλά μη μας συμβεί κανένα κακό! || μα τι λες, προς Θεού, ούτε που το σκέφτηκα να σε κατηγορήσω!»·
- πρώτα ο Θεός, βλ. φρ. Θεού θέλοντος·
- πρώτη βοήθεια του Θεού, δεύτερη του γειτόνου, έκφραση με την οποία θέλουμε να υπογραμμίσουμε την αξία του καλού γείτονα: «ο καλός γείτονας είναι μεγάλη τύχη για κάποιον, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρώτη βοήθεια του Θεού, δεύτερη του γειτόνου»·
- πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει! ή πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει! α. έχω εξαντληθεί σωματικά ή οικονομικά: «ήταν τόσο κουραστική σήμερα η δουλειά, που πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει! || έπεσε τέτοια αναδουλειά στο μαγαζί και το πώς βαστώ, ένας Θεός το ξέρει!». β. μετά βίας συγκρατώ τα νεύρα μου, μετά βίας συγκρατιέμαι να μην ενεργήσω βίαια εναντίον κάποιου: «λέει τέτοιες ανοησίες και πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει!». Συνήθως μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το μόνο ή το μονάχα, ενώ πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το άρθρο το·
- πώς κρατιέμαι, ένας Θεός το ξέρει! ή πώς κρατώ, ένας Θεός το ξέρει! βλ. φρ. πώς βαστιέμαι, ένας Θεός το ξέρει(!)·
- σε τι Θεό πιστεύεις; λέγεται σε άτομο που συμπεριφέρεται με μεγάλη σκληρότητα και δηλώνει συνήθως παράκληση να συμπεριφερθεί πιο ήπια ή με επιείκεια: «μην τον κλείσεις φυλακή για μια κωλοεπιταγή, που δεν είχε να σου πληρώσει, σε τι Θεό πιστεύεις;»·
- σημαδεμένος απ’ το Θεό, αυτός που είναι ανάπηρος, σακάτης εκ γενετής: «τον τρώει ένα σαράκι, γιατί έχει ένα παιδί σημαδεμένο απ’ το Θεό»·
- στην ευχή του Θεού, βλ. λ. ευχή·
- στο Θεό σου! βλ. φρ. για (τ’) όνομα του Θεού! (Λαϊκό τραγούδι: Έλλη, στο Θεό σου, τι έχεις στο μυαλό σου;)·
- στο φαΐ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάνει κρίση, κανένας δεν μπορεί να κατακρίνει κάποιον, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν ενεργεί, για την απόκτηση ζωτικών αναγκών στη ζωή του·
- συν Θεώ, με τη βοήθεια του Θεού: «συν Θεώ όλα θα πάνε καλά»·
- τ’ αγαθά του Θεού, βλ. λ. αγαθό·
- τα ελέη του Θεού, βλ. λ. έλεος·
- τα καλά του Θεού, αφθονία υλικών αγαθών: «τα καλά του Θεού έχουμε, δε μας λείπει τίποτα»·
- τέλος και τω Θεώ δόξα, βλ. λ. τέλος·
- τέρμα Θεού, βλ. λ. τέρμα·
- τέρμα και τω Θεώ δόξα, βλ. λ. τέρμα·
- τι Θεό λατρεύει, βλ. φρ. σε τι Θεό πιστεύει·
- τι Θεό λατρεύεις; βλ. φρ. σε τι Θεό πιστεύεις(;)·
- τι κάνει ο Θεός, όταν έχει κέφια! θαυμαστικό πείραγμα σε όμορφη γυναίκα που τη βλέπουμε να περνάει από μπροστά μας. Πολλές φορές, τη φρ. προτάσσεται το πω πω ή το ε ρε·
- τι να σε βαρέσω, που ’σαι βαρεμένος απ’ το Θεό, βλ. φρ. τι να σε χτυπήσω, που ’σαι χτυπημένος απ’ το Θεό·
- τι να σε χτυπήσω, που ’σαι χτυπημένος απ’ το Θεό, υποτιμητική έκφραση σε άτομο που δεν καταδεχόμαστε ούτε να το χτυπήσουμε, γιατί η μεγάλη βλακεία του, η μεγάλη ανοησία του θεωρούμε πως είναι χτύπημα από το Θεό· 
- το γκαβό πουλί ο Θεός δυο φορές το βλέπει, βλ. λ. πουλί·
- το γκαβό πουλί το δίνει ο Θεός φωλιά και ζει, βλ. λ. πουλί·
- το Θεό, ειρωνική έκφραση ή έκφραση φιλοφροσύνης στο ευχαριστώ που μας λέει κάποιος για κάποια εξυπηρέτηση ή άλλη διευκόλυνση που του κάναμε·
- το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, βλ. φρ. το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς, λ. παπάς·
- το ’χω Θεό (μου) ή το ’χω για Θεό (μου) ή το ’χω σαν Θεό (μου), το λατρεύω, το αγαπώ πάρα πολύ, ιδίως το χρήμα: «όλοι στην οικογένειά μου ήταν τσιγκούνηδες άνθρωποι κι έτσι έμαθα κι εγώ να ’χω σαν Θεό το χρήμα». (Λαϊκό τραγούδι: την έσπασες στα γρήγορα, γι’ άλλο κορόιδο τρέχεις, γιατί το χρήμα αγαπάς και για Θεό το έχεις!
