Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
βλάπτω

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

βλάπτω, ρ., βλ. λ. βλάφτω.

βλάφτω

βλάφτω κ. βλάπτω, ρ. [<αρχ. βλάπτω], βλάφτω. 1. (ιδίως για υγεία) φθείρω: «το τσιγάρο βλάπτει σοβαρά την υγεία». 2. προξενώ βλάβη, ζημιά: «σ’ έβλαψε πολύ η υποτίμηση της δραχμής;». 3. χτυπώ κάποιον και τον τραυματίζω: «πες μου ποιος σ’ έβλαψε, να πάω να τον δείρω». 4. αδικώ: «έκανε δίκαια τη μοιρασιά και δεν έβλαψε κανέναν»·
- άνεμος που δε σε βλάπτει, άφησέ τον να φυσάει, βλ. λ. άνεμος·
- γάιδαρο που δε σε βλάπτει, άφησέ τον να γκαρίζει, βλ. λ. γάιδαρος·
- γιατί, βλάφτει; πειράζει, ενοχλεί, μήπως δε συμφέρει(;): «θα πας κι εσύ μαζί τους; -Γιατί, βλάφτει;». Λέγεται και με ειρωνική ή επιθετική διάθεση·
- δε βλάφτει, όχι μόνο δεν πειράζει αλλά μπορεί να αποδειχτεί και ωφέλιμο: «δε βλάφτει να ρωτήσεις ένα λογιστή πώς πρέπει να συντάξεις τη φορολογική σου δήλωση || δε βλάφτει να πηγαίνεις από καμιά φορά στην εκκλησία και να προσεύχεσαι»·
- δε βλάφτει ν’ ανάβεις κι από κανένα κερί, βλ. λ. κερί·
- δε βλάφτει να κάνεις κι από κανέναν σταυρό, βλ. λ. σταυρός·
- δεν μπορεί να βλάψει ούτε μυρμήγκι, βλ. λ. μυρμήγκι·
- σκυλί που δε σε βλάπτει, άφησέ το να γαβγίζει, βλ. λ. σκυλί·
- το φίδι που δε βλάπτει, να ζήσει χίλια χρόνια, βλ. λ. φίδι.