Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
απόφαση

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

απόφαση, η, ουσ. [<αρχ. ἀπόφασις], η απόφαση·
- δίνω μια απόφαση, αποφασίζω: «επιτέλους, δώσε μια απόφαση γι’ αυτή τη δουλειά, για να ξέρω κι εγώ τι θα κάνω!». (Λαϊκό τραγούδι: αχ, δώσε μου μιαν απόφαση αν μ’ αγαπάς, πουλί μου, δια να γίνω σκλάβα σου για όλη τη ζωή μου
- να φοβάσαι τα πισινά του μουλαριού, τα μπροστινά του μοναχού και την απόφαση του δικαστού, βλ. λ. φοβάμαι·
- παίρνω απόφαση ή παίρνω την απόφαση, αποφασίζω: «πήρα την απόφαση να κόψω το πιοτό». (Λαϊκό τραγούδι: απ’ τους καημούς που πέρασα ποτέ μου δεν εγέλασα, τα μάτια μου όλο κλαίνε και πήρα την απόφαση να φύγω για την κόλαση που ξενιτιά τη λένε
- τα κέντρα λήψης αποφάσεων, βλ. λ. κέντρο·
- το παίρνω απόφαση, θεωρώ κάτι ως τετελεσμένο, συμβιβάζομαι με ένα γεγονός ή με μια κατάσταση: «απ’ τη στιγμή που η γυναίκα του επέμενε να χωρίσουν, το πήρε απόφαση πως δε γινόταν αλλιώς και χώρισε». (Λαϊκό τραγούδι: εσύ είσ’ αιτία που πονώ καταραμένη μοίρα, γι’ αυτό το πήρα απόφαση τα μάτια μου να κλείσω, πες μου λοιπόν, να σκοτωθώ ή να γυρίσω πίσω).

κέντρο

κέντρο, το, ουσ. [<αρχ. κέντρον], το κέντρο. 1. η πρωτεύουσα κράτους που στην περίπτωση της Αθήνας αναφέρεται ως υδροκέφαλο κέντρο: «η Θεσσαλία είναι η μεγαλύτερη αγροτική περιοχή της Ελλάδας κι αντί να είναι εκεί το υπουργείο Γεωργίας, αυτό βρίσκεται στο υδροκέφαλο κέντρο». 2. το μέρος πόλης, κωμόπολης, χωριού, συνοικίας, όπου είναι συγκεντρωμένα τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα και όπου παρατηρείται η μεγαλύτερη κίνηση των κατοίκων: «όποιος μένει στο κέντρο, τρελαίνεται απ’ το θόρυβο και τη φασαρία που επικρατεί». 3. μαγαζί όπου πηγαίνουν οι άνθρωποι για φάνε ή να ακούσουν μουσική, να δουν διάφορα θεάματα και να διασκεδάσουν: «τα κέντρα της παραλίας είναι φίσκα από κόσμο». (Λαϊκό τραγούδι: όταν τα βράδια μες τα κέντρα σε πηγαίνω κι όλοι τριγύρω σε κοιτάζουνε στα μάτια να μην τολμήσεις να προσέξεις, μην τυχόν παρεκτραπείς, γιατί να ξέρεις πως θα παρεξηγηθείς). 4. (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) η περιοχή που βρίσκεται στη μέση του αγωνιστικού χώρου: «ο τάδε είναι παίχτης κέντρου». Υποκορ. κεντράκι, το (βλ. λ.)·
- βρίσκω κέντρο, βλ. συνηθέστ. βρίσκω διάνα, λ. διάνα·
- κέντρο απόκεντρο, απόμερη περιοχή στο κέντρο της πόλης, που δεν παρουσιάζει την κίνηση και το θόρυβο που επικρατεί στο κέντρο: «μένει σε μια περιοχή, που είναι κέντρο απόκεντρο και δε σπάνε τα νεύρα του απ’ το θόρυβο που επικρατεί στο κέντρο»·
- κέντρο διερχομένων, έκφραση δυσφορίας, όταν σε μια επιχείρηση εναλλάσσονται συνεχώς οι υπάλληλοι, χωρίς να μπορεί να στεριώσει κανένας ή όταν σε ένα σπίτι εναλλάσσονται συνεχώς οι φιλοξενούμενοι: «επειδή είναι βαριά η δουλειά του εργοστασίου, έχει γίνει κέντρο διερχομένων, γιατί κανένας δεν κάθεται για πολύ καιρό || έχει χάσει την ησυχία του, γιατί τον τελευταίο καιρό το σπίτι του έχει γίνει κέντρο διερχομένων». Αναφορά στη στρατιωτική υπηρεσία όπου μπορούν να φιλοξενηθούν για λίγο οι μετακινούμενοι στρατιωτικοί·
- νομίζει πως είναι το κέντρο του κόσμου, βλ. λ. κόσμος·
- παίζεται παιχνίδι κέντρου, βλ. λ. παιχνίδι·
- παιχνίδι κέντρου, βλ. λ. παιχνίδι·
- ρίχνω όλο το κέντρο βάρους, συγκεντρώνω όλες τις προσπάθειες, όλες τις ενέργειές μου σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο: «απ’ τη μέρα που ανέλαβε ο τάδε διευθυντής, έριξε όλο το κέντρο βάρους των προσπαθειών του στη διαφήμιση των προϊόντων του εργοστασίου»·
- τα κέντρα λήψης αποφάσεων, οι πολιτικοί, οικονομικοί ή στρατιωτικό κύκλοι από όπου πηγάζουν οι πολιτικές, οικονομικές ή στρατιωτικές αποφάσεις που τίθενται σε ισχύ: «τα κέντρα αποφάσεων της Ενωμένης Ευρώπης, βρίσκονται στις Βρυξέλλες || υπάρχουν και τα αόρατα κέντρα αποφάσεων, που συνήθως δρουν σε βάρος των λαών»·
- χτυπάει κέντρο, έχει τη δυνατότητα ή την ικανότητα να πετυχαίνει πάντα το σκοπό του, το στόχο του: «όποια υπόθεση έχω, την αναθέτω στον τάδε, γιατί πάντα χτυπάει κέντρο».  