- τον αγαπάει σαν Θεό, τον υπεραγαπά: «απ’ τη μέρα που γνωρίστηκαν τον αγαπάει σαν Θεό». (Λαϊκό τραγούδι: ποιος το ’πε πως εγώ σε ξεχνώ, εγώ για σένα λιώνω νύχτα μέρα στο κόσμο σαν Θεό σ’ αγαπώ
- τον βλέπει σαν Θεό, τον υπεραγαπά, τον λατρεύει: «ο άντρας της δε της χαλάει χατίρι κι αυτή τον βλέπει σαν Θεό»·
- τον βλέπει στα μάτια σαν Θεό ή τον βλέπει σαν Θεό στα μάτια, βλ. λ. μάτι·
- τον έκανα Θεό ή τον έχω κάνει Θεό, τον θερμοπαρακάλεσα: «τον έκανα Θεό να με βοηθήσει, αλλά αυτός τίποτα || τον έκανα Θεό ν’ αποσύρει τη μήνυση κι ευτυχώς που τον έπεισα». (Λαϊκό τραγούδι: σ’ έχω κάνει Θεό μια φορά να σε δω, να σου πω σ’ αγαπώ γύρνα πίσω
- τον ευλόγησε ο Θεός με τα δυο τα χέρια, πρόκειται για πολύ τυχερό, για πολύ ευτυχισμένο άνθρωπο: «με ό,τι καταπιαστεί, βγάζει ένα σωρό λεφτά, λες και τον ευλόγησε ο Θεός με τα δυο τα χέρια»·  
- τον έχω Θεό (μου) ή τον έχω για Θεό μου ή τον έχω σαν Θεό (μου), τον λατρεύω, τον αγαπώ πάρα πολύ: «μην πεις κουβέντα για τον πατέρα του, γιατί τον έχει Θεό του». (Λαϊκό τραγούδι: σε είχα σαν Θεό μου σε λάτρευα πολύ, μα εσύ αντί για μάννα μου έδωσες χολή
- τον κοιτάζω σαν Θεό, τον λατρεύω, τον αγαπώ πάρα πολύ και παράλληλα τον σέβομαι υπερβολικά: «τους γονείς του τους κοιτάζει σαν Θεό». (Λαϊκό τραγούδι: αχ, σαν Θεό μου σε κοιτώ, αχ, σε λατρεύω σ’ αγαπώ· μα εσύ αδιαφορείς, δε γυρίζεις να με δεις
- τον ξέχασε ο Θεός, είναι υπέργηρος: «μη ρωτάς πόσο χρονών είναι, τον ξέχασε ο Θεός»· βλ. και φρ. μας ξέχασε ο Θεός·
- τον πήρε ο Θεός, πέθανε: «είναι μήνες τώρα που τον πήρε ο Θεός». Πρβλ. Άγιε μου Γιώργη γείτονα, να μ’ έπαιρνες να γλίτωνα (Λαϊκό τραγούδι)·
- τον τιμώρησε ο Θεός, τελικά δε γλίτωσε την τιμωρία: «μπορεί να ξέφυγε απ’ τους ανθρώπους, αλλά στο τέλος τον τιμώρησε ο Θεός»·
- του βγάζω το Θεό, τον βασανίζω, τον ταλαιπωρώ, τον τυραννώ: «του ’βγαλε το Θεό μέχρι να του επιστρέψει τα δανεικά που του είχε πάρει». Συνών. του βγάζω την Παναγία / του βγάζω την πίστη / του βγάζω την ψυχή / του βγάζω το λάδι / του βγάζω το Χριστό / του βγάζω τον κώλο / του βγάζω τον πάτο·
- του βγάζω το Θεό ανάποδα, τον καταβασανίζω, τον καταταλαιπωρώ, τον κατατυραννώ: «μπορεί να του βγάζω το Θεό ανάποδα κάθε μέρα, επειδή του ανέθεσα δύσκολη δουλειά, αλλά τον πληρώνω διπλάσια». Συνών. του βγάζω την Παναγία ανάποδα / του βγάζω την πίστη ανάποδα / του βγάζω την ψυχή ανάποδα / του βγάζω την ψυχή απ’ το στόμα / του βγάζω το Χριστό ανάποδα / του βγάζω τον κώλο απ’ έξω (απ’ όξω) / του βγάζω τον πάτο απ’ έξω (απ’ όξω)·
- του γαμώ το Θεό, α. τον καταξεφτιλίζω, τον καταντροπιάζω: «τον είδε που ενοχλούσε έγκυο γυναίκα κι εκεί μπροστά στον κόσμο του γάμησε το Θεό». β. τον τιμωρώ σκληρά, τον δέρνω άγρια και, κατ’ επέκταση, τον κατανικώ: «μόλις κατάλαβε ο πατέρας του πως ήταν πάλι πιωμένος του γάμησε το Θεό || τον άρπαξε στα χέρια του και του γάμησε το Θεό». γ. εκστομίζεται και ως βρισιά.Για συνών. βλ. φρ. του γαμώ τα καντήλια, λ. γαμώ·
- του ’δωσε ο Θεός πετσάκι κι αυτός άνοιξε βυρσοδεψείο, βλ. λ. πετσάκι·
- του Θεού το χρόνια δε σώνονται, α. λέγεται για τους βιαστικούς και ανυπόμονους ανθρώπους: «σιγά, ρε άνθρωπέ μου, μη βιάζεσαι, του Θεού τα χρόνια δε σώνονται». β. λέγεται από αυτούς που δε βιάζονται, που αφήνουν για το μέλλον αυτά που μπορούν να κάνουν σήμερα, που αναβάλλουν συνεχώς: «έλα μωρέ, γιατί να βιαστώ, του Θεού τα χρόνια δε σώνονται»· 
- του τα δίνει ο Θεός με τη σέσουλα, βλ. φρ. του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι·
- του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι, λέγεται για την αφθονία υλικών αγαθών που έχει κάποιος, και που συνεχώς προστίθενται και άλλα: «πώς να μην είναι ευτυχισμένος, απ’ τη στιγμή που του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι;»·
- του τα δίνει ο Θεός με το τσουβάλι, βλ. συνηθέστ. του τα δίνει ο Θεός με το ζεμπίλι·
- του χρωστάει ο Θεός, λέγεται για άτομο που, με ό,τι καταπιάνεται, κερδίζει με ευκολία πάρα πολλά λεφτά: «μην απορείς για το χρήμα που βγάζει αυτός ο άνθρωπος, γιατί του χρωστάει ο Θεός»·
- Ύψιστε Θεέ! ή Ύψιστε Θεέ μου! βλ. λ. ύψιστος·
- υψώνω τα χέρια μου στο Θεό, βλ. λ. χέρι·
- φεύγω απ’ το δρόμο του Θεού, βλ. λ. δρόμος·
- φωνή λαού, οργή Θεού, βλ. λ. φωνή·
- χάλασε ο Θεός τον κόσμο, προκλήθηκε μεγάλη, ανυπολόγιστη καταστροφή από φυσικά κυρίως αίτια ή στοιχεία: «ήταν τόσο δυνατός ο σεισμός, που χάλασε ο Θεός τον κόσμο || έγιναν τέτοιες πλημμύρες, που χάλασε ο Θεός τον κόσμο»·
- ψωλή καυλωμένη Θεό δεν ονομάζει, βλ. λ. ψωλή.

