Περισσότερες επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκε 1 αποτέλεσμα
έπιπλο

ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ PDF

έπιπλο, το, ουσ. [<αρχ. ἔπιπλον, συνήθως στον πλ. ἔπιπλα, τα], το έπιπλο· (ειρωνικά) όμορφη γυναίκα που συνοδεύει πλούσιο άντρα, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσει αυτός τους φίλους του και που, ποτέ δεν ανοίγει το στόμα της να πει κάτι: «κάθε φορά που πηγαίνει στα μπουζούκια κουβαλάει μαζί του κι ένα έπιπλο για τη λεζάντα του». Υποκορ. επιπλάκι, το.