Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
βόμβα

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

βόμβα, η, ουσ. [<ιταλ. bomba], η βόμβα. 1α. οτιδήποτε προξενεί μεγάλη έκπληξη, μεγάλη αναστάτωση, μεγάλο θόρυβο (όπως και η βόμβα που σκάζει): «είδηση βόμβα || ανοιχτή επιστολή βόμβα». β. οτιδήποτε προξενεί μεγάλη καταστροφή: «ο σύγχρονος τρόπος ζωής αποτελεί βόμβα στα θεμέλια της οικογένειας || η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος είναι βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας». 2. (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ) ισχυρό σουτ από μεγάλη απόσταση προς την αντίπαλη εστία (στο ποδόσφαιρο), ή βολή έξω από τα 6,25 μ. (στο μπάσκετ), που μετράει για τρεις πόντους, το τρίποντο: «ο τερματοφύλακας δεν μπόρεσε να πιάσει τη βόμβα που εξαπέλυσε ο τάδε || η τελευταία βόμβα του τάδε παίχτη μας έξω απ’ τα 6,25 μας έδωσε τη νίκη»· βλ. και λ. μπόμπα·
- βόμβα μολότοφ, αυτοσχέδια βόμβα, που εκσφενδονίζεται με το χέρι και που αποτελείται από ένα μπουκάλι με εύφλεκτο υλικό (βενζίνα) και ένα κομμάτι πανί να εξέχει από το λαιμό του, που το ανάβουν και παίζει το ρόλο του φιτιλιού, όταν σπάσει το μπουκάλι μετά την εκσφενδόνισή του: «οι αναρχικοί πετούσαν κάθε τόσο στους αστυνομικούς βόμβες μολότοφ». Από το όνομα του σοβιετικού πολιτικού Molotov, ο οποίος πρώτος επινόησε και χρησιμοποίησε τη βόμβα αυτή, κατά των γερμανικών τανκς το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο·
- βόμβα κοκτέιλ, βλ. συνηθέστ. βόμβα μολότοφ·
- είναι ωρολογιακή βόμβα (μια κατάσταση, κάτι), είναι πολύ επικίνδυνο ή θα γίνει πολύ επικίνδυνο αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα και ριζικά: «το ασφαλιστικό είναι ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας, γι’ αυτό πρέπει ν’ αρχίσει άμεσα ο διάλογος με τους ενδιαφερόμενους για την εύρεση μιας βιώσιμης λύσης»· 
- έπεσε σαν βόμβα, βλ. φρ. έσκασε σαν βόμβα·  
- έπεσε σαν βόμβα πολλών μεγατόνων, βλ. φρ. έσκασε σαν βόμβα πολλών μεγατόνων·
- έσκασε σαν βόμβα, συνέβη ή ακούστηκε ξαφνικά ή αναπάντεχα κάτι, που προκάλεσε μεγάλη έκπληξη ή αίσθηση στην κοινή γνώμη: «η παραίτηση του τάδε υπουργού έσκασε σαν βόμβα»·
- έσκασε σαν βόμβα πολλών μεγατόνων, συνέβη ή ακούστηκε ξαφνικά ή αναπάντεχα κάτι, που συντάραξε την κοινή γνώμη, που προκάλεσε σάλο: «η είδηση πως χρηματιζόταν ο τάδε υπουργός έσκασε σαν βόμβα πολλών μεγατόνων»·
- κάθομαι πάνω σε ωρολογιακή βόμβα, α. αγωνιώ, ανυπομονώ πάρα πολύ: «μέχρι να γυρίσουν κάθε βράδυ τα παιδιά μου στο σπίτι, κάθομαι πάνω σε ωρολογιακή βόμβα». β. αντιμετωπίζω πολύ επικίνδυνη κατάσταση: «είμαι στην πτέρυγα του νοσοκομείου που νοσηλεύει ασθενείς που έχουν προσβληθεί από τον ιό του έιτζ κι έτσι καθημερινά κάθομαι πάνω σε ωρολογιακή βόμβα».