θέση

θέση, η, ουσ. [<αρχ. θέσις], η θέση. 1. η καρέκλα, το κάθισμα: «πόσες θέσεις χρειάζεσαι να σου φέρω; || θα πάω οικογενειακώς στο θέατρο και κράτησα πέντε θέσεις». 2. κατάσταση στην οποία βρίσκεται κανείς: «ήταν σε άσχημη θέση και τον βοήθησα να ξελασπώσει». 3. η τοποθεσία, ο συγκεκριμένος τόπος: «είχαν πιάσει τις θέσεις γύρω από την εξέδρα και περίμεναν την παρέλαση. 4. η θήκη: «το πορτοφόλι μου έχει πέντε θέσεις για διάφορες χρήσεις». 5. πρόταση, εισήγηση ή άποψη την οποία τεκμηριώνει κάποιος: «η παράταξη κατέβηκε στην τελευταία συνέλευση με θέσεις και τους τσάκισε». 6. υπαλληλική απασχόληση, υπαλληλική υπηρεσία: «μετά από πολλά βρήκε κι αυτός μια θέση στο δημόσιο». 7. στον πλ. οι θέσεις, αριθμός υπαλλήλων που μπορεί να δεχτεί μια δημόσια υπηρεσία για να εργαστούν ή αριθμός σπουδαστών που μπορεί να δεχτεί ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα για να τους εκπαιδεύσει: «προκηρύχθηκε διαγωνισμός για πέντε χιλιάδες θέσεις στο δημόσιο || ο υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε ότι αυξήθηκαν κατά δέκα χιλιάδες οι θέσεις των εισαγομένων στα πανεπιστήμια». (Ακολουθούν 84 φρ.)·
- αν κάθεσαι στη θέση σου, κανείς δε σε σηκώνει, όποιος δεν ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις ή δεν επιχειρεί πράγματα που είναι ανώτερα από τις δυνάμεις του, ούτε τον ενοχλεί κανένας αλλά και ούτε ζημιώνει: «να περπατάς στη ζωή σου φρόνιμα και με περίσκεψη, γιατί, αν κάθεσαι στη θέση σου, κανείς δε σε σηκώνει»·
- από θέση ισχύος, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, από την οποία αντλεί δύναμη, και για το λόγο αυτό, οτιδήποτε λέει ή κάνει, έχει κύρος: «ο διευθυντής μιλούσε από θέση ισχύος κι εγώ δεν μπορούσα ν’ αντικρούσω τα επιχειρήματά του»·
- από θέση περιωπής, α. από εξέχουσα, ισχυρή κοινωνική ή πολιτική θέση: «μιλάει από θέση περιωπής, γι’ αυτό λέει με τόση άνεση αυτά που λέει». β. από ανώτατη πνευματική θέση, χωρίς προκαταλήψεις: «εξετάζει όλα τα θέματα από θέση περιωπής»·
- αφήνω στη θέση μου, λόγω απουσίας μου, αφήνω κάποιον να ενεργεί για λογαριασμό μου, αφήνω αντικαταστάτη μου, πληρεξούσιό μου: «κάθε φορά που λείπω απ’ το εργοστάσιο, αφήνω στη θέση μου τον τάδε»·
- βάζω στη θέση μου, βλ. φρ. αφήνω στη θέση μου·
- βάζω τα πράγματα στη θέση τους, βλ. λ. πρά(γ)μα·
- βαστώ τη θέση μου, βλ. λ. κρατώ τη θέση μου·
- βρίσκομαι σ’ άσχημη θέση, α. αντιμετωπίζω μεγάλες δυσκολίες, ιδίως οικονομικές, περνώ πολύ δύσκολα: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησα, βρίσκομαι σ’ άσχημη θέση». β. (για αναμετρήσεις ή ανταγωνισμούς) υπολείπομαι κατά πολύ του αντιπάλου μου ή του ανταγωνιστή μου: «μετά την καταμέτρηση των μισών ψηφοδελτίων, ο τάδε υποψήφιος βρίσκεται σε άσχημη θέση έναντι του αντιπάλου του»·   
- βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, αντιμετωπίζω δυσκολίες, περνώ δύσκολα: «απ’ τη μέρα που με απέλυσαν απ’ τη δουλειά μου, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση || όταν έρχονται δυο φίλοι μου για να λύσω τις διαφορές τους, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ξέρω ποιον απ’ τους δυο να βοηθήσω»· 
- βρίσκω θέση, βρίσκω χώρο, τόπο, καρέκλα για να καθίσω: «βρήκα θέση μπροστά στην πίστα και απόλαυσα το πρόγραμμα». (Λαϊκό τραγούδι: ντράγκα ντρουμ, να βρούμε θέση λίγο απάνω σου να γείρω, γιατί έχω γίνει φέσι
- βρίσκω μια θέση στον ήλιο, βολεύομαι σε μια κατάσταση που είναι ευνοϊκή για τη ζωή και για τα σχέδιά μου, ιδίως εξασφαλίζομαι οικονομικά, αναγνωρίζομαι κοινωνικά: «όλοι στη ζωή τους αγωνίζονται να βρουν μια θέση στον ήλιο»·
- για μια θέση στον ήλιο, για το στοιχειώδες δικαίωμα της επιβίωσης ή της επιτυχίας που έχει ο κάθε άνθρωπος για την οικονομική του εξασφάλιση ή για την κοινωνική του αναγνώριση: «απ’ τη μέρα που γεννιέται ο άνθρωπος, αγωνίζεται για μια θέση στον ήλιο»·
- δε μένει ήσυχος στη θέση του, βλ. φρ. δεν κάθεται ήσυχος στη θέση του·
- δε μένει στη θέση του, βλ. φρ. δεν κάθεται στη θέση του·
- δεν είμαι σε θέση να…, δεν μπορώ, δεν έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι, ιδίως λόγω σωματικής ή οικονομικής αδυναμίας: «δεν είμαι σε θέση να τρέξω, γιατί πάσχω απ’ τα πνευμόνια μου || δεν είμαι σε θέση να ’ρθω σ’ αυτό το ταξίδι, γιατί δεν μου το επιτρέπουν τα οικονομικά μου»· βλ. και φρ. δεν είμαι σε κατάσταση να…, λ. κατάσταση·