φοβάμαι

φοβάμαι κ. φοβούμαι, ρ. [<αρχ. φοβοῦμαι], φοβάμαι. 1. ανησυχώ, αγωνιώ για κάτι: «άνοιξε λίγο το βήμα σου, γιατί φοβάμαι πως δε θα προλάβουμε». 2. υποψιάζομαι ή έχω τη βεβαιότητα πως συνέβη ή πως θα συμβεί κάτι δυσάρεστο, κάτι κακό: «άργησαν πάρα πολύ και φοβάμαι μήπως τους συνέβηκε κάτι». 3. έχω τη σιγουριά, τη βεβαιότητα για κάποιον ή για κάτι πως είναι κακός, πως θα μου κάνει κακό: «αυτόν τον άνθρωπο τον φοβάμαι, γι’ αυτό και δεν κάνω παρέα μαζί του». 4. διστάζω: «φοβάμαι να πατήσω σ’ αυτό το σανίδι, γιατί είναι σάπιο || ξέρω ότι έχει δυσκολίες, γι’ αυτό φοβάμαι να το ζητήσω δανεικά». (Ακολουθούν 25 φρ.)·
- απ’ τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι, βλ. λ. ποταμάκι·
- αυτό που θέλει η γυναίκα το φοβάται κι ο Θεός, βλ. λ. γυναίκα·
- δε φοβάται ο παστουρμάς τ’ αλάτι, βλ. λ. παστουρμάς·
- δε φοβάται (ούτε) Θεό, βλ. λ. Θεός·
- είδε ο τρελός το μεθυσμένο και φοβήθηκε, βλ. λ. τρελός·
- είδε η μαϊμού τον κώλο της και φοβήθηκε, βλ. λ. μαϊμού·
- καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται, βλ. λ. ουρανός·
- μη φοβού Μαριάμ, (και για τα δυο φύλα) καθησυχαστική ή ενθαρρυντική έκφραση σε άτομο, με την έννοια να μη φοβάται, γιατί  θα το βοηθήσουμε, θα το βγάλουμε από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται ή που υπάρχει πιθανότητα να βρεθεί: «όταν έχεις εμένα δίπλα σου, μη φοβού Μαριάμ για τίποτα». Από τα λόγια του αγγέλου, που σύμφωνα με την Κ. Διαθήκη απηύθυνε στην Παρθένο Μαρία, λίγο πριν της αναγγείλει τη σύλληψη του Θεανθρώπου·
- να φοβάσαι τα πισινά του μουλαριού, τα μπροστινά του μοναχού και την απόφαση του δικαστού, συμβουλευτική έκφραση σε επιπόλαιο άτομο ή σε άτομο του οποίου οι πράξεις πιθανόν να προκαλέσουν επικίνδυνες καταστάσεις σε βάρος του ή εισαγγελική παρέμβαση και πιθανή τιμωρία του από το νόμο. Από το ότι η κλοτσιά του μουλαριού είναι πολύ δυνατή, ο καλόγερος, λόγω της μακροχρόνιας αποχής του από το σεξ, γίνεται επικίνδυνος, ενώ ο δικαστής, πολλές φορές, δεν κρίνει βάσει στοιχείων, αλλά λόγω προσωπικής εκτίμησης της κατάστασης· 
- ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται, βλ. λ. βροχή·
- όποιος αγαπά το μέλι, δε φοβάται τα μελίσσια, βλ. λ. μέλι·
- όποιος φοβάται την κυψέλη, δεν πρέπει να τρώει μέλι, βλ. λ. μέλι·
- ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! βλ. λ. Θεός·
- πολύ το φοβάμαι ή πολύ φοβάμαι, α. έκφραση με την οποία εκφράζουμε τους φόβους μας για κάποιον ή για κάτι: «πολύ φοβάμαι πως με την τακτική που ακολουθεί αυτός ο άνθρωπος στη δουλειά του, θα πέσει έξω || πολύ φοβάμαι πως το βράδυ θα έχουμε παγωνιά». β. έκφραση με την οποία συμμερίζεται κανείς τους φόβους του συνομιλητή του: «αν συνεχίζει αυτό το παιδί την άστατη ζωή που κάνει, θα καταστραφεί. -Πολύ το φοβάμαι»·
- τι φοβάσαι, μη στείλω το χωροφύλακα; βλ. λ. χωροφύλακας·
- τον (το) φοβάται, όπως ο διάβολος το λιβάνι, βλ. λ. διάβολος·
- τον φοβήθηκε η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- τον φοβήθηκε το μάτι μου, βλ. λ. μάτι·
- φοβάμαι μήπως κάνει καμιά τρέλα, βλ. λ. τρέλα·
- φοβάμαι τη γλώσσα του, βλ. λ. γλώσσα·
- φοβάται και τη σκιά του, βλ. λ. σκιά·
- φοβάται και τον ίσκιο του, βλ. λ. ίσκιος·
- φοβάται να χέσει, για να μην πεινάσει, βλ. λ. χέζω·
- φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη, βλ. λ. Γιάννης·
- φωνάζει ο κλέφτης να φοβηθεί ο νοικοκύρης, βλ. λ. κλέφτης.