- δεν έχεις θέση εδώ, δεν ανήκεις σε αυτόν τον κοινωνικό ή οικονομικό κύκλο: «αυτό το κλαμπ είναι μόνο για τους βιομηχάνους, γι’ αυτό δεν έχεις θέση εδώ»·
- δεν έχω θέση (κάπου), είμαι άσχετος ή ανεπιθύμητος σε κάποιο περιβάλλον: «δεν έχω θέση εγώ, ένας απλός επαγγελματίας, στο χορό των βιομηχάνων»·
- δεν έχω θέση, δεν έχω στη διάθεσή μου κάποιο χώρο ή κάθισμα για να καθίσω: «εγώ θα μείνω όρθιος γιατί δεν έχω θέση»·
- δεν κάθεται ήσυχος στη θέση του, είναι ανήσυχος, ενεργητικός, αεικίνητος: «όλο θέλει ν’ ασχολείται με κάτι, γι’ αυτό δεν κάθεται ήσυχος στη θέση του»· βλ. και φρ. δεν κάθεται στη θέση του·
- δεν κάθεται στη θέση του, αναμειγνύεται σε ξένες υποθέσεις: «αν δει καβγά, δεν κάθεται στη θέση του και χώνεται να τους χωρίσει»·
- δεν μπορεί κανένας να τον κουνήσει απ’ τη θέση του, κανένας δεν έχει τη δυνατότητα να τον απομακρύνει από τη θέση εργασίας που κατέχει: «είναι ανεψιός του διευθυντή και δεν μπορεί κανένας να τον κουνήσει απ’ τη θέση του»· βλ. και φρ. δεν μπορεί κανένας να τον κουνήσει απ’ την καρέκλα του, λ. καρέκλα·
- δεν το επιτρέπει η θέση μου να… ή η θέση μου δεν το επιτρέπει να…, α. δεν μπορώ, δεν έχω τη δυνατότητα ή τη θέληση να συμμετέχω κάπου, ιδίως λόγω κοινωνικής διαφοράς: «δεν το επιτρέπει η θέση μου να κάνω παρέα μ’ αυτούς τους παρακατιανούς || εγώ θέλω να κάνω παρέα μαζί τους, αλλά βλέπεις, δεν το επιτρέπει η θέση μου, γιατί αυτοί είναι της υψηλής κοινωνίας». β. λόγω ηλικίας, μόρφωσης ή αξιώματος, δε μου επιτρέπεται να συμπεριφερθώ όπως κάποιος που στερείται αυτών των ιδιοτήτων: «εσύ είσαι ένας απλός υπάλληλος και μπορείς να συναναστρέφεσαι όποιον θέλεις, εγώ όμως που είμαι διευθυντής, δεν το επιτρέπει η θέση μου να συναναστρέφομαι τον καθένα»· βλ. και φρ. δεν το επιτρέπει η κατάστασή μου να…, λ. κατάσταση· 
- δεύτερη θέση, (για μέσα συγκοινωνίας) όπου προσφέρονται λιγότερες ανέσεις από την πρώτη θέση (βλ. φρ.)·
- διαχωρίζω τη θέση μου, διαφοροποιώ τις απόψεις μου σε σχέση με άλλον ή άλλους: «απ’ τη στιγμή που εσείς θέλετε να κάνετε του κεφαλιού σας, εγώ διαχωρίζω τη θέση μου και θα ενεργήσω με το δικό μου τρόπο»·
- δίνω τη θέση μου (σε κάποιον), α. με διαδέχεται, με αντικαθιστά κάποιος άλλος σε ένα αξίωμα που κατέχω: «επειδή βγαίνω στη σύνταξη, θα δώσω τη θέση του διευθυντή στον τάδε». β. λόγω σεβασμού παραχωρώ τη θέση μου σε κάποιον να καθίσει: «μόλις δω κάποιον ηλικιωμένο στο λεωφορείο, σηκώνομαι και του δίνω τη θέση μου»·
- δυσκολεύω τη θέση μου, επιδεινώνω την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι: «με τα ψέματα που μας αραδιάζεις, δυσκολεύεις τη θέση σου»·
- εγώ στη θέση σου θα…, αν αυτό που συνέβη σε σένα συνέβαινε σε μένα, τότε θα…: «δε χειρίστηκες καλά το θέμα, γιατί εγώ στη θέση σου θα τον συγχωρούσα, αν ερχόταν και μου ζητούσε συγνώμη»·
- είμαι σε δύσκολη θέση, βλ. φρ. βρίσκομαι σε δύσκολη θέση·
- είμαι σε θέση να..., έχω τη δυνατότητα, διαθέτω τις κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορώ: «είμαι σε θέση ν’ ανταποκριθώ στο αίτημά σου || είμαι σε θέση ν’ αναλάβω αυτή τη δουλειά, όσο δύσκολη κι αν είναι»·
- είναι δύσκολη η θέση μου, αντιμετωπίζω δυσκολίες, προβλήματα: «είναι δύσκολη η θέση μου, γιατί έπεσε αναδουλειά κι έχω ένα σωρό υποχρεώσεις || είναι δύσκολη η θέση μου, γιατί πρέπει ν’ απολύσω τον έναν απ’ τους δυο, αλλά, απ’ ό,τι ξέρω, έχουν κι οι δυο τους μεγάλη ανάγκη από δουλειά»· βλ. και φρ. είναι λεπτή η θέση μου·
- είναι λεπτή η θέση μου, είναι δύσκολη, αντιμετωπίζω δυσκολία στο χειρισμό ενός ζητήματος: «είναι λεπτή η θέση μου και δεν μπορώ να σε προσλάβω υπάλληλο στον τομέα μου, γιατί, αν μάθουν στη διοίκηση πως είμαστε συγγενείς, θα ’χω προβλήματα»·
- είναι πιασμένη η θέση, είναι κατηλειμμένη: «δεν μπορείτε να καθίσετε εδώ, γιατί είναι πιασμένη η θέση»·
- είσαι σε θέση να…; έχεις τη δυνατότητα; διαθέτεις τις κατάλληλες προϋποθέσεις; μπορείς να…(;): «είσαι σε θέση ν’ αναλάβεις μια τόσο δύσκολη δουλειά; || εγώ θα σου αναθέσω αυτή τη δουλειά, εσύ όμως είσαι σε θέση να την τελειώσεις;»·
- έλα στη θέση μου, (προτρεπτικά) προσπάθησε νοερά να βιώσεις αυτό που περνώ, αυτό που μου συμβαίνει, συνήθως όχι ευχάριστο, και τότε θα καταλάβεις το λόγο για τον οποίο αντιδρώ και συμπεριφέρομαι με το συγκεκριμένο τρόπο: «έλα στη θέση μου και πες μου, δεν έχω δίκιο που θέλω το κακό του, απ’ τη στιγμή που αυτός ο άνθρωπος έγινε αιτία να χάσω τη δουλειά μου;»· βλ. και φρ. είναι λεπτή η θέση μου·
- έλα μουνί στη θέση σου! βλ. λ. μουνί·
- έφυγε η καρδιά μου απ’ τη θέση της, βλ. λ. καρδιά·
- έφυγε το μυαλό μου απ’ τη θέση του, βλ. λ. μυαλό·
- έχει το μυαλό (του) στη θέση του, βλ. λ. μυαλό·
- έχω σίγουρη θέση, έχω εξασφαλισμένη την επαγγελματική μου απασχόληση, έχω βολευτεί σε μόνιμη υπαλληλική εργασία: «αυτόν μην το κλαις, γιατί, μόλις απολυθεί από στρατιώτης, έχει σίγουρη θέση στην τράπεζα»·
- ήρθε η καρδιά μου στη θέση της, βλ. λ. καρδιά·
- ήρθε η ψυχή μου στη θέση της, βλ. λ. ψυχή·
- ήρθε το μυαλό του στη θέση του, βλ. λ. μυαλό·
- θέση κλειδί, επίκαιρη, νευραλγική θέση σε επιχείρηση ή οργανισμό: «έχει μια θέση κλειδί στο υπουργείο και είναι ο πρώτος που μαθαίνει τις μελλοντικές ενέργειες του υπουργού»·
- θέση περιωπής, ψηλή κοινωνική ή πολιτική θέση: «στο υπουργείο κατέχει μια θέση περιωπής»·
- καθαρίζω τη θέση μου, α. δίνω διευκρινίσεις, εξηγούμαι για κάποια υπόθεση, ιδίως παράνομη, στην οποία φαίνομαι ότι έχω αναμιχθεί: «υποστηρίζει πως άδικα τον κατηγορούν, γι’ αυτό πήγε στο διευθυντή να καθαρίσει τη θέση του». (Λαϊκό τραγούδι: τσιγάρο με βαρύ χαρμάνι πες μου ποιος το φουμάρισε, στα γρήγορα και μάνι μάνι τη θέση σου καθάρισε). β. χάνω όλα μου τα χρήματα, ιδίως σε τυχερό παιχνίδι: «παίζαμε όλο το βράδυ και μέχρι το πρωί καθάρισα τη θέση μου». γ. πεθαίνω, σκοτώνομαι: «αυτός που ζητάς όντως έμενε σ’ αυτό το σπίτι, αλλά πάει καιρός που καθάρισε τη θέση του || έπεσε με τ’ αυτοκίνητό του από ένα γκρεμό και καθάρισε τη θέση του»·
- καθάρισα τη θέση μου, απαλλάχτηκα από κάθε υποψία ή κατηγορία ύστερα από τις διευκρινήσεις, από τις εξηγήσεις που έδωσα για κάποια υπόθεση, ιδίως παράνομη, στην οποία φαινόμουν αναμεμειγμένος: «επειδή δεν ήθελα να υπάρχουν διάφορες υπόνοιες για μένα, πήγα στο διευθυντή και καθάρισα τη θέση μου». (Λαϊκό τραγούδι: καθάρισε τη θέση σου μ’ αυτή σου την κατάσταση, πριν κάνω επανάσταση
- κανόνισε τη θέση σου! βλ. φρ. κανόνισε την πορεία σου! λ. πορεία·
- κάνω θέση, μαζεύομαι, ώστε να υπάρξει χώρος για να καθίσει και κάποιος άλλος: «σε παρακαλώ, κάνε θέση να καθίσω κι εγώ». Συνήθως, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το λίγο ή το λίγο μια· βλ. και φρ. του κάνω θέση·   
- κάτσε στη θέση σου! συμβουλευτική ή απειλητική προτροπή σε κάποιον να μην ασχολείται με τα προσωπικά μας ζητήματα, να μην επεμβαίνει, γιατί δεν έχει αυτό το δικαίωμα ή γιατί είμαστε ανώτεροι από αυτόν και πρέπει να υπακούσει στις διαταγές μας. Πολλές φορές, μετά τη φρ. ακούγεται το και μη μιλάς: «στην επόμενη κουβέντα που θα πεις, θα σου ’ρθει ανάποδη, γι’ αυτό κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς, που θα μου κάνεις εμένα κριτική!»·
- κλείνω θέση, εξασφαλίζω εκ των προτέρων κάθισμα σε ένα χώρο ή σε κάποιο μεταφορικό μέσο: «έκλεισα πέντε θέσεις για το βράδυ στο τάδε νυχτερινό κέντρο || έκλεισα μια θέση στο αεροπλάνο»·
- κουνήσου απ’ τη θέση σου! (λέγεται αποτρεπτικά) να μη μας συμβεί αυτό που κακομελετάει κάποιος, που απευχόμαστε το κακό που ξεστόμισε κάποιος: «έτσι όπως τρέχεις, θα σκοτωθούμε! - Κουνήσου απ’ τη θέση σου! || με τον τρόπο που χειρίζεσαι τις δουλειές σου, θα χρεοκοπήσεις. -Κουνήσου απ’ τη θέση σου!»·
- κρατώ θέση, βλ. φρ. κλείνω θέση·
- κρατώ τη θέση μου, συμπεριφέρομαι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μειωθεί η υπόληψή μου, συμπεριφέρομαι με αξιοπρέπεια σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής λογικής ή της κοινωνικής μου προέλευσης: «μπορεί εκείνος να φώναζε σαν τρελός, όμως εγώ κράτησα τη θέση μου και συμπεριφέρθηκα με πολιτισμένο τρόπο»·
- λάβετε θέσεις! παράγγελμα, ιδίως σε δρομείς, να πάρουν τις θέσεις τους στο σημείο εκκίνησης·
- με φέρνει σε δύσκολη θέση, με κάνει να αισθάνομαι άσχημα με την επιμονή του να κάνω ή να μην κάνω κάτι, ή συνήθως, από την επιμονή του να του δώσω κάτι ή γενικά με κάνει να αισθάνομαι άσχημα, να στενοχωριέμαι, επειδή δεν έχω τη δυνατότητα να τον εξυπηρετήσω: «λυπάμαι που δεν μπορώ να σε βοηθήσω, και ειλικρινά αυτό με φέρνει σε δύσκολη θέση»·
- μπες στη θέση μου, βλ. συνηθέστ. έλα στη θέση μου·
- ξεκαθαρίζω τη θέση μου, αποσαφηνίζω τη στάση που θα κρατήσω σε κάποιο ζήτημα ή τον τρόπο που θα ενεργήσω: «απ’ την αρχή ξεκαθάρισα τη θέση μου, για να μη λένε εκ των υστέρων πως τους κορόιδεψα»·
- ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, βλ. λ. κατάλληλος·
- παίζεται η θέση μου ή παίζω τη θέση μου, βλ. φρ. παίζω τη θέση μου κορόνα γράμματα·
- παίζω τη θέση μου κορόνα γράμματα, τη διακινδυνεύω, τη ρισκάρω: «δε θα μπορέσω να παρατυπήσω ούτε στο ελάχιστο, γιατί, αν το κάνω, παίζω τη θέση μου κορόνα γράμματα»·
- παίρνω θέση ή παίρνω μια θέση (σε κάτι), εκφράζω τη γνώμη μου, έχω άποψη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ή διένεξη, και τη φανερώνω: «πρέπει να πάρεις επιτέλους μια θέση στο πρόβλημά μας, γιατί δεν μπορούμε να συνεχίσουμε χωρίς να ξέρω τι σκέφτεσαι!»·
- παίρνω θέση, α. βρίσκω μια θέση και κάθομαι περιμένοντας να συμβεί κάτι, τοποθετούμαι κάπου: «μόλις τον είδε να ’ρχεται προς το μέρος του, πήρε θέση και τον περίμενε || πάρε θέση κι άκου προσεκτικά τι έχω να σου πω». β. καταλαμβάνω επίκαιρο σημείο: «οι στρατιώτες πήραν θέσεις στους γύρω λόφους». γ. δίνω στο σώμα μου την κατάλληλη στάση για να κάνει κάτι κάποιος σε αυτό: «μόλις πήρα θέση, η νοσοκόμα μου κάρφωσε την ένεση στον κώλο || μόλις πήρα θέση, με φωτογράφισε ο φωτογράφος». Συνήθως, στην τελευταία περίπτωση, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το την κατάλληλη ή το την πρέπουσα και είναι φορές που χρησιμοποιείται για σεξουαλικό λόγο: «μόλις πήρε την κατάλληλη θέση, την πήδηξα κανονικά»·
- παίρνω τη θέση (κάποιου), τον αντικαθιστώ, τον διαδέχομαι στο αξίωμα που κατείχε: «ξέρω καλά πως, μόλις βγει ο διευθυντής στη σύνταξη, θα πάρω τη θέση του»· βλ. και φρ. πήρε τη θέση του·
- παίρνω τη θέση μου, πάω στο σημείο εκείνο που μου έχουν υποδείξει εκ των προτέρων: «οι δρομείς πήραν τις θέσεις τους και περίμεναν το σήμα της εκκίνησης»·
- παραιτούμαι απ’ τη θέση μου, παραιτούμαι από τη θέση εργασίας ή από το αξίωμα που κατέχω: «επειδή ήθελαν να με μεταθέσουν στην επαρχία, παραιτήθηκα απ’ τη θέση μου || ο υπουργός παραιτήθηκε απ’ τη θέση του, γιατί διαφώνησε με τον πρωθυπουργό»·
- πάω στη θέση μου, επιστρέφω στο σημείο στο βρισκόμουν, που κατείχα προηγουμένως: «πετάχτηκα μέχρι την τουαλέτα και τώρα πάω στη θέση μου, γιατί όπου να ’ναι αρχίζει πάλι το έργο»·
- πετιέμαι απ’ τη θέση μου, δοκιμάζω μεγάλη έκπληξη από κάτι καλό ή κακό: «πιστεύαμε πως ήταν φυλακή και, μόλις τον είδαμε να μπαίνει στο μπαράκι, πεταχτήκαμε όλοι απ’ τη θέση μας! || μόλις ακούστηκε ο κρότος της τράκας, πεταχτήκαμε απ’ τη θέση μας και βγήκαμε να δούμε τι συμβαίνει»·
- πήγε η καρδιά μου στη θέση της, βλ. λ. καρδιά·
- πήγε η ψυχή μου στη θέση της, βλ. λ. ψυχή·
- πήρε μια θέση στην ιστορία ή πήρε τη θέση του στην ιστορία (κάποιος), η πορεία και οι πράξεις του στη ζωή του αξιολογήθηκαν από τους ιστορικούς πολύ θετικά: «ο Κολοκοτρώνης πήρε τη θέση του στην ιστορία || ο Εμμανουήλ Παπάς πήρε μια θέση στην ιστορία»·
- πήρε τη θέση του, τον υποστήριξε σε κάποια διένεξη που είχε με κάποιον άλλον: «επειδή είναι φίλοι, αμέσως πήρε τη θέση του στη διένεξη που είχε με τον άλλον»· βλ. και φρ. παίρνω τη θέση (κάποιου)·
- πιάνω θέση ή πιάνω τη θέση, βρίσκω άδειο μέρος, χώρο ή κάθισμα και κάθομαι: «έβαλε το παλτό του στο κάθισμα για να πιάσει τη θέση, κι ύστερα πήγε στο καπνιστήριο || έπιασε θέση κοντά στην πίστα και χάζευε αυτούς που χόρευαν»· καταλαμβάνω επίκαιρο σημείο: «οι στρατιώτες έπιασαν θέσεις στους γύρω λόφους»·
- πριονίζω τη θέση (κάποιου), προσπαθώ αργά και μεθοδικά με συγκεκριμένες ενέργειες να υποσκάψω το έργο που κάνει κάποιος, να τον φθείρω ή να τον αποδυναμώσω για να χάσει κάποιο αξίωμα που κατέχει ή για να χαλάσω μια ευνοϊκή γι’ αυτόν κατάσταση: «μπροστά σου μπορεί να είναι αγκαλιές και φιλιά, πρόσεξε όμως, γιατί από πίσω πριονίζει τη θέση σου και θα βρεθείς χωρίς να το καταλάβεις εκτεθειμένος»·
- πρώτη θέση, α. (για μέσα συγκοινωνίας) χώρος όπου προσφέρονται ιδιαίτερες ανέσεις και για το λόγο αυτό είναι και πιο ακριβός: «όταν ταξιδεύω με τρένο ή με πλοίο, ταξιδεύω πάντα πρώτη θέση». (Λαϊκό τραγούδι: σ’ ένα τρένο με το Χάρο οδηγό, επιβάτες ένας πλούσιος κι εγώ, πρώτη θέση εταξίδευε αυτός και στην τρίτη εγώ που ήμουνα φτωχός).Αναφέρεται και δεύτερη ή τρίτη θέση, που είναι πιο φτηνές και που οι ανέσεις είναι λιγότερες. β.(για κινηματογράφους και ιδίως για θέατρα) που βρίσκεται κοντά στη σκηνή: «πλήρωσα κάτι παραπάνω στην ταμεία του θεάτρου για να μας δώσει πρώτη θέση»·
- ροκανίζω τη θέση (κάποιου), βλ. φρ. πριονίζω τη θέση (κάποιου)·
- στη θέση (του τάδε), αντί του τάδε: «θα κάνω βάρδια στη θέση του τάδε»·
- στη θέση σου, (του), στην περίπτωσή σου (του), αν μου συνέβαινε αυτό που σου (του) συμβαίνει: «στη θέση σου, αν σου μιλούσε μ’ αυτόν τον άσχημο τρόπο, πες μου, δε θα τον έσπαζες στο ξύλο;»·
- τον βάζω σε μια θέση, τον διορίζω σε μια θέση εργασίας: «δε μπορείς να τον βάλεις σε μια θέση για να μην τεμπελιάζει;»·
- τον βάζω στη θέση του, α. του αφαιρώ τη μεγάλη οικειότητα ή το θάρρος που έδειχνε, του δίνω να καταλάβει την απόσταση που μας χωρίζει, του υποδεικνύω πώς να συμπεριφέρεται: «πρέπει να βρεθεί κάποιος να τον βάλει στη θέση του, γιατί νομίζει πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει». β. του αφαιρώ τα επιχειρήματά του, τον αποστομώνω χρησιμοποιώντας τις ίδιες του τις πράξεις ή τα λόγια: «μόλις αποκάλυψα πως κι αυτός είχε υπογράψει για την απόλυση των συγκεκριμένων εργατών, τον έβαλα στη θέση του»·
- του κάνω θέση, παραμερίζω για να καθίσει, ιδίως λόγω σεβασμού: «μόλις δω ηλικιωμένο άνθρωπο στο λεωφορείο, του κάνω αμέσως θέση»·
- του ’φαγα τη θέση, κατέλαβα το μέρος, το χώρο, το κάθισμα στο οποίο καθόταν ή την υπαλληλική απασχόληση ή υπηρεσία του, ιδίως με πονηριά, με δόλο: «τον έστειλα δήθεν να μου πάρει τσιγάρα και του ’φαγα τη θέση || τον καιρό που ήταν άρρωστος, έκανα όλα τα χατίρια του διευθυντή του και του ’φαγα τη θέση»·
- τρίτη θέση, (για μέσα συγκοινωνίας) οικονομική θέση στην οποία ταξιδεύουν συνήθως οι φτωχοί και οι στρατιώτες: «επειδή δεν είχε λεφτά, ταξίδευε τρίτη θέση». (Λαϊκό τραγούδι: μέσα στο τρένο της Γερμανίας-Αθηνών, στην τρίτη θέση, σε μιαν άκρη καθισμένος, αφήνω πίσω μου το μαύρο παρελθόν και φεύγω στο άγνωστο, φτωχός κι αδικημένος 
- υψηλή θέση, ανώτατη υπαλληλική υπηρεσία: «κατέχει υψηλή θέση στο δημόσιο || εργάζεται σε μια μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση όπου κατέχει υψηλή θέση»·
- φέρνω σε δύσκολη θέση (κάποιον), με τα λόγια ή τις πράξεις μου κάνω κάποιον να αισθανθεί άσχημα, αμήχανα: «με τις εξυπνάδες του φέρνει πολλές φορές σε δύσκολη θέση τους άλλους»·
- χάνω τη θέση μου, χάνω τη θέση εργασίας που έχω σε κάποια επιχείρηση ή οργανισμό, απολύομαι: «δεν έχω τη δυνατότητα να κάνω ρουσφέτια, γιατί, αν γίνει αντιληπτό, θα χάσω τη θέση μου».

ιδέα

ιδέα, η, ουσ. [<αρχ. ἰδέα], η ιδέα. 1. η υπόνοια, η υποψία που δημιουργείται σε κάποιον, χωρίς να είναι σίγουρος για την εγκυρότητά της: «έχω την ιδέα πως κάποιος μας παρακολουθεί». 2. η γνώμη, η άποψη, η κρίση για κάποιον ή για κάτι: «ποια είναι η ιδέα σου γι’ αυτόν τον άνθρωπο; || ποια είναι η ιδέα σου γι’ αυτό το βιβλίο;». 3. η λύση που προτείνεται, το σχέδιο: «από ιδέες έχω μπόλικες, τα χρήματα μου λείπουν για να τις πραγματοποιήσω!». 4. ως επιφών. ιδέα! λέγεται με την έννοια πως ξαφνικά σκέφτηκα κάποια φωτεινή, κάποια λαμπρή ιδέα: «ξέρει κανείς να μας πει πώς θα βγούμε απ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση; -Ιδέα!». (Ακολουθούν 41 φρ.)·
- αλλάζω ιδέες, αλλάζω πολιτικές πεποιθήσεις: «παρ’ όλα τα βασανιστήρια, δεν μπόρεσαν να του κάνουν ν’ αλλάξει ιδέες»·
- δεν έχει ιδέα για το νερό που κύλησε στ’ αυλάκι, έχει πλήρη άγνοια για τον τρόπο και τη δυσκολία με την οποία εξελίχθηκε κάποια δουλειά ή υπόθεση: «τώρα βλέπει τη δουλειά τελειωμένη και χαίρεται, αλλά δεν έχει ιδέα για το νερό που κύλησε στ’ αυλάκι»·
- δεν έχει ιδέα για το φόνο, βλ. φρ. δεν ξέρει τίποτα για το φόνο, λ. φόνος·
- δεν έχει ιδέα πού πάν’ τα τέσσερα, είναι εντελώς ανίδεος, εντελώς άσχετος με μια υπόθεση, με μια δουλειά ή τέχνη: «μη ρωτήσεις τον τάδε να σου πει πώς έγιναν τα πράγματα, γιατί δεν έχει ιδέα πού παν’ τα τέσσερα || δεν ξαναπάω τ’ αυτοκίνητό μου στον τάδε μηχανικό, γιατί δεν έχει ιδέα πού πάν’ τα τέσσερα»·
- δεν έχω ιδέα ή ιδέα δεν έχω, δε γνωρίζω, δεν ξέρω τίποτα, αγνοώ εντελώς, είμαι απληροφόρητος: «δεν έχω ιδέα πώς έγιναν τα πράγματα». Πολλές φορές, για περισσότερη έμφαση, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το την παραμικρή·
- δίνω μια ιδέα, περιγράφω άτομο, κατάσταση ή αντικείμενο σε γενικές γραμμές για να σχηματίσει κάποιος μια γνώμη, μια άποψη, προτείνω ένα τρόπο σκέψης ή δράσης: «μ’ αυτά που σου είπα πιστεύω να σου ’δωσα μια ιδέα γι’ αυτόν τον άνθρωπο || μου ’δωσε μια ιδέα πώς συμπεριφέρονται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, και τα ’βγαλα πέρα, αλλιώς ακόμα θα πάλευα»· βλ. κ. φρ. ρίχνω μια ιδέα·
- είμαι της ιδέας, έχω τη γνώμη, προτείνω: «απ’ τη στιγμή που αγρίεψαν τα πράγματα, είμαι της ιδέας να φύγουμε»·
- είναι όλο(ς) ιδέα, δεν έχει καμιά σοβαρότητα, πρόκειται για άνθρωπο κενό: «μην τον παίρνεις στα σοβαρά, γιατί είναι όλος ιδέα»·
- είναι όλο(ς) ιδέα για τον εαυτό του, βλ. φρ. έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του·
- είναι όλο(ς) ιδέα και κακό, βλ. φρ. έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του·
- είναι όλο(ς) φιγούρα και ιδέα ή είναι μόνο φιγούρα και ιδέα, βλ. λ. φιγούρα·
- έμμονη ιδέα, σκέψη ή παράσταση, που είναι συνεχώς μέσα στο μυαλό μας, που μας απασχολεί μονίμως: «έχει έμμονη ιδέα πως τον απατάει η γυναίκα του και πάει να τρελαθεί ο άνθρωπος || του κόλλησε έμμονη ιδέα πως θα κερδίσει στο Τζόκερ και παίζει εκεί όλα του τα λεφτά»·
- έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, υπερεκτιμάει τον εαυτό του, έχει την εντύπωση πως είναι μεγάλος και τρανός, πως είναι μοναδικός: «απ’ τη μέρα που κέρδισε κι αυτός πέντε παράδες, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του»·
- έχω μια (φαεινή) ιδέα, έχω μια γνώμη που ίσως αποδειχτεί σωτήρια: «έχω μια ιδέα που ίσως μας βγάλει απ’ το πρόβλημα που μας βασανίζει || έχω μια φαεινή ιδέα, που σίγουρα θα μας γλιτώσει»·
- έχω την ιδέα, έχω την εντύπωση, νομίζω, υποθέτω, χωρίς όμως να είμαι σίγουρος: «έχω την ιδέα πως είναι καλός άνθρωπος || έχω την ιδέα πως κάποιος μας παρακολουθεί»·
- η Μεγάλη Ιδέα, η ιδεολογία και το σύνολο των ενεργειών που κυριάρχησε στον ελληνικό κόσμο κατά τον 19ο και 20ο αιώνα για την απελευθέρωση όλων των ελληνικών εδαφών και τη δημιουργία μεγάλου ελληνικού κράτους με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, ο μεγαλοϊδεατισμός: «η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε και ο τάφος της Μεγάλης Ιδέας»·
- ιδέα σου! α. γνώμη σου, που όμως είναι ή θα αποδειχθεί στην πορεία λανθασμένη: «αν είχα κι εγώ μερικά λεφτουδάκια, θα μπορούσα να στήσω μια δουλειά. -Ιδέα σου!». β. καθησυχαστική απάντηση σε κάποιον που υποστηρίζει ότι είδε, ή άκουσε κάτι ή σε κάποιον που εκφράζει ένα φόβο του ότι τίποτε δε συμβαίνει: «μου φαίνεται ότι ακούω βήματα στο διάδρομο. -Ιδέα σου!»·
- κατεβάζω ιδέες, είμαι επινοητικός: «όποια δυσκολία κι αν του τύχει, την ξεπερνάει αμέσως, γιατί κατεβάζει ιδέες». (Λαϊκό τραγούδι: μ’ αρέσει να γλεντώ, γιατί περνώ στιγμές ωραίες και κατεβάζω στη στιγμή όνειρα και ιδέες
- μαζεύω ιδέες, συγκεντρώνω διάφορες γνώμες για κάτι που θέλω να κάνω ή για κάτι που με ενδιαφέρει: «θέλει να κάνει μια νέα επιχείρηση και μαζεύει ιδέες απ’ τους φίλους του». (Λαϊκό τραγούδι: ο Πρετεντέρης γύριζε μες τις παλιοπαρέες για το καινούριο σήριαλ εμάζευε ιδέες
- μεγάλη ιδέα, α. φιλόδοξο σχέδιο: «συνέλαβα μια μεγάλη ιδέα και τώρα προσπαθώ να βρω χρηματοδότη για να την προχωρήσω». β. ουτοπία, φιλοδοξία καταδικασμένη να μην πραγματοποιηθεί: «προσπάθησε να κάνει το μαγαζάκι του εργοστάσιο, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως ήταν μεγάλη ιδέα κι άραξε στα κυβικά του»·
- μια ιδέα, α. ασήμαντη ποσότητα: «βάλε μου μια ιδέα γάλα στο νες καφέ μου». β. ελάχιστα: «θέλει μια ιδέα ακόμα για ν’ ακουμπήσει με τ’ άλλο»·
- μια ιδέα είναι όλα ή όλα είναι μια ιδέα, έκφραση με την οποία προσπαθούμε να μειώσουμε την πραγματικότητα, επειδή συνήθως δεν μπορούμε να τη ζήσουμε ή να την πραγματοποιήσουμε: «αν είχα λεφτά, θα σου ’λεγα πώς θα ζούσα! -Μια ιδέα είναι όλα || θα ’βαζα το καπέλο μου στραβά, αν είχα κι εγώ αυτή την εργοστασιάρα. -Όλα είναι μια ιδέα». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το έλα μωρέ ή το σιγά μωρέ·
- μου έδωσε την ιδέα (κάποιος), μου έδωσε την εντύπωση, μου φάνηκε: «με την πρώτη ματιά που του έριξα, μου έδωσε την ιδέα πως ήταν σοβαρός άνθρωπος || με τα λεγόμενά του μου έδωσε την ιδέα ενός μορφωμένου ανθρώπου»·
- μου καρφώθηκε η ιδέα, μου έγινε έμμονη σκέψη κάτι: «μου καρφώθηκε η ιδέα πως η γυναίκα μου με απατά || μου καρφώθηκε η ιδέα να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι στη Νότιο Αμερική»·
- μου κατέβηκε μια ιδέα, βλ. φρ. μου ’ρθε μια ιδέα·
- μου μπήκε η ιδέα, βλ. φρ. μου καρφώθηκε η ιδέα·
- μου πέρασε η ιδέα, α. σκέφτηκα, φαντάστηκα κάτι: «δε σε ειδοποίησα, γιατί μου πέρασε η ιδέα πως ήσουν ενήμερος». β. υποπτεύτηκα: «κάποι